Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Κάτω απ΄ τα κάστρα της ελπίδας

Είναι το τέταρτο και τελευταίο βιβλίο του Λουντέμη, που μας αφηγείται τις περιπέτειες του Μέλιου Καδρά (νόμιζα ότι ακολουθούν το Καληνύχτα ζωή και το Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους, τώρα όμως που τα ξαναδιάβασα είδα ότι είναι μεν αυτοβιογραφικά κι αυτά, αλλά δεν ασχολούνται πια με τον Μέλιο-θα επανέρθω όταν είναι ώρα). Σε αντίθεση με το Συννεφιάζει, το Ένα παιδί μετράει τ΄ άστρα και το Αγέλαστη Άνοιξη, το Κάτω απ΄ τα κάστρα της ελπίδας είναι λίγο πιο…τσουχτερό. Τα πρώτα τρία μπορούν κάλλιστα να διαβαστούν κι από παιδιά και εφήβους. Το τελευταίο όμως είναι λίγο πιο δύσκολο, με πιο πλατιά νοήματα, ίσως πιο ώριμο, αν μπορώ να πω κάτι τέτοιο χωρίς να διαπράξω ιεροσυλία. Δεν διαδραματίζεται ούτε στις σχολικές αίθουσες, ούτε στους κάμπους των μακεδονίτων χωριών. Εδώ ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με την σκληρή πραγματικότητα μια μεγάλης πόλης, της Θεσσαλονικής. Εδώ γίνεται η πρώτη του επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους. Στις σελίδες του υπάρχουν πολλά σημεία … «τροφή για σκέψη», καταπιάνεται με πολλαπλά ζητήματα, ακόμα και για το αν η Τέχνη και η Γραφή πρέπει να είναι στρατευμένη. Κι εδώ ξανασυναντιέται με την Αγράμπελη! Τον εφηβικό του έρωτα, που του «κόστισε» την αποβολή του από όλα τα Γυμνάσια της χώρας. Η συνάντηση είναι πολύ αναπάντεχη και ανατρεπτική…Και είναι το κλείσιμο του βιβλίου και της «Τετραλογίας του Μέλιου».

Είναι πιο ιδιαίτερο από τα υπόλοιπα και μου αρέσει με έναν ξεχωριστό τρόπο. Ενώ αγαπώ πολύ το Συννεφιάζει, λατρεύω το Ένα παιδί μετράει τ΄ άστρα, διαβάζω με ευχαρίστηση το Αγέλαστη Άνοιξη, το Κάτω απ΄ τα κάστρα της ελπίδας το αντιμετωπίζω ξεχωριστά από τα υπόλοιπα. Στη συνείδησή μου δεν είναι απλά ένα μυθιστόρημα.



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

1….Αργότερα ο Μέλιος ανακάλυψε κι άλλες αλήθειες. Πως αν πχ. Δεν αλλάζει η μοίρα των φτωχών, δεν είναι γιατί λείπουν οι θαυματοποιοί, αλλά γιατί λείπουν τα θαύματα. Και κάτι πιο πολύ: Γιατί η μοίρα αυτή δεν αλλάζει με θαύματα. Πρώτον. Και δεύτερον: μην περιμένεις να σου αλλάξουν οι άλλοι τίποτα. Θα σου φάνε την αλλαγή. Και τρίτον… Τρίτον δεν υπάρχει. Φρόντισε μονο να μην το ρίξεις στα «ετοιματζίδικα». Χάθηκες. Ο κόσμος είναι γεμάτος από μυστήρια. Γεμάτος κι από κλειδιά… Μα εσύ κακόμοιρέ μου απελπίσου. Γιατί πρέπει να φκιάξεις μόνος σου και τα μυστήρια και τα κλειδιά.

Σ΄ αυτόν τον κόσμο οι πιο ευχαριστημένοι απ ΄ όλους πρέπει να ναι οι παπάδες. Γιατί, γι΄ αυτούς, τα λύνει όλα ο Θεός. Και μόνο ένα τους άφησε άλυτο. Το μυστήριο του θανάτου. Μα γι΄ αυτό –για να τους παρηγορήσει- τους έδωσε την «μέλλουσαν ζωήν».



2. …Τώρα βλέπει τις σπιταρόνες και ζαλίζεται. Πως δε ζαλίζονται κι οι ίδιες και δεν πέφτουν; Βλακείες. Ζαλίζονται ποτέ οι πέτρες κι οι ασβέστες; Εδώ δε ζαλίστηκαν κείνοι που τις έχτισαν ή κείνοι που τις κατοικούν! Μα τι στο καλό! Γεμάτη από ακροβάτες είναι αυτή η πόλη; Ορίστε… Ο ένας πατά –μαζί με το σπίτι του- απάνω στον άλλον. Αλλά…περίεργο! Δεν ξέρουν ο ένας τον άλλον –κι ούτε θέλουν να τον ξέρουν. Κι ούτε και τον χαιρετά. Μα αυτοί πια παιδί μου δεν είναι άνθρωποι. Αυτοί είν΄ αγρίμια! Και παραμονεύουν να ξεσκίσουν το ένα τ΄ άλλο! Τους βλέπεις; Να τους! Είναι σταματημένος τόσην ώρα σ΄ αυτόν τον πολυσύχναστο δρόμο… Πέρασαν, πέρασαν ο ένας μπρος απ΄ τον άλλον κάπου δυο χιλιάδες άνθρωποι. Ε, ούτε ένας μωρέ παιδί μου να μη σταματήσει να πει μια καλημέρα! «Καλημέρα, αδερφέ μου, τι κάνεις;» Πω πω…ρουμάνι! Αχ, Μέλιο, Μέλιο…Πως θα ζήσεις φτωχέ μου ανάμεσα σ΄ αυτά τ΄ άλαλα πλάσματα; Που θ΄ ακουμπήσεις; Να…νύχτωσε κι ως τώρα κανείς δε σε κοίταξε στα μάτια. Κανείς δε σταμάτησε να σου πει «Μην τρέμεις, παιδί μου, ησύχασε, βρίσκεσαι ανάμεσα σ΄ ανθρώπους…»



3….Δεν το ξέρει ακόμα –είναι αρχάρια- ότι τα βιβλία τα τρως γράμματα και σου φυτρώνουν αγκάθια.



4….Η μέρα απλωνόταν μπροστά του άνοιαστη, αδιάφορη. Καρφάκι δεν της καιγόταν που θα τη σκέπαζε σε λίγο η νύχτα. Τι να τη νοιάξει; Αύριο πάλι εδώ θα ήταν. Απ τα στοιχειά της νύχτας δεν τρόμαζε. Τα ίδια ήταν με της μέρας. Δε βαριέσαι… σάματι είχε η νύχτα «στοιχειά»; Και της νύχτας και της μέρας τα στοιχειά είναι τα ίδια: Άνθρωποι.



5…. Ποιος υποχρέωσε τους Αποστόλους ν΄αφήσουν το σπιτάκι τους, τη σιγουριά τους, και να τριγυρνούν στον κόσμο νηστικοί και ξυπόλητοι; Δε θέλω να προπαγανδίσω αυτού του είδους τον Αποστολισμό. Αλλά τα κίνητρα είναι τα ίδια. Η ανάλωση για την ευτυχία των άλλων. Το παν είναι να φλογιστεί η ψυχή του ανθρώπου για κάτι ευγενικό. Τι μας εξωθεί σ΄ αυτό; Η αδικιά, η απονιά, η στέρηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: