Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Το παιδί με τη σάλπιγγα

Αν μπορούσες να ακουστείς

θα σου έδινα την ψυχή μου

να την πας ως την άκρη του κόσμου.

Να την κάνεις πςριπατητικό αστέρι ή ξύλα

αναμμένα για τα Χριστούγεννα – στο τζάκι του νέγρου

ή του Έλληνα χωρικού. Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά

στα παράθυρα των φυλακισμένων. Εγώ

μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο.

Αν μπορούσες να ακουστείς

θα σου έδινα την ψυχή μου

να την κάνεις τις νύχτες

ορατές νότες, έγχρωμες,

στον αέρα του κόσμου.



Να την κάνεις αγάπη.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Οι πνευματικοί άνθρωποι και η θέση τους στην κοινωνία

Αυτές τις μέρες γίνεται μία συζήτηση στη Λέσχη του βιβλίου και, επειδή εκεί έχω ήδη πάρει θέση, είπα να μοιραστώ τις σκέψεις μου και με τους φίλους των Ηλιαχτίδων μου. Η κουβέντα που έχει ξεκινήσει εκεί είναι αν «οι συγγραφείς πρέπει να μιλούν». Και γω θα το γενικεύσω και θα το κάνω πιο ξεκάθαρο : το τι συμβαίνει γύρω μας και το τι θα συμβεί (δυστυχώς) από δω και πέρα το βλέπουμε και το ζούμε λίγο πολύ όλοι. Ποια είναι όμως η θέση των πνευματικών ανθρώπων της χώρας μας πάνω σε όλα αυτά; Υπάρχουν εν τέλει πνευματικοί άνθρωποι στην Ελλάδα ή όλοι νοιάζονται μόνο για την αυτοπροβολή και τα οικονομικά τους συμφέροντα;

Η δική μου θέση είναι απόλυτη. Ο άνθρωπος της Τέχνης πρέπει να στρατευτεί. Να συμμετέχει. Να αφυπνίζει. Να καθοδηγεί. Και παραθέτω ένα κείμενο του Βάρναλη, που σαφέστατα τα εκφράζει καλύτερα από μένα:

«Η Τέχνη δεν είναι καπρίτσιο του ατομικού δημιουργού. Είναι κοινωνική λειτουργία, που έχει κι αυτή τα υπερατομικά της προστάγματα.

….Πάντως καθαρή κι άδολη Τέχνη δεν υπάρχει. Κι αυτή η «άδολη» είναι σκόπιμη. Μονάχα που η σκοπιμότητά της είναι αντιδραστικοί, επομένως όπως είπαμε αντικοινωνική.

…Η Τέχνη των κυρίαρχων (των ολίγων) βάζει τους σκοπούς της:

1.Να «διασκεδάσει» αυτούς τους ολίγους.

2.Ν΄ αποτρέψει τους πολλούς από τον πραγματικό κόσμο κι από τα άμεσα ζωτικά τους συμφέροντα και

3.Να ωραιοποιήσει τη σαπίλα του καθεστώτος κι έτσι ν΄ αμβλύνει την αντίθεση του παλιού κόσμου, που καταρρέει, με τον καινούριο που ανεβαίνει.

….Αλλά σε τέτοιους καιρούς μόνο η Τέχνη που συνειδητοποιεί την ανάγκη της αλλαγής κι ανοίγει δρόμο στο μέλλον, αυτή μόνον είναι Τέχνη αληθινή κι ωφέλιμη και πραγματώνει τον ιστορικό της προορισμό. Αλλά τέτοια Τέχνη, τη ζωντανή Τέχνη, την καταδιώκουν, ενώ τη νεκρή και την ψεύτικη την υποστηρίζουνε με κάθε τρόπο και την τιμούνε τα αντιδραστικά καθεστώτα…Και μόνον αυτή η Τέχνη, που είναι ζωντανή στον καιρό της, επιζεί σ΄ όλους τους καιρούς και είναι ωφέλιμη»

Κ. Βάρναλης-Αφορισμοί και διαλογισμοί



Και κάτι ακόμα :

«…Το χρέος του πνευματικού ανθρώπου γίνεται πιο επιτακτικό σε ώρες κρίσης –κρίσης ιδεών, αρχών, θεσμών, δικαιωμάτων. Τότε, προπάντων, έχει καθήκον ο πνευματικός άνθρωπος να δράσει, να μιλήσει, ν΄ αγωνιστεί για να υπερασπιστεί τα «παλλάδια» τα δικά του και της κοινωνίας, για να φωτίσει τους αφώτιστους, να κινήσει τους νωθρούς, να γαλβανίσει τους ενθουσιώδεις, να ξεσκεπάσει τους κάπηλους, να καταγγείλει τους επιτήδειους. […] Σωπαίνοντας, από αυταρέσκεια, δειλία ή καιροσκοπία, προδίνεται και προδίνει.

Σε τέτοιες ώρες κρίσης δείχνει ο πνευματικός άνθρωπος αν είναι οδηγός ή οδηγούμενος, «όρθιος ή ορθούμενος» -αν στέκεται όρθιος μόνος του ή τον στήνουν όρθιο οι άλλοι. Αλλά πνευματικός άνθρωπος που δέχεται το ρόλο του ουραγού της αγέλης, που παραδέχεται να «περιαχθεί» σε κατάσταση ανδρείκελου, που απαρνιέται το σπουδαιότερο κι ευγενικότερο μέρος της αποστολής του, παύει να είναι πνευματικός ηγέτης. Αυτοδικάζεται σε συνεργό και σε ενεργούμενο των βιαστών ή, το πολύ πολύ, σε αυτοηδονιζόμενο νάρκισσο…»

Μ.Πλωρίτης:Οι πνευματικοί άνθρωποι «όρθιοι ή ορθούμενοι», Εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 12-5-82

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ (απόσπασμα)

Ο παππούς μάζεψε τα παιδιά γύρω του και –σαν παραμύθι- άρχισε να λέει:
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γίγαντας, ένας μεγάλος γίγαντας, τόσο μεγάλος, όσο σαράντα εκατομμύρια άνθρωποι μαζί.
Τον ίδιο καιρό κάπου κοντά στο γίγαντα ήταν κι ένας νάνος. Ένας μικρός νάνος.
Νάνος και γίγαντας ζούσαν ο καθένας στον τόπο του χωρίς να ενοχλεί ο ένας τον άλλο. Τους χώριζε άλλωστε ένα τεράστιο αυλάκι, μια ολόκληρη θάλασσα.
Κάθε πρωί ο μεγάλος γίγαντας έβανε στο στόμα του τα δυο του χέρια, τα κανε χωνί και φώναζε στο μικρό νάνο: «Γεια σου, γείτονα». Έπαιρναν τη φωνή του τα κύματα και την πήγαιναν κατευθείαν στ΄ αυτιά του μικρού νάνου. Άρπαζε τότε κι εκείνος έναν τεράστιο κόχυλα, εφτά φορές πιο μεγάλο απ΄ το μπόι του, και φώναζε: «Γειά σου και σένα».
Και ήταν ευτυχισμένοι… Και περνούσε ο καιρός. Ο νάνος κοίταγε τη δουλειά του, ο γίγαντας τη δικιά του, και ζούσαν αγαπημένοι…
Ένα πρωί όμως ο μεγάλος γίγαντας φόρεσε ένα περίεργο καπέλο και μια ακόμα πιο περίεργη στολή. Φόρεσε και κάτι μεγάλες μπότες και μετά έκανε ένα μεγάλο πήδημα, έφτασε μπροστά στην πόρτα του μικρού νάνου και, βανοντάς του μια λόγχη μπροστά στην κοιλιά, του είπε : «Ήρθα να σου πάρω το σπίτι σου΄ παραδώσου!».
Ο μικρός νάνος στην αρχή το πέρασε για χωρατό. «Κοίτα χωρατατζής που ναι ο μεγάλος γίγαντας!» σκέφτηκε. Και φέρνοντας στο νου του το γνωστό τους χαιρετισμό, του φώναξε:
-Γειά σου, γείτονα!
Ο γίγαντας όμως δεν καταλάβαινε πια από τέτοια. Πίεσε τη λόγχη πάνω στην κοιλιά του μικρού νάνου και άγρια του ξαναφώναξε:
-Παραδώσου!
Ο μικρός νάνος τότε κατάλαβε. Πέταξε τον τεράστιο κόχυλα, που μ΄ αυτόν φώναζε το «γειά σου, γείτονα», και απομακρύνθηκε λίγο΄ κοίταξε λυπημένος κατάματα το μεγάλο γίγαντα και χωρίς κανέναν φόβο του είπε:
-Όχι, δεν παραδίνομαι!
Αμέσως μετά έτρεξε, έφτασε στο μικρό καλύβι του και σε λίγο ξαναγύρισε κρατώντας στα χέρια του μια σφεντόνα. Στάθηκε μπροστά στο γίγαντα και περίμενε.
Ο μεγάλος γίγαντας τα χασε για λίγο. Ύστερα χύθηκε πάνω στο μικρό νάνο θέλοντας να τον συντρίψει. Έγινε όμως κάτι απίστευτο. Ο μικρός νάνος νίκησε το μεγάλο γίγαντα! Ο μεγάλος γίγαντας το βαλε στα πόδια…
Έτσι οι Έλληνες του σαράντα, όπως ο μικρός νάνος του παραμυθιού, όταν η Ιταλία ζήτησε να της παραδώσουν τη χώρα τους, απάντησαν, όπως και κείνος, μ΄ένα θαρραλέο και αποφασιστικό ΟΧΙ!
Δεν είναι όμως μόνο πως είπαν το ΟΧΙ. Το διαφέντεψαν στη συνέχεια παλικαρίσια και νικηφόρα πάνω στις βουνοκορφές.

ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΣΟΥΡΕΛΗ

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Δύο προσευχές στο Θεό

…Σε παρακαλώ, παππού Θεέ… α δεις να τριγυρνάει όξω απ΄ το παλάτι σου ένα μαυριδερό τουρκάκι, είναι ο φίλος μου ο Σουκρής. Πάρ΄ το μέσα. Σε περικαλώ και να το συχωρέσεις που έχει λίγο άσκημα χείλια και μην το κακοκαρδίζεις γι΄ αυτό. Σε περικαλάει ένας μικρός μικροπουλητής του σταθμού που δρόσιζε τον κόσμο. Αν ήσουνα καμιά φορά περαστικός από κει θα τον θυμάσαι. Ήταν ένα κουτσό αγόρι. Σ΄ ευχαριστώ….

…………………………………………………………………………………



Πήγα κάτω από ένα άγριο δέντρο που είχαν να λεν πως ήταν δέντρο του Θεού. Σαν καθόσουν στη ρίζα του, τ΄ άκουγες να κάνει «ψ… ψ…. ψ…» την προσευκή του. Ακούμπησα κει δα και:

-Παππού, Θεέ…του λέω, δεν ξέρω αν με θυμάσαι, σε περικάλεσα κι άλλη μια βολά στο Βερτεκόπι… Ναι, για κείνο του Τουρκάκι. Τώρα θέλω να σου γυρέψω κάτι για μένα. Είναι καιρός τώρα που με βλέπεις δίχως ρούχα, δίχως Σίικα, δίχως Κρίστα… δίχως ψωμί… και δε με συμπονάς. Γιατί; Μπας και δεν καταλαβαίνεις τη γλώσσα των μικρώνε; Πάσκισε λίγο, σε περικαλώ, να με καταλάβεις. Θαρρούσα , παππού, πως ήσουνα καλός… (Μη δεν είσαι;). Τρέμω. Μη χολοσκάς όμως και δε θα σε ξεσυνεριστώ, ούτε και σε κανέναν θα το μαρτυρήσω. Μα να το ξέρεις, όλα τέλεψαν πια μεταξύ μας. Αν ήθελες να τα χουμε καλά «έλα δω, κριφ», θα μου λεγες, «έμαθα πως είσαι ένα κακότυχο προσφυγάκι… να, πάρε μια καλυβούλα, να, πάρε τούτο το τσουρεκάκι, πάρε αυτό το παλτουδάκι, φουκαριάρικό να ζεσταθείς». Έτσι μάλιστα! Κι αν σου λεγα «φχαριστώ, ας μένει» μονάχα τότες να μη μου τα δινες. Μα με ρώτηξες; Όχι. Ο Δροσιάδης, το γειτονάκι μου, έχει ίσαμε δέκα φορεσιές, το ρώτηξες για να του τις δώκεις; Όχι. Εγώ δεν έχω ούτε μία, ρώτηξες για να μη μου τις δώκεις; Πάλι όχι. Έχει κι ένα ψηλό ψηλό σπίτι που βγαίνει στο μπαλκόνι του και μας φτύνει σαν περνάμε… (τι συμφωνίες έχεις μαζί του;). Ως και στα σαλιγκάρια, άκουσα να λένε, έδωκες στο καθένα το σπιτάκι του, ως και στις χελώνες έδωκες στην καθεμιά την παραγκίτσα της. Εμένα τίποτα. Μια και δεν μπορείς να μου δώκεις και μένα, γιατί μ΄ έκανες ανθρωπάκι; Κάνε με σαλιγκάρι ή χελωνόπουλο, για να χω και γω το σπιτάκι μου. Καν’ το, σε παρακαλώ, παππού, κάν’ το, γιατί δε βαστώ πια άλλο. Ετούτα ήταν τα παράπονά μου, παππού. Αμήν. Μου χαν μάθει από μικρό να στα λέω, να σ΄ ανοίγω την καρδιά μου. Στην ανοίγω την καρδιά μου. Στην άνοιξα. Αμήν.

………………………………………………………………………………



ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, Συννεφιάζει

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Αγέλαστη άνοιξη

Το τρίτο κατά σειρά μυθιστόρημα του Λουντέμη που αναφέρεται στη ζωή και την καθημερινότητα του Μέλιου Καδρά (πρώτο ο Συννεφιάζει, δεύτερο το Ένα παιδί μετράει τα΄ άστρα). Εδώ ο Μέλιος, διωγμένος από τα Γυμνάσια όλης της χώρας αποχαιρετά την Έδεσσα. Καταλήγει σε ένα απόμακρο χωριό, όπου κάνει το δάσκαλο. Η γνωριμία του με απλούς, λαικούς ανθρώπους, άλλοτε αγνούς και βασανισμενους και άλλοτε ακατέργαστους και πονηρούς, τον κάνει να γνωρίσει πρόωρα κι άλλες σημαντικές αλήθειες για την ζωή . Το πιο τραγικό σημείο του βιβλίου είναι όταν, επιστρέφοντας στην Έδεσσα, μαθαίνει ότι η Αγράμπελη παντρεύτηκε… Η είδηση αυτή και η σύγκρουσή του με την Αστυνομία τον οδηγεί και πάλι στη φυγή….Η συνέχεια στο «Κάτω απ΄ τα κάστρα της ελπίδας».

-Η Αλάφω.

-Το πήρε; (εννοεί δηλητήριο)

-Ναι.

-Και δεν μπόρεσε, μωρέ, τόσος κόσμος να την εμποδίσει;

-Μπα…Την βοηθούσαν κιόλα να το πάρει, για να γλιτώσει.

-Ε!...λύκοι πούμαστε!

-Τώρα το κατάλαβες;

-Το κατάλαβα από καιρό μα υπομόνεβα. Άσε, λέω, ή θα γίνω κι εγώ λύκος ή θα γίνουν και κείνοι άνθρωποι



ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, Αγέλαστη άνοιξη

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Οι γάτες τ΄ Αϊ Νικόλα

« Τον καιρό της μεγάλης στέγνιας,
-σαράντα χρόνια αναβροχιά-
ρημάχτηκε όλο το νησί΄
πέθαινε ο κόσμος και γεννιούνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τούτο τ΄ ακρωτήρι,
χοντρά σαν το ποδάρι ανθρώπου
και φαρμακερά.
Το μοναστήρι τ’ Αϊ Νικόλα το είχαν τότε
Αγιοβασιλείτες καλογέροι
κι ούτε μπορούσαν να δουλέψουν τα χωράφια
κι ούτε να βγάλουν τα κοπάδια στη βοσκή΄
τους έσωσαν οι γάτες που αναθρέφαν.
Την κάθε αυγή χτυπούσε μιά καμπάνα
και ξεκινούσαν τσούρμο για τη μάχη.
Όλη μέρα χτυπιούνταν ως την ώρα
που σήμαιναν το βραδινό ταγίνι.
Απόδειπνα πάλι η καμπάνα
και βγαίναν για τον πόλεμο της νύχτας.
Ήτανε θαύμα να τις βλέπεις λένε,
άλλη κουτσή, κι άλλη στραβή, την άλλη
χωρίς μύτη, χωρίς αυτί, προβιά κουρέλι.
Έτσι με τέσσερεις καμπάνες την ημέρα
πέρασαν μήνες, χρόνια, καιροί κι άλλοι καιροί.
Άγρια πεισματικές και πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τα φίδια μα στο τέλος
χαθήκανε, δεν άντεξαν τόσο φαρμάκι.»…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, απόσπασμα από το ποίημα Οι γάτες τ΄ Αϊ Νικόλα

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

Ιστορίες Μπονζάι ή υπερμικρό διήγημα

http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/planodion-nea/

«Ο όρος έγινε δεκτός πολύ θετικά από τους φίλους και αναγνώστες του περιοδικού. Δεν έλειψαν, ωστόσο και οι επιφυλάξεις: ο όρος παραπέμπει σε μια «διαστροφική» φυτοκομική πρακτική που στόχο έχει την παρεμπόδιση της ελεύθερης ανάπτυξης του φυτού μέσω της τεχνητής σμίκρυνσής του, και, ακόμη, ο όρος δεν είναι «ελληνικός».

Ως προς το πρώτο τουλάχιστον, χωρίς να είμαστε ειδικοί, εύκολα διαπιστώσαμε πως πρόκειται για μια πανάρχαια πρακτική των χωρών της ανατολής, μέσης και άπω, που συχνά συνδέεται με ευγενείς πνευματικές παραδόσεις, όπως είναι ο βουδισμός και το ζεν΄ με την άσκηση της υπομονής ή της περιστολής/συρρίκνωσης των ανθρώπινων ελαττωμάτων της απληστίας και του εγωκεντρισμού. Αυτό που για μας, ωστόσο, ήταν αρκετό, περιοριζόταν στην αναλογικότητα με τα ουσιώδη χαρακτήριστικά της μικρής λογοτεχνικής φόρμας του διηγήματος: τη συνοπτικότητα των αφηγηματικών λειτουργιών, την οργανικότητα των μερών προς το σύνολο και τον επιβαλλόμενο <ενσυνείδητο> συγγραφικό αυτοπεριορισμό.

Όσον αφορά, τώρα, την «ελληνικότητα» του όρου, το «μπονζάι» ή, κατ΄ άλλους, «μπονσάι», είναι κι αυτός τόσο «ελληνικός» όσο η «μαργαρίτα», η «γαρδένια», η «βιολέτα», και τόσα άλλα κοινόλεκτα από τον κόσμο των φυτών΄ όσο και το «χάικου», το «σονέτο», η «μπαλάντα», οι «τερτσίνες» ή το «πάντουμ»από τον κόσμο, πιο ειδικά, της λογοτεχνίας.

Στην πραγματικότητα είναι, εδώ και πολύ καιρό, ένας διεθνής όρος με ευρύτατη χρήση και στη νέα ελληνική, όπως μαρτυρούν εξάλλου οι εκατοντάδες χιλιάδες ελληνόγλωσσες αναφορές του στο Διαδίκτυο».

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, τεύχος 50, Αθήνα, Ιούνιος 2011.

Και να και μια ιστορία Μπονζάι από το ίδιο τεύχος του περιοδικού:
Λόν Όττο (Lon Otto)
Ερωτικά Ποιήματα(Love poems)

Της έγραψε ένα ερωτικό ποίημα για τη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Είναι πολύ όμορφο, εκφράζει και ενσωματώνει ένα παθιασμένο, αυθεντικό συναίσθημα. Ένα συναίσθημα για το οποίο δεν θεωρούσε τον εαυτό του ικανό, μια τρυφερότητα που ανήκει σε κάποιον καλύτερο άνθρωπο. Ταυτόχρονα, τα καλολογικά στοιχεία είναι έντονα και ευδιάκριτα, η μορφή περίπλοκη μα διακριτική. Απαγγέλει το ποίημα ξανά και ξανά. Δεν μπορεί να το πιστέψει ότι είναι τόσο καλό. Είναι το καλύτερο ποίημα που έγραψε ποτέ.
Θα της το στείλει με e-mail απόψε. Εκείνη θα το ανοίξει μόλις το λάβει, έπειτα από έξυπνο προγραμματισμό, τη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Η ομορφιά και το πάθος του θα τη θαμπώσουν, θα τη συνεπάρουν. Θα το βάλει μαζί με τα υπόλοιπα γράμματά του και θα τον αγαπάει γι΄ αυτό, όπως τον αγαπάει και για τα υπόλοιπα γράμματά του. Δεν θα το δείξει σε κανέναν, αφού είναι κλειστός άνθρωπος, και αυτό είναι κάτι που του αρέσει στο χαρακτήρα της.
Αφού της στέλνει γράμμα ηλεκτρονικά, καθαρογραμμένο με την ενδιαφέρουσα γραφή του, δακτυλογραφεί ένα αντίγραφο για το δικό του αρχείο. Αποφασίζει να στείλει ένα αντίγραφο σε ένα από τα πιο φημισμένα λογοτεχνικά περιοδικά, στο οποίο δεν έχει γίνει ακόμαδεκτός. Διστάζει όσον αφορά την αφιέρωση, γιατί αυτό, μεταξύ άλλων, θα μπορούσε να δημιουργήσει μια αμήχανη κατάσταση με τη γυναίκα του. Στο τέλος παραλείπει την αφιέρωση. Τελικά, αποφασίζει να δώσει ένα αντίγραφο και στη γυναίκα του. Στη συνέχεια, στέλνει και ένα αντίγραφο σε μια γυναίκα που ξέρει στην Αγγλία, μια ποιήτρια που καταλαβαίνει πραγματικά το έργο του. Καθαρογράφει ένα αντίγραφο για αυτή, με αφιέρωση στα αρχικά του ονόματός της. Θα το λάβει λίγες μέρες αργότερα, θα πιστέψει ότι αυτό τη σκεφτόταν λίγες μέρες πριν την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου.

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Ζώα έξω απ΄ το κλουβί

Εννέα μικρές ιστορίες του Τζάνι Ροντάρι εικονογραφημένες από την Άννα Λάουρα Καντόνε. Απόδοση στα ελληνικά από την Άννα Παπασταύρου. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Αν και όταν το πρωτοπήρα στα χέρια μου ψιλοαπογοητεύτηκα, σιγά σιγά οι θεότρελες ιστοριούλες με κέρδισαν και διαπίστωσα πως το ίδιο με μένα, ίσως και περισσότερο, άρεσαν στην Παναγιώτα Χρυσοβαλάντω.

