Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΛΥΣΗ

Όταν φόρεσε τη μάσκα

δεν είχε μείνει σχεδόν τίποτα.

Το πρόσωπό του

το φαγαν τα πουλιά

και ό, τι απόμεινε

-ένα κομμάτι μέτωπο

και λίγο στόμα-

το χάρισε από μόνος του

σ΄ ένα παιδί των φαναριών.



Τώρα δε χρειαζόταν να βλέπει

να μιλά ν΄ ανασαίνει

και προπαντώς

να υπερασπίζεται τίποτα.



ΜΑΡΙΑ ΜΠΑΛΟΠΟΥΛΟΥ-Αντίδοτα-Εκδόσεις Στιγμή

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Κόκκινη κλωστή δεμένη...

Στα περισσότερα παραμύθια, κυρίως στα λαϊκά, που έχουν διασωθεί από στόμα σε στόμα, υπάρχουν κάποιες σταθερές εισαγωγές και κατακλείδες. Οι πιο γνωστές (τουλάχιστον αυτές που έχω συναντήσει εγώ) είναι οι εξής:

ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ
1.Μια φορά κι έναν καιρό….
2.Μια φορά κι ένα ζαμάνι…
3. Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας...
4.Παραμύθι μύθαρος κι η κοιλιά μου πίθαρος…
5.Παραμύθι μύθι μύθι,
το κουκί και το ρεβύθι
εμαλώνανε στη βρύση.
Πέρασε και η φακή
και τα βάζει φυλακή,
μα η φάβα της φωνάζει,
φακήηη, βγάλτα έξω,
δεν πειράζει.

ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΕΣ
1.Και ζήσανε αυτοί καλά και μεις καλύτερα….
2.Κι ήμουνα κι εγώ εκεί, μ΄ ένα κόκκινο βρακί...
3.Κι ήμουνα και γω εκεί και με κέρασαν φακή…
4.Κι ήμουνα και γω εκεί και καναν γέλια και χαρές και ξεφάντωσες τρελές…
5.Μήτε ήμουνα εκεί, μήτε και σεις να τα πιστέψετε…
6.Ψέματα κι αλήθεια, έτσι είν΄ τα παραμύθια.

Αν γνωρίζετε κάποια άλλη εισαγωγή ή κατακλείδα, προσθέστε την.
Ή αν σκεφτείτε κάποια καινούρια μόνοι σας.

Να μία δική μου εισαγωγή:

Μικρό και νεραιδοφερμένο,
παραμύθι αγαπημένο,
θα γυρίσει, θα γυρίσει,
μία πόρτα θα χτυπήσει,
ίσως να ναι η δική μας!

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Ο μηχανισμός της καρδιάς


Από τα πιο μαγικά και ιδιαίτερα μυθιστορήματα που κυκλοφορούν. Άμεσο. Εντυπωσιακοί , παραμυθένιοι ήρωες. Λόγος που δεν κουράζει. Και οι πιο πρωτότυπες παρομοιώσεις που έχω συναντήσει σε βιβλίο!

Πρώτον, μην αγγίζεις τους δείκτες σου. Δεύτερον, έλεγχε το θυμό σου. Τρίτον, μην αφήσεις ποτέ, μα ποτέ τον εαυτό σου να ερωτευτεί. Γιατί τότε, ο μεγάλος ωροδείκτης του ρολογιού της καρδιάς σου θα τρυπήσει το δέρμα σου, τα κόκαλά σου θα γίνουν θρύψαλα και ο μηχανισμός της καρδιάς θα σπάσει.


16 Απριλίου 1874. Η πιο παγωμένη και κρύα μέρα στο Εδιμβούργο. Στο σπίτι της δόκτωρ Μαντλέν, μιας μαίας που «φέρνει στον κόσμο παιδιά ιερόδουλων, εγκαταλελειμμένων γυναικών, υπερβολικά νέων ή υπερβολικά άπιστων για να γεννήσουν με τον κλασικό τρόπο» γεννιέται ο λιτλ Τζακ. Η Μαντλέν, που λατρεύει να επιδιορθώνει ανθρώπους («είναι ονομαστή αυθεντία στα μηχανικά μέλη, στα γυάλινα μάτια, στα ξύλινα πόδια..»), διαπιστώνει πως η καρδιά του παιδιού είναι «ελαττωματική» και αποφασίζει να την αντικαταστήσει με ένα ρολόι. Η μητέρα, μια έφηβη κοπέλα, εγκαταλείπει τον μικρό και έτσι η «δόκτωρ» αναλαμβάνει να το μεγαλώσει (μιας και κανείς δε θέλει να το υιοθετήσει εξαιτίας της ιδιαιτερότητάς του). Στα δέκατα γενέθλια του, έπειτα από πολλά παρακάλια, τον πηγαίνει για πρώτη φορά μια βόλτα στην πόλη. Και κει συμβαίνει κάτι μαγικό: ο Τζακ ερωτεύεται μια μικρή τραγουδίστρια! Η Μαντλέν προσπαθεί να τον προειδοποιήσει: «Όλη την απόλαυση και τη χαρά που μας προσφέρει (ο έρωτας) κάποια μέρα τις πληρώνουμε με βάσανα. Κι όσο πιο πολύ αγαπάμε, τόσο πιο δυνατός είναι ο πόνος που θα ρθει. Μετά το ταλάνισμα της ζήλιας, της ακατονοησίας, το αίσθημα απόρριψης και αδικίας, θα μάθεις τι σημαίνει έλλειψη. Θα τουρτουρίζουν τα κόκκαλα σου και το αίμα σου θα γίνεται παγάκια που θα νιώθεις να γλιστράνε κάτω απ΄ το δέρμα σου. Ο μηχανισμός της καρδιά σου θα εκραγεί…. Εγώ η ίδια σου βαλα αυτό το ρολόι, ξέρω πολύ καλά τα όριά της. Ίσως και ν΄ αντέξει την ένταση της απόλαυσης, και πάλι βλέπουμε. Δεν είναι όμως αρκετά γερό για ν΄ αντέξει τη θλίψη του έρωτα». Ο ίδιος είναι ανένδοτος. Προκειμένου να βρει την αγάπη του γράφεται στο σχολείο. Εκεί μαθαίνει πως η κοπελίτσα μετακόμισε στην Ανδαλουσία και γίνεται αντικείμενο βασανισμών κάθε είδους από ένα πολύ μεγαλύτερο και δυνατότερο αγόρι, που ήταν επίσης ερωτευμένο μαζί της. Για χάρη της γίνεται καταζητούμενος από την αστυνομία, εγκαταλείπει το σπίτι που γεννήθηκε και μεγάλωσε, χάνει ακόμα και την Μαντλέν, που εξαιτίας του πεθαίνει στη φυλακή. Όμως τελικά καταφέρνει και βρίσκει την Μις Ακάσια… Και τότε αρχίζουν όλα… Χαρές, συγκινήσεις, έρωτας δυνατός και αδιαπραγμάτευτος, ζήλια, πόνος, ανταγωνισμός, θλίψη, αβεβαιότητα, φόβος, μίσος, Μέχρι….

Το τέλος.

Όπου ο Τζακ, μετά από χρόνια αφασίας, ανακαλύπτει ότι η Μαντλέν είχε επινοήσει τα πάντα «για ψυχολογικούς λόγους. Ίσως για να σας προστατεύσει απ΄τους δικούς της δαίμονες, όπως κάνουν πολλοί γονείς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο».

Του Mathias Malziew, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ηλίβατον, σε ματάφραση της Ρίτας Κολαίτη


«Ένα ονειρικό αφήγημα, στα ίχνη των μεγάλων παραμυθάδων της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Εικόνες ποιητικές εναλλάσσονται με σκηνές της καθημερινότητας και μεγάλες αλήθειες με στιγμές πηγαίου χιούμορ.

Το βιβλίο -που εκδόθηκε στην Γαλλία το 2007- έγινε ενθουσιωδώς δεκτό από κριτικούς και κοινό. Σχεδόν ταυτόχρονα κυκλοφόρησε και το ομότιτλο άλμπουμ ("La Mechanique du coeur") του συγκροτήματος Dionysos, του οποίου ο συγγραφέας είναι ο βασικός τραγουδιστής. Ο "Μηχανισμός της καρδιάς" μεταφέρεται και στον κινηματογράφο από τον Luc Besson.»

http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&bookid=143068

Ο Mathias Malzieu γεννήθηκε το 1974 στο Μονπελιέ και είναι μουσικός. Έχει γράψει τη συλλογή διηγημάτων "38 mini westerns" (Pimientos, 2002), το μυθιστόρημα "Maintenant qu' il fait tout le temps nuit sur toi" (Flammarion, 2005), τα οποία τον καθιέρωσαν και ως συγγραφέα.

http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showauthor&personsid=82461

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε

Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.

Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ᾿ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.

Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδι μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού ανακήρυξε το 2012 «Ετος Βρεττάκου» με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Λάκωνα ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου και ανέθεσε στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) τον επιτελικό σχεδιασμό και την υλοποίηση του προγράμματος.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991) αποτελεί σημαντικό κεφάλαιο στην εξέλιξη της νεοελληνικής γραμματείας. Το έργο του εκτιμήθηκε στην εποχή του -μια μεγάλη περίοδο ζυμώσεων, πνευματικών, κοινωνικών και πολιτικών για τον ελληνισμό- ενώ εξακολουθεί να διαβάζεται και να συγκινεί τις νεότερες γενιές αναγνωστών. Εχουν κυκλοφορήσει 39 ποιητικές συλλογές του (μεταξύ άλλων: «Φιλοσοφία των λουλουδιών», «Ο Προμηθέας ή Το παιχνίδι μιας μέρας», «Το βάθος του κόσμου», «Ο Ταΰγετος και η σιωπή» κ.ά.).

Για την προετοιμασία του έργου το ΕΚΕΒΙ θα συνεργαστεί στενά με τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σπάρτης η οποία διαθέτει το πλήρες αρχείο του ποιητή (http://www.nikiforos.edu.gr/), καθώς και με πολιτιστικούς φορείς της Λακωνίας.

(Δείτε το πλήρες βιογραφικό του στο Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών του ΕΚΕΒΙ)
http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=RESOURCE&cresrc=8827&cnode=351

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Λουντέμης και η ποίηση

Η αλήθεια είναι πως ο Μενέλαος Λουντέμης, ένας από τους δημοφιλέστερους λογοτέχνες τις δεκαετίες του 70 και του 80, είναι περισσότερο γνωστός για τα μυθιστορήματά του. Όμως έχει ασχοληθεί σχεδόν με όλα τα είδη του λόγου. Και, όπως είναι φυσικό, και με την ποίηση.

Οι συλλογές του είναι :
1.Κραυγή στα πέρατα
2.Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί
3.Το σπαθί και το φιλί
4.Κοντσέρτο για δυο μυδράλια κι ένα αηδόνι
5.Πυρπολημένη μνήμη
6.Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς

Κυκλοφορούσαν από τις εκδόσεις Δωρικός (δεν γνωρίζω αν κυκλοφορούν ακόμη)
Όμως οι εκδόσεις ελληνικά γράμματα, το 1999, έβγαλαν άπαντα τα ποιητικά του Λουντέμη, σε έναν τόμο, τον οποίο προλογίζει ο Μίκης Θεοδωράκης.

«Με συγκίνηση χαράζω αυτές τις γραμμές… Μνήμη Μενέλαου Λουντέμη…. Θυμάμαι τότε που τον πρωτοαντίκρισα ζωντανό μπροστά μου. Γιατί σαν συγγραφέα και ποιητή τον είχα ήδη μέσα στην καρδιά μου.

Θα ‘ταν Γενάρης του 1949. Μακρόνησος, Τέταρτο Τάγμα πολιτικών κρατούμενων. Ζούσαμε περιορισμένοι μέσα στους περίφημους κλωβούς Α, Β, Γ, Δ, σε σκηνές εκτεθειμένες στον ανελέητο βοριά και το αλάτι της θάλασσας. Οι πιο πολλοί ήμασταν νέοι –είκοσι και κάτι. Κάποιο απομεσήμερο μπήκε κάποιος στη σκηνή μας.

-Φέρνουν τον Λουντέμη, μας είπε.
-Και που είναι τώρα;
-Στο λιμανάκι του Αη-Γιώργη, σε λίγο ξεκινάνε.

Πώς να βγούμε από το σύρμα; Μόνο όταν υπήρχε αγγαρεία μας επιτρέπανε την έξοδο. Χωρίς να το πολυσκεφτώ, πήγα στην αποθήκη και πήρα δύο άδεια μπιτόνια. Ο φρουρός με ρωτά «Ήρθε φορτίο;» «Ναι», του είπα και προχώρησα. Με άφησε.

Βάδιζα στο στενό μονοπάτι πλάι στη θάλασσα και συλλογιζόμουν τι είναι τούτο που με τραβάει σαν μαγνήτης. Μενέλαος Λουντέμης… Δεν ήταν μόνο ο συγγραφέας. Ήταν πιο πολύ το σύμβολο. .. Τόσοι λιγοστοί εξάλλου οι επώνυμοι στους τόπους της δοκιμασίας… Η καρδιά μου φούσκωνε από συγκίνηση και ευγνωμοσύνη…

Πλησιάζοντας το μικρό όρμο είδα τη μικρή ομάδα με τους κρατούμενους και τη φρουρά να έχει ήδη ξεκινήσει. Στάθηκα πάνω σ΄ ένα βράχο πλάι στο μονοπάτι και περίμενα.

–Ποιος είναι ο Λουντέμης; Ρώτησα τον πρώτο κρατούμενο καθώς περνούσε μπροστά μου. Κι εκείνος, μ΄ ένα κίνημα της κεφαλής μου τον έδειξε. Ένας μικροσκοπικός άνθρωπος προσπαθούσε να σκαρφαλώσει στο απότομο μονοπάτι. Αγκομαχούσε και κούτσαινε και από πίσω τον έσπρωχνε ο χωροφύλακας για να τα καταφέρει.

Τα μάτια μου θάμπωσαν, έτσι που η κίνηση του Λουντέμη διαλύθηκε μέσα στην όρασή μου, αποσπάσθηκε από την ύλη κι έγινε μια μαύρη διάφανη πεταλούδα που σπάραζε καθώς της έμπηγαν την καρφίτσα. Κουνούσε σπαστικά τα φτερά της μετρώντας την αγωνία της.

Δεν είδα τον Λουντέμη να περνά από μπροστά μου, ούτε τον συνάντησα στο στρατόπεδο. Η συνάντηση και η γνωριμία μας έγινε πολύ αργότερα στο Βουκουρέστι, στα χρόνια της Δικτατορίας. Τον έβλεπα ζωντανό, ζωηρό, γελαστό μπροστά μου. Κι όμως τίποτα δεν μπορούσε να σβήσει την πρώτη εικόνα, εκείνη της μαύρης πεταλούδας που αγκομαχούσε και σπάραζε στο ανηφορικό μονοπάτι στη Μακρόνησο.

