Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΜΟΣ

Είμαι ντυμένος μ΄ ένα ρούχο
πολύ ξεπερασμένης μόδας
πολύ «ντεμοντέ» που λένε.
Μου το ‘ραψε η μάνα μου
στ΄ αργαστήρι της κοιλιάς της
σαν ήμουν έμβρυο.
Μα έκανε ένα λάθος.
κι αντίς για πουκάμισα μου ‘δωσε αισθήματα
κι αντίς γι οπλές πόδια.

Και τώρα περπατώ αδικημένος
σ΄ έναν κόσμο ακατανόητο.
Και για να παρηγορηθώ
πήγα ν’ αγοράσω χαυλιόδοντες
μα δε βρήκα ούτε σπυρί.
Τους είχανε πουλήσει στους ήμερους του κόσμου
για να τους μάθουν να δαγκάνουνε.

Απελπισία.
Τότε και γω πήρα απόφαση σκληρή!
Δανείστηκα το χιτώνα
ενός συνταξιούχου δήμιου
και πλησίασα στο ικρίωμα.
Μα σα με είδαν έμπηξαν τις φωνές.
«Εεε!, μου είπαν, φύγε από κει!
Δεν περνούν σε μας οι καλπιές!
Δε μοιάζεις για δήμιος!»
Είχαν δίκιο. Ήμουν μέτριος στο επάγγελμα.
Και τότε μ΄ έπιασε τρέλα.
Ανεβαίνω λοιπόν σ΄ ένα λόφο
και φωνάζω από κει στους Αρχιμάστορες.
«Εεε! τους λέω. Ακούτε; Εγώ που με βλέπετε
ξεκοίλιασα χίλιους! Και κρέμασα εκατό!»
«Αλήθεια; μου λένε.
Τότε κρεμάσου να σε πιστέψουμε!»

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ –Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς

Δεν υπάρχουν σχόλια: