Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Αλλα δύο αυτοβιογραφικά μυθιστορήματα του αγαπημένου μου Μενέλαου Λουντέμη. Όπως ο ίδιος μας πληροφορεί, το Καληνύχτα ζωή προηγείται του Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους.

Στο πρώτο περιγράφει την αναζήτηση εργασίας στην Αιδηψό. Κάνει διάφορες δουλειές ώσπου να καταλήξει γκαρσόν σε καφενείο. Οι δυσκολίες της καθημερινότητας και οι απλές ανθρώπινες σχέσεις είναι για άλλη μία φορά το αντικείμενο του. Σε ένα από τα κεφάλαιά του αναφέρεται στη γνωριμία με τη γυναίκα του, την μητέρα της κόρης του Μυρτώς.

Το δεύτερο βιβλίο λαμβάνει χώρα στην Χαλκίδα και στην Αθήνα. Ίσως περισσότερο ενδιαφέρον από το προηγούμενο, μιλάει για την σχέση του με μία κοπέλα, την Αλίκη. Αλλά και για την επαφή του με τον Γιάννη Σκαρίμπα. Πληροφορίες για τη ζωή, το έργο, την προσωπικότητα, ακόμα και για τον αγιάτρευτο έρωτα του ποιητή με την Κυρία με τα Μαύρα.

Δεν παραθέτω αποσπάσματα-αξίζει να διαβαστούν(όπως βέβαια όλα τα βιβλία του Λουντέμη). Απλά μεταφέρω τα προλογικά λόγια του συγγραφέα που λειτούργησαν ως χαιρετισμός στην δεύτερη έκδοση του ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΖΩΗ(εκδόσεις δωρικός)

Κανένας δεν το παίνεψε τούτο το βιβλίο, ούτε και το κατάκρινε. Μόνο κι αβοήθητο έκανε το δρόμο του ανάμεσα απ΄ τη σιωπή των ανθρώπων. Ήταν οι θολές μέρες του 1946, ώριμες για κάποιο φοβερό σεισμό. Σπαθιά ακονίζονταν στα σκοτεινά. Στα μάτια παραμόνευε η λύσσα. Τα βιβλία –κάτι τέτοιες ώρες- είναι άχυρα που τα παίρνει ο άνεμος. Που να σταθεί; Όλα τρέμουν να σωριαστούν.

Τραβήχτηκε για να περάσουν τα γεγονότα.

Και τώρα, που όλα πάνε να σωπάσουν, έρχεται ξανά να πάρει τη θέση του –τη «στάση» του θα πρεπε να πω- αντίκρυ στο κοινό. Πολλά έτρεξαν από τότε που είδε το φως. Απ΄ τους δρόμους των βιβλιοπωλείων πέρασε ο τρόμος, οι οπλισμένοι ή αλυσοδεμένοι άνθρωποι, και –μερικές φορές- αλυσοδεμένος κι ο ίδιος ο συγγραφέας. Το βιβλίο τούτο δοκιμάστηκε, αγνοήθηκε, μα δεν προδόθηκε. (Κανένας δεν μπορεί να προδώσει το έργο σου, αν δεν το προδώσει ο ίδιος ο συγγραφέας).

Αυτά που περνούν μέσα απ΄ τις σελίδες του μπορεί να είναι παλιά για μένα, δεν παλιώνουν όμως ποτέ για τη ζωή. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που ονειροπολούν, που κρυώνουν, που πεινούν και ματώνονται, το βιβλιαράκι αυτό θα χει το δικαίωμα να κάθεται αντίκρυ τους σε μιαν άκρη και να λέει το πικρό παραμύθι του. Αυτό ακριβώς το παραμύθι θέλω σήμερα να ξαναπώ, στυφό σαν τότε, και πικραμένο για πάντα. Τώρα που ένα σμήνος από χρόνια πέταξαν ξαφνικά από πάνω μου. Τόσο ξαφνικά, που σαν ξανάνοιξα τα μάτια όλα ήταν θαμπά.

Είναι κατάπικρο να είναι κανείς ο ήρωας ενός τέτοιου βιβλίου και μαζί ο συγγραφέας του. Σε τούτη τη λίγη ζωή αυτό μόνο κατάλαβα: Καλύτερα να μην έχει κανείς φτερά παρά να χει και να του τα ματώνουν.

Ευχαριστώ πολύ, με βαθιάν αγάπη, το κοινό μου.

Είναι η μ ό ν η μου πια χαρά.

Τούτο τον Οκτώβρη 1956

Μ.Λ.

2 σχόλια:

Potpouri είπε...

Καλησπέρα!!! μου αρέσει πολύ το blog σου , είναι πολύ ενημερωτικό. Σε προσκαλώ στο blog μου. Γεια !!

Γιώτα είπε...

Καλώς όρισες και σ΄ ευχαριστώ :)

Σε έχω ήδη επισκεφτεί :)