Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Σαρκοφάγοι

Οι Σαρκοφάγοι είναι μία ακόμη αυτοβιογραφική τριλογία μυθιστορημάτων του Μενέλαου Λουντέμη. Πρόκειται για τα:

1.Το κρασί των δειλών(Σαρκοφάγοι Ι)
2.Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα(Σαρκοφάγοι ΙΙ)
3.Ο άγγελος με τα γύψινα φτερά(Σαρκοφάγοι ΙΙΙ)

Είναι οι περιγραφές όλων όσων πέρασε ο συγγραφέας όταν ήταν εξόριστος και η προσπάθειά του να διασώσει και να μεταφέρει στο αναγνωστικό κοινό τα γραπτά ενός άλλου συνεξόριστου του, του Κλεομένη Μολυβά.

ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΩΝ ΔΕΙΛΩΝ

-Η ζωή για να προστατευθεί απ΄ τους δειλούς της φκιάχνει τους γενναίους της. Η Τυραννία όμως επεμβαίνει και τους αποσπά. Γιατί η μάζα των δειλών είναι το μόνο στρώμα απ΄ όπου αντλεί τα στηρίγματά της. Στηρίγματα όμως τόσο απατηλά θα είχαν από καιρό καταρρεύσει και διαλυθεί μες στο φόβο τους, αν δεν βρίσκονταν σε διαρκή κατάσταση μέθης. Μα το μόνο κρασί που τους μεθά είναι το αίμα των αθώων-το «κρασί των δειλών».

-Και για τον Ίκαρο, μπάρμπα Αυγουστή, που έχουν να λένε, εσύ τι ξέρεις γι΄ αυτόν;
-Για το Νίκαρο; Να σου πω και για τον Νίκαρο. Ζούλια είναι παιδί μου στη μέση. Τίποτις άλλο.
-Ζήλεια; Από ποιόν;
-Απ΄ το Θεό. Αμ τι θάρρεψες μόνο οι άνθρωποι είναι ζουλιάρηδες; Αν θέλεις να ξέρεις οι θεοί είναι ζουλιαρόγατοι. Ναισκέ!
-Εσύ ξέρεις. Εγώ δεν τους γνωρίζω. Αν θέλεις όμως πες μου.
-Να σου πω. Που λες… αυτός ο Νίκαρος, ο δικός μας, ήταν μυαλό μεγάλο… τέτοιο μυαλό, που κάποτες ο θεός τα εβρήκεν σκούρα. «Βρε…λέει, να ιδείς που αυτός ο μπάσταρδος…»
-Έτσι είπε; «Αυτός ο μπάσταρδος;»
-Τα ίδια του τα λόγια. «Να ιδείς, που αυτός ο μπάσταρδος, θα μου κάνει καμιά χαλάστρα. Πάει να με ξεφτελίσει μπροστά στους ανθρώπους.»
-Και γιατί, μπάρμπα Αυγουστή, τον είχε αυτό τον φόβο;
-Γιατί; Χε χε… Άκου να δεις. Γιατί ο δικός σου, ο Νίκαρος, είχε ένα σκέδιο. Σκέδιο σπουδαίο! Ήθελε ν΄ ανεβεί στον ουρανό να πιάσει το θεό απ΄ τα γέναι και να τον κατεβάσει στη γη. «Θα σας τονε φέρω, τους λέει, δεμένο εδώ μπροστά σας, για να δείτε τι κιοτής είναι αυτός ο μεγαλοδύναμος και να τον σιχαθείτε». Ο θεός τα χρειάστηκε. «Βρε!, λέει. Δε θέλεις αυτό ο άτιμος να καταφέρει να φτάσει ως εδώ πάνου, να δει τα χάλια μου και να με κάνει ρεζίλι μπρος στους ανθρώπους; Τίποτις! Πρέπει να λάβω τα μέτρα μου!». Πιάνει λοιπόν ο καλός σου και φωνάζει ούλους τους σπιούνους που είχε εδώ κάτου στη γης… (Αυτό το ξέρεις θαρρώ. Δε θα καρτερείς να στο πω εγώ)… Πιάνει λοιπόν και κράζει ούλους τους σπιούνους του και τους λέει: «Παιδιά…. Ειδοποιείστε βασιλιάδες κι αρχοντάδες ότι το και το. Εκεί κάτου στη γης γκιζεράει ένα παλιόκορμο, ένας ρέμπελος, Νίκαρος στ΄ όνομα, που σκορπάει παντού ότι ο κόσμος δεν είναι στρογγυλός σαν τόπι αλλά ίσιος σαν πίτα. Και κρατάει κι ένα μέτρο και μετράει όλους τους ανθρώπους και θέλει να τους βγάλει ίσους. (Γλέπεις η λέξη «νισότης» έκανε τους άρχοντες να λυσσάνε από κείνον τον καιρό…). Αυτός, λέει, θέλει να σας κάνει ή σκαφτιάδες είσαστε ή βασιλιάδες ή γεμιτζήδες ή οργωτήδες –όλους ίσους. Σκυλιά δηλαδή της ίδιας ράτσας… Και θέλει να πάρει και τις κορώνες σας και να τις κάνει κατουρλοκάνατα με το συμπάθειο…». Και ο δείξος… Και ο πείξος… «Και γι΄ αυτό που σας θέλω, πιάστε τον… Πιάστε τον τον κερατά και φάτε του το συκώτι!». Κάηκαν που λες οι εδικοί σου. Τι; Ν΄ αλλάξει την τάξη του κόσμου; Να κάνει την πλάση όλη ίσια σαν πίτα; Θάνατος! Απαράλλαχτα όπως και τώρα. Γιατί, ξέχασα να στο πω, ο Νίκαρος ήταν δικός σας. Εξόριστος δηλαδής. Ο πρώτος – πρώτος εξόριστος σ΄ αυτήν την πλάση… και σε τούτο το νησί.

-Δε λυπάμαι που γεννήθηκα αυτή την εποχή. Αν ήταν να με βάζαν να μπορούσαν να διαλέξω, πάλι αυτήν θα διάλεγα. Ας είναι όλη πιτσιλισμένη με αίματα. Είναι η εποχή που θα πεθάνει η Τυραννία. Και χαίρομαι που βάλαμε και μεις λίγη δύναμη για να κυλιστούν τα φαντάσματα στον γκρεμό. Ένας καινούριος κόσμος θα ξημερώσει αύριο.

ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΑΝΗΣΥΧΑ

-Οι καιροί που οι ήρωες κοιμούνταν ήσυχοι κάτω απ΄ το χώμα τους πέρασαν. Τώρα οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχοι. Γιατί τη θυσία τους δεν την πήραν μαζί τους. Την άφησαν κληρονομιά σ΄ αυτούς που θα ρθουν –όχι για να την κάνουν δύναμη που προλαβαίνει τις-τέτοιες-θυσίες.
Δεν είναι ανάγκη ο τροχός της ιστορίας να βουλιάζει μες στο αίμα για να πάει η ιστορία μπροστά –αν ο Παρθενώνας δεν ξεχάστηκε δεν πρέπει να ξεχαστεί ούτε το Μακρονήσι. Γιατί οι χτίστες του ακόμα δεν ξανάσαναν.

-Το άγνωστο έρχεται καταπάνω μου αφηνιασμένο, χωρίς όνομα, χωρίς διαστάσεις. Μακρονήσι δε θα πει τίποτα. Τα νησιά μονάχα τους δεν μισούν, δεν σκοτώνουν. Δεν έχουν κακία. Όλη την κακία την μάζεψαν –αλίμονο- εκείνοι που απ΄ τ΄ όνομά τους βγήκε η λέξη «ανθρωπισμός».

-Φυλάξου απ΄ τον δυνατό που χει κερδίσει τη δύναμή του άνομα. Την τρέμει πιο πολύ κι απ΄ την αδυναμία του.

-Η αυτοκριτική είναι εφεύρεση για να παραπλανούνται οι άδολοι. Με λίγα λόγια η αυτοκριτική έγινε για να καταργήσει την κριτική. «Δεν σου επιτρέπω να με κρίνεις! Κρίνω μόνος μου τον εαυτό μου. Συνεπούμενα η κριτική είναι περιττή».

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΕ ΤΑ ΓΥΨΙΝΑ ΦΤΕΡΑ

-Μπάρμπα Θύμιο, από πότε είσαι επαναστάτης;
-Από τον καιρό που το μυρίστηκα πως είμαι αδικεμένος.

-Αχ, ευλοημένα δάκρυα… Σκέφτομαι. Αν δεν υπήρχαν κι αυτά πως θα συνεννοούνταν οι καλοί άνθρωποι αναμεταξύ τους;

-Δεν ξέρω αν ο κύκνος πεθαίνει τραγουδώντας,
ούτε κι αν το τραγούδι του λέγεται «Κύκνειο»-
Κι αν είναι καν τραγούδι…
Ξέρω όμως καλά
Πως κανένας ήρωας
δεν θα ταν ήρωας
αν το τελευταίο του τραγούδι
–δεν ήταν τ ρ α γ ο ύ δ ι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: