Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Του Ονόρε ντε Μπαλζάκ

Από τα πιο καλογραμμένα βιβλία που έχω διαβάσει. Αν σας αρέσουν οι αναλυτικές περιγραφές τόπων , προσώπων και αντικειμένων, σίγουρα θα σας ενθουσιάσει! Είναι τόσο καλοδουλεμένο βιβλίο από τον συγγραφέα του , που δίκαια κατατάσσεται στα καλύτερα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Η Ευγενία ζει με τους γονείς της σε ένα παλιό αρχοντικό. Ο πατέρας της, «ένας άντρας πέντε πόδια ύψος, κοντόχοντρος , τετράγωνος, με γάμπες που είχαν δώδεκα δάχτυλα περιφέρεια», αρρωστημένος φιλάργυρος, ενδιαφέρεται μόνο με ποιο τρόπο θα αυξήσει την περιουσία του όσο πιο αθόρυβα γίνεται. «Δεν επισκεπτόταν ποτέ κανέναν, δεν ήθελε ούτε να δέχεται, ούτε να κάνει τραπέζια, δεν έκανε ποτέ θόρυβο, κι έδειχνε να κάνει οικονομία σε όλα, ακόμα και στις κινήσεις του». Η μητέρα της, «μια γυναίκα στεγνή και αδύνατη, κίτρινη σαν κυδώνι», είναι μια καλόβολη γυναίκα, που ζει πάντα υπό το καθεστώς του φόβου της τσιγγουνιάς του συζύγου της. «Μια αγγελική γλύκα, μια εγκαρτέρηση έντομου βασανισμένου από τα παιδιά, μια σπάνια ευλάβεια, μια αναλλοίωτη ψυχική γαλήνη, μια καλή καρδιά την έκαναν να την λυπούνται όλοι και να την σέβονται» .Μαζί τους η πιστή και αφοσιωμένη οικονόμος, η «ψηλή» Νανόν, «ίσως η μόνη ανθρώπινη ύπαρξη που μπορούσε να ανέχεται τον δεσποτισμό του αφεντικού της». Στο σπίτι δέχονται μόνο έξι ανθρώπους, τους «Κρυσωτικούς» και τους «Γκρασσενικούς», που διεκδικούν την πολύφερνη νύφη. Το 1819, στα μέσα Νοεμβρίου, είναι η πρώτη μέρα του φθινοπώρου που ο Γκραντέ επιτρέπει να ανάψουν φωτιά. Κι αυτό γιατί η κόρη του γιορτάζει τα 23α γενέθλιά της. Η οικογένεια Κρυσώ και Γκρασσέν καταφτάνουν έτοιμοι για μάχη. Όμως ένα ανατρεπτικό γεγονός ταράζει την συνηθισμένη ροή της ημέρας (κάθε χρόνο επαναλαμβάνονται την ίδια μέρα, τα ίδια πράγματα). Ο Κάρολος Γκραντέ, ένας όμορφος νέος 22 ετών, πρώτος ξάδερφος της Ευγενίας, καταφτάνει από το Παρίσι, σταλμένος από τον πατέρα του, αγνοώντας τον λόγο της αποστολής του εκεί. Ο πατέρας του, που έχει χρεοκοπήσει, αποφασίζει να αυτοκτονήσει. Έτσι, στέλνει τον γιο του στον μοναδικό του αδερφό (τον κύριο Γκραντέ), ζητώντας του να τον ενημερώσει γι΄ αυτό που πρόκειται να συμβεί και να τον περιθάλψει όσο καλύτερα μπορεί. Όπως είναι φυσικό, η νεαρή αγνή και τρυφερή κοπέλα, ερωτεύεται τον ξάδερφό της και στην σκληρότητα και την αδιαφορία που δείχνει ο πατέρας της απέναντι στην τραγωδία του ανιψιού του (άλλωστε δεν έχει τίποτα να του προσφέρει…) απαντά χαρίζοντάς του μια περιουσία από σπάνια νομίσματα που ο γερό τσιγγούνης της προσφέρει κάθε Πρωτοχρονιά και στα γενέθλιά της. Ο Κάρολος μ΄ αυτά τα χρήματα κάνει μία νέα αρχή στη ζωή του και φεύγει για τις Ινδίες, όπου γρήγορα καταπιάνεται με το εύκολο και παράνομο κέρδος (δουλεμπόριο), ξεχνώντας παντελώς τις υποσχέσεις αγάπης που έδωσε στην ξαδέρφη του. Στο διάστημα αυτό, η παράτολμη πρωτοβουλία της κοπέλας γίνεται αφορμή για να κλονιστεί η ήδη κλονισμένη υγεία της μητέρας της, όταν ο μπαρμπα Γκραντέ ανακαλύπτει ότι ο θησαυρός της απουσιάζει…. Από κει και πέρα αρχίζει η κατρακύλα για την οικογένεια, που για άλλη μία φορά αποδεικνύει πως το χρήμα μπορεί να προσφέρει τα πάντα, όχι όμως την γαλήνη και την ευτυχία….

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ

Η κατάληξη αυτή ξεγελά κατ΄ ανάγκη την περιέργεια. Ίσως να γίνεται έτσι μ΄ όλες τις αληθινές λύσεις. Οι τραγωδίες, τα δράματα, για να μιλήσουμε με τη γλώσσα της εποχής μας, είναι σπάνια στη φύση. Θυμηθείτε την εισαγωγή. Η ιστορία αυτή είναι μια αληθινή μετάφραση μερικών σελίδων, λησμονημένων απ΄ τους αντιγραφείς μες στο μεγάλο βιβλίο του κόσμου. Εδώ, καμία επινόηση. Το έργο είναι μια ταπεινή μικρογραφία για την οποία χρειαζόταν περισσότερη υπομονή παρά τέχνη. Κάθε επαρχία έχει τον Γκραντέ της. Μόνο που ο Γκραντέ της Μαγιέν ή της Λίλλης είναι λιγότερο πλουσιότερος απ΄ ό, τι ήταν ο πρώην δήμαρχος του Σωμύρ. Ο συγγραφέας μπόρεσε να δώσει ζωηρά ένα χαρακτηριστικό, να σχεδιάσει άσχημα τους επίγειους αγγέλους του, να βάλει λίγο περισσότερο, ή όχι αρκετό χρώμα, στο χαρτί του. Ίσως να παραφόρτωσε με χρυσάφι το φωτοστέφανο της Μαρίας του. Ίσως να μη μοίρασε το φως σύμφωνα με τους κανόνες της Τέχνης. Ίσως τέλος να παρασκούρυνε τα ήδη σκοτεινά χρώματα του γέρου του, εικόνα όλο ύλη. Μα μην αρνηθείτε την επιείκειά σας στον υπομονετικό καλόγερο, που ζει στο βάθος του κελλιού του, ταπεινός λατρευτής του Ρόδου του Κόσμου, της Μαρίας, που ναι η ωραία εικόνα όλου του φύλου, η γυναίκα του μοναχού, η δεύτερη Εύα των Χριστιανών.

Αν εξακολουθεί να αποδίδει, παρά τις επικρίσεις, τόση τελειότητα στη γυναίκα, είναι γιατί σκέπτεται ακόμα, νέος αυτός, πως η γυναίκα είναι το τελειότερο πλάσμα. Βγαλμένη τελευταία απ΄ τα χέρια που έπλασαν τους κόσμους, πρέπει να εκφράζει, καθαρότερα από κάθε άλλο, τη θεία σκέψη. Έτσι δεν πάρθηκε, όπως ο άντρας, απ΄ τον πρωταρχικό γρανίτη που γινε μαλακή άργιλος στα δάκτυλα του Θεού. Όχι, βγαλμένη απ΄ το πλευρό του αντρός, ύλης μαλακιάς και εύπλαστης, είναι μια μεταβατική δημιουργία μεταξύ ανθρώπου και αγγέλου. Έτσι την βλέπετε δυνατή όσο είναι ο άντρας, και λεπτότατα μυαλωμένη από το αίσθημα, όπως είναι ο άγγελος. Δεν θα πρεπε να ενώσουμε σ΄ αυτήν τις δυο φύσεις για να την επιφορτίσουμε να φέρνει για πάντα αυτό το είδος στην καρδιά της; Ένα παιδί δεν είναι γι΄ αυτήν ολόκληρη η ανθρωπότητα;

Μες στις γυναίκες, η Ευγενία Γκραντέ θα ναι ίσως ένας τύπος, ο τύπος της αφγοσίωσης που ρίχτηκε μέσα στου κόσμου τις θύελλες, και καταποντίστηκε όπως ένα ευγενικό άγαλμα, κλεμμένο απ΄ την Ελλάδα, και το οποίο, κατά τη μεταφορά πέφτει στη θάλασσα όπου θα μείνει για πάντα αγνοημένο.
Οκτώβριος 1833.

ΟΝΟΡΕ ΝΤΕ ΜΠΑΛΖΑΚ, ΕΥΓΕΝΙΑ ΓΚΡΑΝΤΕ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ-ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΗ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Ν.ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: