Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2008

Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ

Διαδέχονται οι μέρες μου γρήγορα η μια τους την άλλη,

σα να ναι πουλιά που κυνηγιούνται στο σούρουπο

μιας ερήμου, μπερδεύονται, πέφτουνε το ένα τους

πάνω στο άλλο, χτυπιούνται-σωριάζονται,

γίνονται ένα σώμα οι μέρες μου. Σφηνώνονται μες

στις Κυριακές οι Δευτέρες, μπλέκονται οι μήνες

καθώς τα χαρτιά της τράπουλας:Μάρτης

κι αμέσως Δεκέμβρης, Αύγουστος έπειτα,

παγώνουν οι άκρες των χεριών μου καθώς

ψηλαφώ το λαβύρινθο, προσπαθώντας να βάλω

τη Δευτέρα μετά την Κυριακή, τον Απρίλη

πριν απ΄ το Μάη. Να χωρίσω ξανά

τη βδομάδα σε εικοσιτετράωρα.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2008

ΜυθοΛΟΓΙΑ (Περί Διονύσου, κρασιού κλπ.!)


Χρόνια τώρα λέω και ξαναλέω στον εαυτό μου ότι πρέπει να ξεκλέψω λίγο χρόνο (μεταξύ μας-να μην τεμπελιάζω και να βάλω ένα πρόγραμμα εννοώ!) να μελετήσω μυθολογία. Και όχι μόνο ελληνική. Αλλά όπως πάντα, ποτέ δεν το κάνω συστηματικά. Παρόλο που μ΄ αρέσει πάρα πολύ και θα μου είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στα παραμύθια μου. Φέτος όμως έκανα δυναμική αρχή!

1ον μελέτη στο διαδίκτυο και

2ον Ελληνική μυθολογία του Νίκου Τσιφόρου!

Όποιος έχει υπόψιν του σελίδες που ασχολούνται με την μυθολογία, θα ήμουν ευγνώμων αν τις μοιραζόταν μαζί μου.

Και για να το…ανταποδώσω εκ των προτέρων, πάρτε μια μικρή γεύση από το βιβλίο!

«…Στην Αττική το κρασί ήρθε από το μέρος που και σήμερα ακόμα το λέμε Διόνυσο. Έτσι διδάσκει ο μύθος.

Ήτανε, λοιπόν, στο Διόνυσο, ένας βασιλιάς, Ικάριο τον λέγανε, και η γυναίκα του, η κυρά Φανοθέα, δουλειά δεν είχε, έγραφε στίχους Σήμερα ορισμένες κυρίες που δεν έχουνε δουλειά τα κάνουνε κάτι τέτοια. Και δεν είναι ότι γράφουνε στίχους, σε φωνάζουνε και σου τους διαβάζουνε, τρομάρα τους). Όταν πέρασε, λοιπόν, από κει ο Διόνυσος, τον μουσαφιρέψανε, τον καταπεριποιηθήκανε και η Φανοθέα –κακοχρονονάχη- διάβασε το εξέμετρο – τέτοια έγραφε.

Ο Διόνυσος ξεκαρδίστηκε.

-Μαντάμ, τι να σας πω, μ΄ ανοίξατε την καρδιά.

-Αλήθεια, σας αρέσουνε;

-Τρίχες μ΄ αρέσουνε. Τι είμαι; Κριτικός εμβριθής είμαι να μ΄ αρέσουνε οι σάχλες; Αλλά την καρδιά μου την περιβολιάσατε.

Σκέφτηκε και λιγάκι.

-Άντε να σας δώσω τ΄ αμπέλι, να χετε να σπάτε κέφι.

Και τους έδωσε τ΄ αμπέλι.

Πάνω που τους το δωσε, το θυμήθηκε:

-Ρε συ Ικάριε, φώναξε το βασιλιά. Το κρασί που θα βγάλεις να το κρύψεις.

-Γιατί;

-Γιατί ο λαός άμα πιει μεθάει. Κι άμα μεθάει χάνει την πειθαρχία του. Κι άμα χάσει την πειθαρχία του ο μεθυσμένος από κρασί ή ενθουσιασμό ή ακόμα και κατανόηση των πραγμάτων, ο λαός καταλαβαίνει, ότι δεν του χρειάζονται κάτι βασιλιάδες σαν και σένα και μπορεί να πάθεις μεγάλη ζημιά.

Έφυγε ο θεός, αλλά ο Ικάριος, λωλός και απερίσκεπτος, αντί να περιορίσει το κρασί, όπως έκανε η Αμερική και είδαν μια καλή μέρα τα γκαγκστεράκια, βγήκε και κέρναγε τον κόσμο.

Όποιος έπινε ζήταγε.

-Δως μου κι άλλο.

Δώσε, δώσε, σουρώσανε πολλοί κι αρχίσανε:

-Γιατί αυτός ο ρουφιάνος να χει τα παλάτια και τ΄ αγαθά και τα κρασιά και τα πάντα κι εμείς να δουλεύουμε την τσάπα και να του πλερώνουμε φόρους και να τον προσκυνάμε;

-Ναι, ρε. Άνθρωπος δεν είναι κι αυτός; Δεν τρώει, δεν πίνει, δεν κοιμάται; Δεν πάει στον καμπινέ;

-Τι μας χρειάζεται;

-Κισλάραγα θα βάλουμε στην κεφάλα μας;

Κι απάνω στο μεθύσι, τον πιάσανε τον Ικάριο.

-Αυτό μας το δωσες για να μας δηλητηριάσεις.

-Έτσι, ρε, μας μεθάτε με μπούρδες για να μας κρατάτε σκλαβάκια σας.

-Όχι, ρε παιδιά. Εγώ το καλό σας θέλω…

Μπα! Τον πιάσανε, τον σκοτώσανε τον Ικάριο.

Την άλλη μέρα που συνήλθανε, τον θάψανε με ευχάς και πονοκέφαλο.

[…] Άλλος βασιλιάς που την έπαθε πάλι από τον Διόνυσο, ήτανε κι ο Μίδας.

Μια μέρα ο Μίδας είδε ένα γέρο Σειληνό και τον έπιασε.

Ο Διόνυσος έμαθε τι γίνηκε, πήγε και τον βρήκε.

-Είσθε απαγωγεύς, ήγουν κιτνάπερ. Πόσα θέλετε να μου τον επιστρέψετε;

-Μπορείς, λέει ο Μίδας, χαζός και φιλοχρήματος, να μου κάνεις μια χάρη; Ό, τι πιάνω να γίνεται χρυσάφι;

-Το χεις.

Πήρε το Σειληνό του κι έφυγε ο Διόνυσος και ο Μίδας χαρά χαρούμενος, άρχισε να μαζεύει χρυσάφια. Άγγιζε πέτρες, άγγιζε ντουβάρια, άγγιζε την πεθερά του, ό, τι άγγιζε χρυσός.

Καμία φορά τον έκοψε η πείνα.

-Άντε, παιδιά, σήμερα το βγάλαμε το μεροκάματο, φέρτε να φάω.

Του φέρανε, πιάνει ο κόπανος ένα κοψίδι, χρυσός το κοψίδι. Πιάνει ψωμί, χρυσός το ψωμί.

Τρελάθηκε.

-Τώρα;

Τώρα σαν ποληώρα. Γιατί όσο χρυσάφι να χεις άμα δεν μπορείς να φας, βράστο…Έτσι λέει ο μύθος κι άσε κάτι μαζώχτρες να μαζεύουνε…

Η ιστορία του Διονύσου είναι μεγάλη και σημαντική για την Ελλάδα. Έχει τόσα μέσα σαν πεπραγμένα του, που ορισμένως θα μας απασχολήσει περισσότερο από κάθε άλλο θεό. Όμως είναι κάτι που «πρέπει» να το ξέρουμε καλά, γιατί απ΄ αυτόν γεννήθηκε η τέχνη και μάλιστα ο θεατρικός λόγος.

Α, ναι, ξέχασα. Προς τιμήν του, οι θεατρικοί δεν γεννηθήκανε απ΄ αυτόν…

Ίσως γιατί δεν έχουνε καμία σχέση με το θέατρο…»


(Νίκος Τσιφόρος, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, εκδόσεις Ερμής)

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2008

Οι μικροί γαλαξίες

Πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι πάνω στη γη.
Σταματάνε για λίγο, στέκονται ο ένας
αντίκρυ στον άλλο, μιλούν μεταξύ τους.
Έπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σαν πέτρες που βλέπονται.
Όμως, εσύ,
δε λόξεψες, βάδισες ίσα, προχώρησες
μες από μένα, κάτω απ' τα τόξα μου,
όπως κι εγώ: προχώρησα ίσα, μες από σένα,
κάτω απ' τα τόξα σου. Σταθήκαμε ο ένας μας
μέσα στον άλλο, σα νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυο κόσμους σε πλήρη
λάμψη και κίνηση, σαστίσαμε ακίνητοι
κάτω απ' τη θέα τους -
Ήσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου όλες τις στέρνες.
Ήσουνα φως, διαμοιράστηκες. Όλες
οι φλέβες μου έγιναν άξαφνα ένα
δίχτυ που λάμπει: στα πόδια, στα χέρια,
στο στήθος, στο μέτωπο.
Τ' άστρα το βλέπουνε, ότι:
δυο δισεκατομμύρια μικροί γαλαξίες και πλέον
κατοικούμε τη γη.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2008

2008 ΠΡΟΣευχές!


Λένε πως σήμερα, του Αγίου Βασιλείου, όλες μας οι αισθήσεις ενεργοποιούνται, συναισθήματα πλημμυρίζουν το είναι μας, η καθημερινότητα σταματά να είναι βαρετή και τα σώματά μας λες και πετούνε στα ουράνια...

2008 ευχές-προσευχές από την χιονισμένη Φλώρινα για υγεία, χαρά, γέλιο, λιγότερη στεναχώρια στον κόσμο, ισορροπία σε ό, τι κάνουμε και πολύ πολύ πολύ ΑΓΑΠΗ!

Γιώτα-ΘεοςΦάνης