Πρόκειται για τις εξής:
1.Ελέφαντες ισορροπιστές
2.Χελωνοδρομίες
3.Ο Γκρίζος Ποντικός, ο Ουρίτσας και ο Μισομούστακος
4.Το επιδέξιο άλογο
5.Ο Άραβας και η καμήλα
6.Η αλεπού φωτογράφος
7.Ο αρκούδος ληστής
8.Ο αρκούδος ψαράς
9.Η αλεπού και η ουρά της

ΤΟ ΕΠΙΔΕΞΙΟ ΑΛΟΓΟ
Ένας πλανόδιος ακροβάτης είχε ένα άλογο που το είχε εκπαιδεύσει στην εντέλεια.Του είχε μάθει να διαλέγει από μεγάλους ξύλινους κύβους, πάνω στους οποίους ήταν γραμμένα τα γράμματα της αλφαβήτου, αυτούς που σχημάτιζαν το όνομά του: ΠΗΓΑΣΟΣ. Όταν άρχιζε η παράσταση, ο ακροβάτης έδινε το σύνθημα.
-Αλογάκι μου καλό, ξεκίνα, σε παρακαλώ, και πες μου τ΄ όνομά σου.
Κι ο Πήγασος, με τις οπλές του, διάλεγε το ένα μετά το άλλο τα γράμματα.
Το Π, το Η και πάει λέγοντας. Ώσπου με εφτά κύβους στη σειρά έγραφε τ΄ όνομά του φαρδύ πλατύ και βροντερό σαν τον ήχο της τρομπέτας.
Κι ο κόσμος ξεσπούσε σε χειροκροτήματα.
Τις ώρες της ανάπαυσης ο ακροβάτης μάθαινε στον Πήγασο και το δικό του όνομα, το Θεόδωρος. Όταν σιγουρεύτηκε πως το άλογο είχε μάθει να γράφει και αυτήν τη λέξη σωστά, άρχισε να δίνει κι άλλες παραστάσεις στην πλατεία της μικρής πόλης.
-Αλογάκι μου καλό, πες μας, σε παρακαλώ, ποιο είναι τ΄ όνομά μου;
-ΘΕΟΔΩΡΟΣ, απαντούσε το άλογο, όχι μιλώντας βέβαια, αλλά διαλέγοντας ξανά οχτώ ξύλινους κύβους με τα γράμματα, Θ, Ε, Ο, και πάει λέγοντας.
Ωστόσο, πρέπει να πούμε πως ο Θεόδωρος δεν ήταν καλός άνθρωπος και δε δίσταζε ν΄ απλώνει το χέρι και να παίρνει τα ξένα πράγματα.
Μια φορά, για παράδειγμα, έκλεψε όλες τις λάμπες από τα φανάρια της πόλης και βύθισε όλους τους δρόμους στο σκοτάδι. Σαν τρελός ο δήμαρχος γύρευε τον κλέφτη παντού, μα δεν μπορούσε να τον βρει. Κάποιο βράδυ ο ακροβάτης έδινε παράσταση στην πλατεία. Ξάφνου ο δήμαρχος, που ήταν ανάμεσα στους θεατές, πετάχτηκε στη μέση της σκηνής και έδωσε έναν κύβο ζάχαρη στο άλογο.
-Αλογάκι μου καλό, πες μου, σε παρακαλώ, τον κλέφτη πως τον λένε;
Στα λόγια αυτά όλοι σώπασαν. Ο Πήγασος σάστισε για μια στιγμή, γιατί μόνο τη γλώσσα του αφεντικού του καταλάβαινε. Όμως μετά, για να μη ρεζιλευτεί, άρχισε να διαλέγει τους κύβους με τα γράμματα. Διάλεξε πρώτα το Θ, μετά το Ε, ύστερα το Ο…Φαντάζεσαι τι έγραψε ε; ΘΕΟΔΩΡΟΣ. Ο δύστυχος ακροβάτης κοκκίνησε τόσο πολύ, που αμέσως όλοι κατάλαβαν πως αυτός ήταν ο κλέφτης. Έτσι ο Θεόδωρος μπήκε φυλακή κι ο Πήγασος πήρε μετάλλιο. Τώρα τον φροντίζει η κοινότητα κι ο δάσκαλος στο σχολείο του μαθαίνει να γράφει: ΖΗΤΩ Ο ΔΗΜΑΡΧΟΣ.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Ένα παιδί μετράει τ΄ άστρα

Το ένα παιδί μετράει τ΄ άστρα είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα και αγαπημένα βιβλία της ελληνικής λογοτεχνίας. Είναι η συνέχεια του Συννεφιάζει. Εδώ ο παλιός μας γνώριμος Κρηφ, έφηβος πια, μετακομίζει στην Έδεσσα για έναν και μόνο σκοπό: να μάθει γράμματα, να γραφτεί στο Γυμνάσιο της πόλης. Όλη αυτή τη διαδρομή, από την επεισοδιακή του εγγραφή ως την αποβολή του, παρακολουθούμε στο βιβλίο.

Το χω διαβάσει άπειρες φορές και παρόλ΄ αυτά κάθε φορά που το ξαναδιαβάζω, ο Λουντέμης με την ιδιαίτερη γραφή του, διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον μου. Έχω φτάσει σε ένα σημείο να ξέρω κάποια από τα κεφάλαιά του σχεδόν απέξω. Κάτι που δεν με εμποδίζει να το ξαναδιαβάσω και να το ξαναδιαβάσω και να το ξαναδιαβάσω και να το ξαναδιαβάσω και να το ξαναδιαβάσω….

Όσο αγαπώ τα βιβλία, άλλο τόσο αποστρέφομαι την τηλεόραση. Το όνειρό μου όμως είναι να το δω και στη μικρή οθόνη. Ίσως έτσι αφυπνιστούν πολλοί άνθρωποι σε τόοοσα πολλά πράγματα.

Δύσκολο να επιλέξω αποσπάσματα από το Ένα παιδί μετράει τ΄ άστρα καθώς κάθε κεφάλαιο είναι πλούσιο σε εικόνες, συναισθήματα και σκέψεις …που σε βάζουν σε…σκέψη. Με τίποτα όμως δεν μπορώ να μην παραθέσω το ΤΕΛΟΣ του βιβλίου, που το λατρεύω.

«-Μέλο… είπε τώρα ο Μπίθρος. Που γυρνάς; Τι αραντίζεις μες στον κόσμο; Έφυγες απ΄ τη σκολάρα; Καλά έκανες! Οι δάσκαλοι κουλαντρίζουνε ζεβζέκικα κεφάλια! Τα γράμματα είναι σφήκες μπρε! Να …τρυπάνε το κεφάλι σου και χύνεται όλο το μυαλό όξω… Χα χα χάα! Έτσι δεν είναι;
-Όχι, Μπίθρο…. Όχι… Δεν είν΄ έτσι.
Η φωτιά ανέβαινε πάνω… ψηλά… γιόμιζε τον ουρανό σπίθες… γινόταν άστρα …πούλιες…
-Όχι, Μπίθρο… Δε θα τ΄ αφήσω τα γράμματα, όχι, δε θα τ΄ αφήσω. Άφησα τους δασκάλους… Αλλά΄τα γράμματα όχι, δε θα τ΄ αφήσω . θα τα ξετρυπώσω μόνος μου… απ΄ τα βιβλία… απ΄ τα στόματα… απ΄ τις καρδιές… και θα τα κάνω πάλι γράμματα… Θα τα ξαναδώσω πίσω στους ανθρώπους πάλι γράμματα!...
-Δε νογάω, γιαβρούμ Μέλο… Δε νογάω… Αυτά είναι τζαναμπέτικες κουβέντες. Εσύ ξέρεις… Εγώ καρδιά έχω…πάρ’ την. Να…πάρε κουσκούς… πάρε ρακί… πάρε, να, τσόλια να πλαιάσεις… φωτιά να ζεστάνεις το κόκαλό σου… Πάρε, να, τον ουρανό γεμάτο μεταλλίκια, να τα μετράς… Φτωχός είμαι… τσουρούκης… γδυμένος… Δεν έχω τίποτα.
-Είσαι ο πιο πλούσιος άνθρωπος του κόσμου, Μπίθρο. Πολύ πλούσιος…Τόσο πολύ, που δεν αντέχω σε τόσα πλούτια και θα φύγω. Θα κοιτάξω να… Θα κοιτάξω να γίνω κι εγώ πλούσιος… σαν και σένα!
Ο γύφτος σαστίζει και γουρλώνει τα μάτια του.
-Ολάν …λέει και σφουγγάει τα δάκρυά του. Γιατί… γιατί με παίρνεις, εμένα, στο μαιτάπι;… τι «πλούσιος» λες, και σασιρντίζεις τον αδερφό σου τον Μπίθρο..; Εγώ δεν έχω μπιλέ….ένα βρακί… ένα παπούτσι…
-Μόνο αυτά σου λείπουνε, Μπίθρο… μόνο αυτά…
-Ταμάμ… Τώρα μου γιόμισες την καρδιά μου μέλι….
-Ναι… μόνο αυτά σου λείπουνε… Γιατί, αν είχες κι αυτά, Μπίθρο… τότε θα πρεπε να πάρουμε μια τριχιά… να την αμολήσουμε κατά τον ουρανό και να γκρεμίσουμε κάτω τον θεό.
Ο Μπίθρος γούρλωσε τώρα πιο πολύ τα μάτια του, κι ύστερα πέφτει ανάσκελα… και βαστάει την κοιλιά του… και δίνει κλωτσιές στον ουρανό με τ΄ άπλυτα πόδια του… και φωνάζει τη γυναίκα του να πάρει κι αυτή μέρος στο πανηγύρι του γέλιου… και λέει «ευχαριστώ…» και λέει «ευχαριστώ…»… Και λέει… και κλαίει…
…………………………………………………………………………………………………………………………………
Ευχαριστώ και γω, Μπίθρο… Ευχαριστώ πολύ, βαθιά, κι εγώ… ο Μέλιος… ο άντρας… το παιδί… ο άνθρωπος… Ευχαριστώ, που μπορείς να διαβάζεις πιο βαθιά απ΄ όλους τους σοφούς… Να γελάς πιο πλούσια απ΄ όλους τους ευτυχισμένους… Να κλαις πιο αληθινά απ΄ όλους τους λυπημένους. Και ν΄ αγαπάς, Μπίθρο… Ν΄ αγαπάς, όπως πρέπει ν΄ αγαπηθούν μια μέρα…όλοι οι άνθρωποι. Αμήν!»

Όλο το βιβλίο μπορείτε να το βρείτε εδώ:

http://www.scribd.com/doc/53351145/%CE%88%CE%BD%CE%B1-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%AF-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CF%81%CE%AC%CE%B5%CE%B9-%CF%84-%CE%AC%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1-%CE%9B%CE%BF%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BC%CE%B7%CF%82-%CE%9C%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%82

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

ΠΑΙΔΑΚΙ

Να σ΄ ανασάνω,
ακόμη που δεν άλλαξες
από λουλούδι σ΄ άνθρωπο!...
Πριν σ΄ αδικήσουνε’ πριν αδικήσεις….

ΠΕΤΡΟΣ ΧΡΟΝΑΣ

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Ο λύκος και τα βόδια

Κόκκινη κλωστή δεμένη
στην ανέμη τυλιγμένη
δώς της κλώτσο να γυρίσει
παραμύθι για ν΄ αρχίσει.
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν στον κάμπο τρία βόδια. Το ένα ήταν μαύρο σαν κατράμι, τ΄ άλλο άσπρο άσπρο σαν το χιόνι και το τρίτο το μικρό ήταν βουλάτο (παρδαλό).
Βοσκούσαν και τα τρία μαζί πάντα στο λιβάδι. Σαν έκανε το ένα να ξεμακρύνει, τ΄ άλλα δυο του φώναζαν:
-Κάλλιο νηστικός και προφυλαγμένος
παρά χορτάτος και ξεπαστρεμένος.
Αμέσως το βόδι που αλάργεψε γύριζε πίσω κι έλεγε:
-Μια βέργα μοναχή τσακίζει
οι πολλές μαζί αντέχουν.
Έτσι, τα τρία βόδια, το άσπρο, το μαύρο και το παρδαλό, ζούσαν κοντά κοντά το ένα στ΄ άλλο και μοιράζονταν το λιγοστό χορτάρι.
Την ομόνοιά τους την είδε και τη ζήλεψε ο κακός λύκος. «Θα βάλω ζιζανιές να τα χωρίσω, σκέφτηκε. Έτσι θα τα έχω πιο εύκολα του χεριού μου».
Έτσι είπε, έτσι έκανε. Πήγε μια μέρα κοντά στα βόδια, πήρε ύφος γαλίφικο κι άρχισε τις μαλαγανιές.
-Καλά μου βόδια, σας είδα και σας χάρηκα. Τέτοιοι γειτόνοι σου πρέπουν για φίλοι, είπα στην αφεντιά μου. Τι λέτε κάνουμε όλοι μαζί παρέα;
-Μετά χαράς, είπαν τα βόδια. Μόνο να. Τι σόι παρέα θα κάνουμε εσύ ένας λύκος και μεις τρία βόδια;
-Α, μην ακούτε τα λόγια του κόσμου. Είμαι καλός κι ας φαίνομαι άγριος. Είναι η φτασιά μου έτσι. Ίσα ίσα που μαζί οι τέσσερις θα φτιάξουμε ένα καλό κοπάδι.
Τα λόγια του φέραν μεγάλη αναστάτωση στα βόδια. Θέλανε να τον πιστέψουν. Μα, πάλι, λύκος ήταν αυτός, πολλά του σέρνανε.
-Μη βάνει κακό ο νους σας, είπε πάλι ο λύκος.
-Δε θα μας φας; ρώτησε το βόδι το πιο μικρό.
-Πα πα!... Φωτιά να πέσει να με κάψει, ορκίστηκε ο λύκος.
Τα τρία βόδια τον πίστεψαν τότε και τον πήραν στη συντροφιά τους.
Για λίγο καιρό όλα πήγαιναν στη στράτα του θεού. Γύρναγαν από λιβάδι σε λιβάδι, και μιας και είχαν και τις πλάτες του λύκου, κάπου κάπου μπαίναν και σε κανένα ξένο λιβάδι και βόσκαγαν ξένο χορτάρι.
Οι νοικοκυραίοι, άμα τους παίρναν μυρουδιά, τους διώχναν με τις πέτρες. Τα βόδια παραπονεύονταν τότε στο λύκο.
-Ε! Τι κάθεσαι και δε μας προστατεύεις; του λέγανε.
-Τι να σας κάνω εγώ; Άλλος είναι ο φταίχτης, έλεγε τότε ο λύκος.
-Ποιος;
-Ψάξτε ανάμεσά σας να τον βρείτε.
Τα βόδια, που ίσαμε την ώρα εκείνη ήταν μονοιασμένα, άρχισαν να υποψιάζεται το ένα τ΄ άλλο.
-Εσύ φταις.
-Όχι εγώ, εσύ.
Κι έτσι έγιναν ανάμεσά τους μαλλιά κουβάρια.
Τότες ο λύκος βρήκε την ευκαιρία. Πλησίασε τα δυο βόδια, το άσπρο και το παρδαλό, και είπε:
-Ο φταίχτης είναι ο μαύρος. Αυτός δίνει στόχο και μας κυνηγάν.
-Μωρέ τι λες; είπε τότε τ΄ άσπρο βόδι. Δίκιο έχεις. Πρέπει να ξεφορτωθούμε το μαύρο βόδι για να γλιτώσουμε.
-Έννοια σας. Εγώ θα το συγυρίσω. Τι στην ευχή φίλος είμαι! Οι καλοί φίλοι στην ανάγκη φαίνονται.
Τα δυο βόδια, τ΄ άσπρο και το παρδαλό, άφησαν το λύκο να φάει το μαύρο βόδι.
Όμως γρήγορα κατάλαβαν πως η κατάσταση δεν καλυτέρεψε. Οι νοικοκυραίοι όπου τα έβρισκαν τα κυνηγούσαν με τα παλούκια. Παραπονέθηκαν πάλι τα β΄ποδια στο λύκο.
-Καλά ξεφορτωθήκαμε το μαύρο βόδι, μα να που χουμε πάλι τα ίδια.
Ο λύκος την ώρα εκείνη δε μίλησε.
-Αφήστε με να σκεφτώ, είπε.
Όμως το ίδιο βράδυ ο λύκος ξάκρισε το παρδαλό βόδι και του λέει:
-Μια μόνο είναι η γιατρειά. Να ξεφορτωθούμε το άσπρο βόδι. Έτσι ασπρουδερό που είναι, το βλέπουν οι νοικοκυραίοι και μας κυνηγάν.
-Λες να ναι αυτός ο φταίχτης; ρωτάει το παρδαλό βόδι.
-Σίγουρα. Πρέπει να το ξεκάνουμε, για να γλιτώσουμε εμείς.
-Ε, αν είναι για το καλό μας, ας το ξεκάνουμε, συμφώνησε τότε το παρδαλό βόδι.
-Άφησε, θα τ΄ αναλάβω εγώ, είπε ο λύκος.
Έτσι ο λύκος έφαγε και το δεύτερο βόδι. Δεν απόμεινε παρά το τρίτο, το πιο μικρό. Όμως αυτό δε βιαζόταν να το φάει. Μια κι ήταν μονάχο κι έρημο, το είχε του χεριού του.

