Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Ροδόλφος, το κοκκινομύτικο ελάφι

Στο παρακάτω παραμύθι ο Ρούντολφ έχει αποδοθεί από την μεταφράστρια στα ελληνικά ως «Ροδόλφος». Επίσης, ελαφρώς διαφορετικά είναι και τα ονόματα των υπόλοιπων τάρανδων, που στα πιο πολλά βιβλία που έχουμε παρουσιάζονται ως εξής: Ντάσερ, Ντάνσερ, Πράνσεν, Βίξεν, Κόμετ, Κιούπιντ, Ντόνερ και Μπλίτζεν. Το…ελαφάκι της φωτογραφίας είναι η Παναγιώτα Χρυσοβαλάντω (πριν πέσει και κάνει μια καρουμπαλάρα να και ένα κατάμαυρο ματάκι : ( ).


Κάποτε στην παιχνιδούπολη, στο Βόρειο Πόλο, ζούσε ένα ελάφι που το έλεγαν Ροδόλφο. Εκεί ζούσαν και άλλα ελάφια, που είχαν όμορφα, υπερήφανα κέρατα΄ ο Ροδόλφος όμως είχε μια μεγάλη, λαμπερή, κόκκινη μύτη. Ήταν τόσο κόκκινη, που έλαμπε μέσα στο σκοτάδι.
«Φτωχέ, Ροδόλφε, πόσο θα ήθελες και εσύ να είσαι σαν τα άλλα ελάφια, να έχεις όμορφα υπερήφανα κέρατα και να μην έχεις τόσο λαμπερή μύτη», του έλεγαν τα άλλα ελάφια και πολλές φορές έκαναν γούστο μαζί του.

Άλλοτε πάλι το πείραζαν λέγοντάς του: «Ροδόλφε, κοκκινομύτικο ελάφι». Τότε δάκρυα κυλούσαν στου Ροδόλφου τη μεγάλη κόκκινη μύτη. Μερικές φορές μάλιστα έκαναν κύκλο γύρω από τον Ροδόλφο και του τραγουδούσαν: «Κόκκινη μύτη, κόκκινη μύτη, μια αστεία φάτσα/μεγάλη σαν μήλο και δυο φορές λαμπερή».

Άλλοτε πάλι του πετούσαν χιονόμπαλες και τον σκέπαζαν με το λευκό αφράτο χιόνι.

Όλα τα άλλα ελάφια έπαιζαν διάφορα παιχνίδια ανάμεσα στα δέντρα ή γλιστρούσαν κάνοντας τούμπες πάνω στο χιόνι, και ποτέ δεν φώναζαν και το Ροδόλφο να παίξει μαζί τους. Αυτός πάλι καθόταν πίσω από τα έλατα και τους παρακολουθούσε.

Ήταν τόσο μόνος! Δεν μπορούσε ούτε κρυφτό να παίξει με τα λαγουδάκια, γιατί η λαμπερή του μύτη πάντοτε τον φανέρωνε.

Πριν από την παραμονή των Χριστουγέννων οι νάνοι, οι βοηθοί του Άι-Βασίλη, κάρφωσαν μια πινακίδα στην πόρτα της παιχνιδούπολης. Η πινακίδα έλεγε: «Η ώρα της επιλογής έφτασε. Όλα τα ελάφια πρέπει να συγκεντρωθούν στο λιβάδι στις οκτώ η ώρα. Ο Άι-Βασίλης θα επιλέξει τα ζεύγη των ελαφιών που θα οδηγήσουν το έλκηθρό του και θα μεταφέρουν τα δώρα σ΄ όλα τα παιδιά της γης».

Τα ελάφια, όταν διάβασαν τα νέα, χόρευαν από τη χαρά τους, πηδούσαν και τίναζαν το χιόνι με τα πόδια τους. Κάθε ελάφι ευχόταν να είναι ένα από αυτά που θα επέλεγε ο Άι-Βασίλης, για να σύρει το έλκηθρό του. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη τιμή που μπορούσε να έχει ένα ελάφι. Ο Ροδόλφος όμως αναστέναξε΄ ντρεπόταν τον Άι-Βασίλη, που θα έβλεπε τη λαμπερή κόκκινη μύτη του.

Έτσι, στις οκτώ η ώρα, όταν τα άλλα ελάφια άρχισαν να πηγαίνουν στο λιβάδι, αυτός πήγε και κρύφτηκε μέσα σε ένα μπαούλο παιχνιδιών που είχαν κατασκευάσει οι νάνοι, οι βοηθοί του Άι-Βασίλη. Έτσι, κανένας δε θα μπορούσε να τον βρει εκεί μέσα.

Στο λιβάδι μαζεύτηκαν όλα τα ελάφια της παιχνιδούπολης εκτός από τον Ροδόλφο΄ στάθηκαν σε μια γραμμή και ο Άι-Βασίλης θα έκανε την επιλογή του.

Ο Άι-Βασίλης θα επέλεγε τα γρηγορότερα, τα δυνατότερα και καλύτερα ελάφια.

«Νομίζω πως ο Ντάσερ θα είναι καλό, είναι το μεγαλύτερο ελάφι», είπε ο Άι-Βασίλης.

«Ντάσερ», έγραψε ο νάνος, ο βοηθό του Άι-Βασίλη, στο μεγάλο βιβλίο.

«Ο Μπίρης είναι το δυνατότερο ελάφι», είπε ο Άι-Βασίλης τραβώντας τα γένια του.

«Μπίρης», έγραψε ο νάνος.

«Ω!Ω!», συνέχισε ο Άι-Βασίλης, «εδώ είναι ο Πίρης κι ο Βίξεν. Αυτά κάνουν τα απαλότερα πηδήματα πάνω απ΄ τις σκεπές των σπιτιών. Ο Κόμης είναι το σταθερότερο κι ο Κιούπιν είναι το γρηγορότερο. Τα διαλέγω», είπε ο Άι-Βασίλης.

«Τέλος, επιλέγω τον Ρούντη και τον Φούγκη, που είναι τα καλύτερα για να ελίσσονται πάνω απ΄ τις κορφές των δέντρων και τα καλώδια του ηλεκτρικού».

Τα ελάφια που επιλέχθηκαν ήταν τόσο χαρούμενα, έτριβαν τις μύτες τους, χοροπηδούσαν και τσούγκριζαν τα κέρατά τους.

Στα ελάφια που δεν επιλέχθηκαν έδωσαν κάτι άλλο να κάνουν, π.χ. να δοκιμάσουν τα παιχνίδια ή να περιποιηθούν τα μικρά χριστουγεννιάτικα γατάκια. Το μόνο ελάφι που έμεινε χωρίς να προσφέρει τίποτε στη μεγάλη αυτή γιορτή ήταν ο Ροδόλφος. Ήθελε πολύ να βοηθήσει, αλλά ήξερε πως θα γελούσαν μαζί του, κι έτσι έμενε κρυμμένος στο μπαούλο των παιχνιδιών.

Επιτέλους, έφτασε η παραμονή των Χριστουγέννων.

Ο Άι-Βασίλης με τους βοηθούς του, τους νάνους, ήταν πολύ απασχολημένος φορτώνοντας το έλκηθρο.

Ο Ροδόλφος δεν άντεξε άλλο εκεί μέσα στο μπαούλο. «Δε με νοιάζει, ας γελάσουν μαζί μου», σκέφτηκε. «Θέλω κι εγώ να βοηθήσω».
Έτσι, πετάχτηκε έξω από το μπαούλο.

«Το βρήκα! Θα κουβαλάω έναν κουβά με κρύο δροσερό νερό στα ελάφια της ομάδας που θα σύρουν το έλκηθρο΄ οπωσδήποτε θα διψάσουν στο μακρινό τους ταξίδι», είπε.

Η νύχτα ήταν πολύ παγερή και τρομερή ομίχλη σκέπαζε όλη τη γη. Η ομάδα των ελαφιών προσπαθούσε να ετοιμαστεί, να δέσει τα κουδουνάκια το ένα του άλλου και να ζέψουν το έλκηθρο.

Ο Άι-Βασίλης με τους βοηθούς του φόρτωνε τα πακέτα και επίμονα αναζητούσε να βρει τον κατάλογο με τα ονόματα των παιδιών στα οποία θα άφηνε τα δώρα.

«Δεν μπορώ να βρω τον κατάλογο με τα ονόματα μέσα σ΄ αυτήν την ομίχλη», φώναξε εκνευρισμένος.

Αυτήν ακριβώς τη στιγμή ένα λαμπερό φως φώτισε πάνω στο χιόνι.

«Επιτέλους, να ένα φανάρι που θα με φωτίσει να βρω τον κατάλογο. Να τον! Τον βρήκα κιόλας! Α, πρέπει να πάρω αυτό το φανάρι μαζί μου΄ θα μου χρειαστεί στο ταξίδι μου. Ποιος έφερε αυτό το υπέροχο φανάρι; Τώρα θα μπορώ να βλέπω τέλεια!», είπε ευχαριστημένο ο Άι-Βασίλης.

«Δεν είναι φανάρι», είπε ο Ροδόλφος τρέμοντας από αγωνία. «Το φως έρχεται από μένα… από τη μύτη μου».

«Ροδόλφε, κοκκινομύτικο ελάφι!», είπε ο Άι-Βασίλης, «σίγουρα είμαι πολύ τυχερός που σε βρήκα. Το φως σου θα οδηγήσει το άρμα μου απόψε. Σε διορίζω αρχηγό της ομάδας΄ είσαι το καλύτερο ελάφι σ΄ όλη τη γη».

Ο Ροδόλφος σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και ορθώθηκε υπερήφανος μπροστά στην ομάδα.

Όλα τα άλλα ελάφια υποκλίθηκαν μπροστά του.

Ντάσερ κι ο Μπίρης βοήθησαν τον Ροδόλφο να ετοιμαστεί.

Έτσι, ξεκίνησαν για το μεγάλο ταξίδι. Περνούσαν από πόλη σε πόλη, ανάμεσα στα σύννεφα, πάνω στα σπίτια. Το φως του Ροδόλφου τους έδειχνε το δρόμο.

Ο Άι-Βασίλης και οι βοηθοί του, οι νάνοι, πετούσαν σ΄ αυτή την ομιχλώδη χριστουγεννιάτικη νύχτα. Οδηγός σε όλη την πομπή ήταν ο Ροδόλφος, το κοκκινομύτικο ελάφι.

Έτσι, όταν βλέπετε ένα αχνό φως στον ουρανό τη νύχτα των Χριστουγέννων, να είστε σίγουροι ότι αυτό είναι ο Ροδόλφος, το κοκκινομύτικο ελάφι.

Barbara Shook-Hajen (μετάφραση Αγγελική Νιάρχου)

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Μυρτιώτισσα:μια παρουσίαση από τον Γιώργο Μπαλούρδο

Η Μυρτιώτισσα είναι η πρώτη Ελληνίδα ποιήτρια που διάβασα. Ήμουν παιδί όταν πρωτάκουσα να απαγγέλουν ποιήματά της και δεν άργησε να τροφοδοτήσει με τους στίχους της τα όνειρά μου. Ο πολυτάραχος βίος της υπήρξε ένας αινιγματικός μύθος για μένα. Περνώντας τα χρόνια, αυτή η παρ΄ ολίγον «συναυτοκτονούσα» με τον Κωστή Παλαμά εξακολουθούσε να με γοητεύει.
Η Πολυδούρη προσδέθηκε στο καρυωτακικό καράβι και έτσι μας παραδόθηκε. Κάτι που μεγέθυνε την τραγικότητα του λόγου της, πολύ πριν η ίδια διαμορφώσει τον δικό της μύθο.
Η Μυρτιώτισσα δεν θέλησε να προσδεθεί στο μαβιλικό άρμα, παρά τον σφοδρό έρωτά της για τον ποιητή. Ούτε αργότερα φιλοδόξησε να παραμείνει κάτω από τη βαριά παλαμική σκιά. Έμεινε μεταφυσικά άστεγη. Με συνέπεια, την απουσία μιας σαφούς ιδεολογικής παρουσίας, τη σύγχυση πολλές φορές των κατευθύνσεών της, την έλλειψη ενός αισθητικού «κριτηρίου» και την περιχαράκωση σε μια εκφραστική ποιητική εαυτογραφία.
Ο ποιητικός λόγος της Μυρτιώτισσας έλαμψε σε μία εποχή που η Ελλάδα θρηνούσε τη διάψευση των εθνικών της ελπίδων. Και η θητεία της παλαμικής μεγαλοσύνης έδυε μαζί με την εποχή που την εξέφραζε.
Ελάχιστοι είχαν κατορθώσει να παρακολουθήσουν ή να μπολιαστούν από τα νέα ρεύματα και τις μοντέρνες τεχνοτροπίες που βρίσκονταν σε εξέλιξη, στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Η Ελλάδα βάλτωνε στην απραξία των στρατιωτικών κινημάτων.
Αν όμως κάθε δημιουργός αντιπροσωπεύει και ένα επίπεδο προσωπικών εμπειριών, τότε η νέα ποιητική διάθεση, η προβολή του διονυσιακού στοιχείου και η όλη περιπέτεια της ψυχής που κόμισε στον γυναικείο ποιητικό λόγο η Μυρτιώτισσα, είναι χαρακτηριστική και αξιοπρόσεκτη. Πέρα από τις όποιες στιχουργικές της ατημέλειες και φραστικές της μονοτονίες. Παρά το ότι ιχνηλατεί καταστάσεις και συναισθήματα πολύ προσωπικά, και λιγότερο μας προτείνει ένα νέο ποιητικό όραμα.
Μέχρι την εποχή της η όποια γυναικεία ποιητική πνοή εκφυλίζεται μέσα σ΄ έναν ομιχλώδη ιδανισμό. Η φωνή των ποιητριών ήταν μάλλον εκμυστηρευτική παρά δηλωτική. Η Μυρτιώτισσα είναι η πρώτη που με το έργο της, και ίσως περισσότερο με την προσωπική της παρουσία, υπονόμευσε την ερμηνευτική δυσπιστία, όχι μόνο των ίδιων των γυναικών αλλά και των ανδρών δημιουργών. Είναι η πρώτη που ψηλάφησε συνειδητά τη γυναικεία ετερότητα.
Προηγήθηκαν βέβαια οι ισχνές απόπειρες μιας πιο ελεύθερης έκφρασης, από την Ευφροσύνη Σαμαρτζίδου, την Αιμιλία Κούρτελη-Δάφνη και τη Μαρίκα Πίπιζα, αλλά έμειναν μετέωρες ή ξεχάστηκαν πολύ σύντομα κάτω από την πίεση των πολιτικών γεγονότων και των κοινωνικών διεργασιών στο εσωτερικό της ελληνικής επικράτειας. Πολύ αργότερα, η ακούραστη προσπάθεια της Αθηνάς Ταρσούλη θα ξαναφερει στην πνευματική επιφάνεια τις σημαντικές ή λιγότερο σπουδαίες γυναικείες αυτές φωνές, που άνοιξαν το δρόμο. Έστω και αν η γλωσσική τους δυναμική, η θεματολογική τους πρόταση, και η οραματική τους προοπτική δε μας συγκινεί ή μας αφήνει αδιάφορους σήμερα.
Η Μυρτιώτισσα είναι εκείνη που καταργεί την παράδοση που θέλει τον γυναικείο ποιητικό λόγο, και ιδιαίτερα τον ερωτικό, να παραμένει πάντα στο ασφαλές πεδίο του μύθου και της αχλύς του. Ενστικτωδώς αντιβυρωνική, λάτρευσε την ομορφιά του κορμιού, τη χαρά των αισθήσεων, το αρχέγονο πάθος, την παγανιστική διάθεση της ζωής. Υπήρξε μία βιταλίστρια τραγουδοποιός.
Η σεξουαλική αμεσότητα του λόγου, η ηδονιστική ατμόσφαιρα, η λεκτική ευθύτητα, η φραστική τολμηρότητα, η μη απόκρυψη των ενδόμυχων ερωτικών επιθυμιών και το απροσχημάτιστο ύφος, αν και δεν αποκλείονταν, ωστόσο δεν υιοθετούνταν, ακόμη και από τις πιο «προχωρημένες» κοινωνικά γυναικείες μορφές. Ακόμη και από αυτές που κατ΄ ευφημισμό ονόμαζαν Σαπφιάζουσες.
Η Μυρτιώτισσα μιλά απροκάλυπτα για τη γυναικεία ομοφυλοφιλία, χωρίς ενδοιασμούς ή σεμνοτυφία. Πηγή της ποίησής της είναι η ζωή και όχι η πνευματική της ανάμνηση. Δημιουργεί μια ποίηση που θα την ονομάζαμε θηλυκόψυχη.
Πρώτη αυτή χαρτογραφεί ξεκάθαρα πλέον τις σχέσεις ερωτισμού και ποίησης. Θα λέγαμε, ηδονισμού και ποιητικής έκφρασης. Υιοθετεί έναν ερωτικό λόγο που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο άμεση επίθεση στην καθιερωμένη και εθιμικά πάγια ανδρική αντίληψη. Είναι εκείνη που με την τολμηρή στάση της επαναπροσδιόρισε και συνέδεσε τα προβλήματα των δύο φύλων. Ο γυναικείος ερωτισμός στέκεται ισότιμα απέναντι στον ανδρικό. Στο έργο της συναντάμε το συγκερασμό του ρομαντικού παραδοσιακού πνεύματος με την ελευθεριάζουσα ορμή του καιρού της.
Εισάγει στην ποίησή της έναν φυσιολατρικό ερωτικό παγανισμό. Το δάσος, το δέντρο, η εξοχή, το τοπίο γενικότερα δεν αποτελούν απλό θεματογραφικό φόντο, ένα βουκολικό περίγραμμα μιας αστικής ματιάς. Δεν είναι απαραίτητο κάδρο για να στηθεί η ποιητική σύλληψη. Η φύση είναι υφαντουργός και κομμώτρια των ανθρώπινων συναισθημάτων, προϋπόθεση της εσωτερικής της ευτυχίας, του δικού της αγώνα για την ανεξαρτησία. Συνδημιουργός του προσδοκώμενου αισθητικού αποτελέσματος, της συναισθηματικής φόρτισης. Μια ανάλυση όμως φροϋδική, θα μας οδηγούσε σε άλλα μονοπάτια.
Υπάρχουν δεκάδες εικόνες στο έργο της και αρκετές μεμονωμένες ποιητικές συνθέσεις που αποτελούν για την εποχή της, την τάξη της και τα κοινωνικά δεδομένα, μια πράξη ρωμαλέας αντίστασης. Κάθε στιγμή της ψυχικής πορείας της, κάθε εσωτερική της αντινομία έχει μία αντίστοιχη στιχουργική εκφραστική τυπολογία.
Εύκολα ξεχωρίζουμε ότι έγραφε σχεδόν πάντα με μιαν παθιασμένη γρηγοράδα, πέφτοντας πολλές φορές στην άρρυθμη πεζολογία, από την οποία τη διέσωζε η τολμηρότητα της έμπνευσης και το θάρρος της απεικόνισης. Η αυθορμησία ήταν μάλλον κοινή ιδιότητα της ζωής και του έργου της. Από δομικής άποψης, χρησιμοποιεί τον γνωστό ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο της παράδοσης, με τον μονότονο ρυθμό του, την ελεγχόμενη έντασή του, την στιλιζαρισμένη φόρμα του, την απλή κατάταξη των προτάσεών του, την απτή στιχουργική του νοητική πυκνότητα. Λέξεις, εικόνες, καταστάσεις, ρυθμοί, φράσεις, νοήματα, επαναλαμβάνονται άλλοτε με ευχάριστη άνεση και άλλοτε μονότονα. Ορισμένες φορές ο ποιητικός της λόγος, πέρα από τη νοηματική του απτότητα, ακούγεται σαν ένα άκεφο ομοιότονο γουργούρισμα. Το λεξιλόγιό της είναι προσδιορίσιμο, η γλώσσα είναι η καθομιλουμένη, στρωτή δημοτική. Το βάρος πέφτει περισσότερο στη λειτουργία της ομοιοκαταληξίας. Μια λειτουργική ομοιοκαταληξία, που αφήνει να διαφανεί η ηχητική ομοιότητα των εικόνων, η δυναμικότητα της σύνθεσης, το εκφραστικό τόλμημα, και η οποία λειτουργεί εξισορροπητικά στη μεταξύ τους σχέση.
Στη Μυρτιώτισσα οι λέξεις είναι εκείνες που υπηρετούν την ιδέα, τη σκέψη του δημιουργού, όχι το αντίθετο. Τα ποιητικά της οράματα, οι αξιολογικές της προτάσεις, οι μεταφορές της, οι παρομοιώσεις της, οι σύντομες ή μεγάλες εικονογραφικές συνθέσεις της, είναι συνήθως απλές και επαναλαμβάνονται σε όλες τις συλλογές της. Η ποιήτρια δεν πειραματίζεται, δεν δοκιμάζει άλλες φόρμες, δεν επιδιώκει να ξεφύγει από τη συγκεκριμένη θεματογραφία που έχει από την αρχή της εμφανίσεώς της επιλέξει. Η τεχνική της συνίσταται συνήθως στη χρησιμοποίηση εύηχων μεταφορών, ρυθμικών μοτίβων και τολμηρών εικόνων. Ο εξομολογητικός αισθησιακός τόνος ρέπει ενίοτε προς τη μελαγχολία, το άγχος, τη θλίψη, την ανία, την απελπισία, την συνειδητοποίηση του ατελέσφορου των προθέσεών της.
Το λάθος της Μυρτιώτισσας είναι ότι θέλησε να «σταματήσει» το χρόνο, με ό, τι αυτό συνεπάγεται. Υπερεκτίμησε τις δυνάμεις της, εγκλωβίστηκε στη γυναικεία της φιλαρέσκεια, συγκλονίστηκε από την αδιαμφισβήτητη ομορφιά της, θαμπώθηκε από το θαυμασμό του περίγυρου και αρνήθηκε το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της να αποπαγιδευτεί από τον ίδιο της τον εαυτό. Δεν ενδιαφέρθηκε για τις κοσμογονικές αλλαγές που συντελούνταν γύρω της, έμεινε απαθής στα ιστορικά γεγονότα της εποχής της, έμεινε πάντα απόμακρη από τα κοινά. Η θεματολογία της δεν επεκτάθηκε πέρα από τα όρια των πρώτων ποιητικών της συνθέσεων, αν και συμπληρώθηκε σποραδικά από τα διάφορα θλιβερά συμβάντα της προσωπικής της ζωής.
Στις δύο τελευταίες ποιητικές συλλογές της, παρ΄ ότι κάποιοι σκόρπιοι στίχοι της αναδίνουν το άρωμα της πρώτης της φρεσκάδας, συναντάμε μια πνευματική κόπωση, μάλλον και σωματική, παρά τις λυρικές αναλαμπές των ποιημάτων εκείνων που αναφέρονται στο θάνατο του γιού της ή της μητέρας της. Η ποιητική της ανάσα είναι πιο αργή, ο τόνος της χαμηλότερος, παρ΄ ότι εσωτερικότερος, το ύφος της πιο λυγρό, περισσότερο απαισιόδοξο. Η μοναξιά, ο θάνατος, οι αρρώστιες, οι στερήσεις την έχουν περικυκλώσει. Η σφριγηλότητα του σώματος έχει παρέλθει, η θαλερότητα των αισθήσεων έχει παραχωρήσει τη θέση της σε μια στωική στάση ζωής, σε μια νοσταλγική αναπόληση. Η θηλυκή ερωτική θεματογραφία την οποία τόσο φλογερά διακόνισε η ποιήτρια, ολοκλήρωσε τον κύκλο της.
Αρνούμενη να φυγαδευτεί από τον «κόσμο του παλιού καλού καιρού», πλούσια σε ερωτικές αναμνήσεις και σωματικές αισθήσεις, περιχαρακώθηκε στην προσωπική της Μεγάλη ερωτική Ιδέα και αυτή υπηρέτησε μέχρι το τέλος της ζωής της, με αυτάπάρνηση και παρρησία.
Επέλεξε να τελειώσει τη ζωή της συντροφιά με τη λιτανεία των δικών της ερωτικών φαντασμάτων.

Μυρτιώτισσα, Μια παρουσίαση από τον Γιώργο Μπαλούρδο, εκδόσεις Γαβριηλίδης, εκ νέου, Αθήνα 2002.

Από το βιογραφικό της ποιήτριας στο ίδιο βιβλίο κρατάω και μεταφέρω τις εξής ενδιαφέρουσες πληροφορίες:
-Το πραγματικό της όνομα ήταν Θεώνη Δρακοπούλου.
-Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη(η ημερομηνία είναι αβέβαιη, 1885, 1883 ή 1881), από επιφανή οικογένεια.
-Δεν ενδιαφερόταν για το σχολείο, αλλά για την ποίηση και το θέατρο (πρωταγωνίστησε σε διάφορες ερασιτεχνικές και επαγγελματικές παραστάσεις).
-Ο Νίκος Καζαντζάκης την αποκάλεσε «σταυρωμένη ποιήτρια της αγάπης».
-Στην προσωπική της ζωή δεν στάθηκε πολύ τυχερή. Παντρεύτηκε έπειτα από πίεση των δικών της τον εξάδελφό της Σπύρο Παππά. Η αποτυχημένη συμβίωση (στο μεταξύ γέννησε τον γιό της Γιώργο, μετέπειτα ηθοποιό) την οδηγεί να εγκαταλείψει τον σύζυγό της.
-Μετά από λίγα χρόνια ερωτεύεται παράφορα τον ποιητή Λορέντζο Μαβίλη. Θάνατος του ποιητή και δεύτερη προσωπική αποτυχία.
-Καθοριστική συνάντηση και συναναστροφή με τον Κωστή Παλαμά
-Ακολουθούν αρκετές ποιητικές συλλογές και βραβεύσεις
-Πεθαίνει το 1968.

Για την Μυρτιώτισσα μπορείτε επίσης να δείτε εδώ:
http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2009/03/71.html
http://www.peri-grafis.com/ergo.php?id=374
http://www.poiein.gr/archives/5827/index.html
και σε πολλά άλλα sites.

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Σ΄ αγαπώ

Σ’ αγαπώ΄δεν μπορώ
τίποτ’ άλλο να πω
πιο βαθύ, πιο απλό
πιο μεγάλο!

Μπρος στα πόδια σου
εδώ
με λαχτάρα σκορπώ
τον πολύφυλλο ανθό
της ζωής μου

Ω μελίσσι μου, πιες
απ’ αυτόν τις γλυκές
τις αγνές ευωδιές
της ψυχής μου!

Τα δυο χέρια μου, να!
σ΄ τα προσφέρω δετά
για να γείρεις γλυκά
το κεφάλι

κι η καρδιά μου σκιρτά
κι όλη ζήλια ζητά
να σου γίνει ως αυτά
προσκεφάλι!

Και για στρώμα, Καλέ,
πάρε όλην εμέ,
 σβήστ΄ τη φλόγα σ΄ εμέ
της φωτιάς σου,

ενώ δίπλα σου εγώ
τη ζωή θ΄ αγρικώ
να κυλάει στο ρυθμό
της καρδιάς σου…

Σ’ αγαπώ΄ τι μπορώ,
ακριβέ, να σου πω
πιο βαθύ, πιο απλό
πιο μεγάλο;

ΜΥΡΤΙΩΤΙΣΣΑ

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Η γαλοπούλα του θαύματος

Ο μακαρίτης ο παππούς μου είχε δύο χάρες. Ήτανε θρήσκος και φαγάς.
-Καλό φαγί και καλή ψυχή, παιδιά μου…, μας έλεγε συχνά.
Έτσι μπορεί να εξηγηθεί ίσως και η μικρή ιστορία που θα σας διηγηθώ.
Είχαμε καθίσει μια χρονιά να φάμε στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Με την ώρα ήρθε απ΄ το φούρνο και η γαλοπούλα. Την έφεραν με το ταψί στο τραπέζι, να την καμαρώσουμε, και να την κομματιάσει ο παππούς, όπως συνήθιζε πάντα. Ο παππούς σηκώθηκε από τη θέση του, ανασήκωσε τα μανίκια του, τρόχισε το ένα μαχαίρι με το άλλο και, λέγοντάς μας «και του χρόνου», άρχισε να κόβει.
Μόλις όμως έχωσε το μαχαίρι στο στήθος της γαλοπούλας για να τη χωρίσει, χύθηκαν από μέσα τα ελέη του Θεού και μοσχοβόλησε ο τόπος. Ένα πλούσιο γέμισμα από καλοψημένο κιμά, κάστανα, σταφίδες, κουκουνάρια και όλα τα καλά.
-Καλέ, τούτη δεν είναι η δική μας γαλοπούλα…, φώναξε η μητέρα μου. Κάτι λάθος θα γινε στο φούρνο. Η δική μας γαλοπούλα δεν ήτανε γεμιστή.
Όλοι κοιτάζαμε με το στόμα ανοιχτό. Πώς βρέθηκε άξαφνα η παραγεμισμένη γαλοπούλα; Ο παππούς μονάχα εξακολουθούσε να κόβει –ήταν μάστορης σ΄ αυτή τη δουλειά- χωρίς να βγάζει λέξη.
-Τι κάνεις, χριστιανέ μου, του είπε η μητέρα μου. Την ξένη γαλοπούλα κομματιάζεις; Άστηνε! Θα ρθουνε να τη γυρέψουνε οι άνθρωποι. θα τη δώσουμε, να πάρουμε πίσω τη δική μας.
Ο παππούς εξακολουθούσε να κόβει.
-Σώπα…, της είπε. Δεν ξέρεις εσύ. Η γαλοπούλα είναι δική μας.
Η μητέρα μου στεναχωρήθηκε.
-Μα πως είναι δική μας, χριστιανέ μου, αφού η δική μας ήτανε σκέτη κι αυτή είναι παραγεμιστή;
Ο παππούς δίχως να σταματήσει καθόλου –τώρα χώριζε τις φτερούγες και τα πόδια- της αποκρίθηκε:
-Την παραγέμισε ο Χριστός.
Γελάσαμε όλοι για το αστείο. Μονάχα ο παππούς δε γέλασε. Αυτός δεν αστειευότανε καθόλου.
-Ο Χριστός;, έκανε η μητέρα μου. Ο Χριστός την παραγέμισε; Ας…κάνω το σταυρό μου.
-Μάλιστα, ο Χριστός…, ξαναείπε ο παππούς. Τις γαλοπούλες των καλών ανθρώπων τις παραγεμίζει ο Χριστός. Μα που καταλαβαίνετε εσείς από τέτοια; Σας λείπει βλέπεις η πίστη. Άπιστη γενεά!
Σιγά-σιγά πιστέψαμε κι εμείς το θαύμα. Κι αρχίσαμε να τρώμε τη γαλοπούλα του θαύματος. Τέτοια γαλοπούλα, αλήθεια, δεν είχαμε ξαναφάει. Σωστό γλύκισμα.
Δεν είχαμε αποφάει, καλά-καλά, και χτυπάει δυνατά η πόρτα. Η υπηρέτρια έτρεξε ν΄ ανοίξει. Ακούσαμε ζωηρές ομιλίες στην εμπατή. Σε λίγο μπήκε μέσα στην τραπεζαρία η υπηρέτρια αλαφιασμένη. Μονάχα ο παππούς εξακολουθούσε να ξεκοκκαλιάζει τη φτερούγα του, δίχως να γνοιαστεί καθόλου.
-Τη γαλοπούλα γυρεύουν, κυρία…, είπε η υπηρέτρια. Λάθος, λέει, έγινε στο φούρνο. Η γαλοπούλα ήτανε δική τους. Μας φέρανε τη δική μας να πάρουνε την άλλη…
Βουβαθήκαμε όλοι. Ο παππούς, ξέγνοιαστος πάντα, έγνεψε στη μητέρα μου.
-Αφήστε με να κάνω εγώ καλά…, είπε. Μην ανακατευθείτε καθόλου.
Και πετάχτηκε στην εμπατή. Σε λίγο τον ακούσαμε να μιλάει με τους ανθρώπους, που είχαν έρθει να πάρουν τη γαλοπούλα τους.
-Η γαλοπούλα είναι δική μας, τους έλεγε. Τι γυρεύετε;
-Η δική σας ήτανε σκέτη…, του λέγανε εκείνοι. Να τηνε. Αυτή που πήρατε είναι δική μας.
-Λάθος κάνετε, φώναξε ο παππούς. Αυτή που κρατάτε είναι η δική σας. Πάρτε την και φευγάτε. Μη μας σκοτίζετε, μέρα που είναι.
Οι άλλοι είχανε θυμώσει, φαίνεται.
-Τι λες, μπάρμπα; Κοροϊδεύεις; ! Γεμιστή γαλοπούλα είχατε στείλει τουλόγου σας στο φούρνο;
-Όχι, σκέτη. Δεν μπορώ να το πω ψέμα…, τους έλεγε ο παππούς. Σκέτη τη στείλαμε.
-Καλά, που το λες, μπάρμπα. Αφού τη στείλατε λοιπόν σκέτη πως βρέθηκε παραγεμιστή;
Ο παππούς δεν τα χασε.
-Τη γέμισε ο Χριστός…, τους είπε.
-Καλά! Τη δική σας τη γέμισε ο Χριστός. Και η δική μας, που τη στείλαμε παραγεμιστή, πώς βρέθηκε άδεια;
Ο παππούς δεν ήτανε από τους ανθρώπους που σαστίζουν εύκολα.
-Τι να σας πω, παιδιά μου; Ξέρω κι εγώ; Ο Χριστός θα την άδειασε. Ποιος ξέρει τι αμαρτίες θα χετε…
Δεν ακούσαμε πια τίποτε. Ακούσαμε μόνο την πόρτα που έκλεισε. Ο παππούς τους είχε καταφέρει, φαίνεται, να πιστέψουν κι οι ίδιοι πως ο Χριστός τους είχε αδειάσει τη γαλοπούλα τους. Ο παππούς ξαναμπήκε στην τραπεζαρία.
-Πάνε, φύγανε…, είπε. Κατάλαβαν κι αυτοί το άδικό τους. Αμ εδώ είναι χειροπιαστό πράμα, παιδί μου. Θαύμα ολοφάνερο.
Και ο παππούς, που ήτανε και θρήσκος και φαγάς, ξανακάθισε να αποτελειώσει τη φτερούγα του.
-Μεγάλα και θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε.

Παύλος Νιρβάνας, Μικρές ιστορίες

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Άσπρες χιονονιφάδες χορεύουν στον ουρανό…


Αυτήν την χιονισμένη εικόνα αντικρίσαμε σήμερα το πρωί μόλις ξυπνήσαμε… Και τώρα που γράφω χαζεύω από το παράθυρο και χιονίζει ασταμάτητα. Καιρός ήταν να δούμε μια… άσπρη μέρα, να συμπληρωθεί η χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα, να ολοκληρωθεί το χριστουγεννιάτικο σκηνικό (κι η Παναγιώτα με τον μπαμπά της έχουν άγχος που θα προσγειώσει το έλκηθρό του ο Άγιος Βασίλης…). Βέβαια με την τιμή του πετρελαίου στα ύψη όπου βρίσκεται δεν ξέρω κατά πόσο είναι ευχάριστο να ζεις στην χιονισμένη, παγωμένη, αλλά γραφικά όμορφη αυτές τις μέρες (και εν όψει των φωτιών) Φλώρινας…Και ειδικά όταν επί τρία συνεχόμενα χρόνια είσαι άνεργος…Τελοσπάντων. Δε θα γκρινάξω άλλο μέρες που είναι. Καλή καρδιά…Αυτό έχει σημασία…

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Το βιβλίο των δικών σου Χριστουγέννων

Σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σας ένα όμορφο βιβλίο, που μου χάρισε πέρυσι τα Χριστούγεννα ο Φάνης. Εντάσσεται στην παιδική λογοτεχνία, όμως για μένα είναι κάτι παραπάνω, ένα πολύτιμο δώρο και για μικρούς και για μεγάλους…

Το κείμενο είναι τόσο απλό, παράλληλα όμως τόσο τρυφερό, γλυκό και συγκινητικό το μήνυμά του…Κι η εικονογράφηση δεν είναι η συνηθισμένη παιδική χαρούμενη πολύχρωμη εικονογράφηση, αλλά ένα κλικ πιο πάνω… Μακάρι να μπορούσα να το χάριζα σε όλους όσους γνώριζα…

Απόσπασμα από το βιβλίο:
Υπήρχε ένα χριστουγεννιάτικο βιβλίο που οι σελίδες του δεν ήταν στολισμένες με πολύχρωμα φωτάκια.
Στην πρώτη του σελίδα όμως κάποιος είχε ανάψει ένα μικρό κεράκι.
Κι αυτό ήταν αρκετό για να το διαβάσεις…
Υπήρχε ένα χριστουγεννιάτικο βιβλίο που όσο κι αν το ξεφύλλιζες δε θα έβρισκες παρά μονάχα ένα μικρό, πολύ μικρό δωράκι…
Μα ήταν ένα δώρο διαλεγμένο με πολλή αγάπη…
[…]
Υπήρχε ένα χριστουγεννιάτικο βιβλίο που μάταια τα παιδιά έψαχναν στις σελίδες του να βρούνε τον Άι-Βασίλη.
Είχε όμως έναν μπαμπά που μετά τη δουλειά του πέρασε βιαστικός για να προλάβει ανοιχτό το μικρό παιχνιδάδικο της γειτονιάς.
[…]
Υπήρχε ένα χριστουγεννιάτικο βιβλίο που στις σελίδες του δεν καταδέχτηκε να εμφανιστεί καμία καινούρια κούκλα.
Είχε όμως μια κούκλα παλιά, που την είχε αγαπήσει πολύ η μικρή της ιδιοκτήτρια.
Και γι΄ αυτό ήταν ακόμη η ομορφότερη κούκλα του κόσμου…
[…]
Υπήρχε ένα χριστουγεννιάτικο βιβλίο που όσοι κι αν το διάβασαν δε βρήκαν πουθενά τον γελαστό χιονάνθρωπο με το κασκόλ και το καρότο.
Ένας περαστικός όμως χάρισε το κασκόλ του σε κάποιον που κρύωνε.
Κι έτσι έκανε έναν άνθρωπο λιγότερο θλιμμένο…

Δεν γράφω παραπάνω. Πιστεύω καταλάβατε.

Να και η περίληψη του βιβλίου από το οπισθόφυλλό του:

Μα πού πήγαν ο Αϊ-Βασίλης, οι τάρανδοι, ο χιονάνθρωπος, το έλατο και όλος ο θίασος των Χριστουγέννων; Τι κάνει αυτός ο μικρός κοκκινολαίμης, μαζί με μια κούκλα παλιά, ένα κεράκι, μια οικογένεια μυρμηγκιών, έναν ταξιδευτή πιγκουίνο και τόσους άλλους παράξενους χαρακτήρες; Τι συμβαίνει επιτέλους μέσα σ' αυτό το μικρό βιβλίο; Άνοιξε τις σελίδες και θα δεις… Ίσως μέσα βρεις τα δικά σου Χριστούγεννα.


Και κάτι τελευταίο, αυτές τις γιορτές, κάντε δώρο ένα βιβλίο. Ακόμα και με ελάχιστα χρήματα θα βρείτε κάτι αξιόλογο. Είναι κάτι που θα μείνει για μια ζωή και μπορεί να κάνει πιο πλούσια την ψυχή ενός ανθρώπου.

Το βιβλίο των δικών σου Χριστουγέννων, του Κυριάκου Χαρίτου, με εικόνες της Ντανιέλας Σταματιάδη. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.


http://www.metaixmio.gr/products/1632--.aspx

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Ο σάκος του Άι-Βασίλη

Ο Αϊ-Βασίλης έχει έναν ειδικό σάκο για να μεταφέρει τα δώρα. Λένε ότι ανήκε σ΄ ένα γίγαντα και στο εσωτερικό του χωρούσαν τα πάντα: ένα ταμπούρλο, ένα τρένο και φυσικά τα παιχνίδια για τα παιδιά όλου του κόσμου. Λένε ακόμα ότι είναι μαγικός, κι ότι όσο περισσότερο γέμιζε τόσο μεγαλύτερος γινόταν...



Παρέα με τον Αϊ-Βασίλη, Εκδόσεις Ψυχογιός

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Στη φάτνη μπροστά

Μπροστά στη φάτνη σου, Χριστέ,
με πόθο γονατίζω
και τη δική μου την καρδιά
μ΄ αγάπη στη χαρίζω.

Δε σου ζητώ, Χριστούλη μου,
λεφτά να μου χαρίσεις,
αλλά του κόσμου τις ψυχές
μ΄ ελπίδες να στολίσεις.

Ολόψυχα ποθώ, Χριστέ,
τα παιδικά τα μάτια
να μην ιδούν ποτέ τους πια
τα όνειρα κομμάτια.

Ανδρέας Κουρτέλλας

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Καλά Χριστούγεννα

-Κάθε χρόνο, μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, πωλούνται 2,65 δισεκατομμύρια χριστουγεννιάτικες κάρτες.

-67% των ανθρώπων αγοράζουν δώρο Χριστουγέννων για το σκύλο τους.

-45% των ανθρώπων αγοράζουν δώρο Χριστουγέννων για τη γάτα τους.

-Το 22% των ανδρών ψωνίζουν δώρα τις τελευταίες δύο μέρες.

-Το 9% των γυναικών ψωνίζουν δώρα τις τελευταίες δύο μέρες.

-Ένα 12% αρχίζει τα ψώνια του από τις εκπτώσεις του Ιανουαρίου.

-Ο Άγιος Βασίλης πρέπει να μοιράσει όλα του τα δώρα σε περίπου 31 ώρες. (Κερδίζει χρόνο από τη διαφορά ώρας μεταξύ των διάφορων χωρών.)
Υπάρχουν περίπου 2 δισεκατομμύρια παιδιά στον πλανήτη. Αν υποθέσουμε πως ο Άγιος Βασίλης δε μοιράζει δώρα στους Μωαμεθανούς, τους Εβραίους, τους Ινδουιστές και τους Βουδιστές – (με εξαίρεση την Ιαπωνία), τότε πρέπει να επισκεφθεί το 15% των παιδιών (378 εκατομμύρια). Κι αν κατά μέσον όρο αναλογούν 3,5 παιδιά σε κάθε σπίτι, έχει να επισκεφτεί 108 εκατομμύρια σπίτια. Αν υποθέσουμε βέβαια πως σε κάθε σπίτι υπάρχει τουλάχιστον ένα καλό παιδί!

-Ο Άγιος Βασίλης πρέπει να επισκεφτεί 967,7 σπίτια το δευτερόλεπτο. Άρα πρέπει σε ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου: να παρκάρει το έλκηθρο, να βρει τα κατάλληλα δώρα, να μπει από την καμινάδα, να τα βάλει κάτω από το δέντρο, να βγει από την καμινάδα, να πάρει το έλκηθρο και να φύγει!
Αν υποθέσουμε πως τα σπίτια είναι σε ίσες αποστάσεις (που βέβαια δεν είναι!) πρέπει να διανύσει κατά μέσον όρο 1, 25 χιλιόμετρα συνολικά, (χωρίς να ξεκουραστεί ούτε να πάει στην τουαλέτα).

Και η πιο περίεργη πληροφορία:

-Το 1647 το αγγλικό Κοινοβούλιο κατάργησε τα Χριστούγεννα.
(Γιατί άραγε;)

Από το εκπληκτικά τέλειο βιβλίο της Λίζας Παπαδοπούλου, Άχρηστες γνώσεις και χρήσιμες πληροφορίες, εκδόσεις γνώση!!

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι: ο ποιητής της επανάστασης

«Μοσχοβίτες υπερασπιστείτε την πατρίδα του Μαγιακόφσκι» Ι. Στάλιν

Η φράση αυτή είναι η τελευταία της προκήρυξης του Στάλιν προς το λαό της Μόσχας όταν την απειλούσε η γερμανική επίθεση. Ο Στάλιν βρήκε και επισήμανε πρόσθετο λόγο για να υπερασπίσουν ο Μοσχοβίτες τη Μόσχα. Επειδή ήταν πατρίδα του Μαγιακόφσκι. Τέτοια τιμή δεν έγινε ποτέ ούτε σε ποιητή ούτε σε πολιτικό ηγέτη. Αυτός είναι ο Μαγιακόφσκι.

Κι αυτά είναι τα λόγια από το οπισθόφυλλο του βιβλίου Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, ποίηση, εκδόσεις νέα εποχή, με την ποιητική ανάπλαση και τον πρόλογο που ακολουθεί από τον Στάθη Πρωταίο.

(Για να είμαι ειλικρινής ο Μαγιακόφσκι δεν με εκφράζει τόσο όσο στο παρελθόν, αυτό όμως εννοείται ότι δε μειώνει ούτε κατ΄ ελάχιστο την ποιητική του δυναμική…Γι΄ αυτό και το παρακάτω αφιέρωμα στον ποιητή, που κάποτε αγάπησα πολύ. Επειδή οι παλιές αγάπες μπορεί να πηγαίνουν στον Παράδεισο ή… στην Κόλαση, αλλά ποτέ δεν πεθαίνουν…)

Το κύριο

Γεννήθηκα στις 7 Ιούλη του 1894 (ή του 1893 –οι γνώμες της μαμάς και του υπηρεσιακού δελτίου του πατέρα, δε συμπέφτουν- οπωσδήποτε, δε γεννήθηκα νωρίτερα). Πατρίδα το χωριό Μπαγντάτι, του κυβερνείου Κουταίς, Γεωργία).

Σύνθεση της οικογένειας
Πατέρας: Βλαντιμίρ Κωσταντίνοβιτς (δασάρχης του Μπαγντάτι), πέθανε στα 1906.
Μαμά: Αλεξάνδρα Αλεξέγιεβνα
Αδελφές: α) Λιούντα
β) Όλια
και ακόμα ήταν η θεία Ανιούτα. Άλλοι Μαγιακόφσκι δεν υπάρχουν.

Πρώτη ανάμνηση
Έννοιες ζωγραφικές. Τόπος άγνωστος. Χειμώνας. Ο πατέρας, γραμμένος συνδρομητής στο περιοδικό «Πατρίδα». Η «Πατρίδα» είχε ευθυμογραφικό παράρτημα. Για τους αστείους λένε. Το προσμένουν. Ο πατέρας σουλατσάρει πέρα δώθε και τραγουδάει το αιώνιό του «αλόν ζανφάν ντε λα το τσετίρε». Ήρθε η «Πατρίδα». Και την ανοίγω και ξεφωνίζω: «Τι κωμικό, ένας άντρας και μία θεία φιλιώνται». Γέλασαν. Υστερώτερα, όταν ήρθε το παράρτημα, κι ήταν ώρα να γελάσουν στα αλήθεια ανακάλυψα ότι είχαν γελάσει πριν μονάχα με μένα. Έτσι, χωρίστηκαν οι γνώμες μας για τις εικόνες και το χιούμορ.

Δεύτερη ανάμνηση

Έννοιες ποιητικές. Καλοκαίρι. Έρχονται άνθρωποι σωρό. Ένας όμορφος ψηλός φοιτητής –ο Μπ. Γκλουσκόφσκυ. Σχεδιάζει ένα δερμάτινο τετράδιο μεγάλο. Γυαλιστερό χαρτί. Στο χαρτί ένας άνθρωπος μακρουλός, δίχως παντελόνι (μπορεί να ήτανε κολλητά πολύ), μπροστά στον καθρέφτη. Ο άνθρωπος αυτός ονομάζεται «Ευγενιονέγκιν». Μακρύς ο Μπόρια, μακρύς κι αυτός στο σχέδιο. Ήταν ολοφάνερο, θαρρούσα πως ο Μπόρια ήταν ο Ευγενιονέγκιν. Αυτή η αντίληψή μου βάσταξε τρία ολάκερα χρόνια.

Τρίτη ανάμνηση

Πρακτικές σκοτούρες. Νύχτα πίσω μεριά του τοίχου, ατέλειωτο μουρμουρητό, κουβεντολόι του μπαμπά και της μαμάς. Για το πιάνο η κουβέντα. ξαγρύπνησα ολάκερη τη νύχτα. Μια φράση κόλλησε σαν στρείδι στο μυαλό μου. Το πρωί ξυπόλητος πιλάλησα τον πατέρα μου «Μπαμπά, τι θα πει πληρωμή με δόσεις;». Η εξήγηση μου άρεσε πολύ.

Κακές συνήθειες

Καλοκαίρι. Αναπάντεχα πολλοί επισκέπτες. Πολλά γενέθλια. Το ένα πάνω στο άλλο. Ο πατέρας περηφανεύεται για τη μνήμη μου. Σε όλα τα γενέθλια με ανάγκαζαν να αποστηθίζω στίχους. Ειδικά για τα γενέθλια του μπαμπά θυμάμαι τους στίχους:
Κάποτε μπρος σε μέγ΄ ασκέρι
από βουνά τους συντοπίτες.
Αυτά τα βουνά συντοπίτες και οι βράχοι μου διναν στα νεύρα. Δεν ήξερα τι πράμα ήταν και στη ζωή μου δεν έτυχε συναπαντήσω. Κατοπινά έμαθα, πως αυτό είναι ότι λέμε ποιητικό. Και άρχισα από μέσα μου να μισώ την ποίηση.

Οι ρίζες του ρομαντισμού
Το πρώτο μας σπίτι, το θυμάμαι καλά. Δυο πατώματα. Το κάτω ένα μικρό εργοστάσιο που έφτιαχνε οινόπνευμα. Μια φορά το χρόνο ξεφόρτωναν σταφύλια από κάρα. Τα πατούσαν. Εγώ έτρωγα. Οι άλλοι πίναν. Ήταν στην περιοχή του πιο αρχαίου κάστρου της Γεωργίας, το Μπαγντάτι. Το κάστρο γίνεται τετράγωνο από τα τείχη του. Στις γωνίες του τείχους ήταν τα σκέπαστρα για τα κανόνια. Στα τείχη πολεμίστρες. Από τα τείχη έξω τάφροι. Πάρα πέρα από τις τάφρους ήταν τα ρουμάνια και τα τσακάλια. Και πάνω από τα ρουμάνια τα βουνά. Μεγάλωσα. Και έτρεχα στο αψηλότερο. Τα βουνά, κατά την τραμουντάνα, χαμήλωναν. Κατά κει ήταν η Ρωσία. Ονειροπολούσα. Κάτι με τραβούσε κατά κει με απίστευτη δύναμη.

Απίθανο
Εφτά χρονών. Ο πατέρας μου άρχισε να με παίρνει μαζί του, καβάλα, πηγαίνοντας να επιθεωρήσει τα δάση της περιφέρειάς του. Διάσελο. Κι αντάρα απλώνεται τριγύρω. Δεν έβλεπα ούτε τον πατέρα. Το στρατί ίσα μας χωράει. Ο πατέρας θαρρώ παρέσυρε κλαρί αγριοτριανταφυλλιάς. Το κλαρί με χτύπησε στα μάγουλα με ορμή. Κατάπνιξα τις στριγγλιές και έβγαλα τα αγκάθια. Χάθηκε μονομιάς και ο πόνος και η αντάρα. Σ΄ ένα άνοιγμα της αντάρας παρουσιάστηκε κάτι πιο φωτεινό από τον ουρανό. Ήταν ο ηλεκτρισμός. Το εργοστάσιο του πρίγκιπα Νικαπίτζε. Μετά τον ηλεκτρισμό σταμάτησα να νοιάζομαι πια για τηνφύση: πράγμα με ατέλειες.

Μάθηση
Μου κάνανε μαθήματα η μαμά μου και κάμποσες ξαδέρφες. Την αριθμητική την πίστευα όχι αληθινή. Έπρεπε να λογαριάζει κανείς τα μήλα και τα αχλάδια που έδινε στα αγόρια. Όμως εμένα μου δίνανε και εγώ έδινα χωρίς να λογαριάζω. Ο Καύκασος έχει όσα φρούτα θέλεις.

Το πρώτο βιβλίο
Κάποια πτηνοτρόφος, Αγάθια, μου δάνεισε το πρώτο βιβλίο. Αν έπεφταν στα χέρια μου τότε μερικά τέτοια βιβλία, δε θα ξαναδιάβαζα ποτέ στη ζωή μου. Καλότυχα, μετά το πρώτο, το δεύτερο ήταν ο «Δον Κιχώτης», αυτό, ναι, ήταν βιβλίο. Έφτιαξα και γω σπαθί ξυλένιο και καταρήμαξα τους πάντες και τα πάντα γύρω μου.

Εξετάσεις
Μετακομίσαμε. Από το Μπαγντάτι στο Κουταίς. Εισαγωγικές εξετάσεις στο γυμνάσιο. Πέτυχα. Με ρωτήσανε για την άγκυρα (είχα μια άγκυρα στο μανίκι)-ήξερα καλά. Και ο παπάς με ρώτησε τι είναι το «όκο». Αποκρίθηκα «τρία φούντια». Οι ευγενέστατοι εξεταστές μου εξήγησαν ότι «όκο» στην αρχαία σλαβική εκκλησιαστική γλώσσα πάει να πει «οφθαλμός». Λίγο έλειψε να με απορρίψουν γι΄ αυτό. Απ΄ αυτό μίσησα αμέσως όλα τα αρχαία, όλα τα εκκλησιαστικά και όλα τα σλαβικά. Ίσως σ΄ αυτό να χρωστιέται και ο φουτουρισμός μου, και ο αθεισμός μου και ο διεθνισμός μου.

Γυμνάσιο
Προπαρασκευαστική 1η και 2η τάξη. Πρώτος. Γιομάτος άριστα. Διαβάζω Ιούλιο Βερν. Γενικά κάτι φανταστικό. Ένας γείτονας μου έβρισκε ικανότητες ζωγράφου. Μου κάνει μαθήματα τζάμπα.
[…]

Παρανομία
Ήρθε η αδερφή μου από τη Μόσχα. Ενθουσιασμένη. Μου δωσε κρυφά από τους άλλους κάτι μακρουλά χαρτιά. Μ΄ άρεσαν; Ήταν επικίνδυνα πολύ. Το πρώτο:
Ξύπνησε σύντροφε,
ξύπνα αδερφέ
χωρίς χασομέρια
το όπλο σου πέτα.
Και ακόμα ένα άλλο χαρτί για τον τσάρο τελείωνε:
Κι άλλο δεν έχει δρόμο στους Γερμανούς να πάει με γιο και με γυναίκα και τη μαμάκα του.
Ήταν η επανάσταση. Κι αυτοί ήταν οι στίχοι. Κι οι στίχοι κι η επανάσταση ενωθήκαν στο κεφάλι μου.

1905
Δεν είχα μυαλό για τα μαθήματα. Πέφτουν δυάρια. Προβιβάστηκα στην Τετάρτη, επειδή μου είχαν σπάσει το κεφάλι μου σ΄ έναν καβγά. Και όταν έδινα εξετάσεις –επανεξεταστέος- με λυπήθηκαν.
Η επανάσταση για μένα άρχισε έτσι: ο φίλος μου ο Ισίδωρος –μάγερας του παπά, απ΄ τη χαρά του σαλτάρησε στο φούρνο της κουζίνας- είχαν σκοτώσει το στρατηγό Αλιχάνωφ. Το λαοδαμαστή της Γεωργίας. Διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις απανωτές. Πήγα και εγώ. Θαυμάσια. Θυμάμαι εικαστικά: στα μαύρα οι αναρχικοί, στα άλλα χρώματα οι ομοσπονδιακοί.
[…]

1906
Πέθανε ο πατέρας μου. Τρύπησε το δάχτυλο (έραβε κάποια χαρτιά). Μόλυνση του αίματος. Από εκείνη την εποχή δεν μπορώ να ανεχτώ τις παραμάνες. Η άνετη ζωή μας τέρμα. Ύστερα από την κηδεία του πατέρα βρεθήκαμε με τρία ρούβλια στην τσέπη. Σαν από ένστικτο, πυρετώδικα, ξεπουλήσαμε για τρεις και εξήντα τραπέζια και καρέκλες. Ξεκινήσαμε για τη Μόσχα και εκεί ούτε φίλους ούτε γνωστούς είχαμε.
[…]

Μόσχα

Μείναμε στο Ραζουμόφσκι. Κάποιοι γνωστοί της αδερφής –Πλότνικωφ. Το πρωί με τραίνο στη Μόσχα. Νοικιάσαμε ένα μικρούτσικο διαμέρισμα στην οδό Μπρόσναγια.

Μοσχοβίτικα
Κακοτρώμε. 10 ρούβλια σύνταξη το μήνα. Εγώ κι οι δύο αδερφές μου σπουδάζουμε. Αναγκάστηκε η μαμά να νοικιάσει δωμάτια με φαγητό. Τα δωμάτια της κακιάς ώρας. Κατοικούσαν φτωχοί φοιτητές σοσιαλιστές. Θυμάμαι πρώτος μπολσεβίκος μου έτυχε ο Βάσια Καντελάκι.

Κάτι ευχάριστο
Με στείλαν να αγοράσω πετρέλαιο με πέντε ρούβλια και 50 καπίκια ρέστα. Στο μαγαζί μου έδωσαν 15 ρούβλια και 50 καπίκια ρέστα. 10 ρούβλια κέρδος. Με τυραννούσε η συνείδηση. Έκανα βόλτα όλο το μαγαζί τρεις φορές. (Το πρόγραμμα της Ερφούρτης με βασάνιζε. Ποιος έκανε το λάθος –ρωτάω σιγαλά έναν παραγιό. «Το αφεντικό»). Αγόρασα και έφαγα τέσσερα μασούρια ζαχαρωμένα φρούτα. Με τα άλλα έκανα βαρκάδα στις λίμνες του Πατριάρχη. Από τότε δεν μπορώ να αντικρίσω φρούτα ζαχαρωμένα.

Δουλειά
Δεν υπάρχουν παράδες στην οικογένεια. Αναγκάστηκα να κάνω πυρογραφίες και ζωγραφιές.. ιδιαίτερα θυμάμαι τα αυγά του Πάσχα. Ήταν ολοστρόγγυλα και όπως παίρναν στροφές στρίγγλιζαν σαν πόρτες. Τ΄ αυγά τα πουλούσα σε ένα κατάστημα έργων χειροτεχνίας, στην οδό Νεγκλινάγια, 10-15 καπίκια το ένα. Από τότε μισώ φοβερά το ρωσικό στυλ και τη χειροτεχνία.

Γυμνάσιο
Προβιβάστηκα από την Τετάρτη τάξη του 5ου Γυμνασίου. Παίρνω άσσους και καμία φορά και κάποιο δυάρι. Κάτω από το θρανίο είναι το «Άντι Ντίρινγκ».

Διαβάσματα
Απορρίπτω τη λογοτεχνία ολότελα. Φιλοσοφία. Χέγκελ. Φυσιογνωσία. Βασικά, όμως, μαρξισμός. Δεν υπάρχει έργο τέχνης που να μου άσκησε μεγαλύτερη έλξη από τον πρόλογο του Μαρξ στην «Κριτική της πολιτικής οικονομίας». Από τις φοιτητικές καμαρούλες άρχιζε η παρανομία. «Τακτική της οδομαχίας» κλπ. Θυμάμαι έντονα το μπλε βιβλιαράκι του Λένιν: «Δυο τακτικές». Μου άρεσε. Το είχαν κόψει μέχρι τα γράμματα. Για ευκολότερη παράνομη χρήση. Η αισθητική της άκρας οικονομίας.

Το πρώτο μισοποίημα
Η Τρίτη τάξη του Γυμνασίου έβγαζε ένα παράνομο μικρό περιοδικό –«Η ορμή». Πειράχτηκα. Άλλοι γράφουν και εγώ δεν μπορώ! Άρχισα να μουντζουρώνω τα χαρτιά. Βγήκε κάτι απίθανα επαναστατικό και ίδια άσκημο. Σαν του τωρινού Κυρίλωφ κάτι. Δεν θυμάμαι μήτε στίχο. Έγραψα και δεύτερο. Βγήκε λυρικό. Πιστεύοντας μια τέτοια κατάσταση της καρδιάς, αντίθετη με τη «σοσιαλιστική αξιοπρέπεια» τα παράτησα.

Κόμμα
1908. Μπήκα στο ΡΣΔΕΚ. Έδωσα εξετάσεις στην εμποροβιομηχανική υπαχτίδα. Πέτυχα. Προπαγανδιστής. Πήγα στους αρτεργάτες. Μετά στους τσαγκαράδες, τελικά στους τυπογράφους. Σε συνδιάσκεψη της πόλης μ΄έκλεξαν στην «Επιτροπή Πόλης» (της Μόσχας). Ήταν ο Λόμωφ, ο Προβόλγετς, ο Σμίντοβιτς και άλλοι. Με ονόμασαν σύντροφο Κωνσταντίνο.

Σύλληψη
Έπεσα σ΄ ενέδρα στους Γεωργιανούς. Εκεί ήταν το παράνομο τυπογραφείο μας. Καταβρόχθισα ένα ολόκληρο σημειωματάριο. Με διευθύνσεις και, μάλιστα, δεμένο με χαρτόνι. Αστυνομική Διοίκηση Πρέσκας, Οχράνα. Τμήμα Σουέφσκι. Ο ανακριτής Βαλτανόφσκι (πίστευε καθώς φάνηκε τον εαυτό του πανούργο). Μας ανάγκασε να γράψουμε καθ΄ υπαγόρευση: με κατηγορούσαν ότι έγραφα προκηρύξεις. Απελπισμένος έκανα λάθος στο κείμενο. Έγραψα «Σοτσιαλδημοτικό». Τελικά τα κατάφερα. Μ΄ απόλυσαν με εγγύηση. Στο τμήμα με απορία διάβασα το «Σάνιν». Δεν ξέρω γιατί το χαν σε κάθε τμήμα. Μπορεί να το θαρρούσαν σωτηρία των ψυχών. Βγήκα. Ένα χρόνο δούλευα κομματικά.

Δεύτερη σύλληψη
Κάποιοι που κατοικούσαν σε μας σκάβαν κάτω από την οδό Τανγκάνκα. Για να λευτερώσουν γυναίκες κατάδικους. Το κατόρθωσαν να οργανώσουν απόδραση από τη φυλακή Νοβίνσκι. Με πιάσαν. Σπίτι βρήκαν ένα πιστόλι και παράνομα έντυπα. Δεν ήθελα να καθίσω φυλακή. Δημιουργούσα επεισόδια. Μου κάναν μεταγωγή από τμήμα σε τμήμα και τελικά στη φυλακή Μπουτίρκα. Κελί απομονωτήριο Νο 103.

11 μήνες στη Μπουτίρκα
Η πιο σημαντική περίοδος για μένα. Μετά από τρία χρόια, και θεωρία και κομματική δουλειά, έπεσα με τα μούτρα στη λογοτεχνία. Μελέτησα σε βάθος κάθε καινούριο. Συμβολιστές- ΜπέλΙ Μπάλμοντ. Με εντυπωσίασαν οι νεωτερισμοί της μορφής. Μου ήταν όμως κάτι ξένο. Τα θέματα και οι εικόνες δεν είχαν κανέναν στοιχείο κοινό με τη δική μου ζωή. Επιχείρησα να γράψω και εγώ σε ίδιο βαθμό καλά, μα για κάτι άλλο. Αποδείχτηκε ότι με τον τρόπο αυτό δεν γίνεται τίποτα. Ήταν στομφώδες και κλαψουροεπαναστατικό.
[…]Ευχαριστώ τους φύλακες, όταν έβγαινα από τη φυλακή μου το πήραν. Μπορεί και να το τύπωνα!
Τελείωσα πρώτα με τους σύγχρονους και ρίχτηκα στους κλασικούς. Μπάυρον, Σαίξπηρ, Τολστόη. Τελευταία η Άννα Καρένινα. Δεν το τελείωσα. Με φώναξαν τη νύχτα να πάρω τα πράγματά μου και να φύγω για την πόλη. Και δεν έμαθα με ποιο τρόπο τέλειωσε εκείνη η ιστορία με τους Καρένιν.
Μ΄ απόλυσαν να πάω τρία χρόνια εξορία. Ένας φίλος του πατέρα μου δήλωσε στην αστυνομία ότι το ρεβόλβερ ήταν δικό του και κατόρθωσε να με απελευθερώσει.
Όταν ήμουνα φυλακή με δίκασαν για την πρώτη υπόθεση –ένοχος, ανήλικος όμως. Με βάλαν υπό αστυνομική επίβλεψη, με υπεύθυνους τους γονείς μου.

Το λεγόμενο δίλημμα

Βγήκα αναστατωμένος, όσους μελέτησα ήταν οι λεγόμενοι μεγάλοι. Μα πόσο εύκολο να γράψει κάποιος πιο καλά απ΄ αυτούς. Αντιμετωπίζω πια όπως πρέπει τον κόσμο. Μονάχα χρειάζομαι, ακόμα, πείρα στην Τέχνη. Πώς να αποκτήσω πείρα στην Τέχνη; Είμαι αμόρφωτος. Πρέπει να πάω σε σοβαρό σχολείο. Με αποβάλαν όμως κι απ΄ το Γυμνάσιο κι από τη σχολή Στρόγκανωφ. Αν μείνω στο κόμμα πρέπει να γίνω παράνομος. Και παράνομος όντας, πίστευα, ότι δε θα μπορούσα να σπουδάσω. Προοπτική όλης της ζωής μου να γράφω προκηρύξεις, να εκφράζω απόψεις παρμένες από βιβλία, οπωσδήποτε όχι από μένα γραμμένα. Και στο τέλος τι θα απομείνει;
[…]

Αρχή της μαστοριάς
Θαρρούσα ότι δεν μπορούσα να γράψω στίχους. Όλες οι προσπάθειές μου ήταν χάλια. Ασχολήθηκα με τη ζωγραφική.
[…]

Τελευταία σχολή
Έπεσα με το κεφάλι ένα χρόνο. Γράφτηκα στη Σχολή ζωγραφικής, γλυπτικής, αρχιτεκτονικής: το μοναδικό μέρος που με δέχτηκαν, δίχως να μου ζητήσουν πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης. Δούλευα γερά. Μου προκάλεσε κατάπληξη: τους μιμητές τους χαιδεύουν, τους πρωτότυπους τους καταδιώκουν. Από επαναστατικό ένστικτο τάχθηκα υπέρ των διωκομένων.
[…]
Την άλλη μέρα μου ήρθε η ιδέα και έγραψα ένα ποίημα. Για την ακρίβεια κομμάτια. Όχι πετυχημένα. Δε δημοσιεύτηκαν πουθενά. Νύχτα. Στο μπουλβάρ Στρέτενσκι. Διαβάζω τους στίχους μου στο Μπουρλιούκ. Και προσθέτω: «Είναι κάποιου αγνώστου μου». «Μα εσείς, λοιπόν, είσαστε μεγαλοφυής ποιητής». Η χρησιμοποίηση ενός τέτοιου βαρύγδουπου επίθετου, για το οποίο δεν ήμουν άξιος, με γέμισε χαρά. Έπεσα με τα μούτρα στους στίχους. Εκείνη τη νύχτα, ολότελα αναπάντεχα, έγινα ποιητής.

Περισσότερα για τη ζωή και το έργο του ποιητή μπορείτε να βρείτε στον υπόλοιπο πρόλογο του βιβλίου Ποιήματα του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, εκδόσεις νέα εποχή.

Επίσης, ενδιαφέροντα στοιχεία υπάρχουν και εδώ:
http://www.sansimera.gr/biographies/248

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Χριστούγεννα με τους φυτοφάγους

Είχα γίνει εκείνη τη χρονιά μέλος σ΄ ένα σύλλογο φυτοφάγων. Φυτοφάγος δεν είχα καταφέρει ποτέ να γίνω ο ίδιος, ήμουν όμως πάντα θεωρητικώς ακρεοφάγος. Η ιδέα της σκληρής θυσίας τόσων αθώων πλασμάτων στο βωμό της ανθρώπινης βουλιμίας με αναστάτωνε. Το χασάπικο, τα αίματα, η πτωμοφαγία, η κουζίνα των κρεάτων, μου προξενούσε φρίκη. Όλα αυτά όμως μ΄ έναν τρόπο θεωρητικό. Στην πράξη κατόρθωνα να συμβιβάζω την αποστροφή μου στην κρεοφαγία με τις κακές συνήθειες του στομαχιού μου, τρώγοντας όσο μπορούσα, το κρέας, ελευθερωμένο από κάθε ανατομική λεπτομέρεια, που να θυμίζει το ζώο. Θεωρητικά όμως δεν είχα κανέναν λόγο να μη συμπαθώ κάθε κίνηση ακρεοφαγική και να μην εκτιμώ τους ανθρώπους, που είχαν τη δύναμη να βάζουν και σε πράξη τις ιδέες τους. Έγινα λοιπόν μέλος του συλλόγου, με την απόφαση να συντρέξω ειλικρινώς στον ευγενικό τους αγώνα και με την ελπίδα, κοντά σ΄ αυτούς και το παράδειγμά τους, ν΄ αξιωθώ να γίνω και γω κάποτε φυτοφάγος.
Τις παραμονές λοιπόν των Χριστουγέννων της χρονιάς εκείνης έλαβα μια πρόσκληση από το σύλλογο:
«Παρακαλείσθε, εάν ευαρεστηθήτε να μετάσχετε, την ημέραν των Χριστουγέννων, εις το ετήσιον γεύμα του συλλόγου, διδόμενον εις το φυτοφααγικόν εστιατόριον της οδού…».
Προθυμοποιήθηκα να δεχθώ την πρόσκληση και να ειδοποιήσω τα γραφεία του συλλόγου για την αποδοχή μου. Έτσι κι έτσι την ημέρα των Χριστουγέννων όλοι οι δικοί μου θα λειπαν σε κάποια εκδρομή, σύμφωνα με τη χριστιανική συνήθεια που καθιερώθηκε τα τελευταία χρόνια. Αντί να φάω λοιπόν μοναχός μου σ΄ ένα άλλο εστιατόριο μου ήταν πολύ πιο ευχάριστο να φάω συντροφιά με τους φυτοφάγους και να κάνω το χρέος μου στον καλό σύλλογο, τιμώντας το γεύμα των.
Πήγα λοιπόν από τους πρώτους. Στο δρόμο που πήγαινα είχα διασταυρωθεί με διάφορες υπηρέτριες, που κουβαλούσαν από το φούρνο ταψιά με γαλοπούλες, αρνάκια του γάλακτος και μικρά γουρουνόπουλα, που η κνίσσα τους με συνόδεψε, σαν να με κυνηγούσε, ως την πόρτα του φυτοφαγικού εστιατορίου. Έδιωχνα όμως μακριά μου τον πειρασμό, με τα ξόρκια της νέας μου ιδεολογίας. «Τι βαρβαρότητα –έλεγα μέσα μου- τι φρίκη, τι καννιβαλισμός!». Και ελεεινολογούσα τους ανθρώπους, που θέλανε να περνούν για πολιτισμένοι και εξακολουθούσαν να είναι απαίσιοι πτωματοφάγοι. Το στόμα μου όμως γέμισε νερά, χωρίς να το καταλαβαίνω.
Το μεσημέρι, με την καμπάνα της Μητροπόλεως, καθίσαμε στο τραπέζι. Το γεύμα ήτανε πλουσιότατο. Στην αρχή μας επρόσφεραν τα ορεκτικά, με ραπανάκια. Έπειτα ήρθε μια ζεστή χορτόσουπα, μαγειρεμένη με όλα τα χορταρικά της εποχής. Ύστερα μας σέρβιραν κοτολέττες καμωμένες, αντίς για κρέας, με σπανάκι. Κατόπιν φέτες από κόκκινη κολοκύθα, τηγανιτή. Και τέλος, πατατοκεφτέδες, με σαλάτα από αντίδια, ρόκα και κάρδαμο. Μια κομπόστα από μήλα έκλεισε το γεύμα. Ξέχασα να προσθέσω, ότι, αντίς για κρασί, σε όλο το γεύμα, πίναμε ραδικόζουμο, και μ΄ αυτό έγιναν, στα επιδόρπια, και οι προπόσεις. Τελευταίος, ενόμισα χρέος μου, να κάνω κι εγώ μια πρόποση. Ύψωσα συγκινημένος το κύπελλον με το ραδικόζουμο και ευχήθηκα για την επικράτηση των ανθρωπιστικών ιδεωδών του σωματείου. Τα χέρια μου όμως έτρεμαν όλη την ώρα. Δεν ξέρω, αν από κάποιο τρακ, που με είχε πιάσει, ή από την αδυναμία, που με είχε κυριέψει, ύστερ΄ από το πλουσιότατο αυτό γεύμα και τις άφθονες σπονδές του καμπανίτου των ραδικιών.
Όταν αποσυρθήκαμε για τον καφέ, ο πρόεδρος του σωματείου μου είπε:
-Ποια είναι η εντύπωσή σας από το γεύμα, κύριε συνάδελφε;
-Αρίστη!, του είπα.
-Και να συλλογίζεται κανείς –επρόσθεσε- ότι άνθρωποι, που έχουν την αξίωση να λέγονται πολιτισμένοι, γιορτάζουν, τη στιγμή αυτή, τη Γέννηση του Χριστού, γύρω από τραπέζια καννιβάλων, στρωμένα με γαλοπούλες και αρνάκια και γουρουνόπουλα…
-Μην εξακολουθείτε, κύριε πρόεδρε…τον διέκοψα. Για όνομα του Θεού, μην εξακολουθείτε, παρακαλώ.
-Καταλαβαίνω τη δικαιολογημένη ταραχή σας…, μου είπε. Αυτό τιμά την ευσυνειδησία σας και τον ανθρωπισμό σας.
Πράγματι δεν αισθανόμουν καθόλου καλά. Το στόμα μου είχε αρχίσει πάλι να γεμίζει με νερά, όπως τη στιγμή, που είχα διασταυρωθεί στο δρόμο με τα ταψιά, που έφευγαν από τον φούρνο και σκόρπιζαν ολόγυρα την κνίσσα, την αρεστή στους βαρβάρους θεούς.
Ετοιμασθήκαμε να φύγουμε.
-Θα είχατε τίποτα να μας προτείνετε, κύριε συνάδελφε;, με ρώτησε, αποχαιρετώντας με ο αγαπητός πρόεδρος.
-Μια μικρή λεπτομέρεια, κύριε πρόεδρε. Γιατί το ετήσιον γεύμα του συλλόγου μας να γίνεται τα Χριστούγεννα; Δεν θα ήταν καλύτερα να γίνεται τη Μεγάλη Παρασκευή;
Ο πρόεδρος επεφυλάχθη να φέρει την πρότασή μου στην ολομέλεια. Από τότε όμως δεν έλαβα άλλη πρόσκληση του Συλλόγου. Τα χριστουγεννιάτικο εκείνο γεύμα μου στο Σύλλογο των Φυτοφάγων ήτανε το τελευταίο.

Παύλος Νιρβάνας, Μικρές Ιστορίες

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Χειμερινό ηλιοστάσιο

Όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες ακολουθώ την…παράδοση της αδερφής μου, να διαβάζω το Χειμερινό Ηλιοστάσιο της Ρόζαμουντ Πίλτσερ. Πρωτογνωρίσαμε την συγγραφέα από το υπέροχο Ψάχνοντας για κοχύλια και η αδερφή μου την λάτρεψε. Έτσι της πήρα κάποια στιγμή δώρο αρκετά βιβλία της Πίλτσερ, που όμως διαβάζοντάς τα με απογοήτευσαν, καθώς είναι κοινότυπα, μια αντιγραφή το ένα του άλλου, εν ολίγοις αδιάφορα. Αλλά. Εδώ υπάρχει το αλλά. Το Χειμερινό Ηλιοστάσιο(αν και σε αρκετά σημεία εξωπραγματικό) διαβάζεται με ευχαρίστηση και μας μεταφέρει σε ένα μαγικό χριστουγεννιάτικο κλίμα. Μην περιμένετε κάτι αριστουργηματικό ή με βαθιά νοήματα, πάντως η ώρα θα κυλήσει ευχάριστα. Επίκαιρο και χριστουγεννιάτικο…. Για κείνους που θέλουν να χαλαρώσουν μέρες που είναι χωρίς να κουράσουν το μυαλό τους…

Από τις εκδόσεις Ωκεανίδα (ασημένια σειρά)

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Ενέχυρα

Καπνίζω βλέποντας
τ΄ αμάξια να περνούν
Μεταλλικά ενέχυρα
σε λεωφόρους ονείρων
Πόσο θα ήθελα
να χω κι εγώ αμάξι
αφού δε γίνεται
όνειρα να έχω.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ-Κουκούλα αραχνοΰφαντη, εκδόσεις Πλανόδιον

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Το αλεξανδρινό

Το περίφημο αλεξανδρινό, που εδώ και αιώνες είναι σύμβολο των Χριστουγέννων, υπήρξε το δώρο ενός αγοριού προς τον Ιησού. Ο μύθος λέει ότι στις 25 Δεκεμβρίου ενός ξεχασμένου έτους της Ιστορίας, ένα φτωχό αγόρι μπήκε σε μια εκκλησία για να προσφέρει ένα κλαδάκι στον Ιησού την ημέρα της Γέννησής Του. Στενοχωρημένο για το ασήμαντο δώρο του, το αγόρι δάκρυσε. Ένα δάκρυ κύλησε στο κλαδάκι και…θαύμα! Το κλαδί μεταμορφώθηκε στο πιο κόκκινο και πιο όμορφο λουλούδι που είχαν αντικρίσει ποτέ τα μάτια του!

Παρέα με τον Άι Βασίλη, εκδόσεις Ψυχογιός

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Ο Σωκράτης και οι γάιδαροι

Κάποιος μια μέρα κλώτσησε το Σωκράτη στο δρόμο. Όλοι παραξενεύτηκαν, μια και ο Σωκράτης έμεινε ατάραχος συνεχίζοντας τον περίπατό του. Τότε ένας τον ρώτησε παραξενεμένος, για ποιο λόγο κρατούσε τέτοια στάση. Και ο Σωκράτης απάντησε: θα πήγαινα ποτέ στα δικαστήρια ένα γαϊδούρι γιατί με κλώτσησε;

(Όθεν και λακτισθέντα, επειδή ηνέσχετο, τίνος θαυμάσαντος, ειπείν, ει δε με όνος ελάκτισε, δίκην αν αυτώ ελάγχανον;)

Ν.Α.Ματσούκα, Ιστορία της φιλοσοφίας

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Μικρό μελέτημα για τον Λόρκα

Λ ό ρ κ α: μια μουσική λέξη, είναι το όνομα ενός ποιητή με μουσικούς λυρικούς στίχους. Πόσα δε γράφτηκαν γι΄ αυτόν. Για μένα ο Ανταλουσιάνος ποιητής είναι ένας έκθαμβος άνεμος –όλο πουλιά και φεγγάρια. Τον φαντάζομαι, σα μυθικό έφηβο, να γράφει με μια απέραντη αόρατη γραφίδα τους στίχους του στη χλωμή και υποβλητική σάρκα της σελήνης.

Ο Federico Garcia Lorca γεννήθηκε 5 Ιουνίου του 1898 –τέσσερα χρόνια πριν γεννηθεί ο Μαγιακόφσκι- στο Φοέντε Βακέρος της Γρανάδας. Γιος του κτηματία Φεντερίκο Γκαρθία Ροντίγκεθ και της δασκάλας Βεθέντα Λόρκα Ρομέρο. Τελειώνοντας τη μέση εκπαίδευση γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας για σπουδές φιλοσοφίας, φιλολογίας και Δικαίου. Και στο 1925 παίρνει δίπλωμα νομικής από το πανεπιστήμιο της Μαδρίτης. Στα 1918, είκοσι χρονών, παρουσιάζεται στα γράμματα με το πρώτο του βιβλίο, ταξιδιωτικών εντυπώσεων, με τον τίτλο «Εντυπώσεις και Δοκίμια». Τρία χρόνια αργότερα, στα 1921, εκδίδεται στη Μαδρίτη το δεύτερό του βιβλίο και πρώτο ποιητικό, με τον τίτλο «Βιβλία ποιημάτων».
[…]
Στην Ελλάδα ποίηση Λόρκα μεταφράζει πρώτος ο Νίκος Καζαντζάκης στο περιοδικό «Κύκλος».

Η ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ ΛΟΡΚΑ


Ο Λόρκα είναι ερωτευμένος με τα στοιχεία της φύσης, τον ήλιο, τον άνεμο, τα ποτάμια, τα λιόδεντρα και τη μειλίχια υποβολή της σελήνης. Παιδί της ισπανικής υπαίθρου. Τα στοιχεία της περιβάλλουσας αντικειμενικής πραγματικότητας, ποτάμια, λιόδεντρα, φεγγάρια και άνεμοι. Αυτά αντικρίζει η απορούσα άγνοια της παιδικής ψυχής. Αυτά βιώνει. Κάτι γλυκό και τρυφερό και ανάλαφρο διαποτίζει την παιδική ψυχή του στην εξοχή. Κάτι σαν μια αόριστη και ήρεμη ευτυχία ανάμικτη με μιαν απέραντη θλίψη τρυφερή. Και οι παραστάσεις αυτές και τα συνοδά συναισθήματα λίγο λίγο μονιμοποιούνται στην ψυχή του και η ευαισθησία εξειδικεύεται. Και αποβαίνουν βιωματικές υποδοχές ή βιωματικές προσλαμβάνουσες.
[…]
Άλλο βίωμα του Λόρκα είναι το βίωμα του θανάτου. Βίωμα κοινό όλων των ανθρώπων.
[…]
Υπάρχει και το βίωμα του έρωτα. Η αβυσσαλέα μέθη των αισθήσεων. Ρίχνεται σ΄ αυτήν μ΄ έναν πόθο κουρσάρου. Μας το αποκαλύπτει ο ίδιος: «Όλη μέρα εργάζομαι για την ποίηση μου, με δραστηριότητα εργοστασίου. Έπειτα ορμάω σαν άντρας, σαν γνήσιος ανταλούζος στο όργιο της σάρκας και του γέλιου».
Αυτά τα βιώματα ανακαλεί στη μνήμη του ο Λόρκα και τα μορφοποιεί μπολιασμένα με ταυτόσημες κατηγορίες καινούργια, που λειτουργούν σαν ανακλητήρια των παλαιών. Και όσο εντελέστερα επαναβιώνει το παλιό του βίωμα ο ποιητής, τόσο εντελέστερο μορφικά είναι και το ποίημα. Υπάρχει η άποψη ότι ο οπτικομνημονικός τύπος έχει περισσότερο αναπτυγμένη την ικανότητα επαναβίωσης.
Ο Λόρκα, δυστυχώς, δεν έζησε να βιώσει το φοβερό εμφύλιο και να τον αποδώσει ποιητικά. Όσα δείγματα μας έδωσε ποίησης κοινωνικής διαμαρτυρίας –τα ποιήματα για την Αμερική- είναι ποιήματα υψηλής αισθητικής αποτίμησης.
Όταν είναι αυθεντική η βίωση είναι αυθεντική και η μορφοποίηση. Μπορεί να έχει κανείς αντίρρηση στους στίχους του Γκαίτε:
Ο λόγος σου κανέναν
στην καρδιά του δεν αγγίζει
βαθιά απ΄ την καρδιά σου
αν δε βγει.
Φάουστ

Ο ΛΟΡΚΑ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Λόρκα δεν είναι απολίτικος ποιητής. Αν και παιδί οικογένειας ευημερούσας και πλούσιας, ο πατέρας μεγαλοκτηματίας, δεν ανήκε μήτε στην αντίδρασα, μήτε στη συντήρηση. Ο Λόρκα ήταν προοδευτικός. Από παιδί αισθανόταν πως είναι στο πλευρό του λαού. Από τις αντικειμενικές τοπικές συνθήκες στο καταγωγικό χωριό του, ερχόταν σε επαφή, παιδί κι αυτός με τα παιδιά των χωρικών. Και αντίκριζε τη λαϊκή φτώχεια και τη λαϊκή αθλιότητα. Και η αθωότητα της παιδικής ευαισθησίας πάσχιζε να την ανακουφίσει. Απ΄ ό, τι υπήρχε στο κελάρι του πατρικού αρχοντικού και απ΄ ό, τι η κουζίνα του έφτιαχνε μοίραζε στα στερημένα χωριατόπουλα, παιδική του παρέα.
[…]
«Πολλές φορές όταν βλέπω τι συμβαίνει στον κόσμο αναρωτιέμαι: γιατί γράφω; Και όμως χρειάζεται η δουλειά. Να δουλεύουμε και να βοηθάμε. Να δουλεύουμε έστω κι αν στοχαζόμαστε πως η δουλειά μας είναι μάταιη. Να δουλεύουμε για διαμαρτυρία. Γιατί η εσωτερική μας παρόρμηση θα ήταν κάθε μέρα να κραυγάζουμε στον κόσμο πως είναι γεμάτος αδικίες και κάθε είδους αθλιότητες. Διαμαρτύρομαι, διαμρτύρομαι, διαμαρτύρομαι».
Άλλη φορά σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Σολ» καταδικάζει το αισθητικό δόγμα «η τέχνη για την τέχνη» και διαλαλεί: «Στην δραματική αυτή στιγμή του κόσμου ο καλλιτέχνης πρέπει να κλαίει και να γελάει με το λαό του». Σ΄ ερώτημα του δημοσιογράφου για την «μετά θάνατο ζωή» ανάμεσα στ΄ άλλα είπε: «Θέλω να είμαι καλός. Η ποίηση εξυψώνει. Και όταν είμαι καλός και στο γάιδαρο και στο σοφό πιστεύω πως αν υπάρχει κάτι μετά το θάνατο, θα έχω την χαρούμενη έκπληξη να βρεθώ εκεί. Όμως ο πόνος του ανθρώπου και η αδικία που εξακολουθεί να υπάρχει στον κόσμο μου απαγορεύουν, σαν άνθρωπο γνωστικό και σκεπτόμενο, να μετακομίσω το σπίτι μου στ΄ άστρα!».
Τον Απρίλη του 1936 ο Λόρκα περιπαθής ειρηνόφιλος υπογράφει, με άλλους Ισπανούς συγγραφείς, μανιφέστο για την ειρήνη. Την ποίηση κοινωνικής διαμαρτυρίας του Λόρκα αποτελούν τα ποιήματα για την Αμερική και πολλά θεατρικά του έργα.

Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΛΟΡΚΑ

Στο Λόρκα συναντιώνται και σμίγουν σε μια κοινή, μορφοπλαστική συνισταμένη, επιδράσεις του ισπανικού δημοτικού τραγουδιού –βαθειά επηρεασμένου, ως γνωστό από το αραβικό τραγούδι- και αποφασιστικές επιδράσεις του σουρεαλισμού.
[…]
Ιδιαίτερα υφολογικά γνωρίσματα της ποιητικής του Λόρκα είναι η παράτολμη γλωσσική συνειρμική, και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μιας φωτεινής γοητείας, από την προσεγμένη επιλογή της λέξης σαν μουσικού στοιχείου της ηχητικής δομής του λόγου, η οποία αποτελεί σοβαρότατο συντελεστή της αισθητικής του μαγείας. Η λέξη στην ποίησή του δεν είναι μοναχά φορέας σήμανσης. Είναι δομικό στοιχείο της αισθητικής παράστασης του ποιήματος. Και υπάρχουν ποιήματα νοηματικά τόσο δύσβατα, ώστε φτάνουν σε μια νοηματική απροσδιοριστία, χωρίς να παύουν να μας μεταγγίζουν την ποιότητα, τον τόνο και την χροιά της συναισθηματικής διάθεσης του ποιητή. Και γενικά στο ποίημα του Λόρκα λειτουργεί περισσότερο η παράσταση και σήμανση είναι υπαινικτική και γι΄ αυτό υποβλητικότερη ίσως. Τα ποιήματα του Λόρκα είναι όλο μαγεία, σήμα ψυχής προς ψυχή.



του Στάθη Πρωταίου, Ιούνιος 1986
(Φρ.Γκ.Λόρκα, Ποιήματα, Εκδόσεις Νέα Εποχή)

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Η μαγική σπηλιά

Κάποτε, σε μια μικρή καλύβα στους πρόποδες ενός βουνού, ζούσε μια νεαρή μητέρα με το μικρό της γιο, που τον αγαπούσε πάρα πολύ. Το δάσος αυτό ήταν φημισμένο για τα βατόμουρά του, μεγάλα, κόκκινα και ζουμερά, και η μητέρα και το μωρό δεν έχαναν ευκαιρία να το επισκέπτονται όταν τα φρούτα ήταν ώριμα και να γεύονται τη νοστιμιά τους.
Έτσι έκαναν κι εκείνη τη μέρα του μεσοκαλόκαιρου που για τους λαούς του Βορρά θεωρείται μαγική.
Σκαρφάλωσαν στην πλαγιά του βουνού και έπεσαν πάνω στα μεγαλύτερα και πιο ζουμερά βατόμουρα που είχαν συναντήσει ποτέ. Η μητέρα έκοβε προσεκτικά τους καρπούς, για να μην αγκυλωθεί ο γιος της από τα αγκάθια, και του τα έδινε για να τα φάει, γελώντας και οι δυο τους, καθώς είχαν πασαλειφτεί από κόκκινους χυμούς.
Ξαφνικά, μέσα στο πυκνό δάσος, όπου είχαν χωθεί χωρίς να το καταλάβουν, είδαν το άνοιγμα μιας σπηλιάς. Στο βάθος της λαμποκοπούσαν σωροί χρυσάφι, ενώ στην είσοδο κάθονταν και το φύλαγαν τρεις νεαρές κοπέλες.
«Έλα, νεαρή κυρία», είπε μία από αυτές. «Είναι μεσοκαλόκαιρο, η γη έχει ανοίξει τους θησαυρούς της και μπορείς να πάρεις όσα μπορέσεις να σηκώσεις από τα πολύτιμα αντικείμενα της σπηλιάς».
Η φτωχή γυναίκα, κρατώντας το μωρό στην αγκαλιά της, μπήκε με λαχτάρα στη σπηλιά. Άρπαξε κι έριξε μερικές φούχτες χρυσάφι στην ποδιά της. Το άγγιγμα του χρυσαφιού την έκανε κάτι που δεν ήταν ποτέ στη ζωή της: φιλάργυρη. Άφησε κάτω το παιδί της και γέμισε όσο μπορούσε την ποδιά της με χρυσάφι, ασήμι και διαμάντια και έπειτα, αγκομαχώντας από το βάρος τους, βγήκε από τη σπηλιά.
Την ίδια στιγμή η πόρτα της σπηλιάς έκλεισε απότομα και με κρότο, κλείνοντας το παιδί της μέσα, ενώ ταυτόχρονα ακούστηκε η φωνή μιας από τις κοπέλες μέσα από τη σπηλιά:
«Δύστυχη μητέρα! Από τη φιλαργυρία σου έχασες το παιδί σου. Δε θα μπορέσεις να το ξαναπάρεις παρά το ερχόμενο μεσοκαλόκαιρο, ένα χρόνο από τώρα».
Η κακόμοιρη γυναίκα τότε μόνο συνειδητοποίησε τι είχε κάνει. Πέταξε το χρυσάφι που είχε στην ποδιά της κι άρχισε να χτυπάει την πόρτα με τις γροθιές της, παρακαλώντας να της ανοίξουν. Μάταια όμως: η πόρτα της σπηλιάς παρέμενε ασυγκίνητα και παγερά κλειστή στα χτυπήματα, στις φωνές και στα δάκρυά της.
Κλαίγοντας, η μητέρα πήγε στην καλύβα της και από τότε κάθε μέρα ανέβαινε στη σπηλιά, αλλά η πόρτα ήταν πάντα κλειστή. Αυτό γινόταν για βδομάδες και για μήνες. Πέρασε το καλοκαίρι, το φθινόπωρο, ο χειμώνας, η άνοιξη, μπήκε το καλοκαίρι και ξανάρθε η Γιορτή του Μεσοκαλόκαιρου.
Τη μέρα αυτή η μητέρα βρέθηκε πρωί πρωί στον τόπο της σπηλιάς και με έκπληξη της είδε ότι η σπηλιά ήταν ανοιχτή, μεγάλοι σωροί χρυσάφι λαμποκοπούσαν στο πάτωμά της, οι τρεις κοπέλες περίμεναν στη θέση τους και κοντά τους το μικρό της αγοράκι μασουλούσε ένα βατόμουρο.
«Έλα, νεαρή κυρία», είπε μια από αυτές. «Είναι μεσοκαλόκαιρο, η γη είχε ανοίξει τους θησαυρούς της και μπορείς να πάρεις όσα μπορέσεις να σηκώσεις από τα πολύτιμα αντικείμενα της σπηλιάς».
Η γυναίκα όρμησε στη σπηλιά, ξέχασε το χρυσάφι, το ασήμι και τα μαργαριτάρια, άρπαξε στην αγκαλιά της το πιο ακριβό απ΄ όλα, το μωρό της, κι άρχισε να το καταφιλά. Ύστερα, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στους θησαυρούς, γύρισε και βγήκε από τη σπηλιά κρατώντας το μωρό της.
«Μπορείς να πάρεις όσο χρυσάφι θέλεις», της υπενθύμισε μια από τις κοπέλες.
«Δε θέλω τίποτ΄ άλλο, όταν έχω το μωρό μου», είπε αυτή. «Μόνο που χρειάστηκα ένα τόσο σκληρό μάθημα για να το καταλάβω».

(Ιστορία από την Ισλανδία)


Χρήστος Μαγγούτας, Η σοφία των λαών, 111 θαυμάσιες ιστορίες από όλο τον κόσμο, εκδόσεις φαντασία


Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Η σοφία των λαών


Το πιο όμορφο βιβλίο που έχω διαβάσει εδώ και καιρό! Το διάλεξε και μου το έφερε η Παναγιώτα Χρυσοβαλάντω από την παιδική δανειστική βιβλιοθήκη και ξετρελάθηκα τόσο, που δεν υπάρχει περίπτωση να μην το αγοράσω!
111 θαυμάσιες ιστορίες από το Ισραήλ, την Ινδία, την Ουγγαρία, τη Ρωσία, την Υεμένη, την Αγγλία, τις ΗΠΑ, το Μεξικό, την Ισπανία, την Ελλάδα, την Παλαιστίνη, την Ιταλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Φινλανδία, την Αιθιπία, την Ταϋλάνδη, την Τουρκία, την Μογγολία, την Ολλανδία και πολλές ακόμα χώρες.
Είναι η πρώτη φορά που από μία συλλογή παραμυθιών-ιστοριών δυσκολεύομαι να διαλέξω κάποιες ως αγαπημένες μου. Είναι τόσο καλές όλες! Έχω ήδη μεταφέρει στις Ηλιαχτίδες τους άγγελους της Λιένας και θα συνεχίσω σίγουρα και με πολλές ακόμη…

Γιορτές έρχονται, ένα πολύ εποικοδομητικό και χρήσιμο δώρο.

Χρήστος Μαγγούτας, 111 θαυμάσιες ιστορίες από όλο τον κόσμο, Η σοφία των λαών, εκδόσεις Φαντασία

http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showbook&bookid=94025

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Όξω πέφτει αδιάκοπα και πυκνό το χιόνι,
κρύα και κατασκότεινη κι αγριωπή νυχτιά.
Είναι η στέγη ολόλευκη, γέρνουν άσπροι κλώνοι,
μες στο τζάκι απόμερα ξεψυχά η φωτιά…

Τρέμει στα εικονίσματα το καντήλι πλάγι
και φωτάει στη σκυθρωπή, στα θαμπή εμορφιά.
Να η φάτνη, οι άγγελοι, κι ο Χριστός κι οι Μάγοι
και το αστέρι ολόλαμπρο μες στη συννεφιά!

Κι οι ποιμένες, που έρχονται γύρω από τη στάνη,
κι η μητέρα του Χριστού στο Χριστό μπροστά.
Το μικρό το εικόνισμα όλ΄ αυτά τα φτάνει,
μαζεμένα όλα μαζί και σφιχτά σφιχτά.

Πέφτει ακόμη αδιάκοπα κι άφθονο το χιόνι,
όλα ξημερώνονται μ΄ άσπρη φορεσιά.
Στον αέρα αντιλαλούν του σήμαντρου οι τόνοι,
κάτασπρη, γιορτάσιμη λάμπει η εκκλησιά…

Τέλλος Άγρας

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Η ιστορία του έλατου

Παραμονή Χριστουγέννων. Σ΄ ένα απομονωμένο χωριουδάκι, ένα αγόρι περιπλανιόταν στο δάσος ψάχνοντας ένα κούτσουρο για να το κάψει στο τζάκι. Η ώρα, όμως, πέρασε χωρίς να το καταλάβει. Σκοτείνιασε και χιόνι πυκνό άρχισε να πέφτει. Φοβισμένο, το αγόρι βρήκε καταφύγιο κάτω από ένα δέντρο. Τα μάτια του έκλειναν από την κούραση και το πήρε ο ύπνος. Το δέντρο συγκινήθηκε και άπλωσε τα κλαδιά του γύρω από το αγόρι, έτσι ώστε να σχηματίσει μία τέντα που να το προστατεύει από το κρύο και το χιόνι. Το πρωί, όταν ξύπνησε, το αγόρι άκουσε τις φωνές των κατοίκων του χωριού που το αναζητούσαν. Έτσι σώθηκε και αντάμωσε τους γονείς του. Όλοι τα έχασαν με το θέαμα που αντίκρισαν΄ το χιόνι που είχε πέσει το βράδυ στα κλαδιά του δέντρου είχε παγώσει, σχηματίζοντας κρυσταλλάκια τα οποία λαμπύριζαν στον ήλιο και τρεμόσβηναν σαν φωτάκια. Από τότε το έλατο θεωρείται σύμβολο των Χριστουγέννων και κατέχει την καλύτερη θέση σ΄ όλα τα σπίτια.

Παρέα με τον Αι Βασίλη, εκδόσεις Ψυχογιός


Περιμένω το μεγάλο μου το κορίτσι να ξυπνήσει για να στολίσουμε το δεντράκι στο δωμάτιό του. Το μικράκι είναι ήδη έτοιμο και στην αναμονή! Και του χρόνου!

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Αρίστιππος ο Κυρηναίος

Ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος κάποτε ταξίδευε με πλοίο στην Κόρινθο και σε μία ώρα επικίνδυνης τρικυμίας ταράχτηκε, πράγμα που έγινε αντιληπτό. Αμέσως ένας συνταξιδιώτης τον ρώτησε πειρακτικά γιατί οι φιλόσοφοι είναι τόσο δειλοί, ενώ οι κοινοί θνητοί δεν νιώθουν φόβο σε παρόμοιες περιστάσεις. Κι ο Αρίστιππος απάντησε: δεν έχουμε όλοι την αγωνία για την ίδια ψυχή!

(Εις Κόρινθον αυτώ πλέοντί ποτε και χειμαζομένω συνέβη ταραχθήναι. Προς ουν τον ειπόντα, ημείς μεν οι ιδιώται ου δεδοίκαμεν, υμείς οι φιλόσοφοι δειλιάτε, ου γαρ περί ομοίας, έφη, ψυχής αγωνιώμεν εκάτεροι)

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Οι άγγελοι της Λιένας

«Μαμά, υπάρχουν αληθινοί άγγελοι;», ρώτησε η Λιένα.
«Δεν ξέρω, μωρό μου. Ίσως ναι, αλλά μάλλον δε μοιάζουν όπως τους δείχνει αυτό το βιβλίο», είπε η μαμά δείχνοντας το βιβλίο που ξεφύλλιζε η τετράχρονη Λιένα.
«Εγώ θα πάω να ψάξω για να δω αν υπάρχουν και πώς είναι», είπε με παιδικό πείσμα η μικρή.
«Δεν είναι άσχημη ιδέα. Τι θα λεγες να ρθω κι εγώ μαζί σου, μωρό μου;»
«Δεν είμαι μωρό πια! Κοίτα πόσο ψηλή είμαι!»
«Έχεις δίκιο, αλλά είναι τόσο ωραία μέρα που θα θελα κι εγώ να κάνω μια βόλτα…»
Ξεκίνησαν λοιπόν μαζί, το κοριτσάκι τρέχοντας και πηδώντας, κι η μαμά σέρνοντας το κουτσό της πόδι.
Ξαφνικά, βλέπουν να έρχεται μια άμαξα που την οδηγούσε μια πεντάμορφη κοπέλα, με ξανθά μαλλιά και διαμάντια και κοσμήματα στο λαιμό και στα μπράτσα.
«Είσαι άγγελος;», τη ρώτησε η Λιένα όταν πλησίασε.
Η κοπέλα δεν απάντησε, αλλά κοίταξε λοξά και παγωμένα το παιδί. Ύστερα έδωσε μια στα γκέμια του αλόγου και αυτό τινάχτηκε μπροστά σαν αστραπή, γεμίζοντας με σκόνη την κακόμοιρη τη Λιένα. Η μαμά της την πήρε στην αγκαλιά της και της καθάρισε τα χείλη, το πρόσωπο και τα ρούχα από τη σκόνη.
«Δεν ήταν άγγελος», είπε η Λιένα.
«Μάλλον όχι», συμφώνησε η μητέρα.
Συνέχισαν το δρόμο τους, το κορίτσι πηδώντας και τρέχοντας και η μητέρα σέρνοντας το κουτσό πόδι της.
Στη στροφή του δρόμου αντάμωσαν μια όμορφη κοπέλα ντυμένη στα ολόλευκα. Τα μάτια της ήταν φωτεινά σαν αστέρια και το πρόσωπό της λευκό σαν το χιόνι.
Η Λιένα έτρεξε και την αγκάλιασε.
«Εσύ είσαι πραγματικά άγγελος», της είπε. «Τώρα είμαι σίγουρη».
«Παλιόπαιδο!», έκανε αυτή θυμωμένη. «Μου λέρωσες το ολόλευκο φόρεμά μου! Πως θα συναντήσω τώρα τον πρίγκιπα;»
Πραγματικά εκείνη τη στιγμή φάνηκε από μακριά ένας πρίγκιπας καβάλα στο άσπρο άλογό του. Η κοπέλα έσπρωξε βίαια τη μικρή από την αγκαλιά της, χωρίς καν να της περνά από το μυαλό πόσο πιο ελκυστική θα ήταν στα μάτια του νέου με ένα παιδί στην αγκαλιά.
Η Λιένα βρέθηκε για άλλη μία φορά χάμω, με σκόνη στα χείλη, στο πρόσωπο και στο φόρεμά της. Έβαλε τα κλάματα. Η μητέρα της την πήρε αγκαλιά και της σκούπισε τα ρούχα και τα δακρυσμένα μάτια.
«Ούτε αυτή ήταν άγγελος!», έβγαλε το συμπέρασμα.
«Μάλλον όχι», ξανάπε η μητέρα. «Ας βαδίσουμε όμως ακόμα λίγο. Μπορεί να βρούμε κάπου έναν πραγματικό άγγελο».
«Όχι, μαμά. Νιώθω τόσο κουρασμένη! Πώς θα γυρίσω με τα πόδια στο σπίτι μας;»
«Γιατί νομίζεις ότι ήρθα μαζί σου; Θα σε πάω εγώ αγκαλιά!»
Με το κοριτσάκι σφιχτά στην αγκαλιά της η μητέρα πήρε το δρόμο της επιστροφής, τραγουδώντας του με χαμηλή φωνή τα αγαπημένα του τραγούδια.
Ξαφνικά η Λιένα σήκωσε το κεφαλάκι της από τον ώμο της μάνας της και την κοίταξε στα μάτια:
«Μανούλα, μήπως είσαι εσύ ο άγγελος;»
«Τι σκέψη κι αυτή, Λιενούλα! Που ακούστηκε άγγελος με ντρίλινο φουστάνι;», απάντησε η μητέρα γελώντας καλόκαρδα.

Ένα παραμύθι από τη Ρωσία, από το βιβλίο του Χρήστου Μαγγούτα: 111 θαυμαστές ιστορίες από όλο τον κόσμο, Η σοφία των λαών, εκδόσεις φαντασία.