Και τώρα σκέφτομαι πόσο σωστή ήταν εκείνη η φευγαλέα εικόνα. Μια ευγενική ψυχή που όσο πιο σημαντικά δώρα μας χάριζε, τόσο πιο βαθιά έπεφτε στην παγίδα που ως φαίνεται είναι η μοίρα των προικισμένων, των «διαφορετικών».

Ένας τέτοιος «διαφορετικός» υπήρξε ο Μενέλαος Λουντέμης για μας… Μέσα στις σκηνές της Μακρονήσου, εκεί που σταύρωνανε τα φωτεινά ελληνικά νιάτα, μονάχα ένας ήλιος θα μπορούσε να μας θαμπώσει. Ένας τέτοιος ήλιος ήρθε τότε, μέσα στο συννεφιασμένο Γενάρη του 1949 και καθώς τον αντίκρισα, τα μάτια μου υγρανθήκανε από ευγνωμοσύνη. Για πάντα.

Αθήνα, 29.3.99
ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ»

Ο Λουντέμης έχει επίσης μεταφράσει τις εξής ποιητικές συλλογές:
1. ΙΟΝ ΜΠΡΑΝΤ, Πύρινα άλογα
2. ΕΟΥΤΖΕΝ ΖΕΜΠΕΛΕΑΝΟΥ, Το λουλούδι της στάχτης
3. ΒΙΡΤΖΙΛ ΘΕΟΔΩΡΕΣΚΟΥ, Οι φρουροί των ανέμων
4. ΤΖΕΟ ΝΤΗΜΗΤΡΕΣΚΟΥ, Ο ιππότης της μοναξιάς
5. ΜΑΡΙΝ ΣΟΡΕΣΚΟΥ, Σαρκασμοί και εφιάλτες
6. ΝΤΟΜΗΤΡΟΥ ΠΟΠΕΣΚΟΥ, Ένας άνθρωπος στην αγορά
(Τις αναζητώ χωρίς αποτέλεσμα πολλά χρόνια  )

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Σιρανό, ο ποιητής με τη μεγάλη μύτη


Να ένα ακόμη αγαπημένο μου παραμύθι.

Ο Σιρανό, ο ποιητής με τη μεγάλη μύτη, ερωτεύεται την ξαδέρφη του Ρωξάνη, αλλά δεν τολμά να της το πει. Η Ρωξάνη όμως είναι ερωτευμένη με τον Κριστιάν. Και ο Κριστιάν είναι ερωτευμένος με τη Ρωξάνη, αλλά ούτε εκείνος τολμά να της το πει. Τότε ο Σιρανό βοηθά τον Κριστιάν να εξομοληγηθεί τον έρωτά του στην Ρωξάνη. Όμως ο Γκιτς, που επίσης αγαπά την Ρωξάνη, αλλά μισεί τον Κριστιάν, τον στέλνει στον πόλεμο…Μέσα από ένα μεγάλο ταξίδι και έπειτα από μία σειρά γεγονότων, η Ρωξάνη διαπιστώνει πως ο Σιρανό ήταν αυτός που αγαπούσε μια ζωή…

Μοναδική ι στορία, με πολλαπλά μηνύματα για τη διαφορετικότητα, την «ομορφιά» και την «ασχήμια», την καλοσύνη και την κακία, για την αυτοθυσία, αλλά κυρίως για την αληθινή αγάπη. Αξίζει να το διαβάσετε ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ!_

Διασκευασμένο από τον Τάι Μαρκ λε Ταν και εικονογραφημένο από την Ρεμπέκα Νροτρέμερ (το τρομερό δίδυμο αρκετών υπέροχων βιβλίων!), βασισμένο στο έργο του Εντμόν Ροστάν: Σιρανό ντε Μπερζεράκ. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.

http://www.metaixmio.gr/products/893--.aspx

«Σε αυτή την ωραία διασκευή που έκανε ο Τάι-Μαρκ λε Ταν, από το Βιετνάμ, και εικονογράφησε η Ρεμπέκα Ντοτρεμέρ, γνωστή μας από τα έξοχα βιβλία της Ο ερωτευμένος και Πριγκίπισσες άγνωστες και ξεχασμένες, ο αναγνώστης δεν ξέρει τι να πρωτοχαρεί: τον ωραίο μύθο, την ποιητικότητα, την αθωότητα, το χιούμορ και τη συγκίνηση, την κορυφαία εικονογράφηση, την πολύ καλή μετάφραση…»
Ελένη Σαραντίτη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (Βιβλιοθήκη), 6/7/2007

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Προσπαθώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που …προσπέρασα τόσα κεφάλαια σε ένα βιβλίο μέχρι να φτάσω στο τέλος του, αλλά δεν τα καταφέρνω. Δεν υποτιμώ τη δουλειά κανενός συγγραφέα, ξέρω πόσο κόπο θέλει ένα βιβλίο για να γραφτεί, αλλά στο συγκεκριμένο ο καλύτερος χαρακτηρισμός που μπορώ να δώσω είναι «συμπαθητικό», ο χειρότερος «παντελώς αδιάφορο». Ίσως αν ήμουν στην εφηβεία να με ενθουσίαζε. Αν βρισκόμουν στα χνάρια ενός πρώτου έρωτα να το διάβαζα με μεγαλύτερη προσοχή. Αν έπεφτε στα χέρια μου λίγο πριν επισημοποιηθεί μια σχέση να με έβαζε σε περισσότερες σκέψεις. Αλλά στο στάδιο και στη φάση ζωής που βρίσκομαι μάλλον δεν τα κατάφερε να με αγγίξει. Λάθος επιλογή. Καμία σχέση με το «Ο μηχανισμός της καρδιάς» που διαβάζω τώρα. Παρόλο που πραγματεύονται το ίδιο θέμα: τον έρωτα. Αλλά γι΄ αυτό θα τα πούμε κάποια άλλη στιγμή…

Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ:
Ο Δημήτρης καταφέρνει να ξεπεράσει τα όρια της επαρχιακής πόλης που μεγάλωσε , να σπουδάσει στην Αγγλία και να κάνει πραγματικότητα τα όνειρά του. Σημαντικές γνωριμίες, καλούς φίλους και τα πρώτα του βήματα σε μία εφοπλιστική εταιρεία. Αυτό που του λείπει είναι ο μεγάλος, αληθινός έρωτας. Τον συναντά, μετά από χρόνια αναζήτησης και περιπλάνησης, στο πρόσωπο της Ζερμαίν Ζιλό , η οποία ανήκει σε μία από τις πλουσιότερες οικογένειες της Γαλλίας. Η δουλειά του κάποια στιγμή αποτυγχάνει και στην προσπάθειά του να ξαναπετύχει για χάρη της νεαρής κοπέλας, ώστε να νιώθει ισάξιός της(και να μην τον θεωρήσουν οι δικοί της προικοθήρα), η ίδια απομακρύνεται πιστεύοντας πως δεν την αγαπάει όπως θα έπρεπε(αφού η πολυπόθητη πρόταση γάμου δεν ερχόταν)…. Η κοπέλα παντρεύεται εν τέλει τον συνεργάτη του πατέρα της. Μια σειρά γεγονότων όμως θα την οδηγήσει στον αληθινό έρωτα και στον Δημήτρη…

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
-Ο μεγάλος έρωτας συμβαίνει μόνο μια φορά στη ζωή και είναι καταδικασμένος να χαθεί.
-Σύμφωνα με μελέτες της σύγχρονης ανθρωπολογίας ο ρομαντικός έρωτας έχει τρία διαφορετικά πεδία. Το πρώτο είναι ο πόθος, η γενετήσια ροπή προς τη σαρκική απόλαυση. Το δεύτερο είναι η έλξη, που φέρνει κοντά δύο ανθρώπους, και το τρίτο είναι η αφοσίωση, που κρατάει αυτούς τους δύο ανθρώπους μαζί.
-«Η μητέρα μου λέει πως ο έρωτας αναπόφευκτα τελειώνει», σχολίασε η Ζερμαίν. «Κι ύστερα μένεις μόνος», συμπλήρωσε.
«Αλλά ο έρωτας δεν τελειώνει ποτέ», διαφώνησε πάλι ήπια ο Δημήτρης. «Οι σχέσεις είναι αυτές που τελειώνουν, οι αδύναμες σχέσεις, που δε διαρκούν», εξήγησε.
«Και ποιες είναι οι δυνατές σχέσεις;», τον ρώτησε εκείνη.
«Η συμπόρευση είναι η πιο δυνατή σχέση. Να αποφασίσουν δύο άνθρωποι να πορευτούν μαζί΄κι αν κάποιος από τους δυο προπορευτεί, να περιμένει τον άλλο…»
«Κι αυτός που δεν προπορεύεται;», τον ρωτάει.
«Κι αυτός πρέπει να συνεχίσει να προχωράει, να μη σταματήσει. Και κάποτε θα ξαναβρεθούν».

Το βιβλίο είναι της ΕΥΑΣ ΟΜΗΡΟΛΗ και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΜΟΣ

Είμαι ντυμένος μ΄ ένα ρούχο
πολύ ξεπερασμένης μόδας
πολύ «ντεμοντέ» που λένε.
Μου το ‘ραψε η μάνα μου
στ΄ αργαστήρι της κοιλιάς της
σαν ήμουν έμβρυο.
Μα έκανε ένα λάθος.
κι αντίς για πουκάμισα μου ‘δωσε αισθήματα
κι αντίς γι οπλές πόδια.

Και τώρα περπατώ αδικημένος
σ΄ έναν κόσμο ακατανόητο.
Και για να παρηγορηθώ
πήγα ν’ αγοράσω χαυλιόδοντες
μα δε βρήκα ούτε σπυρί.
Τους είχανε πουλήσει στους ήμερους του κόσμου
για να τους μάθουν να δαγκάνουνε.

Απελπισία.
Τότε και γω πήρα απόφαση σκληρή!
Δανείστηκα το χιτώνα
ενός συνταξιούχου δήμιου
και πλησίασα στο ικρίωμα.
Μα σα με είδαν έμπηξαν τις φωνές.
«Εεε!, μου είπαν, φύγε από κει!
Δεν περνούν σε μας οι καλπιές!
Δε μοιάζεις για δήμιος!»
Είχαν δίκιο. Ήμουν μέτριος στο επάγγελμα.
Και τότε μ΄ έπιασε τρέλα.
Ανεβαίνω λοιπόν σ΄ ένα λόφο
και φωνάζω από κει στους Αρχιμάστορες.
«Εεε! τους λέω. Ακούτε; Εγώ που με βλέπετε
ξεκοίλιασα χίλιους! Και κρέμασα εκατό!»
«Αλήθεια; μου λένε.
Τότε κρεμάσου να σε πιστέψουμε!»

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ –Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

Η φοβερή και τρομερή μαριονέτα, με τις αμέτρητες σκανταλιές και περιπέτειές της, που κάθε φορά που λέει ψέματα μεγαλώνει η μύτη της, που στο τέλος η Γαλάζια Νεράιδα εκτιμώντας την καλοσύνη της ψυχής της και την αγάπη προς τον πατέρας της, την μεταμορφώνει σε αληθινό παιδί , έχει κλέψει την καρδιά της μεγάλης μας κόρης! Δεν υπάρχει κούκλα και κουκλάκι που να έχει και να μην το έχει ονομάσει Πινόκιο! Ούτε και γω ξέρω πόσες φορές και σε πόσες εκδοχές έχουμε διαβάσει της περιπέτειες του σκανταλιάρη κούκλου, ούτε και γω ξέρω πόσες φορές έχουμε δει dvd με πρωταγωνιστή τον αγαπημένο της κύριο Πι, όπως λέει. Έχουμε πάθει Πινοκίαση και αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που της έχει κάνει τόσο μεγάλη εντύπωση στο συγκεκριμένο παραμύθι, ώστε να το αγαπήσει τόσο…

ΥΣ: Στη φωτό το μοντέλο…Παναγιώτα Χρυσοβαλάντω κρατάει έναν από τους πολλούς… κύριους Πινόκιους που έχει(τι την έχει πιάσει να τα ονομάζει όλα Πινόκιο!!...).


http://www.youtube.com/watch?v=Kh6Ey0cb5MY

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Του Ονόρε ντε Μπαλζάκ

Από τα πιο καλογραμμένα βιβλία που έχω διαβάσει. Αν σας αρέσουν οι αναλυτικές περιγραφές τόπων , προσώπων και αντικειμένων, σίγουρα θα σας ενθουσιάσει! Είναι τόσο καλοδουλεμένο βιβλίο από τον συγγραφέα του , που δίκαια κατατάσσεται στα καλύτερα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Η Ευγενία ζει με τους γονείς της σε ένα παλιό αρχοντικό. Ο πατέρας της, «ένας άντρας πέντε πόδια ύψος, κοντόχοντρος , τετράγωνος, με γάμπες που είχαν δώδεκα δάχτυλα περιφέρεια», αρρωστημένος φιλάργυρος, ενδιαφέρεται μόνο με ποιο τρόπο θα αυξήσει την περιουσία του όσο πιο αθόρυβα γίνεται. «Δεν επισκεπτόταν ποτέ κανέναν, δεν ήθελε ούτε να δέχεται, ούτε να κάνει τραπέζια, δεν έκανε ποτέ θόρυβο, κι έδειχνε να κάνει οικονομία σε όλα, ακόμα και στις κινήσεις του». Η μητέρα της, «μια γυναίκα στεγνή και αδύνατη, κίτρινη σαν κυδώνι», είναι μια καλόβολη γυναίκα, που ζει πάντα υπό το καθεστώς του φόβου της τσιγγουνιάς του συζύγου της. «Μια αγγελική γλύκα, μια εγκαρτέρηση έντομου βασανισμένου από τα παιδιά, μια σπάνια ευλάβεια, μια αναλλοίωτη ψυχική γαλήνη, μια καλή καρδιά την έκαναν να την λυπούνται όλοι και να την σέβονται» .Μαζί τους η πιστή και αφοσιωμένη οικονόμος, η «ψηλή» Νανόν, «ίσως η μόνη ανθρώπινη ύπαρξη που μπορούσε να ανέχεται τον δεσποτισμό του αφεντικού της». Στο σπίτι δέχονται μόνο έξι ανθρώπους, τους «Κρυσωτικούς» και τους «Γκρασσενικούς», που διεκδικούν την πολύφερνη νύφη. Το 1819, στα μέσα Νοεμβρίου, είναι η πρώτη μέρα του φθινοπώρου που ο Γκραντέ επιτρέπει να ανάψουν φωτιά. Κι αυτό γιατί η κόρη του γιορτάζει τα 23α γενέθλιά της. Η οικογένεια Κρυσώ και Γκρασσέν καταφτάνουν έτοιμοι για μάχη. Όμως ένα ανατρεπτικό γεγονός ταράζει την συνηθισμένη ροή της ημέρας (κάθε χρόνο επαναλαμβάνονται την ίδια μέρα, τα ίδια πράγματα). Ο Κάρολος Γκραντέ, ένας όμορφος νέος 22 ετών, πρώτος ξάδερφος της Ευγενίας, καταφτάνει από το Παρίσι, σταλμένος από τον πατέρα του, αγνοώντας τον λόγο της αποστολής του εκεί. Ο πατέρας του, που έχει χρεοκοπήσει, αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Έτσι, στέλνει τον γιο του στον μοναδικό του αδερφό (τον κύριο Γκραντέ), ζητώντας του να τον ενημερώσει γι΄ αυτό που πρόκειται να συμβεί και να τον περιθάλψει όσο καλύτερα μπορεί. Όπως είναι φυσικό, η νεαρή αγνή και τρυφερή κοπέλα, ερωτεύεται τον ξάδερφό της και στην σκληρότητα και την αδιαφορία που δείχνει ο πατέρας της απέναντι στην τραγωδία του ανιψιού του (άλλωστε δεν έχει τίποτα να του προσφέρει…) απαντά χαρίζοντάς του μια περιουσία από σπάνια νομίσματα που ο γερό τσιγγούνης της προσφέρει κάθε Πρωτοχρονιά και στα γενέθλιά της. Ο Κάρολος μ΄ αυτά τα χρήματα κάνει μία νέα αρχή στη ζωή του και φεύγει για τις Ινδίες, όπου γρήγορα καταπιάνεται με το εύκολο και παράνομο κέρδος (δουλεμπόριο), ξεχνώντας παντελώς τις υποσχέσεις αγάπης που έδωσε στην ξαδέρφη του. Στο διάστημα αυτό, η παράτολμη πρωτοβουλία της κοπέλας γίνεται αφορμή για να κλονιστεί η ήδη κλονισμένη υγεία της μητέρας της, όταν ο μπαρμπα Γκραντέ ανακαλύπτει ότι ο θησαυρός της απουσιάζει…. Από κει και πέρα αρχίζει η κατρακύλα για την οικογένεια, που για άλλη μία φορά αποδεικνύει πως το χρήμα μπορεί να προσφέρει τα πάντα, όχι όμως την γαλήνη και την ευτυχία….

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Η κατάληξη αυτή ξεγελά κατ΄ ανάγκη την περιέργεια. Ίσως να γίνεται έτσι μ΄ όλες τις αληθινές λύσεις. Οι τραγωδίες, τα δράματα, για να μιλήσουμε με τη γλώσσα της εποχής μας, είναι σπάνια στη φύση. Θυμηθείτε την εισαγωγή. Η ιστορία αυτή είναι μια αληθινή μετάφραση μερικών σελίδων, λησμονημένων απ΄ τους αντιγραφείς μες στο μεγάλο βιβλίο του κόσμου. Εδώ, καμία επινόηση. Το έργο είναι μια ταπεινή μικρογραφία για την οποία χρειαζόταν περισσότερη υπομονή παρά τέχνη. Κάθε επαρχία έχει τον Γκραντέ της. Μόνο που ο Γκραντέ της Μαγιέν ή της Λίλλης είναι λιγότερο πλουσιότερος απ΄ ό, τι ήταν ο πρώην δήμαρχος του Σωμύρ. Ο συγγραφέας μπόρεσε να δώσει ζωηρά ένα χαρακτηριστικό, να σχεδιάσει άσχημα τους επίγειους αγγέλους του, να βάλει λίγο περισσότερο, ή όχι αρκετό χρώμα, στο χαρτί του. Ίσως να παραφόρτωσε με χρυσάφι το φωτοστέφανο της Μαρίας του. Ίσως να μη μοίρασε το φως σύμφωνα με τους κανόνες της Τέχνης. Ίσως τέλος να παρασκούρυνε τα ήδη σκοτεινά χρώματα του γέρου του, εικόνα όλο ύλη. Μα μην αρνηθείτε την επιείκειά σας στον υπομονετικό καλόγερο, που ζει στο βάθος του κελλιού του, ταπεινός λατρευτής του Ρόδου του Κόσμου, της Μαρίας, που ναι η ωραία εικόνα όλου του φύλου, η γυναίκα του μοναχού, η δεύτερη Εύα των Χριστιανών.

Αν εξακολουθεί να αποδίδει, παρά τις επικρίσεις, τόση τελειότητα στη γυναίκα, είναι γιατί σκέπτεται ακόμα, νέος αυτός, πως η γυναίκα είναι το τελειότερο πλάσμα. Βγαλμένη τελευταία απ΄ τα χέρια που έπλασαν τους κόσμους, πρέπει να εκφράζει, καθαρότερα από κάθε άλλο, τη θεία σκέψη. Έτσι δεν πάρθηκε, όπως ο άντρας, απ΄ τον πρωταρχικό γρανίτη που γινε μαλακή άργιλος στα δάκτυλα του Θεού. Όχι, βγαλμένη απ΄ το πλευρό του αντρός, ύλης μαλακιάς και εύπλαστης, είναι μια μεταβατική δημιουργία μεταξύ ανθρώπου και αγγέλου. Έτσι την βλέπετε δυνατή όσο είναι ο άντρας, και λεπτότατα μυαλωμένη από το αίσθημα, όπως είναι ο άγγελος. Δεν θα πρεπε να ενώσουμε σ΄ αυτήν τις δυο φύσεις για να την επιφορτίσουμε να φέρνει για πάντα αυτό το είδος στην καρδιά της; Ένα παιδί δεν είναι γι΄ αυτήν ολόκληρη η ανθρωπότητα;

Μες στις γυναίκες, η Ευγενία Γκραντέ θα ναι ίσως ένας τύπος, ο τύπος της αφγοσίωσης που ρίχτηκε μέσα στου κόσμου τις θύελλες, και καταποντίστηκε όπως ένα ευγενικό άγαλμα, κλεμμένο απ΄ την Ελλάδα, και το οποίο, κατά τη μεταφορά πέφτει στη θάλασσα όπου θα μείνει για πάντα αγνοημένο.
Οκτώβριος 1833.

ΟΝΟΡΕ ΝΤΕ ΜΠΑΛΖΑΚ, ΕΥΓΕΝΙΑ ΓΚΡΑΝΤΕ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ-ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΗ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Ν.ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

ΔΕ Μ΄ ΑΚΟΥΣ;

Έρχομαι μαζί με τα κιτρινισμένα φύλλα.
Έλα, έλα, κοριτσάκι,
μυρίζω νοτισμένο χώμα, μελάνι και γομολάστιχα
. Έλα, έλα αγοράκι,
κάτσε σ΄ ένα ιπτάμενο φύλλο να φύγουμε μαζί,
φτιάξε χάρτινες βαρκούλες να τις πάρει η βροχή.
Σ΄ αρέσει η καινούρια σου τσάντα;
Για κοίτα πόσο ψήλωσε η Βάνα!
Έρχομαι μαζί με τα πρωτοβρόχια.
Τρέξε, τρέξε να ψήσουμε κάστανα
γέμισαν πάλι τ΄ ανθοπωλεία πολύχρωμα
χρυσάνθεμα.
Πως οργώνουν τα χωράφια τα τρακτέρ!
Πάτα, πάτα το μούστο καλά,
βάλε και μπόλικο σουσάμι στη μουσταλευριά.
Έρχομαι μαζί με τη βαριά μυρουδιά των σταφυλιών
του τρύγου.
Έλα, έλα, αγοράκι,
έλα, έλα, κοριτσάκι.
Δε μ΄ ακούς;
Είμαι το Φθινόπωρο.

ΜΑΡΩ ΛΟΙΖΟΥ

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Ο κυρ Χελιδόνας κοίταξε άλλη μια φορά τον ουρανό, έσιαξε το φράκο του κι είπε σοβαρά σοβαρά:
-Ώρα να πηγαίνουμε. Ας μην καθυστερούμε άλλο πια.
-Ναι, ώρα να πηγαίνουμε,είπε κι η κυρα-Χελιδόνα και πήρε να φωνάζει τα παιδιά της.
Μα εκείνα δεν έλεγαν να ρθουν. Κάνανε βόλτες στον αέρα, κυνηγιόντουσαν, φώναζαν, τραγουδούσαν.
-Ε, παιδιά, φώναξε, φτάνει πια. Ελάτε, φεύγουμε.
-Γιατί να φύγουμε, μανούλα, είπαν. Είναι τόσο όμορφα εδώ. Δε θέλουμε.
-Μα πρέπει να φύγουμε, είπε πάλι εκείνη, γιατί έρχεται το φθινόπωρο.
-Το φθινόπωρο; Αχ, τι κρίμα! Γιατί να ρθει το φθινόπωρο;
-Μα, για να φυτρώσουμε εμείς, είπαν τα σποράκια, που ήταν κρυμμένα στη γη.
-Μα, για να κοκκινίσουμε εμείς, είπανε τα ρόδια στη ροδιά!
-Μα για να κοιμηθούμε, να ξαποστάσουμε, είπανε τα φύλλα στη γριά κληματαριά!
-Μα για να πιούμε, να ξεδιψάσουμε, είπανε τα δέντρα στην αυλή.
-Τι; Τι; , απόρησαν τα χελιδονάκια. Πρέπει να γίνουν όλα αυτά;
-Όλα αυτά κι άλλα πολλά, είπε το μεγάλο ρολόι της πλατείας.
Τα χελιδονάκια κοιτάχτηκαν σαστισμένα. Πέρα μακριά μερικά συννεφάκια κάνανε βόλτες στον ουρανό, και οι σταγόνες της βροχής βιάζονται τόσο πολύ να πέσουν. Είχε δίκιο, λοιπόν, ο μπαμπάς. Είχε δίκιο κι η μαμά! Το φθινόπωρο ήρθε, κι αυτοί πρέπει να φύγουνε μακριά.
-Ελάτε, πάμε, είπανε.
Φθινόπωρο, Χειμώνας, Άνοιξη, Καλοκαίρι! Το μεγάλο ρολόι του χρόνου ποτέ δε σταματά.

ΚΙΚΗ ΠΟΥΛΧΕΡΙΟΥ, Ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων για το νηπιαγωγείο, ΥΠΕΠΘ, ΟΕΔΒ.