ΜΑΡΟΥΛΑ ΚΛΙΑΦΑ, Παραμύθια της Θεσσαλίας, Εκδόσεις Κέδρος.

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Τα παιδιά και τα ατέλειωτα γιατί τους...

-Μαμά τι κάνεις;

-Φαρίν λακτέ, αγάπη μου.

-Γιατί;

-Για να φάει το μωρό;

-Γιατί να φάει;

-Επειδή πεινάει.

-Γιατί πεινάει;

-Επειδή είναι νηστικό.

-Γιατί είναι νηστικό;

-Επειδή δεν το ταίσαμε.

-Γιατί δεν το ταίσαμε;

-Επειδή κοιμόταν.

-Γιατί κοιμόταν;

-Επειδή ήταν κουρασμένο.

-Γιατί ήταν κουρασμένο;

-Επειδή έπαιξε πολύ ώρα και κουράστηκε.

-Γιατί έπαιξε πολύ ώρα και κουράστηκε;

-Επειδή τα παιδάκια παίζουν και κουράζονται.

-Γιατί τα παιδάκια παίζουν και κουράζονται;

-Επειδή χαίρονται όταν παίζουν.

-Γιατί χαίρονται όταν παίζουν;



Κάπου εδώ η υπομονή μου έχει εξαντληθεί. Κι αυτά είναι μερικά από τα γιατί που έχουν εξήγηση.Αναρωτιέμαι τι θα γίνει όταν αρχίσουν τα γιατί που δεν μπορούν να απαντηθούν...

Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Όνειρα...

…για έναν καλό ύπνο…

Εδώ και δυόμιση χρόνια τα ίδια όνειρα! Ή έστω βρε αδερφέ, για δυο λεπτά ηρεμίας.

Από τότε που μετακομίσαμε σ΄ αυτό το σπίτι κοιμάμαι στο δωμάτιο των μωρών. Και οι λόγοι είναι δύο.

1ον Η Παναγιώτα Χρυσοβαλάντω δεν μπορεί να κοιμηθεί αν δεν πιάνει τον λαιμό μου.

Και

2ον η μικρή ξυπνάει για να φάει αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του βραδιού.

Εδώ και τρεις μέρες είναι και οι δύο συναχωμένες. Όχι κάτι σοβαρό. Ευτυχώς όχι πυρετό ή βήχα. Απλά είναι μπουκωμένες οι μυτούλες τους. Ε, τα όνειρα για έναν καλό ύπνο, ακόμα και για δύο ώρες συνεχόμενες έχουν πάει περίπατο.

Γύρω στις δέκα το βράδυ κοιμίζω το Ιουστινάκι (η μικρή).Κούνα, κούνα, κούνα, κάποια στιγμή τα καταφέρνω. Κατά τις έντεκα πείθω την μεγάλη να ξαπλώσει. Αφού διαβάσουμε μερικά κεφάλαια του Πινόκιο (ξανά και ξανά και ξανά…) και, ενώ εγώ κουτουλάω από τη νύστα, δέχεται με τα χίλια ζόρια να βάλουμε το σιντί με τα νανουρίσματα. Ως τις δώδεκα μου έχει γδάρει το λαιμό, αλλά έχει κλείσει τα μάτια. Ε, πάνω που λέω, τι ωραία!, επιτέλους, θα κοιμηθώ και κουκουλώνομαι με τις κουβέρτες, αρχίζει ένα νιαουρητό… Η μικρή γάτα, επειδή βαριέται και να κλάψει, βγάζει κάτι μικρές κραυγές, που σταδιακά αυξάνονται. Σηκώνομαι, την παίρνω, την ταΐζω, άντε να ρευτεί κανά μισάωρο και ξανακοιμάται. Μια νευρικότητα με πιάνει και σηκώνομαι να πιω λίγο νερό ή, αν ο Φάνης δεν έχει ακόμα κοιμηθεί, να κάτσω λίγο μαζί του ή να διαβάσω. Δεν περνάνε πέντε λεπτά, ακούω ένα «Μαμάααα, έεεεε μαμάααα». Η Παναγιώτα. Ξαπλώνω δίπλα της. Μου γδέρνει το λαιμό. Κοιμάται. Μόλις κλείσω τα μάτια, ξαναξυπνάει η μικρή. Και φτου κι απ΄ την αρχή… Αυτά επαναλαμβάνονται μέχρι το πρωί. Καποιες φορές παίρνω την μικρή και την πηγαίνω στον μπαμπά της. Τις πρώτες μέρες σηκωνόταν αγχωμένος μόλις με αντιλαμβανόταν «τι έγινε;», τώρα ούτε καν μπαίνει στον κόπο. Απλά ανοίγει την κουβέρτα του και βάζει μέσα το μωρό. Δώρο άδωρο τις περισσότερες φορές, αφού σε κανα μισάωρο, αν τα…νιαουρίσματα ακούγονται ακόμα και εγώ κάνω τον ψόφιο κοριό, μου την φέρνει πίσω πακέτο, «το μωρό δεν ηρεμεί, δεν το ταΐζεις λίγο το καημένο;». Γρρρρρ, τα νεύρα μου.

Νυστάζω, νυστάζω, νυστάζω.

Που να τα φανταζόμουν όλα αυτά στα…νιάτα μου, που θεωρούσα τον ύπνο χάσιμο χρόνου. Άντε τώρα να ξυπνήσουν, να τις αλλάξω, να τις ταίσω, να τις πλύνω, να τις ντύσω, να τις ξαναταίσω, να στρώσω τα κρεβάτια, να καθαρίσω, να συμμαζέψω, να πλύνω, να απλώσω, να μαγειρέψω, να τις ξανααλλάξω, να τις ξαναξαναταΐσω, να τις κοιμίσω για μεσημέρι και πάει λέγοντας…

Κι όποιος νομίζει ότι αυτό το κείμενο γράφτηκε με ηρεμία, κάνει λάθος! Όοοοχι! Τρεις φορές νανούρισα την νιαουρέλλα και μία φορά την Παναγιώτα «Μαμά, έεεεε μαμά, θέλω την πιπίλα μου…»



Νυστάζω….



Συναδελφικούς χαιρετισμούς σε όλες τις ομοιοπαθούσες μαμάδες…

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Μη λησμονάτε τη χώρα μου...

Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ * και μυρσίνη συ δοξαστική

μη παρακαλώ σας μη * λησμονάτε τη χώρα μου!



Αετόμορφα τα έχει τα ψηλά βουνά * στα ηφαίστεια κλήματα σειρά

και τα σπίτια πιο λευκά * στου γλαυκού το γειτόνεμα!



Της Ασίας αν αγγίζει από τη μια, * της Ευρώπης λίγο αν ακουμπά,

στον αιθέρια στέκει να * και στη θάλασσα μόνη της!



Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ * και μυρσίνη συ δοξαστική

μη παρακαλώ σας μη * λησμονάτε τη χώρα μου!



Από το «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ», ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΕΝΙΟ ΚΑΡΑΒΑΚΙ

Πολύ πολύ ψηλά, στον κήπο τ΄ ουρανού, ψηλότερα από κει που φτερουγίζουν τα πρώτα χελιδόνια της άνοιξης, ψηλότερα από κει που κρύβονται οι χαρταετοί που το σκασαν, ψηλότερα ακόμα κι από κει που το ουράνιο τόξο σκαρώνει ζωγραφιές με τα χρωματιστά κραγιόνια του, ζει μια μεγάλη οικογένεια από συννεφάκια. Έχουν πατέρα τον απέραντο ουρανό, που τα χορεύει και τα κανακεύει στην αγκαλιά του, και μάνα τους τη γαλανή θάλασσα, που κάθε αυγούλα τα καθρεφτίζει στην κρυστάλλινη ποδιά της, για να χτενίσουν τα πουπουλένια τους μπουκλάκια. Άλλα συννεφάκια είναι σταχτούλικα και κατσούφικα, σαν μουτζουρίτσες, άλλα χιονόλευκα και γαλατένια. Και σε πόσα σχήματα! Μερικά μοιάζουν με φουσκομάγουλα παιδάκια, άλλα με μπάλες από παγωτό καϊμάκι ή από αφράτο μπαμπάκι, άλλα με ζώα, με ανεμόπτερα, με μαλλί της γριάς…

Ήταν κάποτε, που λέτε, κι ένα μικρούτσικο σύννεφο που θύμιζε καραβάκι. Έβλεπε όμως αληθινά καραβάκια κάτω στη θάλασσα και ζήλευε. «Εγώ ούτε καραβοκύρη έχω να μ΄ οδηγεί», παραπονιόταν, «ούτε ναυτάκια ούτε ταξιδιώτες. Μοναχούλι αρμενίζω. Σε κανέναν δε δίνω χαρά». Κι ενώ τ΄ αδερφάκια του έπαιζαν ανέμελα, κάνοντας τσουλήθρα στις πρωινές ηλιαχτίδες και τραμπάλα στα μουστάκια του κυρ Βοριά, το συννεφένιο καραβάκι έμενε μόνο και θλιμμένο. Το δε μια μέρα μια νεραιδούλα και το συμπόνεσε. «Πες μου τι θέλεις, μικρό μου», του είπε τρυφερά «κι εγώ θα στο δώσω». «Θέλω να έχω φίλους!», στέναζε αυτό. «Πολλούς φίλους! Και να τους παίρνω μαζί μου στα πιο όμορφα ταξίδια!». Το άγγιξε τότε η καλή νεράιδα με το μαγικό ραβδάκι της, που έσταζε ασημόσκονη, και το ονόμασε «Φαντασία». Κι από τότε, το συννεφένιο καραβάκι, με φουσκωμένο τ΄ άσπρο του πανί, ταξιδεύει μικρά και μεγάλα παιδιά σε τόπους ονειρεμένους. Δεν έχετε παρά να κλείσετε τα μάτια, και το καραβάκι που το λένε «Φαντασία» θα σας πάει σε πολιτείες μακρινές, σε νησιά που δεν τα γράφει ο χάρτης, σε χώρες παραμυθένιες. Ανοίξτε ένα βιβλίο...κοιτάξτε μια εικόνα…βυθιστείτε σε μια γλυκιά μελωδία…κι η Φαντασία θα σας πάρει για ταξίδια συναρπαστικά. Κι όταν το βράδυ η κούραση βαραίνει τα βλέφαρά σας, το συννεφένιο καραβάκι είναι και πάλι εκεί, έτοιμο να σας ταξιδέψει στα ωραία όνειρα. Και δεν είναι πια λυπημένο. Γιατί είναι χρήσιμο. Και γεμάτο από γέλια παιδικά!

Βεατρίκη Κάντζολα-Σαμπατάκου, Ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων για το νηπιαγωγείο, ΟΕΔΒ.

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

«ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ»

Πιο επίκαιρο από ποτέ για μένα το ποίημα αυτό του αγαπημένου μου Μενέλαου Λουντέμη… Να δω ως πότε ακόμα θα είμαστε καλά και ως πότε θα μπορούμε να το λέμε…

«ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ»
Είμαι καλά, Μητερούλα ... αυγή μου...
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ' τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει ... Μάνα ...
Τρεμούλα των χεριών ...
Χρόνια που ξεφεύγετε απ' την μπόλια ...
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου ...
Είμαι καλά.

«Πρώτον, Σεβαστή μου ...»
«Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω ...» Και δεν ρωτώ τίποτα.

Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι «Είναι καλά ...»
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ' τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.

«Πρώτον, Μητερούλα ... Υγείαν έχω»
Και το στήθος μού φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
«Πρώτον, Μητερούλα ...»Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.

Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
«Είμαι καλά».

Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω ...
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα «Είμαι καλά»
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.

Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα:
«Είμαι καλά».

Ξέρω, αχ, Μητερούλα ...
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου ...
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από 'δω ...
«Είμαι καλά».

Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να 'ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα ...
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου"
«Είμαι καλά».

Είμαι καλά ... Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά ... Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά ... Αφού αραδιάζω στο χαρτί,
«Είμαι καλά».

Αχ, να μπορούσα να 'χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα 'χυνα στο διάστημα ...
Για να 'ρχονται - κι όταν εγώ δεν θ' ανασαίνω.
Να 'ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούμε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
«Είμαι καλά».

Μανούλα εσύ ... Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών ...
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου ...
Και διάβασε πάνω στ' άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ' την καρδιά μου:
Μάνα ... Αχ ... Μάνα, Μάνα ...
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ' το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε κατ' απ' το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα ...
Πες πως ξύπνησες απ' όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ ... ησύχασε, Μανούλα.
«Είμαι καλά»
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά...

Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι' αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ' αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ' αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκροί του
ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ

Όλοι λίγο πολύ γνωρίζουν πως ο Λουντέμης έκανε εξορία. Και όλοι λίγο πολλοί γνωρίζουν πως το μόνο που επιτρεπόταν στους εξόριστους ήταν να στέλνουν στους δικούς τους ένα δελτίο στο οποίο έλεγαν ότι είναι καλά. Κάθε τι άλλο λογοκρινόταν και δεν στελνόταν ποτέ.

