Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Οι άγγελοι της Λιένας

«Μαμά, υπάρχουν αληθινοί άγγελοι;», ρώτησε η Λιένα.
«Δεν ξέρω, μωρό μου. Ίσως ναι, αλλά μάλλον δε μοιάζουν όπως τους δείχνει αυτό το βιβλίο», είπε η μαμά δείχνοντας το βιβλίο που ξεφύλλιζε η τετράχρονη Λιένα.
«Εγώ θα πάω να ψάξω για να δω αν υπάρχουν και πώς είναι», είπε με παιδικό πείσμα η μικρή.
«Δεν είναι άσχημη ιδέα. Τι θα λεγες να ρθω κι εγώ μαζί σου, μωρό μου;»
«Δεν είμαι μωρό πια! Κοίτα πόσο ψηλή είμαι!»
«Έχεις δίκιο, αλλά είναι τόσο ωραία μέρα που θα θελα κι εγώ να κάνω μια βόλτα…»
Ξεκίνησαν λοιπόν μαζί, το κοριτσάκι τρέχοντας και πηδώντας, κι η μαμά σέρνοντας το κουτσό της πόδι.
Ξαφνικά, βλέπουν να έρχεται μια άμαξα που την οδηγούσε μια πεντάμορφη κοπέλα, με ξανθά μαλλιά και διαμάντια και κοσμήματα στο λαιμό και στα μπράτσα.
«Είσαι άγγελος;», τη ρώτησε η Λιένα όταν πλησίασε.
Η κοπέλα δεν απάντησε, αλλά κοίταξε λοξά και παγωμένα το παιδί. Ύστερα έδωσε μια στα γκέμια του αλόγου και αυτό τινάχτηκε μπροστά σαν αστραπή, γεμίζοντας με σκόνη την κακόμοιρη τη Λιένα. Η μαμά της την πήρε στην αγκαλιά της και της καθάρισε τα χείλη, το πρόσωπο και τα ρούχα από τη σκόνη.
«Δεν ήταν άγγελος», είπε η Λιένα.
«Μάλλον όχι», συμφώνησε η μητέρα.
Συνέχισαν το δρόμο τους, το κορίτσι πηδώντας και τρέχοντας και η μητέρα σέρνοντας το κουτσό πόδι της.
Στη στροφή του δρόμου αντάμωσαν μια όμορφη κοπέλα ντυμένη στα ολόλευκα. Τα μάτια της ήταν φωτεινά σαν αστέρια και το πρόσωπό της λευκό σαν το χιόνι.
Η Λιένα έτρεξε και την αγκάλιασε.
«Εσύ είσαι πραγματικά άγγελος», της είπε. «Τώρα είμαι σίγουρη».
«Παλιόπαιδο!», έκανε αυτή θυμωμένη. «Μου λέρωσες το ολόλευκο φόρεμά μου! Πως θα συναντήσω τώρα τον πρίγκιπα;»
Πραγματικά εκείνη τη στιγμή φάνηκε από μακριά ένας πρίγκιπας καβάλα στο άσπρο άλογό του. Η κοπέλα έσπρωξε βίαια τη μικρή από την αγκαλιά της, χωρίς καν να της περνά από το μυαλό πόσο πιο ελκυστική θα ήταν στα μάτια του νέου με ένα παιδί στην αγκαλιά.
Η Λιένα βρέθηκε για άλλη μία φορά χάμω, με σκόνη στα χείλη, στο πρόσωπο και στο φόρεμά της. Έβαλε τα κλάματα. Η μητέρα της την πήρε αγκαλιά και της σκούπισε τα ρούχα και τα δακρυσμένα μάτια.
«Ούτε αυτή ήταν άγγελος!», έβγαλε το συμπέρασμα.
«Μάλλον όχι», ξανάπε η μητέρα. «Ας βαδίσουμε όμως ακόμα λίγο. Μπορεί να βρούμε κάπου έναν πραγματικό άγγελο».
«Όχι, μαμά. Νιώθω τόσο κουρασμένη! Πώς θα γυρίσω με τα πόδια στο σπίτι μας;»
«Γιατί νομίζεις ότι ήρθα μαζί σου; Θα σε πάω εγώ αγκαλιά!»
Με το κοριτσάκι σφιχτά στην αγκαλιά της η μητέρα πήρε το δρόμο της επιστροφής, τραγουδώντας του με χαμηλή φωνή τα αγαπημένα του τραγούδια.
Ξαφνικά η Λιένα σήκωσε το κεφαλάκι της από τον ώμο της μάνας της και την κοίταξε στα μάτια:
«Μανούλα, μήπως είσαι εσύ ο άγγελος;»
«Τι σκέψη κι αυτή, Λιενούλα! Που ακούστηκε άγγελος με ντρίλινο φουστάνι;», απάντησε η μητέρα γελώντας καλόκαρδα.

Ένα παραμύθι από τη Ρωσία, από το βιβλίο του Χρήστου Μαγγούτα: 111 θαυμαστές ιστορίες από όλο τον κόσμο, Η σοφία των λαών, εκδόσεις φαντασία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: