Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός

«Ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός, εμφανίστηκε στα γράμματα μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την Ομάδα των Νέων Λογοτεχνών, που έβγαζε το περιοδικό ΘΕΜΕΛΙΟ.
Δημοσίευσε και τύπωσε τα πρώτα του βιβλία ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ και ΟΡΟΠΕΔΙΟ.
Μετά από επαναληπτικές εκδόσεις των έργων του, από το 1971, τύπωσε τέσσερα νέα βιβλία ποίησης και ένα ευρύ φιλοσοφικό δοκίμιο.
Ζει μόνιμα στην Αθήνα και εκτός από την ποίηση «αναστήλωσε» και παρουσίασε εικόνες της Επτανησιακής Σχολής»

Μιχάλης Κατσαρός, κατά σαδδουκαίων, εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος, Αθήνα, 1994

Τα δύο παρακάτω ποιήματα ανήκουν στην συλλογή Κατά Σαδδουκαίων(α΄ έκδοση 1953)

ΟΤΑΝ…
Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
όταν ακούω σένα να μιλάς
εγώ πάντα σωπαίνω.

Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια και μια ζωή με τάξη
όταν ακούω να γελούν
όταν ακούω πάλι να μιλούν
εγώ πάντα σωπαίνω.

Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
θ' ανοίξω το στόμα μου
θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
οι νέοι έξαλλοι θ' ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.

Πάλι σας δίνω όραμα.

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ*
Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σ' αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός .
Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πoλυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί- εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χαιρετάει απ' την εξέδρα ώρες
ατέλειωτες τις παρελάσεις
σ' αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

Αντισταθείτε πάλι σ' όλους αυτούς που λέγονται
μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ' όλα τ' ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σ' όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό
αρχηγό τους.

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη
διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ' αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σ' όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.

*Το ποιήμα αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Δημοκρατικός Τύπος, λογοκριμένο από προοδευτικό διανοούμενο. Αναγκάστηκα να διαμαρτυρηθώ στο επόμενο φύλλο της ίδιας εφημερίδας με το Υστερόγραφο, λέει ο ποιητής.
(Οι στίχοι που θεώρησε σκόπιμο να παραλείψει η εφημερίδα ήταν οι εξής:
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σ' αυτόν που χαιρετάει απ' την εξέδρα ώρες
ατέλειωτες τις παρελάσεις
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη
διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών

στα θούρια)


ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί
-καθώς διαβάστηκε-
ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
Πριν διαβαστεί όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.

Η διαθήκη μου για σένα και για σε
χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.
Αλλάξανε φράσεις σημαντικές
ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο
εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς
τη νέα βουή στα δάση
τον άνεμο τον σκότωσαν –
τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα
ποιος είναι αυτός που πνίγει.

Και συ λοιπόν
στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις
από φωνή
από τροφή
από άλογο
από σπίτι
στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:

Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Αναφορά στον Γκρέκο

Πρόκειται για το τελευταίο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη. Ένα βιβλίο αυτοβιογραφικό για χάρη του οποίου ζητούσε «δέκα χρόνια ακόμα διορία από το Θεό», για να το τελειώσει, «να πει ό, τι είχε να πει, «ν΄ αδειάσει». Να ρθει ο Χάρος να πάρει μοναχά ένα τσουβάλι κόκαλα». Πυκνογραμμένο, ενδιαφέρον, βαθυστόχαστο και δύσκολο σε σημεία, ευχάριστο και πιο απλοϊκό σε άλλα, πάντως βιβλίο που κατά την γνώμη μου πρέπει οπωσδήποτε να διαβαστεί από βιβλιόφιλους και λάτρεις του Καζαντζάκη (και όχι μόνο-και από ανθρώπους που θέλουν να πάνε ένα βήμα παραπέρα). «Αλήθεια και μύθος ανακατωμένα. Πολλή αλήθεια, ελάχιστη φαντασία. Μερικές ημερομηνίες παραλλαγμένες. […] Μα ένα είναι βέβαιο. Την Αναφορά, αν ήταν να την ξαναγράψει, θα την άλλαζε. Πως θα την έκανε ακριβώς δεν ξέρουμε. Θα την πλούτιζε. Κάθε μέρα θυμόταν καινούρια περιστατικά, που τα χε ξεχάσει». Ο συγγραφέας δυστυχώς δεν πρόλαβε να διορθώσει το έργο του, τον θέρισε ο Χάρος, παρά την «ελεημοσύνη» που ζητούσε… Κι όμως η Αναφορά στον Γκρέκο είναι ένα βιβλίο ώριμο, δυνατό, άξιο και αντάξιο του μεγέθους του Καζαντζάκη, και πιστεύω πως η αποστολή του έχει επιτευχθεί στο ύψιστο: είναι σίγουρα ένα «καινούριο σκαλοπάτι για ν΄ ανέβουμε πιο ψηλά»…

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

-Θα βρεις λοιπόν, αναγνώστη, στις σελίδες ετούτες την κόκκινη γραμμή, καμωμένη από στάλες αίμα μου, που σημαδεύει την πορεία μου ανάμεσα στους ανθρώπους, στα πάθη και στις ιδέες. Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του ανθρώπου σηκώνει το σταυρό του κι ανεβαίνει το Γολγοθά του΄ πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζουνται στη μέση της πορείας και δε φτάνουν στην κορφή του Γολγοθά –θέλω να πω στην κορφή του χρέους τους- να σταυρωθούν, ν΄ αναστηθούν, και να σώσουν την ψυχή τους. Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν, και δεν ξέρουν πως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης΄ άλλον δεν έχει.

-Μικρή αστραπή η ζωή μας, μα προφταίνουμε.

-Αριά και που μια γλυκιά φωνή γρικιέται στη μέση μέση της καρδιάς μου: «Μη φοβάσαι, θα κάμω νόμους, θα βάλω τάξη, είμαι ο Θεός, έχε εμπιστοσύνη». Μα ολομεμιάς βαρύ μουγκρητό από τα νεφρά μου, κι η γλυκιά φωνή λουφάζει: «Μην καυκιέσαι΄ θα ξεκάμω τους νόμους σου, θα χαλάσω την τάξη σου, θα σε αφανίσω΄ είμαι το χάος!»

-(όταν ήταν μικρός και είδε το κρανίο μιας γειτόνισσας που είχε πεθάνει άρχισε να θρηνεί και να φωνάζει)
-Γιατί κλαις; Τι ήθελες; Πέθανε΄ όλοι θα πεθάνουμε.
Μα εγώ θυμόμουν τα ξανθιά μαλλιά της, τα κόκκινα χείλια που με φιλούσαν, τα μεγάλα μάτια της, και τώρα…
-Και τα μαλλιά της;, φώναζα, τα χείλια της, τα μάτια…;
-Πάνε, πάνε… Τα φαε η γης.
-Γιατί; Γιατί; Δε θέλω!
Ο θείος μου σήκωσε τους ώμους:
-Σαν μεγαλώσεις θα μάθεις γιατί!
Δεν το μαθα ποτέ μου. Μεγάλωσα, γέρασα, δεν το μαθα ποτέ μου.

-…Κοιτάζαμε τον δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο΄ γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολείο με το κεφάλι σπασμένο.
Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι΄ το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν΄ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολείου και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο:
-Σώπα, δάσκαλε, φώναξε΄ σώπα, δάσκαλε, ν΄ ακούσουμε το πουλί!

-…όλο τον πόνο και τον αγώνα η ποίηση μπορεί να τον μετουσιώσει σε όνειρο και ν΄ αθανατίσει όσο εφήμερο μπορεί, κάνοντάς το τραγούδι.

-«Τούτο να κάμεις, τούτο να μην κάμεις, τράβα, μη σταματάς και μη φωνάζεις΄ ένα είναι το χρέος σου: να φτάσεις ως την άκρα. –Ποιάν άκρα;, τη ρωτούσα. –Μη ρωτάς΄ προχώρα!»

-Μια γριούλα που πέρασε, στάθηκε, ανασήκωσε από το καλάθι που κρατούσε μερικά συκόφυλλα που το σκέπαζαν, διάλεξε και με φίλεψε δυο σύκα.
-Με γνωρίζεις, κυρά μου;, τη ρώτησα.
Με κοίταξε ξαφνιασμένη.
-Όχι, παιδί μου΄ είναι ανάγκη να σε γνωρίζω για να σε φιλέψω; Άνθρωπος δεν είσαι; Άνθρωπος είμαι κι εγώ΄ δε φτάνει;
-Τι όνομα δίνεται στο Θεό, γέροντα;, ρώτησε ο αβάς.
-Δεν έχει όνομα αποκρίθηκε ο δερβίσης΄ δε χωράει ο Θεός σε ονόματα. Το όνομα είναι φυλακή, ο Θεός είναι λεύτερος.

-…η ευτυχία απάνω στη γης είναι κομμένη στο μπόι του ανθρώπου΄ δεν είναι σπάνιο πουλί να το κυνηγούμε πότε στον ουρανό, πότε στο μυαλό μας΄ η ευτυχία είναι ένα κατοικίδιο πουλί στην αυλή μας.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Ανόητο τραγούδι

Μητέρα
θέλω να γίνω ασήμι.

Γιέ μου
θα κρυώσεις πολύ.

Μητέρα
θέλω να γίνω νερό.

Γιέ μου
θα κρυώσεις πολύ.

Μητέρα
κέντησέ με επάνω
στο μαξιλάρι σου.

Ω γιέ μου
αμέσως!

Φρ. Γκ. Λόρκα

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Σαρκοφάγοι

Οι Σαρκοφάγοι είναι μία ακόμη αυτοβιογραφική τριλογία μυθιστορημάτων του Μενέλαου Λουντέμη. Πρόκειται για τα:

1.Το κρασί των δειλών(Σαρκοφάγοι Ι)
2.Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα(Σαρκοφάγοι ΙΙ)
3.Ο άγγελος με τα γύψινα φτερά(Σαρκοφάγοι ΙΙΙ)

Είναι οι περιγραφές όλων όσων πέρασε ο συγγραφέας όταν ήταν εξόριστος και η προσπάθειά του να διασώσει και να μεταφέρει στο αναγνωστικό κοινό τα γραπτά ενός άλλου συνεξόριστου του, του Κλεομένη Μολυβά.

ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΩΝ ΔΕΙΛΩΝ

-Η ζωή για να προστατευθεί απ΄ τους δειλούς της φκιάχνει τους γενναίους της. Η Τυραννία όμως επεμβαίνει και τους αποσπά. Γιατί η μάζα των δειλών είναι το μόνο στρώμα απ΄ όπου αντλεί τα στηρίγματά της. Στηρίγματα όμως τόσο απατηλά θα είχαν από καιρό καταρρεύσει και διαλυθεί μες στο φόβο τους, αν δεν βρίσκονταν σε διαρκή κατάσταση μέθης. Μα το μόνο κρασί που τους μεθά είναι το αίμα των αθώων-το «κρασί των δειλών».