Ο συγγραφέας, λοιπόν, «σε μία έκρηξη καρδιάς και ψυχής κάθησε κι έγραψε στην Μακρόνησο επιστολή προς τη Μάνα. Δεν την έστειλε στη μάνα του, μα στη μητέρα του συνεξόριστου Μάνου Κατράκη, την οποία αποκαλούσε ηρωίδα και λάτρευε»
ΦΩΤΗΣ ΣΙΟΥΜΠΟΥΡΑΣ, Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης, εκδόσεις Δωρικός

ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ;

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Τα τριανταφυλλάκια


Τέλειωσα επιτέλους την τριλογία με τα τριανταφυλλάκια της Τζένιφερ Ντόνελι. Πρόκειται για τα:

1.Το τριανταφυλλάκι
(800 σελίδες!)
«Ανατολικό Λονδίνο 1888. Ένα μέρος όπου ληστές, μπράβοι, πόρνες και συνηθισμένοι άνθρωποι ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή, κι όπου τις νύχτες τριγυρίζει ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης.
Εκεί, δίπλα στα νερά του Τάμεση, μια έξυπνη και θαρραλέα κοπέλα τολμάει να κάνει όνειρα για μια ζωή μακριά από τις ετοιμόρροπες αποβάθρες, τα βρομερά σοκάκια και τη θλίψη της φτωχογειτονιάς.
Η Φιόνα Φίνεγκαν αγωνίζεται μαζί με τον αγαπημένο της για ένα καλύτερο αύριο. Η σκληρή ζωή όμως θα τους χωρίσει. Εκείνη θα βρεθεί στη Νέα Υόρκη, εκείνος θα μείνει πίσω στο Λονδίνο. Κυνηγημένοι από τα φαντάσματα του παρελθόντος, θρηνώντας αγαπημένους νεκρούς, θα προκόψουν κι οι δυο, και μέσ' από μια θανάσιμη αναμέτρηση με το παρελθόν, θ' ανοίξουν δρόμο για το μέλλον.»

2.Τριαντάφυλλο του χειμώνα(928 σελίδες!)
« Στα 1900 οι ευπρεπείς γυναίκες δεν κυκλοφορούσαν στους επικίνδυνους δρόμους του ανατολικού Λονδίνου. Aλλά η Ίντια Tζόουνς ήταν ξεροκέφαλη: είχε σπουδάσει ιατρική και ήταν αποφασισμένη να προσφέρει τις υπηρεσίες της εκεί που τη χρειάζονταν περισσότερο.
Σ' αυτούς τους άθλιους δρόμους η Ίντια γνωρίζει -και του σώζει τη ζωή- τον πιο διαβόητο γκάνγκστερ του Λονδίνου. O Mαλόουν, σκληρός, βίαιος, ακαταμάχητα ελκυστικός, είναι το αντίθετο του συγκρατημένου αριστοκράτη αρραβωνιαστικού της.
H Ίντια, παρά τη θέλησή της, συνδέεται ολοένα περισσότερο μαζί του, παρασυρμένη από τη γοητεία του αλλά και γεμάτη ερωτηματικά για το κρυφό παρελθόν του.»

και
3.Το άγριο τριαντάφυλλο (768 σελίδες!)
«Λονδίνο 1914. Η αυτοκρατορία που έφτιαξε η Φιόνα Φίνεγκαν, δημιουργώντας το μεγαλύτερο οίκο τσαγιού στον κόσμο, εξακολουθεί να αναπτύσσεται. Δίπλα της ο σύζυγός της, ο Τζο, δίνει κι αυτός τη μάχη του ως βουλευτής των Εργατικών για τα δίκαια των ανθρώπων που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Καθώς ξεσπάει ο πόλεμος, ένα άλλο αγαπημένο πρόσωπο της Φιόνας, ο αδελφός της Σέιμους, θα κληθεί να δώσει τη δική του μάχη στους ωκεανούς, υπηρετώντας την πατρίδα του ως αξιωματικός στο Βρετανικό Πολεμικό Ναυτικό. Όμως ούτε οι φλόγες του πολέμου θα σβήσουν από την καρδιά του τον έρωτά του για τη Γουίλα Όλντεν, η οποία δεν τον έχει συγχωρήσει που της έσωσε τη ζωή όταν έχασε το πόδι της στο Κιλιμαντζάρο, και τώρα αγωνίζεται κι αυτή για την Αγγλία στις ερήμους της Μέσης Ανατολής.
Με φόντο τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον αγώνα των γυναικών να κατακτήσουν δικαίωμα ψήφου και τις σκληρές δοκιμασίες των εξερευνητών στους πόλους και στις ερήμους, η ευτυχία των Φίνεγκαν δοκιμάζεται. Όμως ούτε ο πόλεμος, ούτε ο διπλός κατάσκοπος Μαξ φον Μπραντ, ούτε ο υπόκοσμος του Λονδίνου θα καταφέρουν να λυγίσουν την οικογένεια.»

Νομίζω ότι το καλύτερο από τα τρία είναι με διαφορά το πρώτο. Ακολουθεί το δεύτερο. Το τρίτο, αν και κινείται στο ίδιο μοτίβο με τα άλλα δύο, νομίζω πως γράφτηκε λίγο πιο βιαστικά και δεν είναι τόσο προσεγμένο. Πάντως ειλικρινά συγχαρητήρια στη συγγραφέα, γιατί μελέτησε πολύ και για τα τρία βιβλία και αυτό είναι εμφανέστατο. Θα τα ξαναδιάβαζα ευχαρίστως!!

ΚΡΙΤΙΚΕΣ


«Η Ντόνελι ολοκληρώνει την «τριλογία του Τριαντάφυλλου» με τη σαρωτική μεγαλοπρέπεια ενός επικού ρομαντικού μυθιστορήματος, την τραγωδία και το θρίαμβο μιας κλασικής σάγκα, και την περιπετειώδη δράση ενός θρίλερ. Οι χαρακτήρες της ξεπετάγονται τρισδιάστατοι μέσ’ από τις σελίδες, οι ιστορικές λεπτομέρειες μπερδεύονται με τις προσωπικές τους ιστορίες και η δράση τυλίγει τους αναγνώστες μεταφέροντάς τους από την προπολεμική Αγγλία, μέχρι πέρα στα Ιμαλάια και τις αφρικανικές ερήμους».
Romantic Times

«Οι αναγνώστες χαιρετούν τους παλιούς τους φίλους σ’ αυτό το τελευταίο μέρος της “τριλογίας του Τριαντάφυλλου” που τοποθετείται στις αρχές του 20ού αιώνα και ολοκληρώνεται με μια παρέλαση από εξερευνητές, περιπετειώδεις τύπους, μετανάστες, εγκληματίες, κατασκόπους και ντιλετάντες της υψηλής κοινωνίας. Η Ντόνελι πλέκει έξυπνα τις ιστορίες από το Τριανταφυλλάκι (2002) και το Τριαντάφυλλο του χειμώνα (2008) για να μας θυμίσει τι προηγήθηκε απ’ αυτή την ακόμη περισσότερο θυελλώδη και γοητευτικά μεγάλη σάγκα».
Booklist

«Καταιγιστική δράση… Απολαύστε το ταξίδι: περισσότερες από εξακόσιες σελίδες γεμάτες ρομαντικούς έρωτες, περιπέτειες και θριάμβους, κινηματογραφικά σκηνικά, ασταμάτητη αγωνία κι ανατροπές».
Publishers Weekly

Πληροφορίες Συγγραφέα

E-mail: jen@jenniferdonnelly.com

Site: http://www.jenniferdonnelly.com/


Η Τζένιφερ Ντόνελι (Jennifer Donnely) γράφει βιβλία για παιδιά και μεγάλους. Ζει στο Μπρούκλιν και το Καλικούν της Νέας Υόρκης. Από τις εκδόσεις Ωκεανίδα κυκλοφορούν τα μυθιστορήματα Το Τριανταφυλλάκι,, Τριαντάφυλλο του χειμώνα και Επαναστατημένες Ζωές.

http://www.oceanida.gr/site/index.php?option=com_virtuemart&page=shop.Φmanufacturer_page&manufacturer_id=241&Itemid=85&vmcchk=1&Itemid=85

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Οδός ποιητών

Τι ζητώ

Κουβάρι
οι προσευχές
ψιθυρίζουν
φοβισμένες.

Ανόητα Εγώ
πνίγονται,
δίχως ποτέ
να μάθεις
τι ζητώ.

Σμιλεύω

Σμιλεύω
όνειρα πλατιά
να γίνουν
αστροναύτες.

Σμιλεύω
ελπίδες φωτεινές
να γίνουν
επαναστάτες.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΡΑΝΙΩΤΗΣ-Οδός ποιητών, Ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου, εκδόσεις Μαλλιάρης-Παιδεία