Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2007

Ρονταρικό κλείσιμο της χρονιάς για τις Ηλιαχτίδες!


Επειδή τις μέρες των γιορτών μάλλον δε θα μπω καθόλου στο Ίντερνετ, θέλω να σας αποχαιρετήσω με ένα ποιήμα του αγαπημένου μου Τζιάννι Ροντάρι(μετάφραση Άννα Κωστάλα-Μαργαριτοπούλου).


ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Θέλω Γενάρη με ήλιο τ΄ Απρίλη,

δροσιά του Ιούλη και μέρα το δείλι.


Μια θάλασσα θέλω χωρίς καταιγίδα,

δε θέλω το φόβο, μονάχα ελπίδα.


Θέλω ψωμάκι ζεστό, μυρωδάτο,

τ΄ αγκάθι να βγάλει σταφύλι μοσχάτο.


Ο σκύλος να έχει αγκαλιά το γατί,

γάλα και λάδι να βγάζ΄ η πηγή…


Αυτά που ζητάω αν είναι πολλά,

δώσε μου, τότε, μονάχα χαρά.




ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!

ΤΑ ΛΕΜΕ ΤΟ 2008!

: ) : ) : ) : ) : ) : ) : ) : ) : ) : ) : ) : ) : ) : ) : ) : )

:* :* :* :* :* :* :* :* :* :* :* :* :* :* :* :* :*

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2007

ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ


Όλα σκεπάστηκαν μ΄ άσπρο χαλί,

γλέντι τρικούβερτο μες στην αυλή.

-Χιονάνθρωπο πάμε να φτιάσουμε,

ελάτε, παιδιά, να γελάσουμε!



Να τ΄ ανθρωπάκι!Καπέλο φαρδύ,

πούρο στο στόμα, στο χέρι ραβδί,

είν΄όλο πόζα και μεγαλέιο!

(Ήλιε, μην κάνεις κανέν΄ αστείο....)



Δέστε!Θαρρώ μας γελά πονηρά.

Μα βγήκε ο ήλιος....Τι συμφορά!

Και τ΄ ανθρωπάκι πια δε γελάει.

Δάκρυσε λίγο, έλιωσε, πάει...

Ντίνα Χατζηνικολάου

Υ.Γ.:Θέλω πολύ να φτιάξω ένα χιονάνθρωπο, αλλά μόνη μου δε λέει :( Και είναι η τρίτη μέρα που εξακολουθώ να είμαι "αποκλεισμένη" στο σπίτι και στο χωριό :(

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2007

ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ ΔΕΜΕΝΗ...:"Παράκληση στον Άη Βασίλη"

Ο πατέρας έντυσε με τα καλά του ρουχαλάκια τον Αρτέμη, τον πήρε από το χεράκι και πήγαν στο μαιευτήριο. Θα έβλεπε ύστερα από μια βδομάδα τη μαμά του΄ είχε πάει σ΄ αυτό το..πώς το λένε...το Μαιευτήριο, να γεννήσει την αδελφούλα του.

Ο Αρτέμης ήτανε μουτρωμένος.

-Τη μαμά και το αδερφάκι σου πάμε να πάρουμε. Γιατί κατέβασες τα μούτρα σου;, τον μάλωσε ο πατέρας.

Δεν ήθελε να το πει, αλλά ήταν πολύ στεναχωρημένος. Ζήλευε. Φοβόταν ότι η μαμά του θα αγαπούσε περισσότερο το μωρό. Γι΄ αυτό.

Όταν έσπρωξαν την πόρτα του δωματίου της μαμάς του στην κλινική, την είδαν να κρατά στην αγκαλιά της το μωρό και να το παρατηρεί σκεφτική. Άπλωσε τα χέρια του, έτρεξε προς το κρεβάτι της, ακούμπησε το κεφαλάκι του στην αγκαλιά της και έκλαψε. Αλλά και η μαμά δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά της κι ο μπαμπάς το ίδιο΄ έκανε τάχα πως κοιτάζει αμέριμνα έξω από το παράθυρο.

Ο Αρτέμης έσκυψε να δει το προσωπάκι της αδερφής του, και τότε όλη του η ζήλιαεξαφανίστηκε. Μπα! Ήταν δυνατόν ν΄ αγαπούσε η μαμά του αυτό το μωρό περισσότερο από κείνον!

-Πως είναι έτσι;, απόρησε.

-Δηλαδή;, έκανε τάχα απορημένη η μαμά του.

-Δεν είναι όμορφο...

-Έτσι είναι όλα τα μωρά όταν γεννηθούν. Θέλουν καιρό να στρώσουν.

-Σαν Κινέζα είναι, επέμενε ο Αρτέμης. Να την τσιμπήσω λιγάκι;

-Τσίμπα την αλλά ελαφρά, μην την πονέσεις.

Ο Αρτέμης θα ήθελε να της δώσει μια γερή τσιμπιά, να βγάλει το άχτι του, αλλά την τσίμπησε ελαφρά, να μην την πονέσει. Τη γαργάλησε. Την ξανατσίμπησε. Αλλά η αδερφούλα του τίποτε. Ούτε χαμογέλασε, ούτε έκλαιγε.

Και γύρισαν σπίτι...

Κι όλα άλλαξαν. Σα να μπήκε ένα γκρίζο σύννεφο στο σπίτι.

Πρώτα απ΄ όλα η μαμά του δε γελούσε όπως πριν. Τι να γινε εκείνος ο ήλιος που φεγγοβολούσε στο πρόσωπό της;Η γιαγιά του έπλεκε ροζ ζαπουνάκια κι αναστέναζε. Ο μπαμπάς γύριζε συλλογισμένος από τη δουλειά κι έτρεχε να δει το μωρό στην κούνια.

Και πως το πρόσεχαν το μωρό:τρεις φορές τη μέρα, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, του έκαναν μπάνιο και του έτριβαν χέρια και πόδια.

-Αμάν πια, θα το μαδήσουν, σκεφτόταν ο Αρτέμης, που δεν το ζήλευε πια.

Αλλιώς τα φανταζόταν τα πράγματα, κι όσο περνούσε ο καιρός τίποτα απ΄όσα είχε φανταστεί δε γινόταν. Αντίθετα, πρόσεχε ότι ο κόσμος κοίταζε παράξενα την αδερφούλα του όταν την έκαναν βόλτα με το καροτσάκι. Αλλιώς χαμογελούσαν σε κείνον κι αλλιώς στο μωρό τους. Πολλοί έλεγαν "αχ, το καημένο", κι η μαμά στεναχωριόταν πολύ. Κι ο πατέρας έφερνε συνέχεια γιατρούς στο σπίτι.

Μια μέρα η μητέρα μιλούσε ψιθυριστά στο τηλέφωνο.

-Μα φυσικά έλεγε, αυτά τα παιδιά καθυστερούν σε όλα.

Δηλαδή που καθυστερούσε το μωρό τους; Ο Αρτέμης δεν μπορούσε να καταλάβει. Έπρεπε να του εξηγήσουν.

-Μαμά, που καθυστερεί το μωρό μας;, τη ρώτησε όταν τελείωσε το τηλεφώνημα.

Ήταν μια δύσκολη στιγμή για τη μητέρα του. Ο Αρτέμης το κατάλαβε γιατί έπιασε το κεφάλι της σα να ήθελε να στρώσει τα μαλλιά της κι αναστέναξε:

-Έλα, του είπε, να σου καθαρίσω ένα μανταρίνι και τα λέμε.

Πήγαν στην κουζίνα.Σοβαρή η μαμά, σοβαρός κι ο Αρτέμης.

-Η αδελφούλα σου, όπως έχεις ήδη καταλάβει, Αρτέμη μου, δεν είναι σαν και σένα. Είναι διαφορετική. Συμβαίνουν αυτά στη ζωή. Πρέπει να το παραδεχτούμε.

-Να το παραδεχτούμε, συμφώνησε ο Αρτέμης.