-Και για τον Ίκαρο, μπάρμπα Αυγουστή, που έχουν να λένε, εσύ τι ξέρεις γι΄ αυτόν;
-Για το Νίκαρο; Να σου πω και για τον Νίκαρο. Ζούλια είναι παιδί μου στη μέση. Τίποτις άλλο.
-Ζήλεια; Από ποιόν;
-Απ΄ το Θεό. Αμ τι θάρρεψες μόνο οι άνθρωποι είναι ζουλιάρηδες; Αν θέλεις να ξέρεις οι θεοί είναι ζουλιαρόγατοι. Ναισκέ!
-Εσύ ξέρεις. Εγώ δεν τους γνωρίζω. Αν θέλεις όμως πες μου.
-Να σου πω. Που λες… αυτός ο Νίκαρος, ο δικός μας, ήταν μυαλό μεγάλο… τέτοιο μυαλό, που κάποτες ο θεός τα εβρήκεν σκούρα. «Βρε…λέει, να ιδείς που αυτός ο μπάσταρδος…»
-Έτσι είπε; «Αυτός ο μπάσταρδος;»
-Τα ίδια του τα λόγια. «Να ιδείς, που αυτός ο μπάσταρδος, θα μου κάνει καμιά χαλάστρα. Πάει να με ξεφτελίσει μπροστά στους ανθρώπους.»
-Και γιατί, μπάρμπα Αυγουστή, τον είχε αυτό τον φόβο;
-Γιατί; Χε χε… Άκου να δεις. Γιατί ο δικός σου, ο Νίκαρος, είχε ένα σκέδιο. Σκέδιο σπουδαίο! Ήθελε ν΄ ανεβεί στον ουρανό να πιάσει το θεό απ΄ τα γέναι και να τον κατεβάσει στη γη. «Θα σας τονε φέρω, τους λέει, δεμένο εδώ μπροστά σας, για να δείτε τι κιοτής είναι αυτός ο μεγαλοδύναμος και να τον σιχαθείτε». Ο θεός τα χρειάστηκε. «Βρε!, λέει. Δε θέλεις αυτό ο άτιμος να καταφέρει να φτάσει ως εδώ πάνου, να δει τα χάλια μου και να με κάνει ρεζίλι μπρος στους ανθρώπους; Τίποτις! Πρέπει να λάβω τα μέτρα μου!». Πιάνει λοιπόν ο καλός σου και φωνάζει ούλους τους σπιούνους που είχε εδώ κάτου στη γης… (Αυτό το ξέρεις θαρρώ. Δε θα καρτερείς να στο πω εγώ)… Πιάνει λοιπόν και κράζει ούλους τους σπιούνους του και τους λέει: «Παιδιά…. Ειδοποιείστε βασιλιάδες κι αρχοντάδες ότι το και το. Εκεί κάτου στη γης γκιζεράει ένα παλιόκορμο, ένας ρέμπελος, Νίκαρος στ΄ όνομα, που σκορπάει παντού ότι ο κόσμος δεν είναι στρογγυλός σαν τόπι αλλά ίσιος σαν πίτα. Και κρατάει κι ένα μέτρο και μετράει όλους τους ανθρώπους και θέλει να τους βγάλει ίσους. (Γλέπεις η λέξη «νισότης» έκανε τους άρχοντες να λυσσάνε από κείνον τον καιρό…). Αυτός, λέει, θέλει να σας κάνει ή σκαφτιάδες είσαστε ή βασιλιάδες ή γεμιτζήδες ή οργωτήδες –όλους ίσους. Σκυλιά δηλαδή της ίδιας ράτσας… Και θέλει να πάρει και τις κορώνες σας και να τις κάνει κατουρλοκάνατα με το συμπάθειο…». Και ο δείξος… Και ο πείξος… «Και γι΄ αυτό που σας θέλω, πιάστε τον… Πιάστε τον τον κερατά και φάτε του το συκώτι!». Κάηκαν που λες οι εδικοί σου. Τι; Ν΄ αλλάξει την τάξη του κόσμου; Να κάνει την πλάση όλη ίσια σαν πίτα; Θάνατος! Απαράλλαχτα όπως και τώρα. Γιατί, ξέχασα να στο πω, ο Νίκαρος ήταν δικός σας. Εξόριστος δηλαδής. Ο πρώτος – πρώτος εξόριστος σ΄ αυτήν την πλάση… και σε τούτο το νησί.

-Δε λυπάμαι που γεννήθηκα αυτή την εποχή. Αν ήταν να με βάζαν να μπορούσαν να διαλέξω, πάλι αυτήν θα διάλεγα. Ας είναι όλη πιτσιλισμένη με αίματα. Είναι η εποχή που θα πεθάνει η Τυραννία. Και χαίρομαι που βάλαμε και μεις λίγη δύναμη για να κυλιστούν τα φαντάσματα στον γκρεμό. Ένας καινούριος κόσμος θα ξημερώσει αύριο.

ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΑΝΗΣΥΧΑ

-Οι καιροί που οι ήρωες κοιμούνταν ήσυχοι κάτω απ΄ το χώμα τους πέρασαν. Τώρα οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχοι. Γιατί τη θυσία τους δεν την πήραν μαζί τους. Την άφησαν κληρονομιά σ΄ αυτούς που θα ρθουν –όχι για να την κάνουν δύναμη που προλαβαίνει τις-τέτοιες-θυσίες.
Δεν είναι ανάγκη ο τροχός της ιστορίας να βουλιάζει μες στο αίμα για να πάει η ιστορία μπροστά –αν ο Παρθενώνας δεν ξεχάστηκε δεν πρέπει να ξεχαστεί ούτε το Μακρονήσι. Γιατί οι χτίστες του ακόμα δεν ξανάσαναν.

-Το άγνωστο έρχεται καταπάνω μου αφηνιασμένο, χωρίς όνομα, χωρίς διαστάσεις. Μακρονήσι δε θα πει τίποτα. Τα νησιά μονάχα τους δεν μισούν, δεν σκοτώνουν. Δεν έχουν κακία. Όλη την κακία την μάζεψαν –αλίμονο- εκείνοι που απ΄ τ΄ όνομά τους βγήκε η λέξη «ανθρωπισμός».

-Φυλάξου απ΄ τον δυνατό που χει κερδίσει τη δύναμή του άνομα. Την τρέμει πιο πολύ κι απ΄ την αδυναμία του.

-Η αυτοκριτική είναι εφεύρεση για να παραπλανούνται οι άδολοι. Με λίγα λόγια η αυτοκριτική έγινε για να καταργήσει την κριτική. «Δεν σου επιτρέπω να με κρίνεις! Κρίνω μόνος μου τον εαυτό μου. Συνεπούμενα η κριτική είναι περιττή».

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΕ ΤΑ ΓΥΨΙΝΑ ΦΤΕΡΑ

-Μπάρμπα Θύμιο, από πότε είσαι επαναστάτης;
-Από τον καιρό που το μυρίστηκα πως είμαι αδικεμένος.

-Αχ, ευλοημένα δάκρυα… Σκέφτομαι. Αν δεν υπήρχαν κι αυτά πως θα συνεννοούνταν οι καλοί άνθρωποι αναμεταξύ τους;

-Δεν ξέρω αν ο κύκνος πεθαίνει τραγουδώντας,
ούτε κι αν το τραγούδι του λέγεται «Κύκνειο»-
Κι αν είναι καν τραγούδι…
Ξέρω όμως καλά
Πως κανένας ήρωας
δεν θα ταν ήρωας
αν το τελευταίο του τραγούδι
–δεν ήταν τ ρ α γ ο ύ δ ι.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Η Μορφολογική ανάλυση του παραμυθιού κατά τον V. Propp

Όταν διδασκόμουν τις λειτουργίες του Προπ στο Παιδαγωγικό ομολογώ ότι τις έβρισκα μπερδεμένες και κουραστικές. Ξαναδιαβάζοντάς τες, μόνη μου πια, μετά από 8 περίπου χρόνια, διαπίστωσα πως ίσως μπορούν να φανούν χρήσιμες σε ανθρώπους που γράφουν παραμύθια. Ό, τι έχω γράψει ως τώρα (βρίσκεται στο προσωπικό μου αρχείο και τα όνειρα να τυπωθεί αρχίζουν να ξεφτίζουν) γράφτηκε με οδηγό την φαντασία και μόνο και –σε κάποιες περιπτώσεις- με βάση τις εμπειρίες μου από τα παιδιά (όταν δούλευα σε σχολεία). Αν κάποια στιγμή ξαναπιάσω στα χέρια μου χαρτί και μολύβι είτε για να γράψω κάτι καινούριο είτε για να τελειώσω κάτι μισοτελειωμένο, λέω να τις συμβουλευτώ.

Το παρακάτω κείμενο είναι λίγο μεγάλο. Το παραμύθι-παράδειγμα, όχι 100% εύστοχο κατά την γνώμη μου. Οι άνθρωποι όμως που ασχολούνται με το παραμύθι (ανάγνωση ή γραφή), αξίζει να αφιερώσουν λίγο χρόνο και να το διαβάσουν.
«Ο Ρώσος θεωρητικός Βλαντιμίρ Προπ μελετώντας το λαϊκό μαγικό παραμύθι της χώρας του διαπίστωσε ότι, ανεξάρτητα από παραλλαγές, στο σύνολο των μαγικών παραμυθιών, υπάρχουν 31 λειτουργίες που καθορίζουν τη δράση των ηρώων. Τις όρισε ως λειτουργίες των δρώντων προσώπων.


Το περιεχόμενο της λειτουργίας εννοείται ως η ενέργεια ενός δρώντος προσώπου, που ορίζεται από την άποψη της σημασίας της για την πορεία της δράσης. Αυτές αποτελούν μόνιμα και σταθερά στοιχεία του παραμυθιού, ανεξάρτητα από το ποιοι και πως τις επιτελούν. Οι λειτουργίες, επομένως, συγκροτούν τα θεμελιώδη συστατικά μέρη του παραμυθιού.
Παραθέτουμε συνοπτικά τις 31 λειτουργίες των δρώντων προσώπων:

(Αρχική κατάσταση-a)
1.Ένα από τα μέλη της οικογένειας απουσιάζει από το σπίτι (ορισμός: απουσία)
2.Στον ήρωα προβάλλεται μια απαγόρευση (ορισμός: απαγόρευση)
3.Η απαγόρευση παραβαίνεται (ορισμός: παράβαση)
4.Ο ανταγωνιστής επιχειρεί να κάνει ανίχνευση (ορισμός: διερεύνηση)
5.Στον ανταγωνιστή δίνονται πληροφορίες για το θύμα του (ορισμός: εκχώρηση)
6.Ο ανταγωνιστής επιχειρεί να ξεγελάσει το θύμα του, για να γίνει κύριος αυτού ή των υπαρχόντων του (ορισμός: εξαπάτηση)
7.Το θύμα ενδίδει στην απάτη και έτσι παρά τη θέλησή του βοηθάει τον εχθρό (ορισμός: συνενοχή)
8.Ο ανταγωνιστής προξενεί σε ένα από τα μέλη της οικογένειας φθορά ή ζημιά (ορισμός: δολιοφθορά)
9.Κάτι δεν αρκεί σε κάποιο από τα μέλη της οικογένειας, επιθυμεί να έχει κάτι (ορισμός: έλλειψη)
10.Η δυστυχία ή η έλλειψη γνωστοποιείται, απευθύνουν στον ήρωα παράκληση ή εντολή, τον αποστέλλουν ή τον αφήνουν να φύγει (ορισμός: μεσολάβηση, συνδετική στιγμή)
11.Ο ήρωας –αναζητητής συμφωνεί ή αποφασίζει για την αυτενέργεια (ορισμός: έναρξη αυτενέργειας)
12.Ο ήρωας εγκαταλείπει το σπίτι του (ορισμός: αναχώρηση)
13.Ο ήρωας δοκιμάζεται, ρωτιέται, δέχεται επίθεση κλπ, πράγματα που προετοιμάζουν τη λήψη εκ μέρους του ενός μαγικού μέσου ή βοηθού (ορισμός: πρώτη λειτουργία του δωρητή)
14.Ο ήρωας αντιδρά στις πράξεις του μελλοντικού δωρητή (ορισμός: αντίδραση του ήρωα)
15.Στη διάθεση του ήρωα τίθεται το μαγικό μέσο (ορισμός: εφοδιασμός, λήψη μαγικού μέσου)
16.Ο ήρωας μεταφέρεται, παραδίδεται ή οδηγείται στον τόπο όπου βρίσκεται το αντικείμενο της αναζήτησης (ορισμός: τοπική μετακίνησης δύο βασιλείων, ταξίδι με οδηγό)
17.Ο ήρωας και ο ανταγωνιστής του συναντιούνται σε άμεση πάλη (ορισμός: πάλη)
18.Τον ήρωα τον σημαδεύουν (ορισμός: στιγμάτισμα, σημάδεμα)
19.Ο ανταγωνιστής νικιέται (ορισμός: νίκη)
20.Η αρχική δυστυχία ή έλλειψη εξαλείφεται (ορισμός: εξάλειψη της δυστυχίας ή της έλλειψης)
21. Ο ήρωας επιστρέφει (ορισμός: επιστροφή)
22.Ο ήρωας υφίσταται καταδίωξη (ορισμός: καταδίωξη, κυνηγητό)
23.Ο ήρωας σώζεται από την καταδίωξη (ορισμός: διάσωση)
24.Ο ήρωας, αγνώριστο, φτάνει στο σπίτι του ή σε άλλη χώρα (ορισμός: μη αναγνωρίσιμη άφιξη)
25.Ο ψεύτικος ήρωας προβάλλει αβάσιμες απαιτήσεις (ορισμός: αβάσιμες απαιτήσεις)
26.Στον ήρωα τίθεται ένα δύσκολο πρόβλημα (ορισμός: δύσκολο πρόβλημα)
27.Το πρόβλημα λύνεται (ορισμός: λύση)
28.Τον ήρωα τον αναγνωρίζουν (ορισμός: αναγνώριση)
29.Ο ψεύτικος ήρωας ή ανταγωνιστής, ο κακοποιός, ξεσκεπάζεται (ορισμός: ξεσκέπασμα)
30.Στον ήρωα δίνεται μια νέα όψη (ορισμός: μεταμόρφωση)
31.Ο ήρωας παντρεύεται και ανεβαίνει στο θρόνο (ορισμός: γάμος)

Ακολουθεί ένα δείγμα ανάλυσης του παραμυθιού «Ο βασιλιάς βάτραχος» σύμφωνα με τις λειτουργίες των δρώντων προσώπων:

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας βασιλιάς που είχε τρεις θυγατέρες.(κλασικό μοτίβο: βασιλιάς και τρεις κόρες)
Η μικρότερη έπαιζε πάντα κοντά σ΄ ένα πηγάδι, έξω απ΄ το παλάτι, με μια χρυσή μπάλα. Κι όταν κουραζόταν από το παιχνίδι, ξάπλωνε κάτω από μια φλαμουριά, που είχε πολύ σκιά και ξεκουραζόταν. Μια μέρα όμως, εκεί που έπαιζε, της έφυγε από τα χέρια η μπάλα, κι έπεσε στο πηγάδι. (έλλειψη αγαπημένου αντικειμένου)
Κι επειδή δεν μπορούσε να την βγάλει, άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα.
Ξαφνικά, ακούστηκε μια βραχνή φωνή:
-Τι έπαθες, βασιλοπούλα και κλαις; Εκείνη γύρισε να δει ποιος της μιλούσε κι αντίκρισε ένα μεγάλο βάτραχο (είσοδος του δωρητή η οποία γίνεται κανονικά. Τον συναντάει τυχαία η βασιλοπούλα στο δάσος)
-Κλαίω, είπε η βασιλοπούλα, γιατί μου πεσε η χρυσή μου μπάλα στο νερό.
-Εγώ μπορώ να σε βοηθήσω να την ξαναπάρεις, είπε ο βάτραχος. Εσύ όμως τι θα μου δώσεις γι΄ αντάλλαγμα; (διάλογος με τον δωρητή, ο οποίος ζητά αντάλλαγμα)
-‘Ο, τι θέλεις, καλέ μου βάτραχε, απάντησε εκείνη. Να, δες, θα σου δώσω τα φορέματά μου, τα μαργαριτάρια μου και την κορώνα που φορώ. (θετική ανταπόκριση της ηρωίδας)
-Τίποτα απ΄ αυτά δε θέλω, είπε τότε ο βάτραχος. Ωστόσο, αν υποσχεθείς να μ΄ αγαπάς, κι αν δεχτείς να είμαι σύντροφος στα παιχνίδια σου, να κάθομαι στο τραπέζι σου, να τρώω στο χρυσό σου πιάτο, να πίνω από το χρυσό σου ποτήρι και να κοιμάμαι στο κρεβάτι σου, τότε θα σου φέρω τη μπάλα (υποβολή δοκιμασίας από το δωρητή)
-Ναι, καλέ μου βάτραχε, έχεις το λόγο μου. Όλα όσα ζήτησες θα γίνουν, είπε η βασιλοπούλα. Μόνο φέρε, σε παρακαλώ, τη μπάλα μου (δεύτερη θετική ανταπόκριση της ηρωίδας)
Μέσα της όμως κρυφά σκεφτόταν: «Τι ανοησίες μου λέει αυτός ο βάτραχος! Η φύση τον έπλασε να κάθεται ολημερίς με τα άλλα βατράχια στο νερό και να κράζει. Πως είναι δυνατόν να κάνει παρέα με τους ανθρώπους;» (αλαζονική σκέψη ηρωίδας-αρνητική αντίδραση της ηρωίδας)
Ωστόσο, ο βάτραχος είχε κιόλας βουτήξει στο νερό κι έφερε τη χρυσή μπάλα. Γεμάτη χαρά η βασιλοπούλα πήρε τη μπάλα κι έφυγε τρέχοντας για το παλάτι (εξάλειψη της δυστυχίας ή της έλλειψης)
-Έι, περίμενέ με!, φώναξε πίσω της ο βάτραχος. Εγώ δεν μπορώ να τρέχω! Εκείνη όμως δεν του έδωσε σημασία, και, πριν βραδιάσει, τον είχε κιόλας ξεχάσει. (αθέτηση της υπόσχεσης)
Την άλλη μέρα, όμως, την ώρα του φαγητού, άκουσαν στις σκάλες ένα θόρυβο –πλατς πλατς- και σε λίγο, ακούστηκαν χτύποι στην πόρτα.
-Βασιλοπούλα μου μικρή, ακούστηκε μια φωνή, άνοιξέ μου. Εκείνη έτρεξε, άνοιξε την πόρτα κι αντίκρυσε κοντά της τον βάτραχο. Τρομαγμένη του έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα και γύρισε πίσω στο τραπέζι .(λεπτομέρειες σχετικές με την αρνητική αντίδραση της ηρωίδας)
Ο πατέρας της, ο βασιλιάς, βλέποντας την ταραχή της, κάτι κατάλαβε, και την ρώτησε ποιος είχε χτυπήσει την πόρτα. (εμφάνιση πατέρα βασιλιά ως βοηθού που δίνει εξέλιξη στην πλοκή)
Η βασιλοπούλα είπε τότε στον πατέρα της την ιστορία, και πως ο βάτραχος ήθελε σαν αντάλλαγμα να μένει μαζί της στο παλάτι. (διπλασιασμός της αξίωσης του δωρητή-ανταλλαγή)
Ο βασιλιάς της μίλησε αυστηρά, και της είπε ότι έπρεπε να κρατήσει το λόγο της. (διδακτικός λόγος του βοηθού-πατέρα-βασιλιά)
Έτσι, η βασιλοπούλα, αναγκάστηκε ν΄ ανοίξει. Ο βάτραχος πλησίασε, ανέβηκε πάνω στο τραπέζι και άρχισε να τρώει. (λεπτομέρειες σχετικές με την αξίωση του δωρητή-ανταλλαγή)
-Τώρα που έφαγα και χόρτασα, είπε ο βάτραχος στη βασιλοπούλα, πάμε να κοιμηθούμε στο μεταξένιο κρεβάτι σου. Εκείνη άρχισε να κλαίει και φοβόταν να πιάσει τον κρύο βάτραχο. Ξανά όμως ο βασιλιάς θυμωμένος και της είπε:
-Μην ξεχάσεις ποτέ αυτό που έταξες. Πρέπει να το κάνεις. Αν δεν ήθελες, να μην έδινες το λόγο σου. (διπλασιασμός για την τήρηση της υπόσχεσης και ανταμοιβή του βάτραχου)
Τι να κάνει η βασιλοπούλα; Έπιασε το βάτραχο με τα δυο της δάχτυλα, και τον απόθεσε σε μια γωνιά του δωματίου της. Μετά πήγε στο κρεβάτι της να κοιμηθεί. (Η υπόσχεση σιγά-σιγά ολοκληρώνεται. Θετική αντίδραση της ηρωίδας)
Μόλις, όμως, κάθησε στο κρεβάτι πλησίασε ο βάτραχος και της είπε:
Είμαι πολύ κουρασμένος και θέλω να κοιμηθώ όπως εσύ. Ξεχνάς τι μου έταξες; Πάρε με λοιπόν κοντά σου, γιατί θα πω στον πατέρα σου πως δεν κάνεις αυτά που υποσχέθηκες σε μένα, που σ΄ ευεργέτησα. (απειλή)
Τότε η βασιλοπούλα θύμωσε, άρπαξε τον βάτραχο και τον πέταξε, μ΄ όλη της τη δύναμη, απέναντι στον τοίχο.
-Α, δεν υποφέρεσαι πια με τα καμώματά σου! Φώναξε η βασιλοπούλα. Τώρα θα ησυχάσεις, θες δε θες! Επιτέλους να μπορέσω και εγώ να κοιμηθώ ήσυχη. Ο βάτραχος, που είχε χτυπήσει στον τοίχο άφηνε μικρές κραυγές. (λεπτομέρειες σχετικά με τη συνέχιση της αρνητικής αντίδρασης της ηρωίδας)
Στο μεταξύ η βασιλοπούλα πλησίασε στο κρεβάτι της και αποκοιμήθηκε. Ο βάτραχος κλαψούρισε λιγάκι ακόμα πονεμένα αλλά, στο τέλος αποκοιμήθηκε και αυτός. Ωστόσο, στη διάρκεια της νύχτας ο μικρούλης βάτραχος μεταμορφώθηκε σ΄ ένα λυγερόκορμο παλικάρι, ένα πανώριο βασιλόπουλο. (μαγική μεταμόρφωση του δωρητή σε ήρωα του παραμυθιού)
Σαν ξύπνησε η βασιλοπούλα και τον είδε, θαμπώθηκε από την ομορφιά του. Τότε το βασιλόπουλο της διηγήθηκε πως πριν πολλά χρόνια, τον είχε μαγέψει μια κακιά μάγισσα, αλλά επειδή αγάπησε αυτήν, λύθηκαν τα μάγια.(η αγάπη ως μαγικός καταλύτης: η αγάπη σταματά κάθε κακό)
Αμέσως μετά την ζήτησε σε γάμο, και η βασιλοπούλα δέχτηκε, μ΄ όλη της την καρδιά. Έτσι, την άλλη κιόλας μέρα θα έφευγαν για το βασίλειό τους…
Σαν έφτασαν στο νέο τους βασίλειο έκαναν τους γάμους και έζησαν, πια την υπόλοιπη ζωή τους, αγαπημένοι και ευτυχισμένοι. (ο γάμος)

Η κατανομή των δρώντων προσώπων παρουσιάζει στο μαγικό αυτό παραμύθι αρκετό ενδιαφέρον εξαιτίας της ιδιομορφίας του. Αρχίζει κανονικά να εξελίσσεται μετά την αρχική κατάσταση’ ωστόσο οι κύκλοι δράσης των δρώντων προσώπων αλληλοεπικαλύπτονται λόγω των λεπτομερειών και των διπλασιασμών των λειτουργιών των δρώντων προσώπων.
Η είσοδος του δωρητή (μεταμορφωμένος βάτραχος) γίνεται κανονικά, ενώ οι αντιδράσεις της ηρωίδας (βασιλοπούλα) κατά την πορεία της δράσης περνούν από τη θετική ανταπόκριση ως την τέλεια άρνηση. Όταν όμως η έλλειψη εξαλείφεται και ικανοποιείται η επιθυμία της βασιλοπούλας που αθετεί την υπόσχεσή της, στην πλοκή εμπλέκεται ο βασιλιάς –πατέρας της ως βοηθός, για να μετατρέψει με νουθεσίες και υπομνήσεις την αρνητική της στάση. Στις επίμονες ενέργειες του βατράχου που με την απειλή μεταβάλλεται σε εχθρικό δωρητή δεν κάμπτεται η βασιλοπούλα 9αντιδραστική ηρωίδα) παρά μόνο μετά από τη μαγική μεταμόρφωση του δωρητή βατράχου σε ήρωα βασιλόπουλο με το μαγικό φίλτρο της αγάπης. Και το παραμύθι κλείνει με δόξες και αγάπες και την αγαθή αισιοδοξία του ευοίωνου μέλλοντος, όπως σχεδόν όλα τα παραμύθια.»

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΚΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ, Άρθρα και μελετήματα για την παιδική λογοτεχνία, εκδόσεις Δημ. Κ. Σαλονικίδη, Θεσσαλονίκη, 1999.

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Ο κύκλος της χαράς

Ο κύκλος της χαράς
Κάποια μέρα ένας χωρικός χτύπησε δυνατά την πόρτα ενός μοναστηριού. Όταν ο αδελφός θυρωρός άνοιξε, εκείνος του έδωσε ένα θαυμάσιο τσαμπί σταφύλια.
-Αγαπητέ αδελφέ θυρωρέ, αυτά είναι τα πιο ωραία σταφύλια του αμπελιού μου. Ήρθα εδώ να σου τα χαρίσω.
-Ευχαριστώ! Θα τα πάω αυτά στον αβά, θα χαρεί πολύ με τέτοιο δώρο.
-Όχι! Για σένα τα έφερα.
-Για μένα; Ο αδελφός κοκκίνησε, επειδή αισθάνθηκε ότι δεν άξιζε ένα τέτοιο δώρο της φύσης.
-Ναι!, επέμενε ο χωρικός. Γιατί πάντα μου άνοιγες την πόρτα, όταν εγώ χτυπούσα. Όταν χρειαζόμουν βοήθεια, επειδή η σοδειά μου είχε καταστραφεί από την ξηρασία, εσύ μου έδινες κάθε μέρα ένα κομμάτι ψωμί κι ένα ποτήρι κρασί. Θέλω αυτό το τσαμπί σταφύλι να σου φέρει λίγο από την αγάπη του ήλιου, την ομορφιά της βροχής και το θεϊκό θαύμα που το γέννησε τόσο όμορφο.
Ο αδελφός θυρωρός τοποθέτησε το τσαμπί μπροστά του κι όλο το πρωί το θαύμαζε: ήταν πραγματικά όμορφο. Γι΄ αυτό αποφάσισε να παραδώσει το δώρο στον αβά, που πάντα τον ενθάρρυνε με σοφά λόγια.
Ο αβάς χάρηκε πολύ με τα σταφύλια, θυμήθηκε όμως ότι κάποιος αδελφός στο μοναστήρι είχε αρρωστήσει και σκέφτηκε: «Θα του δώσω το τσαμπί. Ποιος ξέρει, μπορεί να φέρει κάποια χαρά στη ζωή του».
Έτσι κι έγινε. Τα σταφύλια δεν έμειναν, όμως, πολλή ώρα στο δωμάτιο του άρρωστου αδελφού, γιατί και κείνος συλλογίστηκε: «Ο αδελφός μάγειρας μ΄ έχει φροντίσει τόσο καιρό, ταΐζοντας με ό, τι καλύτερο. Σίγουρα θα χαρεί».
Όταν το μεσημέρι εμφανίστηκε ο αδελφός μάγειρας με το γεύμα, αυτός του έδωσε τα σταφύλια.
«Είναι για σένα», είπε ο άρρωστος αδελφός. ‘Επειδή πάντα βρίσκεσαι σε επαφή με τα προϊόντα που μας προσφέρει η φύση, θα ξέρεις τι να κάνεις μ΄ αυτό το δημιούργημα του Θεού».
Ο αδελφός μάγειρας έμεινε κατάπληκτος από την ομορφιά του τσαμπιού και σχολίασε με τον βοηθό του πόσο τέλεια ήταν τα σταφύλια. Τόσο τέλεια, που κανείς άλλος δεν θα εκτιμούσε τέτοιο θαύμα της φύσης όσο ο αδελφός σκευοφύλακας, καθώς εκείνος ήτανο υπεύθυνος για τη φύλαξη της Αγίας Μετάληψης και πολλοί στο μοναστήρι τον θεωρούσαν άγιο άνθρωπο.
Ο σκευοφύλακας με τη σειρά του χάρισε τα σταφύλια στον πιο νεαρό δόκιμο, ώστε να καταλάβει εκείνος ότι το έργο του Θεού φανερώνεται στις πιο μικρές λεπτομέρειες της δημιουργίας. Όταν ο δόκιμος τα πήρε, η καρδιά του δόξασε τον Κύριο, επειδή δεν είχε ξαναδεί τόσο όμορφο τσαμπί. Την ίδια στιγμή θυμήθηκε την πρώτη φορά που είχε φτάσει στο μοναστήρι και τον άνθρωπο που του είχε ανοίξει την πόρτα-αυτή η χειρονομία του είχε επιτρέψει να βρεθεί σήμερα σ΄ εκείνη την κοινότητα ανθρώπων που ήξεραν να εκτιμούν τα θαύματα.
Κι έτσι, λίγο πριν νυχτώσει, έφερε το τσαμπί στον αδελφό θυρωρό.
«Να το απολαύσεις», είπε. «Γιατί εσύ περνάς τον περισσότερο χρόνο εδώ ολομόναχος. Αυτά τα σταφύλια θα σε κάνουν να χαρείς».
Ο αδελφός θυρωρός θεώρησε ότι εκείνο το δώρο προοριζόταν πραγματικά για τον ίδιο, απόλαυσε την κάθε ρόγα του τσαμπιού και κοιμήθηκε ευτυχισμένος.
Μ΄ αυτόν τον τρόπο έκλεισε ο κύκλος. Ο κύκλος της χαράς και της ευτυχίας, που πάντα περιτριγυρίζει γενναιόδωρους ανθρώπους».

(Την ιστορία αυτή την βρήκα πριν πολλά χρόνια στην τελευταία σελίδα του «Ταχυδρόμου», όπου αρθρογραφούσε ο Paulo Coelho. Την κράτησα στο αρχείο μου, παρέλειψα όμως δυστυχώς να σημειώσω ημερομηνία και αριθμό τεύχους)

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Όταν...

Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
όταν ακούω σένα να μιλάς
εγώ πάντα σωπαίνω.

Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια και μια ζωή με τάξη
όταν ακούω να γελούν
όταν ακούω πάλι να μιλούν
εγώ πάντα σωπαίνω.

Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
θ' ανοίξω το στόμα μου
θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
οι νέοι έξαλλοι θ' ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.

Πάλι σας δίνω όραμα.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

http://www.youtube.com/watch?v=K10PXzWoSwA&feature=results_video&playnext=1&list=PLAD6D5EA4B416BFEE

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Ο ποιητής Νίκος Παππάς

Τον Νίκο Παππά τον γνώρισα κατά την διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων. (Δυστυχώς δεν είχα την τύχη να τον «διδαχτώ» στο σχολείο. Τέτοιοι ποιητές όχι απλά δεν «διδάσκονται», αλλά ούτε καν αναφέρονται…)

Αυτές τις μέρες τον ξαναθυμήθηκα μέσα από τις σελίδες του Μενέλαου Λουντέμη. Στο βιβλίο «Το κρασί των δειλών» ο συγγραφέας αναφέρεται στην σύλληψή του, στην εξορία του στην Ικαρία και στην δίκη που παραπέμφθηκε κατηγορούμενος «ως οργανωτής τρομοκρατικών ομάδων» στη Σύρο. Ο Λουντέμης, όχι μόνο δεν είχε δικηγόρο, αλλά δεν είχε και κανένα επισκεπτήριο στις φυλακές. Στην επίσκεψη μιας παλιάς του γειτόνισσας ενημερώνεται ότι ο Νίκος Παππάς θέλει να το επισκεφτεί:

«-Μόνο ο Νίκος… συνεχίζει… ο Νίκος Παππάς είναι έτοιμος να ρθει.
-Ο ποιητής;… (Μα… τι είναι αυτός; Είναι φίλος μου; Είναι ήρωας; Τρελός; … Τι μου είναι και θα ξεκινήσει «να ρθει»;)
-Το μαθε πολύ αργά… συνεχίζει η Αγνή.
-Μα… Αγνή. Ο άνθρωπος αυτός, αν θυμούμαι καλά, δεν ήταν ποτέ στενός μου φίλος.
-Είχατε κάνει λάθος. Είπε σε πολλούς να ρθουν γιατί κείνος ήταν πιασμένος σε μια δίκη.»

Τότε πληροφορεί τους συντρόφους και συγκατηγορούμενούς του:

«Θα ρθει μαζί κι ένας φίλος μου ποιητής που κι αυτουνού σήμερα ανακάλυψα τη φιλία του. Ήταν τόσο καλός ποιητής που αμφέβαλα αν μπορούσε να είναι και άνθρωπος. Είναι ψηλός, εριστικός… με εκρηκτικά ξεσπάσματα και με κάποια παιδιάστικη έπαρση. Ένα τικ… μια ξανθοκόκκινη χαίτη… και στίχοι… στίχοι… στίχοι…
Πατέρα…
Σαν έβγαλαν τα κόκαλά σου
η μητέρα ήταν άρρωστη.
Και δεν μπόρεσε να ρθει στο Κοιμητήρι.
Μα κουβεντιάζει κάθε μέρα μαζί σου.
Τα βιβλία σου έγιναν σύνταξη
Και της εξασφάλισαν το ψωμί της
Και το ξανθό μουστάκι σου φύτρωσε
Πα στα χείλη του εγγονού σου.

Ο Πάνος ενθουσιάστηκε.
-Άμα έχεις τέτοια ποιήματα τι να τις κάνεις τις ομοιοκαταληξίες; Μα τον ξέρουμε αυτό τον ποιητή! Έχει παντρευτεί την συμπατριώτισσά μας τη Συριανή… μεγάλη ποιήτρια. Τη Ρίτα.»

Και ο συγγραφέας στο επόμενο κεφάλαιο συνεχίζει:

«Και ήρθε. Και ξαναήρθε. Και στάθηκε δίπλα μου. Και λαχάνιασε. Και ξεσκίστηκε. Και πάλεψε μ΄ όλα του τα σπλάχνα για να ξεμακρύνει απ΄ το στήθος μου την κάνη που με σημάδευε. Άφηνε απάνω το γραφείο του ανοιχτό, τις υποθέσεις του, τις δίκες του. Πολλές φορές έτρωγε μόνο ένα κουλουράκι που έβαζε στην τσάντα του με τα δικόγραφα, κι έτρεχε… έτρεχε… έτρεχε… Με τις βροχές… με τις λάσπες… Χωνόταν σ΄ ένα παλιό λεωφορείο που κουνιούνταν αργά σαν βοιδάμαξα κι έχανε τη μισή μέρα του, μόνο για να ρθει. Μόνο για να τον δω… Να βεβαιωθώ, ότι δεν εγκατέλειψε τη θέση του. Ότι κρατάει φρουρά πλάι στην ψυχή μου. Για να μην τη βρουν μόνη, και τη ρίξουνε… «Αν τον σκοτώσουν, είπε σ΄έναν στρατηγό που έγραφε ποιήματα (το Νίκο Στρατάκη), θα τους παρακαλέσω να ξαναγεμίσουν και να ξαναρίξουνε. Θα ναι η τιμητική ομοβροντία. Και κατόπι θα γυρίσω στο σπίτι μου να κάψω τα χαρτιά μου… Δε θα μπορώ πια να γράφω ποιήματα σ΄ έναν κόσμο βρεγμένον απ΄ τα αίματα των ποιητών».
Αυτό το πάθος το σπαραχτικό… αυτό το κάψιμο… ετούτος ο παραδαρμός… είναι μετάλλια που κανένα χέρι ποτέ δε θα χει το δικαίωμα ν΄ απλώσει και να τ΄ αφαιρέσει απ΄ το στήθος του Νίκου Παππά.»


Μία ολοκληρωμένη παρουσίαση του ποιητή επιχειρείται από τον Ηλία Κεφαλα (Νίκος Παππάς, Μια παρουσίαση από τον Ηλία Κεφαλα, «εκ νέου» Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2002). Μεταφέρω κάποια τμήματά της εδώ:

Ι.Ελάχιστη προσωπογραφία

Μ΄ έναν αρκετά προκλητικό, όσο και σαρκαστικό στίχο από το ποίημα «Για μια ομάδα αμερικανών ποιητών», της συλλογής Το ημερολόγιο ενός βαρβάρου (1957) ο Νίκος Παππάς φωνάζει:
Κύριε Θωμά Έλιοτ μ΄ ακούς;
Είμαι ο Νίκος Παππάς από τα Τρίκαλα!
Το δίστιχο αυτό, χαρακτηριστικό της ιδιοσυγκρασίας και της ποιητικής φυσιογνωμίας του Νίκου Παππά, εξακοντίζεται με τόλμη και αποφασιστικότητα, έτοιμο για μάχη και για σύγκρουση, αλλά, ταυτόχρονα, έτοιμο και για συνθηκολόγηση, κάτω από την κραυγάζουσα και απροσχημάτιστη αγωνία του. Μέσα στις λέξεις του κρύβει τον πόνο για το διχασμό των ανθρώπων, για τη διαφορετικότητα των δρόμων και την απομάκρυνση των ποιητών από το ανθρώπινο συναίσθημα. Διαλαλεί μια πρόσκληση επαναφοράς στη γήινη αλήθεια, δίνει ένα νόημα νουθεσίας, αλλά και συμβιβασμού. Ο Νίκος Παππάς δεν έχει κόμπλεξ κατωτερότητας,. Αισθάνεται αρκετά δυνατός, εξοπλισμένος με εμπειρία και γνώση, με συναίσθημα και λόγο, και γι΄ αυτό καλεί και προσκαλεί όλους τους επιφανείς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Δίνει αδρά στοιχεία της ταυτότητάς του: όνομα, ιδιότητα και συγκεκριμένο χώρο εκκίνησης. Και μέσα στην ποιητική αρένα προσμένει με αυτοπεποίθηση τους κορυφαίοιυς ομοτέχνους του. Εδώ τον Έλιοτ και τον Μαρκ Βαν Ντόρεν, αλλού τον Μαγιακόφσκη και τον Γιεσένιν, άλλες φορές τον Ουίτμαν και τον Μάστερς, δεν ξαχνάει ακόμη τον Ελυάρ και τον Απολλιναίρ, τον Πάουντ και την Αχμάτοβα. Με άλλους συνομιλεί ειρηνικά, με άλλους αντιμάχεται διαλεκτικά.
[…]
Η ποίηση για τον Παππά δεν είναι μόνο τέχνη. Είναι κυρίως αγώνας που προασπίζει την ανθρώπινη υπόθεση. Η ποίηση είναι δόσιμο και θυσία, υπόσχεση και αναμονή του αίσιου. Η ποίηση είναι διαρκής έγερση. Γι’ αυτό μια τέτοια ποίηση μας αφορά όλους. Γι΄ αυτό και ο ποιητικός του λόγος γίνεται προσκλητήριο, συστοιχία φωνών, συνύπαρξη. Με άμεσο τρόπο ο Νίκος Παππάς καλεί και ξανακαλεί τους ποιητές μέσα στα ευρύχωρα ποιήματά του. Τους φιλοξενεί ονομαστικά και τους προτρέπει με ολοκάθαρα μηνύματα. Όλοι είναι τέκαν της ίδιας γης.

Εγώ ο Νίκος Παππάς από τον Μέλανα Δρυμό…
Εγώ ο Μπέρτολδ Μπρεχτ από τα Τρίκαλα…
Ποιος Μπέρτολδ Μπρεχτ;
Ποιος Νίκος Παππάς;

[…]

Ο Νίκος Παππάς συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο εκλεκτών ποιητών της γενιάς του που ανδρώθηκε στον μεσοπόλεμο και χάρισε στην ελληνική ποίηση ανανεωτική φρεσκάδα και γνήσια μηνύματα ανθρωπιάς. Ύμνησε με περισσή δύναμη τα αισθήματα της κοινωνικής αλληλεγγύης, ενώ με τους στίχους του έδωσε συνεχείς μάχες για αξιοπρέπεια και ελευθερία.

[…]

Η ιδιοσυγκρασία του πλημμυριζόταν από έναν άκρατο και υπέρμετρο εγωισμό: επιζητούσε δηλαδή επίμονα και αγωνιωδώς την πρωτοκαθεδρία, τουλάχιστον μέσα στον δικό του πολιτικό και κομματικό χώρο. Και στο σημείο αυτό ξέφευγε ασυναίσθητα από τον πραγματικό δρόμο της τέχνης, αφού αναγκαζόταν συχνά να υπηρετεί αυτές τις ψυχοφθόρες και ματαιόδοξες σκοπιμότητες.

[…]

Όλα αυτά βέβαια έχουν να κάνουν με την πληθωρική υπόσταση του ποιητή και την πηγαία του υπερηφάνεια, την οποία πολλές φορές δεν μπορούσε να ελέγξει.

[…]

Ξαναδιαβάζοντας σήμερα το εν συνόλω έργο του Νίκου Παππά σταματάμε συχνά σε αξιόλογες κορυφώσεις του με πολύ υψηλής ποιότητας λυρικές καταγραφές. Επίσης συγκινούμαστε από τις επίμονες ουμανιστικές του διακηρύξεις που, δυστυχώς για τον κόσμο μας, δεν χάνουν ποτέ τον επίκαιρο και διαχρονικό τους χαρακτήρα.

[…]
Τα ποιήματά του έχουν ένα δύσκολο προσόν: παραμένουν φυσικά, προσγειωμένα στον γήινο φλοιό, δεμένα στη χειροπιαστή πραγματικότητα, χωρίς μεταφυσικές εκτινάξεις και αγωνίες του επέκεινα χώρου. Περικλείουν εσωτερικευμένη ανθρώπινη αγωνία, αλλά οι μεταθανάτιες βολιδοσκοπήσεις και οι πάσης φύσεως αμφιβολίες δεν βαραίνουν τον ποιητικό ειρμό. Ο ποιητικός λόγος δεν προχωράει πέρα από τον θάνατο. Όταν φτάνει εκεί, γυρίζει πίσω για να δει τι μένει, δεν τον νοιάζει τι θα συμβεί εκεί πίσω, πέρα από το έσχατο ορόσημο.

ΙΙ. Η ποιητική του διαδρομή

Ο Νίκος Παππάς (Τρίκαλα 1906-Αθήνα 1997) εμφανίστηκε στα γράμματα το 1928 και σε ηλικία είκοσι δύο ετών, μέσα από τις σελίδες του περιοδικού Νέα Εστία.

[…]

Ο καθηγητής Καριοφύλλης Μητσάκης διαιρεί το έργο του σε τρεις περιόδους:
1. Την πρώτη περίοδο της Καθαρής ή Άδολης Ποίησης (1930-40)
2. Τη δεύτερη Νεορεαλιστική περίοδο (1940-60)και
3. Την Τρίτη Νεουπερρεαλιστική περίοδο (1960-1997)

[…]

Ο Νίκος Παππάς συμπλήρωσε επάξια εβδομήντα χρόνια ποιητικής προσφοράς, με πολλά ποιήματα που θα μας συγκινούν πάντα για την ειλικρίνειά τους, την ορμή τους, την οξυδέρκεια της σκέψης και τον πηγαίο λυρισμό τους.

ΙΙΙ. Το κίνημα του Συνθετικού Ρεαλισμού

Ο «Συνθετικός Ρεαλισμός» ή «Συναισθηματισμός», όπως ονομάστηκε για λόγους προφυλάξεως από τη λογοκρισία της εποχής, είναι το μοναδικό ελληνικό λογοτεχνικό κίνημα, που εμφανίζεται στην ιστορία της λογοτεχνίας μας, με οργανωμένη δράση. Διέθετε, δηλαδή, συλλογική παρουσία, περιοδικό για να εκφραστεί και, πάνω απ΄ όλα, αρχηγό.
Η ιστορία του Συνθετικού Ρεαλισμού διαγράφεται μέσα από τα δέκα τεύχη του περιοδικού Νέοι Ρυθμοί (Μάρτιος 1949-Ιανουάριος 1950) και παρά το πλήθος των έργων, που εντάσσονται στις αρχές του, είναι σχεδόν ταυτόσημος με τη δημιουργική πρωτοβουλία του εμπνευστή του, του Νίκου Παππά.»

Το βιβλίο κλείνει ως εξής:

Η έντονη κριτική που άσκησε σε βάρος της ποίησης του Γιώργου Σεφέρη και του Γιάννη Ρίτσου, καθώς και σε βάρος εκείνων που τους στήριζαν, αλλά και η άμετρη φιλοδοξία του, που του υπαγόρευε διάφορες υποχωρήσεις στην ποιητική και εκδοτική του δράση, του στοίχισε την αποσιώπησή του και τον εν γένει παραμερισμό του έργου του.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Ο Νίκος Παππάς γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας. Το 1927 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και τον ίδιο χρόνο έφυγε για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Γερμανία, όπου παρέμεινε ως το 1928. Από το 1939 και για τριάντα χρόνια άσκησε το δικηγορικό επάγγελμα, ενώ εργάστηκε και στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1928 με τη δημοσίευση ποιημάτων του στο περιοδικό Νέα Εστία και το 1930 κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Μάταια λόγια. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Νέα Εστία, Ελληνικά Γράμματα, Το Ξεκίνημα, Το Νέον κράτος, Νεοελληνικά Γράμματα, Μακεδονικές Ημέρες, Εφημερίδα των ποιητών, Επιθεώρηση Τέχνης και άλλα, όπου δημοσίευσε ποιήματα, μεταφράσεις και δοκίμια. Συνεργάστηκε επίσης με την εφημερίδα Καθημερινή (1935-1940). Υπήρξε εκδότης και διευθυντής στο περιοδικό των Τρικάλων Επαρχία (1931-1932), μέλος της επιτροπής του περιοδικού της Χαλκίδας Νεοελληνικά Σημειώματα (1936), καθώς επίσης των Νέων Ρυθμών (1949-1950) και της Εφημερίδας των ποιητών (1956-1958). Το 1936 παντρεύτηκε την ποιήτρια Ρίτα Μπούμη. Τιμήθηκε με το Α΄ και το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1959 και 1964 αντίστοιχα) και υπήρξε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Μετέφρασε έργα των Μπρεχτ, Ρίλκε, Απολλιναίρ και άλλων, ενώ έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, πολωνικά και ιταλικά. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νίκου Παππά βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Νίκος Παππάς», Η ελληνική ποίηση • Νεωτερικοί ποιητές του Μεσοπολέμου, σ.218-220 (της εισαγωγής) και 370-372. Αθήνα, Σοκόλης, 1979 και Γιάκος Δημήτρης, «Παππάς Νίκος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας11. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.
(http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=319)

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ

"Εφυγε" ο ποιητής Νίκος Παππάς
Κηδεύεται σήμερα, 3.30μ.μ., από το Α' Νεκροταφείο
Φτωχότερη έμεινε η λογοτεχνική οικογένεια της χώρας μας. Ενας από τους σημαντικότερους εκφραστές της νεοελληνικής ποίησης, ο Νίκος Παππάς,δεν υπάρχει πια. Ο πολυδιαβασμένος ποιητής και δραστήριος μελετητής της ελληνικής λογοτεχνίας έφυγε από κοντά μας το πρωί της Δευτέρας, σε ηλικία 91 ετών, δώδεκα χρόνια μετά το θάνατο της συντρόφισσάς του Ρίτας Μπούμη - Παππά.Μαζί αγωνίστηκαν για την πραγματοποίηση των ανθρωπιστικών ονείρων τους. Συμμετείχε ενεργά στους αγώνες του λαού μας για ένα καλύτερο αύριο, ενώ ως συνήγορος υπερασπίστηκε εκατοντάδες αγωνιστές στα έκτακτα στρατοδικεία.
Γεννήθηκε στα Τρίκαλα το 1906, όπου πριν από 70 χρόνια σε συνεργασία με τον Γιάννη Σκαρίμπα εξέδωσε το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό στην περιφέρεια με τίτλο "Επαρχία",το οποίο πρωτοστάτησε στον αγώνα για την πνευματική αφύπνιση της περιφέρειας. Σπούδασε νομικά και η εμφάνισή του στην ποίηση έγινε το 1928 μέσα από τις σελίδες της "Νέας Εστίας".Τρία χρόνια αργότερα δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή "Μάταια Λόγια".Στην Κατοχή εξέδωσε "Το αίμα των αθώων" και το 1946 την "Τετράχρονη Αθήνα".Ακολούθησαν τα έργα του: "Αιχμάλωτοι άγγελοι", "Δώδεκα και πέντε", "Ηρωικό τριαντάφυλλο" (Α Κρατικό Βραβείο Ποίησης) κ.ά. Το 1979 τιμήθηκε με το Α Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το έργο του "Πατρίδα μας".Το έργο του, ιδιαίτερα πλούσιο, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, 20 ποιητικές συλλογές που μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Πολλά από αυτά γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στις βαλκανικές χώρες και έχουν περιληφθεί σε παγκόσμιες ποιητικές ανθολογίες. Υπήρξε αντιπρόεδρος και σύμβουλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.Η κηδεία του θα γίνει σήμερα στις 3.30μ.μ. από το Α Νεκροταφείο Αθηνών.

(http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=3640611&publDate=30/4/1997)

Κλείνω με δύο από τα πιο γνωστά ποιήματά του. Ελπίζω σύντομα να επανέλθω και με άλλα.
ΤΟΥΣ ΚΑΝΩ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΣΑΣ
Τι να τους κάνω τους στίχους σας;
Τραγούδια γεννημένα σε άνετα διαμερίσματα
Ή και σε λόχμες που τις περιφρονεί ο ήλιος
Μεγαλωμένα με ασφάλεια σε μέρες τρόμου
Πλάι σε φυλακές όπου στενάζουν τιμωρημένοι
Ποιητές γιατί ανέπνεαν πλατιά.

Τι να τους κάνω τους στίχους σας;
Το άγχος σας δε με εξαπατά
Η μαθητεία σας στον περσοναλισμό
Δε με γελάνε τα χαμόγελά σας στη θεία ελπίδα
Σαν τη μοιράζουν τα μικρόφωνα της Κυριακής,
Ο πανικός σας μπροστά στο δικό σας θάνατο
Η αδιαφορία μπροστά στο θάνατο των άλλων.

Τι να τους κάνω τους στίχους σας;
Δε μπορώ να παίζω μ΄ εύθραυστα παιχνίδια
Με χάρτινα λουλούδια να στολίζομαι
Μισώ τα γλυκερά τα χρώματα κι ανοίγω
Τα μπράτσα μου να χαιρετίσω τις κατεβασιές
Μου παίρνουν με ιαχές τους προαιώνιους δρόμους
Ντυμένες μπλούζες με το χρώμα της αυγής.

Τι να τους κάνω τους στίχους σας;
Προσμένω να ιδώ φεγγάρια να πέφτουνε στα βάραθρα
Κόσμο σακάτη ν΄ αρματώνεται μ΄ αχτίνες
Περιμένω την εποχή ν΄ αλλάξει φόρεμα
Περιμένω έναν κατακλυσμό να ξεδιψάσω
Τις σάλπιγγες που δεν ανέχεται η ακοή σας.

Τι να τους κάνω τους στίχους σας;
Φορώ γιακά την άσπρη σφαγή και με πνίγει
Έχω στην καρδιά μου την έκρηξη της Χιροσίμα
Έχω στα μάτια μου την έρημο της Νεβάδα
Νιώθω το κρύο εκατομμυρίων αστέγων
Έχω την περηφάνια των παιδιών που προτίμησαν το μαρτύριο
Και της συκοφαντίας σας τη μαχαιριά στις πλάτες.

Τι να τους κάνω τους στίχους σας;

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
«Λεπτοί και μακρουλοί στίχοι σαν οδοντογλυφίδες.
Όπου βρω τον Πούσκιν θα τον σκοτώσω».
Μαγιακόφσκυ

Βγαίνετε πάντοτε αργά κατά το μεσημέρι
περίπατο στα πάρκα
συνομιλίες με τα τριαντάφυλλα και τα πουλιά
μ’ αρέσει το γυαλιστερό και μαλακό δέρμα σας
μ’ αρέσουν τα περίκομψα βήματά σας
ένα δύο ένα δύο τα παπαγαλάκια στη Βραζιλία
χρώματα τροπικά στα κλαδιά και στα μάτια μας
είσαστε εσείς αδιάφοροι σαν μια περήφανη χειρονομία
καβαλιέροι της θάλασσας
τα μικρά πατριωτάκια της ξαστεριάς.

Μ’ αρέσουν τα τραγουδάκια σας με διασκεδάζουν
τα σφυρώ κάθε απόγευμα
εσείς πλαγιάζετε για να ξεκουραστείτε
απ’ τα ονειροπολήματα και τα παραμύθια σας
τα σφυρώ σ’ ένα πρόσχαρο τόνο
δεν καίνε από κανένα φλογισμένο παράπονο
δεν πέρασαν ποτέ από τη θλίψη των εξορίστων.
Μ’ αρέσουν μ’ αρέσουν τα τραγουδάκια σας
δεν ξέρουν ν’ αναστενάζουν
δεν ταξιδεύουν από μέσα κι από βαθιά
γύρα-γύρα στο γαρούφαλο γυρνάτε σα μελίσσια
και τα λόγια σας λαφριά σαν τα σύννεφα
έφυγαν από καιρό
προτού τα λογαριάσει το αίμα της καρδιάς σας.

Κυριακή ολοπράσινη συνέχεια η ζωή σας
γαλάζια τα αισθήματα
φωτεινά και χαρμόσυνα τα γέλια σας
το αίμα των αδερφών μας σας λερώνει
το σπίτια σας είναι παράδεισοι μεγάλοι Ναοί
που δεν μπορούν να ορμήσουν τα κλάματά μας
να τ’ ακούσετε κι εσείς και ν’ ανατριχιάσετε
γελάτε πάντα εσείς κοιτώντας τ’ αντικείμενά σας
παίζετε με το Αιγαίο σαν παιδάκια
δε νιώσατε το βάρος καμιάς σκλαβιάς
την ελιά και την βάρκα των ψαράδων
δε χτύπησαν την πόρτα σας ξένοι στρατιώτες
βογκάει το τραγούδι μας και σας τυραννεί
κλαίνε τ’ αδέρφια μας και προσπερνάτε
ποιητές ποιητές από μαλακό ζυμάρι πλασματικό
γιομίζετε με τον μακρινό ουρανό τους στίχους σας
με τη λαφράδα του κυριακάτικου πρωινού
με τα χρώματα που μας ξεγελάνε τα μάτια
Ελύτη, Εγγονόπουλε, Σεφέρη, Εμπειρίκο,
γιατί δεν παραλλάζετε παρά μονάχα στ’ όνομα
γιατί δεν έχετε μια σταγόνα καρδιάς …

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Πάλης ξεκίνημα

Μία σύγχρονη ιστορική προσωπικότητα που «στοίχειωσε» τα εφηβικά μου χρόνια, υπήρξε ο Αλέκος Παναγούλης. Στο βάθρο της καρδιά μου πλάι στον Μενέλαο. Λυπάμαι που πολλοί δεν τον γνωρίζουν. Λυπάμαι που πολλοί που τον ξέρουν τον ξεχνούν. Ας τον θυμηθούμε έστω και σήμερα μέσα από την ποίηση του.
Πάλης ξεκίνημα
νέοι αγώνες
οδηγοί της ελπίδας
οι πρώτοι νεκροί.

Όχι άλλα δάκρυα
κλείσαν οι τάφοι
λευτεριάς λίπασμα
οι πρώτοι νεκροί.

Λουλούδι φωτιάς
βγαίνει στους τάφους
μήνυμα στέλνουν
οι πρώτοι νεκροί.

Απάντηση θα πάρουν
ενότητα κι αγώνα
για νά 'βρουν ανάπαυση
οι πρώτοι νεκροί.

ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

http://www.youtube.com/watch?v=Iq_CYiesQ3w&feature=related

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Ο βασιλιάς και τ΄ αηδόνι

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς. Στη χώρα του, έξω από τους φρουρούς, δε ζούσαν άλλοι άνθρωποι. Υπήκοοι ήτανε τα πουλιά. Ήταν η χώρα των πουλιών.
Ένα βραδάκι, ο βασιλιάς άκουσε από τον κήπο ένα αηδόνι να τραγουδάει. Ήτανε το πιο μαγευτικό τραγούδι που είχε ποτέ ακούσει!
Ο βασιλιάς έδωσε διαταγή στο πουλάκι να παρουσιαστεί αμέσως μπροστά του.
-Τι είσαι, το ρώτησε, γιατί δεν ήξερε πως ήταν αηδόνι.
-Είμαι ένα μικρό αηδόνι, αποκρίθηκε.
-Είσαι ένα κανονικό αηδόνι;, ξαναρώτησε ο βασιλιάς.
-Ναι, βέβαια.
-Δεν είσαι μαγικό;
-Όχι, καθόλου. Είμαι ένα συνηθισμένο κανονικό αηδόνι.
-Και πως τραγουδάς τόσο ωραία;, απόρησε ο βασιλιάς.
-Όλα τα αηδόνια έτσι τραγουδούν, είπε με περηφάνεια το πουλάκι.
Ο βασιλιάς πήρε το βασιλικό ύφος και πρόσταξε το πουλί:
-Πήγαινε να μάθεις σ΄ όλα τα πουλιά αυτό το τραγούδι! Σε μια βδομάδα όλοι να το ξέρουν! Θα τους καλέσω να τους ακούσω!
-Μα, βασιλιά μου, όλα τα πουλιά δεν μπορούν να πουν αυτό το τραγούδι! Το κάθε πουλάκι ξέρει το δικό του.
-Όλα τα πουλιά είναι υπηκόοι μου κι όλοι πρέπει να τραγουδούν το ίδιο τραγούδι. Φύγε τώρα, μη φωνάξω τους φρουρούς να σε κλείσουν στο κλουβί!
Τ΄ αηδονάκι δεν ήθελε να πάει φυλακή. Γι΄ αυτό κι έτρεξε να βρει τ΄ άλλα πουλιά, να τους μάθει το αγαπημένο τραγούδι του βασιλιά!
Ύστερα από μια βδομάδα, ο βασιλιάς κάλεσε τα καναρίνια.
Τα καναρίνια τραγούδησαν τον αγαπημένο σκοπό του βασιλιά με πολύ ψιλή φωνή. Έτσι είναι, βλέπεις, τα καναρίνια.
Ο βασιλιάς δυσαρεστήθηκε και πρόσταξε τους φρουρούς να βάλουν φυλακή τα καναρίνια.
Κατόπιν ο βασιλιάς κάλεσε τους κορυδαλλούς. Οι κορυδαλλοί είπανε το αγαπημένο τραγούδι του βασιλιά με πάρα πολλά τσακίσματα κι ο βασιλιάς δεν ευχαριστήθηκε καθόλου. Τότε οι φρουροί βάλανε τους κορυδαλλούς στη φυλακή.
Μετά τους κορυδαλλούς ήρθανε τα χελιδόνια. Αλλά, δυστυχώς, τα καημένα τα χελιδόνια ήτανε πολύ φάλτσα. Έτσι, βρέθηκαν κι αυτά στα κλουβιά.
Ακολούθησαν οι σπίνοι, οι καρδερίνες, οι κούκοι, τα κοράκια κι οι κουκουβάγιες.
-Ουφ! Δεν αντέχω άλλο!, φώναξε ο βασιλιάς. Να έρθουν μόνο τ΄ αηδόνια.
Τότε ήρθαν όλα τ΄ αηδόνια. Στάθηκαν στα κλαδιά του κήπου, τριγύρω απ΄ τον πύργο, απέναντι στα παράθυρα του βασιλιά. Κι άρχισαν να τραγουδάνε πολύ ωραία και πάρα πολύ δυνατά. Το τραγούδι έφτανε ίσαμε τα υπόγεια κι ίσαμε τις ταράτσες.
Τα πουλιά, μες απ΄ τα κλουβιά, άρχισαν κι αυτά να λένε το ίδιο τραγούδι μαζί με τ΄ αηδόνια! Με την ψιλή τους φωνή τα καναρίνια, με τα νάζια τους οι κορυδαλλοί, με τα φάλτσα τους τα χελιδόνια, έκαναν κου κου κου κι οι κούκοι, κρακ ρα κρα οι κόρακες, κουβάου βάου βάου οι κουκουβάγιες, και γινόταν τέτοιος θόρυβος και τόσος σαματάς, τέτοιο κακό και τόση φασαρία, που πέσαν οι φρουροί απ΄ τις επάλξεις, σπάσανε τα κάγκελα των φυλακών, γκρεμίστηκε ο πύργος, τρελάθηκε ο βασιλιάς κι έφυγε τρέχοντας, κρατώντας την κορόνα του, μην του πέσει απ΄ το κεφάλι!
Από τότε τα πουλιά είναι πολύ ευτυχισμένα και το καθένα τραγουδάει όποιο τραγούδι θέλει μ΄ όποια φωνή μπορεί.

ΖΩΗ ΒΑΛΑΣΗ (δημοσιεύτηκε το 1977)

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Αλλα δύο αυτοβιογραφικά μυθιστορήματα του αγαπημένου μου Μενέλαου Λουντέμη. Όπως ο ίδιος μας πληροφορεί, το Καληνύχτα ζωή προηγείται του Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους.

Στο πρώτο περιγράφει την αναζήτηση εργασίας στην Αιδηψό. Κάνει διάφορες δουλειές ώσπου να καταλήξει γκαρσόν σε καφενείο. Οι δυσκολίες της καθημερινότητας και οι απλές ανθρώπινες σχέσεις είναι για άλλη μία φορά το αντικείμενο του. Σε ένα από τα κεφάλαιά του αναφέρεται στη γνωριμία με τη γυναίκα του, την μητέρα της κόρης του Μυρτώς.

Το δεύτερο βιβλίο λαμβάνει χώρα στην Χαλκίδα και στην Αθήνα. Ίσως περισσότερο ενδιαφέρον από το προηγούμενο, μιλάει για την σχέση του με μία κοπέλα, την Αλίκη. Αλλά και για την επαφή του με τον Γιάννη Σκαρίμπα. Πληροφορίες για τη ζωή, το έργο, την προσωπικότητα, ακόμα και για τον αγιάτρευτο έρωτα του ποιητή με την Κυρία με τα Μαύρα.

Δεν παραθέτω αποσπάσματα-αξίζει να διαβαστούν(όπως βέβαια όλα τα βιβλία του Λουντέμη). Απλά μεταφέρω τα προλογικά λόγια του συγγραφέα που λειτούργησαν ως χαιρετισμός στην δεύτερη έκδοση του ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΖΩΗ(εκδόσεις δωρικός)

Κανένας δεν το παίνεψε τούτο το βιβλίο, ούτε και το κατάκρινε. Μόνο κι αβοήθητο έκανε το δρόμο του ανάμεσα απ΄ τη σιωπή των ανθρώπων. Ήταν οι θολές μέρες του 1946, ώριμες για κάποιο φοβερό σεισμό. Σπαθιά ακονίζονταν στα σκοτεινά. Στα μάτια παραμόνευε η λύσσα. Τα βιβλία –κάτι τέτοιες ώρες- είναι άχυρα που τα παίρνει ο άνεμος. Που να σταθεί; Όλα τρέμουν να σωριαστούν.

Τραβήχτηκε για να περάσουν τα γεγονότα.

Και τώρα, που όλα πάνε να σωπάσουν, έρχεται ξανά να πάρει τη θέση του –τη «στάση» του θα πρεπε να πω- αντίκρυ στο κοινό. Πολλά έτρεξαν από τότε που είδε το φως. Απ΄ τους δρόμους των βιβλιοπωλείων πέρασε ο τρόμος, οι οπλισμένοι ή αλυσοδεμένοι άνθρωποι, και –μερικές φορές- αλυσοδεμένος κι ο ίδιος ο συγγραφέας. Το βιβλίο τούτο δοκιμάστηκε, αγνοήθηκε, μα δεν προδόθηκε. (Κανένας δεν μπορεί να προδώσει το έργο σου, αν δεν το προδώσει ο ίδιος ο συγγραφέας).

Αυτά που περνούν μέσα απ΄ τις σελίδες του μπορεί να είναι παλιά για μένα, δεν παλιώνουν όμως ποτέ για τη ζωή. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που ονειροπολούν, που κρυώνουν, που πεινούν και ματώνονται, το βιβλιαράκι αυτό θα χει το δικαίωμα να κάθεται αντίκρυ τους σε μιαν άκρη και να λέει το πικρό παραμύθι του. Αυτό ακριβώς το παραμύθι θέλω σήμερα να ξαναπώ, στυφό σαν τότε, και πικραμένο για πάντα. Τώρα που ένα σμήνος από χρόνια πέταξαν ξαφνικά από πάνω μου. Τόσο ξαφνικά, που σαν ξανάνοιξα τα μάτια όλα ήταν θαμπά.

Είναι κατάπικρο να είναι κανείς ο ήρωας ενός τέτοιου βιβλίου και μαζί ο συγγραφέας του. Σε τούτη τη λίγη ζωή αυτό μόνο κατάλαβα: Καλύτερα να μην έχει κανείς φτερά παρά να χει και να του τα ματώνουν.

Ευχαριστώ πολύ, με βαθιάν αγάπη, το κοινό μου.

Είναι η μ ό ν η μου πια χαρά.

Τούτο τον Οκτώβρη 1956

Μ.Λ.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Οι μοιραίοι

Μες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνου εστρίγγλιζε η λατέρνα)
όλη η παρέα πίναμε εψές
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ο ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής,
ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους αν τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

(Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος του άσωτου ουρανού,
ω! της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλλα του δειλινού,
λάμπετε-σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!)

Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος -ίδιο στοιχειό
του άλλου κοντόμερη η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό,
στο Παλαμήδι ο γιός του Μάζη
κ' η κόρη του γιαβή στο Γκάζι.

- Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
- Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
- Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
- Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
«Ποιος φταίει; ποιος φταίει;… κανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το 'πε ακόμα.»

Έτσι, στην σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σαν τα σκουλήκια κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει, μας πατεί:
δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα!
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

http://www.youtube.com/watch?v=ifrW2jn_JH0&feature=youtu

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΠΕΤΑΛΟ

Ένας κουρελιάρης γέρος έσερνε τα κουρέλια του –τα κουρέλια του ρουχισμού του, της ηλικίας του, της ψυχής του και της τύχης του- στο μεγάλο δρόμο. Έσερνε μαζί του, το κρατούσε μ΄ ευλάβεια στο χέρι του, σαν ανεκτίμητο χρυσαφικό, ένα σκουριασμένο, τσακισμένο πέταλο. Χωρίς άλλο, το είχε σηκώσει από κάπου, βρέσιμο του δρόμου –«του φτωχού το βρέσιμο ή καρφί ή πέταλο», λέει και η παροιμία, και το πήγαινε στο σπίτι του. Άλλοι κουβαλούσαν, την πρωινή εκείνη ώρα, ψώνια από την Αγορά, φαγώσιμα, λιχουδιές, φρούτα. Αυτός κουβαλούσε ένα πέταλο.
-Τι μας έφερες, παππού;
-Ένα πέταλο. Το βρήκα στο δρόμο, εκεί, που πήγαινα. Τυχερό ήτανε. Φέρτε κανένα κορδελάκι να το κρεμάσουμε. Φέρνει γούρι, μεγάλο γούρι.
Γούρι! Γιατί τώρα ένα πέταλο, ένα βασανισμένο πέταλο, που έλιωσε, δέρνοντας τη γη, στο πόδι ενός βασανισμένου αλόγου, φέρνει τύχη στον άνθρωπο, είναι από τα πιο παράξενα μυστήρια της Μοίρας. Και το βρήκε ο φτωχός στο δρόμο του. Εξαιρετική εύνοια, βέβαια, των μυστικών θεών, που κυβερνούν τη ζωή. Μπορούσε, ο φτωχός να βρει στο δρόμο του ένα πουγγί με φλουριά, ένα μονόπετρο διαμαντένιο δαχτυλίδι ή ένα περιδέραιο από μαργαριτάρια. Πόσοι δε βρίσκουν και κάνουν την τύχη τους! Αυτή όμως είναι μια τύχη απλή και φωτεινή, είναι η τύχη των ευτυχισμένων ανθρώπων. Η Μοίρα των φτωχών και των δυστυχισμένων είναι μία Μοίρα, που αγαπά τα περίπλοκα και σκοτεινά μέσα. Αυτή στέλνει στους ευνοούμενούς της ένα πέταλο. Τι είναι ένα πέταλο; Δεν μπορεί να το ανταλλάξει ο φτωχός, ούτε με μία φέτα ψωμί. Το σκουριασμένο όμως αυτό πέταλο κρύβει μέσα του όλες τις απόκρυφες εύνοιες της Μοίρας. Φτάνει να έχει κανείς υπομονή και προ πάντων να μη βιαστή να πεθάνει από την πείνα. Κάποτε η τύχη θα μπει από το παράθυρό του και θα τον πλημμυρίσει με όλα τα αγαθά.
Και ο τρισάθλιος κουρελιάρης κουβαλούσε το πέταλο στο σπίτι του. Δεν είχε τίποτε άλλο να κουβαλήσει. Κουβαλούσε το μυστήριο.
-Τι το θέλεις και το σέρνεις μαζί σου, δυστυχισμένε, αυτό το παλιοσίδερο; του είπε κάποιος, που δεν καταλάβαινε πολλά πράματα. Δεν του δίνεις μια να το πετάξεις;
Ο κουρελιάρης τον κοίταξε μ΄ έναν περίεργο τρόπο. Ανόητος ήτανε; Να πετάξει το πέταλο; Το βρέσιμό του; Το δώρο της Μοίρας του; Την ελπίδα του και την απαντοχή του; Δεν καταδέχτηκε να του απαντήσει. Έσφιξε το πέταλο στη φούχτα του και τράβηξε το δρόμο του.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ-Μικρές ιστορίες

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Ο μπούφος και το περιστέρι

«Τι άσχημη μοίρα που με περιμένει!» παραπονιόταν ένας γέρικος μπούφος. «Είμαι γέρος κι άρρωστος και κανείς δε νοιάζεται για μένα!».
Ένα περιστέρι που τον άκουσε, τον συμπόνεσε και προσπάθησε να τον παρηγορήσει: «Κακομοίρη μου! Σε καταλαβαίνω. Μα πως και είσαι ολομόναχος, χωρίς γυναίκα, παιδιά και εγγόνια να σε φροντίσουν; Δεν παντρεύτηκες ποτέ;»
«Εγώ να παντρευτώ; Όχι, δεν το έκανα ποτέ! Ξέρω καλά τι θα πει γάμος! Θα πει να ζεις με μια κουτσομπόλα γυναίκα και ένα τσούρμο παιδιά που σου λερώνουν τη φωλιά! Όσο για συγγενείς; Να μου λείπουν!» «Δε συμφωνώ μαζί σου», απάντησε το περιστέρι. «Τουλάχιστον έχεις φίλους;»
«Φίλους; Ακούς εκεί; Οι φίλοι είναι χειρότεροι από τους συγγενείς. Ήξερα δυο μπούφους που ύστερα από δεκαπέντε χρόνια φιλιά μαλλιοτραβήχτηκαν για ένα κομμάτι κρέας!»
«Μα τότε, για όνομα του Θεού! Δεν αγάπησες ποτέ σου κανένα;»
«Στ΄ αλήθεια όχι!», είπε ο μπούφος με περηφάνια.
«Ε, τότε, αγαπητέ μου, γιατί γκρινιάζεις;» είπε το περιστέρι και πέταξε μακριά, αφήνοντας τον γκρινιάρη μπούφο με ανοιχτό το στόμα.

Κάθε μέρα κι ένα παραμύθι, Εκδόσεις Π. Τραυλος

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Κάτω απ΄ τα κάστρα της ελπίδας

Είναι το τέταρτο και τελευταίο βιβλίο του Λουντέμη, που μας αφηγείται τις περιπέτειες του Μέλιου Καδρά (νόμιζα ότι ακολουθούν το Καληνύχτα ζωή και το Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους, τώρα όμως που τα ξαναδιάβασα είδα ότι είναι μεν αυτοβιογραφικά κι αυτά, αλλά δεν ασχολούνται πια με τον Μέλιο-θα επανέρθω όταν είναι ώρα). Σε αντίθεση με το Συννεφιάζει, το Ένα παιδί μετράει τ΄ άστρα και το Αγέλαστη Άνοιξη, το Κάτω απ΄ τα κάστρα της ελπίδας είναι λίγο πιο…τσουχτερό. Τα πρώτα τρία μπορούν κάλλιστα να διαβαστούν κι από παιδιά και εφήβους. Το τελευταίο όμως είναι λίγο πιο δύσκολο, με πιο πλατιά νοήματα, ίσως πιο ώριμο, αν μπορώ να πω κάτι τέτοιο χωρίς να διαπράξω ιεροσυλία. Δεν διαδραματίζεται ούτε στις σχολικές αίθουσες, ούτε στους κάμπους των μακεδονίτων χωριών. Εδώ ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με την σκληρή πραγματικότητα μια μεγάλης πόλης, της Θεσσαλονικής. Εδώ γίνεται η πρώτη του επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους. Στις σελίδες του υπάρχουν πολλά σημεία … «τροφή για σκέψη», καταπιάνεται με πολλαπλά ζητήματα, ακόμα και για το αν η Τέχνη και η Γραφή πρέπει να είναι στρατευμένη. Κι εδώ ξανασυναντιέται με την Αγράμπελη! Τον εφηβικό του έρωτα, που του «κόστισε» την αποβολή του από όλα τα Γυμνάσια της χώρας. Η συνάντηση είναι πολύ αναπάντεχη και ανατρεπτική…Και είναι το κλείσιμο του βιβλίου και της «Τετραλογίας του Μέλιου».

Είναι πιο ιδιαίτερο από τα υπόλοιπα και μου αρέσει με έναν ξεχωριστό τρόπο. Ενώ αγαπώ πολύ το Συννεφιάζει, λατρεύω το Ένα παιδί μετράει τ΄ άστρα, διαβάζω με ευχαρίστηση το Αγέλαστη Άνοιξη, το Κάτω απ΄ τα κάστρα της ελπίδας το αντιμετωπίζω ξεχωριστά από τα υπόλοιπα. Στη συνείδησή μου δεν είναι απλά ένα μυθιστόρημα.



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

1….Αργότερα ο Μέλιος ανακάλυψε κι άλλες αλήθειες. Πως αν πχ. Δεν αλλάζει η μοίρα των φτωχών, δεν είναι γιατί λείπουν οι θαυματοποιοί, αλλά γιατί λείπουν τα θαύματα. Και κάτι πιο πολύ: Γιατί η μοίρα αυτή δεν αλλάζει με θαύματα. Πρώτον. Και δεύτερον: μην περιμένεις να σου αλλάξουν οι άλλοι τίποτα. Θα σου φάνε την αλλαγή. Και τρίτον… Τρίτον δεν υπάρχει. Φρόντισε μονο να μην το ρίξεις στα «ετοιματζίδικα». Χάθηκες. Ο κόσμος είναι γεμάτος από μυστήρια. Γεμάτος κι από κλειδιά… Μα εσύ κακόμοιρέ μου απελπίσου. Γιατί πρέπει να φκιάξεις μόνος σου και τα μυστήρια και τα κλειδιά.

Σ΄ αυτόν τον κόσμο οι πιο ευχαριστημένοι απ ΄ όλους πρέπει να ναι οι παπάδες. Γιατί, γι΄ αυτούς, τα λύνει όλα ο Θεός. Και μόνο ένα τους άφησε άλυτο. Το μυστήριο του θανάτου. Μα γι΄ αυτό –για να τους παρηγορήσει- τους έδωσε την «μέλλουσαν ζωήν».



2. …Τώρα βλέπει τις σπιταρόνες και ζαλίζεται. Πως δε ζαλίζονται κι οι ίδιες και δεν πέφτουν; Βλακείες. Ζαλίζονται ποτέ οι πέτρες κι οι ασβέστες; Εδώ δε ζαλίστηκαν κείνοι που τις έχτισαν ή κείνοι που τις κατοικούν! Μα τι στο καλό! Γεμάτη από ακροβάτες είναι αυτή η πόλη; Ορίστε… Ο ένας πατά –μαζί με το σπίτι του- απάνω στον άλλον. Αλλά…περίεργο! Δεν ξέρουν ο ένας τον άλλον –κι ούτε θέλουν να τον ξέρουν. Κι ούτε και τον χαιρετά. Μα αυτοί πια παιδί μου δεν είναι άνθρωποι. Αυτοί είν΄ αγρίμια! Και παραμονεύουν να ξεσκίσουν το ένα τ΄ άλλο! Τους βλέπεις; Να τους! Είναι σταματημένος τόσην ώρα σ΄ αυτόν τον πολυσύχναστο δρόμο… Πέρασαν, πέρασαν ο ένας μπρος απ΄ τον άλλον κάπου δυο χιλιάδες άνθρωποι. Ε, ούτε ένας μωρέ παιδί μου να μη σταματήσει να πει μια καλημέρα! «Καλημέρα, αδερφέ μου, τι κάνεις;» Πω πω…ρουμάνι! Αχ, Μέλιο, Μέλιο…Πως θα ζήσεις φτωχέ μου ανάμεσα σ΄ αυτά τ΄ άλαλα πλάσματα; Που θ΄ ακουμπήσεις; Να…νύχτωσε κι ως τώρα κανείς δε σε κοίταξε στα μάτια. Κανείς δε σταμάτησε να σου πει «Μην τρέμεις, παιδί μου, ησύχασε, βρίσκεσαι ανάμεσα σ΄ ανθρώπους…»



3….Δεν το ξέρει ακόμα –είναι αρχάρια- ότι τα βιβλία τα τρως γράμματα και σου φυτρώνουν αγκάθια.



4….Η μέρα απλωνόταν μπροστά του άνοιαστη, αδιάφορη. Καρφάκι δεν της καιγόταν που θα τη σκέπαζε σε λίγο η νύχτα. Τι να τη νοιάξει; Αύριο πάλι εδώ θα ήταν. Απ τα στοιχειά της νύχτας δεν τρόμαζε. Τα ίδια ήταν με της μέρας. Δε βαριέσαι… σάματι είχε η νύχτα «στοιχειά»; Και της νύχτας και της μέρας τα στοιχειά είναι τα ίδια: Άνθρωποι.



5…. Ποιος υποχρέωσε τους Αποστόλους ν΄αφήσουν το σπιτάκι τους, τη σιγουριά τους, και να τριγυρνούν στον κόσμο νηστικοί και ξυπόλητοι; Δε θέλω να προπαγανδίσω αυτού του είδους τον Αποστολισμό. Αλλά τα κίνητρα είναι τα ίδια. Η ανάλωση για την ευτυχία των άλλων. Το παν είναι να φλογιστεί η ψυχή του ανθρώπου για κάτι ευγενικό. Τι μας εξωθεί σ΄ αυτό; Η αδικιά, η απονιά, η στέρηση.