-Είναι όμως δύσκολο.Πρέπει να το ξέρεις. Γιατί η αδερφούλα σου μπορεί να καθυστερήσει και στο περπάτημα και στην ομιλία. Μπορεί να μην καταλαβαίνει εύκολα όσα καταλαβαίνει εσύ. Μπορεί να μην καταφέρει να διαβάσει ποτέ.

-Θα της διαβάζω εγώ, προθυμοποιήθηκε ο Αρτέμης.

-Αυτό θέλουμε κι εγώ κι ο μπαμπάς σου. Να την αγαπάς και να την βοηθάς. Όταν νιώθει την αγάπη γύρω της θα μεγαλώσει πιο εύκολα. Είναι όμως δύσκολο, επέμενε η μαμά. Πρέπει να έχεις υπομονή.

-Θα έχω, μη σκας.

Κι αποφάσισε να γίνει Ρομπέν των Δασών για την αδελφή του. Ο γενναίος κι ατρόμητος ιππότης που προστάτευε τους αδύνατους.

Καθόταν η αδελφή του στο παρκάκι της ήσυχη και αμίλητη, κι ο Αρτέμης την τρέλαινε στην κουβέντα. Τα τραγούδια που μάθαινε στο νηπιαγωγείο πρώτα σε κείνην τα τραγουδούσε. Με τα τουβλάκια μόνο δεν τα πήγαιναν καλά. Γιατί η αδερφή του δεν καταλάβαινε και τα έριχνε όλα κάτω. Τότε ο Αρτέμης την έδινε μια τσιμπιά, ελαφρά, να μην την πονέσει.

Όσο περνούσε ο καιρός και πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, μια αγωνία είχε φωλιάσει στην καρδιά του. Τεσσάρων χρονών ήταν κι αυτός. Τι να σου κάνει; "Άραγε, σκεφτόταν, ο Αη Βασίλης φέρνει δώρα στα παιδιά που καθυστερούν;";

Το είπε στη γιαγιά του.

-Να προσευχηθείς, τον συμβούλεψε εκείνη.

Κι ο Αρτέμης προσευχήθηκε το ίδιο βράδυ.

-Άγιε μου Βασίλη, μην ξεχάσεις να φέρεις δώρο στην αδελφή μου. Δεν φταίει αυτή αν καθυστέρησε λιγάκι. Αυτά συμβαίνουν στην φύση. Πρέπει να το παραδεχτούμε, είπε η μαμά μου. Μην την ξεχάσεις, γιατί τώρα τελευταία άρχισε να μας χαμογελά. Μην πικραθεί. Άσε που είναι ένα πεντακάθαρο κοριτσάκι. Τρεις φορές τη μέρα της κάνουν μπάνιο΄κι αν έχεις καμιά μαγική ένεση, δεν την φέρνεις, μήπως και γίνει καλά; Θέλω να παίζουμε τουβλάκια, αλλά μου τα ρίχνει όλα κάτω.

Αμην...



Αγγελική Βαρελλά

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

ΤΙ ΕΞΥΠΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Ο κύριος Σαρδέλης,

ψαράς απ΄ το Πλωμάρι,

έτρωγε τα λέπια,

πέταγε το ψάρι.

Ο θείος μου ο Παντελής,

που έμενε στο Γουδί,

έτρωγε το ποτήρι,

πέταγε το κρασί.

Μία απ΄ τις ξαδέρφες μου,

που έμενε στην Άρτα,

έτρωγε μόνο το χαρτί,

κι όχι τη σοκολάτα.

Κι ένας άλλος κύριος

απ΄ το Βαρθολομιό

έτρωγε τα τσόφλια

και πέταγε τ΄ αυγό.

Πολλοί απ΄ τους ανθρώπους,

δεν ξέρω το γιατί,

τρώνε μόνο τη φλούδα,

πετάνε τη ζωή.

Τζιάννι Ροντάρι

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2007

Κατοικίδιος σκορπιός (αποσπάσματα)

Έγινε βράδυ πάλι.


Ποιήμα του δωματίου

Κατοικίδιος σκορπιός κατεβαίνει απ΄ το ταβάνι

Και πρέπει να μείνουν λίγες ώρες μαζί

Αυτός και το βράδυ

Σ΄ αυτό το τοπίο μόνο κι επιληπτικό

Απ΄ τη λυπημένη σπατάλη μιας σκέψης


Μια σαχάρα από καθρέφτες

Όπου εγώ και ο θάνατος

Συναντιόμαστε κάθε μέρα σχεδόν

Με τις ίδιες συνηθισμένες κινήσεις

Τις ίδιες νύχτες

Βλέποντας κι απόψε

Αυτό το ζαχαρί ζευγάρι

Με μια σκόρπια διάθεση

Απ΄ το καπνισμένο μάτι

Λέξεων μόνο καθώς επιπλέουνε στο ποιήμα

Ή με τη σίγουρη σημασία ενός σκορπιού

Να πλέει μέσα σ΄ αυτό το κουβαριασμένο

Στο πάτωμα ζευγάρι κάλτσες.



****


Γιατί τέλειωσα.


Αυτή ναι η Σαχάρα μου

Με τους σκορπιούς της επάνω μου

Πάνω στην πλάτη μου

Στην πλάτη της πλάνης

Σ΄ όλα τα πλάτη

Η γεωγραφία μ΄ άρεζε κάποτε

Όμως τώρα τόσο χαμένες

Οι πρωτεύουσες της οδύνης μου

Σε μια δίνη.



ΤΡΑΪΑΝΟΣ ΑΛΕΞΗΣ

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2007

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Ανάσκαψα όλη τη γη να σε βρω.

Κοσκίνησα μες στην καρδιά μου την έρημο΄ήξερα

πως δίχως τον άνθρωπο δεν είναι πλήρες

του ήλιου το φως.Ενώ, τώρα, κοιτάζοντας

μες από τόση διαύγεια τον κόσμο,

μες από σένα-πλησιάζουν τα πράγματα,

γίνονται ευδιάκριτα, γίνονται διάφανα-

τώρα

μπορώ

ν΄αρθρώσω την τάξη του σ΄ ένα μου ποιήμα.

Παίρνοντας μια σελίδα θα βάλω

σ΄ ευθείες το φως.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2007

ΤΣΙΡΚΟ Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΤΗΝΩΔΙΑ

Ελάτε λοιπόν όλοι στο τσίρκο μας!
Τσίρκο τα επτά θαύματα του κόσμου.
Όπου όλοι κάνουν τους κλόουν
Με μάσκα πολύ απατηλή
Και πρόσωπο στην εντέλεια μασκαρεμένο
Μισό αγγέλου-μισό λύκου.

Περάστε κύριοι!
Εδώ μάγοι, ταχυδακτυλουργοί, ζογκλέρ
Παίζουν το παιχνίδι του θανάτου
Ίσα-ίσα πάνω απ΄ το κεφάλι μας.
Εδώ κύριοι, βλέπετε λιοντάρια Αφρικανικά
Που θρέφονται με χλόη
Και κυλάνε παιδικούς τροχούς

Εδώ κύριοι, βλέπετε τη «γυναίκα-φίδι»
Τη «γυναίκα-ψάρι»
Τη «γυναίκα-άλογο». Και μόνο:
τη «γυναίκα-γυναίκα» δε θα δείτε!

Περάστε κυρίες και κύριοι, περάστε!
Από το τσίρκο «τα επτά θαύματα του κόσμου»
Όπου…
Θηριοδαμαστές με συρματένια μαστίγια
Γυμνάζουν τις Ιδέες να περπατούν στα τέσσερα.

Περάστε απ΄ το τσίρκο μας.
Που δεν είναι τσίρκο μας.
Ούτε «φρενοκομείον ή οίκος».
Άλλα σταύλος… Σταύλος
Όπου κάτι χοντρά ζώα
Καταβροχθίζουν
Τα πιο ευγενικά μας όνειρα.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ
ΑΠΟ ΤΟ «ΚΟΝΤΣΕΡΤΟ ΓΙΑ ΔΥΟ ΜΥΔΡΑΛΙΑ ΚΙ ΕΝΑ ΑΗΔΟΝΙ»

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2007

Σ' αγαπώ


Σ' αγαπώ-δεν μπορώ

τίποτ' άλλο να πω

πιο βαθύ, πιο απλό,

πιο μεγάλο!


Μπρος στα πόδια σου εδώ

με λαχτάρα σκορπώ

τον πολύφυλλο ανθό

της ζωής μου.


Ω μελίσσι μου, πιες

απ' αυτόν τις γλυκές,

τις αγνές ευωδιές

της ψυχής μου!


Τα δυο χέρια μου-να!

στα προσφέρω δετά,

για να γείρεις γλυκά

το κεφάλι,


κ' η καρδιά μου σκιρτά

κι όλη ζήλια ζητά

να σου γίνει ως αυτά

προσκεφάλι!


Και για στρώμα, καλέ,

πάρε όλην εμέ-σβήσ' τη φλόγα σε με

της φωτιάς σου,


ενώ δίπλα σου εγώ

τη ζωή θ' αγροικώ

να κυλάει στο ρυθμό

της καρδιάς σου!


Σ' αγαπώ-τι μπορώ

ακριβέ, να σου πω,

πιο βαθύ, πιο απλό,

πιο μεγάλο;


Μυρτιώτισσα

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2007

Καλώς σας βρήκα!

Ξεκινώ αυτό το μπλογκ με τον ίδιο τρόπο που ξεκίνησα και το έτερό μου μπλογκάκι, τον περασμένο Σεπτέμβριο. Ζητώ εκ των προτέρων συγνώμη για όποιες αλλαγές προκύψουν στο μέλλον, αλλά νομίζω ότι χρειάζεται να πειραματιστώ λιγάκι μέχρι να βρω τον δρόμο μου...

Στην υγειά μας, αδέρφια!
Απόψε να ρθεις κι εσύ. Ετοιμάζω μυστικό δείπνο.
Έστρωσα το τραπέζι της γης κι άνοιξα τα παράθυρα
να δούνε το φως να πλησιάσουνε όλα,
ν΄ αχτιδίζουν τ΄ αστέρια στα πρόσωπα και τα χέρια
των καλεσμένων μου, να πηδούν στα ποτήρια.
Έβαλα την ψυχή μου σε σταμνιά πήλινα, σε κανάτια.
Μυρίζει κέδρο το κρασί κι είναι σαν πασχαλιά το χρώμα του.
Στην υγειά μας, αδέρφια!
Έχω καλέσει τα παιδιά των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ.
Έστειλα στον Παντίτ Νεχρού μιαν αμαξοστοιχία λουλούδια
να μου τα στείλει στολισμένα. Κι έστειλα μήνυμα
στο Μάο Τσε Τουνγκ, να τους δώσει,
να φέρουν μαζί τους σα νιφάδες χιονιού
δυο χιλιάδες κινέζικα τραγουδάκια.
Στον Πικάσσο να μετρήσει πόσες χιλιάδες
περιστέρια περίπου έχει αζωγράφιστα μες στην ψυχή του.
Να μου τα στείλει όπως είναι να στολίσω τους ώμους
και τα χέρια των καλεσμένων μου.
Βγήκε τρέχοντας, φεύγει ο Χριστός΄ πάει να φέρει
μια αγκαλιά λεμονάνθια να βάλει στα βάζα μου.
Η μητέρα μου ζύμωσε στη μεγάλη μας σκάφη
μαύρο ψωμί με γλυκάνισο και σουσάμι.
Τα παιδιά ξεκινήσανε. Σχηματίσανε κιόλας
πάνω στη γη
τον ποταμό
γαλαξία.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ- Μυστικός δείπνος


Καλή αρχή μου! Καλό φθινόπωρο σε όλους!