Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι: ο ποιητής της επανάστασης

«Μοσχοβίτες υπερασπιστείτε την πατρίδα του Μαγιακόφσκι» Ι. Στάλιν

Η φράση αυτή είναι η τελευταία της προκήρυξης του Στάλιν προς το λαό της Μόσχας όταν την απειλούσε η γερμανική επίθεση. Ο Στάλιν βρήκε και επισήμανε πρόσθετο λόγο για να υπερασπίσουν ο Μοσχοβίτες τη Μόσχα. Επειδή ήταν πατρίδα του Μαγιακόφσκι. Τέτοια τιμή δεν έγινε ποτέ ούτε σε ποιητή ούτε σε πολιτικό ηγέτη. Αυτός είναι ο Μαγιακόφσκι.

Κι αυτά είναι τα λόγια από το οπισθόφυλλο του βιβλίου Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, ποίηση, εκδόσεις νέα εποχή, με την ποιητική ανάπλαση και τον πρόλογο που ακολουθεί από τον Στάθη Πρωταίο.

(Για να είμαι ειλικρινής ο Μαγιακόφσκι δεν με εκφράζει τόσο όσο στο παρελθόν, αυτό όμως εννοείται ότι δε μειώνει ούτε κατ΄ ελάχιστο την ποιητική του δυναμική…Γι΄ αυτό και το παρακάτω αφιέρωμα στον ποιητή, που κάποτε αγάπησα πολύ. Επειδή οι παλιές αγάπες μπορεί να πηγαίνουν στον Παράδεισο ή… στην Κόλαση, αλλά ποτέ δεν πεθαίνουν…)

Το κύριο

Γεννήθηκα στις 7 Ιούλη του 1894 (ή του 1893 –οι γνώμες της μαμάς και του υπηρεσιακού δελτίου του πατέρα, δε συμπέφτουν- οπωσδήποτε, δε γεννήθηκα νωρίτερα). Πατρίδα το χωριό Μπαγντάτι, του κυβερνείου Κουταίς, Γεωργία).

Σύνθεση της οικογένειας
Πατέρας: Βλαντιμίρ Κωσταντίνοβιτς (δασάρχης του Μπαγντάτι), πέθανε στα 1906.
Μαμά: Αλεξάνδρα Αλεξέγιεβνα
Αδελφές: α) Λιούντα
β) Όλια
και ακόμα ήταν η θεία Ανιούτα. Άλλοι Μαγιακόφσκι δεν υπάρχουν.

Πρώτη ανάμνηση
Έννοιες ζωγραφικές. Τόπος άγνωστος. Χειμώνας. Ο πατέρας, γραμμένος συνδρομητής στο περιοδικό «Πατρίδα». Η «Πατρίδα» είχε ευθυμογραφικό παράρτημα. Για τους αστείους λένε. Το προσμένουν. Ο πατέρας σουλατσάρει πέρα δώθε και τραγουδάει το αιώνιό του «αλόν ζανφάν ντε λα το τσετίρε». Ήρθε η «Πατρίδα». Και την ανοίγω και ξεφωνίζω: «Τι κωμικό, ένας άντρας και μία θεία φιλιώνται». Γέλασαν. Υστερώτερα, όταν ήρθε το παράρτημα, κι ήταν ώρα να γελάσουν στα αλήθεια ανακάλυψα ότι είχαν γελάσει πριν μονάχα με μένα. Έτσι, χωρίστηκαν οι γνώμες μας για τις εικόνες και το χιούμορ.

Δεύτερη ανάμνηση

Έννοιες ποιητικές. Καλοκαίρι. Έρχονται άνθρωποι σωρό. Ένας όμορφος ψηλός φοιτητής –ο Μπ. Γκλουσκόφσκυ. Σχεδιάζει ένα δερμάτινο τετράδιο μεγάλο. Γυαλιστερό χαρτί. Στο χαρτί ένας άνθρωπος μακρουλός, δίχως παντελόνι (μπορεί να ήτανε κολλητά πολύ), μπροστά στον καθρέφτη. Ο άνθρωπος αυτός ονομάζεται «Ευγενιονέγκιν». Μακρύς ο Μπόρια, μακρύς κι αυτός στο σχέδιο. Ήταν ολοφάνερο, θαρρούσα πως ο Μπόρια ήταν ο Ευγενιονέγκιν. Αυτή η αντίληψή μου βάσταξε τρία ολάκερα χρόνια.

Τρίτη ανάμνηση

Πρακτικές σκοτούρες. Νύχτα πίσω μεριά του τοίχου, ατέλειωτο μουρμουρητό, κουβεντολόι του μπαμπά και της μαμάς. Για το πιάνο η κουβέντα. ξαγρύπνησα ολάκερη τη νύχτα. Μια φράση κόλλησε σαν στρείδι στο μυαλό μου. Το πρωί ξυπόλητος πιλάλησα τον πατέρα μου «Μπαμπά, τι θα πει πληρωμή με δόσεις;». Η εξήγηση μου άρεσε πολύ.

Κακές συνήθειες

Καλοκαίρι. Αναπάντεχα πολλοί επισκέπτες. Πολλά γενέθλια. Το ένα πάνω στο άλλο. Ο πατέρας περηφανεύεται για τη μνήμη μου. Σε όλα τα γενέθλια με ανάγκαζαν να αποστηθίζω στίχους. Ειδικά για τα γενέθλια του μπαμπά θυμάμαι τους στίχους:
Κάποτε μπρος σε μέγ΄ ασκέρι
από βουνά τους συντοπίτες.
Αυτά τα βουνά συντοπίτες και οι βράχοι μου διναν στα νεύρα. Δεν ήξερα τι πράμα ήταν και στη ζωή μου δεν έτυχε συναπαντήσω. Κατοπινά έμαθα, πως αυτό είναι ότι λέμε ποιητικό. Και άρχισα από μέσα μου να μισώ την ποίηση.

Οι ρίζες του ρομαντισμού
Το πρώτο μας σπίτι, το θυμάμαι καλά. Δυο πατώματα. Το κάτω ένα μικρό εργοστάσιο που έφτιαχνε οινόπνευμα. Μια φορά το χρόνο ξεφόρτωναν σταφύλια από κάρα. Τα πατούσαν. Εγώ έτρωγα. Οι άλλοι πίναν. Ήταν στην περιοχή του πιο αρχαίου κάστρου της Γεωργίας, το Μπαγντάτι. Το κάστρο γίνεται τετράγωνο από τα τείχη του. Στις γωνίες του τείχους ήταν τα σκέπαστρα για τα κανόνια. Στα τείχη πολεμίστρες. Από τα τείχη έξω τάφροι. Πάρα πέρα από τις τάφρους ήταν τα ρουμάνια και τα τσακάλια. Και πάνω από τα ρουμάνια τα βουνά. Μεγάλωσα. Και έτρεχα στο αψηλότερο. Τα βουνά, κατά την τραμουντάνα, χαμήλωναν. Κατά κει ήταν η Ρωσία. Ονειροπολούσα. Κάτι με τραβούσε κατά κει με απίστευτη δύναμη.

Απίθανο
Εφτά χρονών. Ο πατέρας μου άρχισε να με παίρνει μαζί του, καβάλα, πηγαίνοντας να επιθεωρήσει τα δάση της περιφέρειάς του. Διάσελο. Κι αντάρα απλώνεται τριγύρω. Δεν έβλεπα ούτε τον πατέρα. Το στρατί ίσα μας χωράει. Ο πατέρας θαρρώ παρέσυρε κλαρί αγριοτριανταφυλλιάς. Το κλαρί με χτύπησε στα μάγουλα με ορμή. Κατάπνιξα τις στριγγλιές και έβγαλα τα αγκάθια. Χάθηκε μονομιάς και ο πόνος και η αντάρα. Σ΄ ένα άνοιγμα της αντάρας παρουσιάστηκε κάτι πιο φωτεινό από τον ουρανό. Ήταν ο ηλεκτρισμός. Το εργοστάσιο του πρίγκιπα Νικαπίτζε. Μετά τον ηλεκτρισμό σταμάτησα να νοιάζομαι πια για τηνφύση: πράγμα με ατέλειες.

Μάθηση
Μου κάνανε μαθήματα η μαμά μου και κάμποσες ξαδέρφες. Την αριθμητική την πίστευα όχι αληθινή. Έπρεπε να λογαριάζει κανείς τα μήλα και τα αχλάδια που έδινε στα αγόρια. Όμως εμένα μου δίνανε και εγώ έδινα χωρίς να λογαριάζω. Ο Καύκασος έχει όσα φρούτα θέλεις.

Το πρώτο βιβλίο
Κάποια πτηνοτρόφος, Αγάθια, μου δάνεισε το πρώτο βιβλίο. Αν έπεφταν στα χέρια μου τότε μερικά τέτοια βιβλία, δε θα ξαναδιάβαζα ποτέ στη ζωή μου. Καλότυχα, μετά το πρώτο, το δεύτερο ήταν ο «Δον Κιχώτης», αυτό, ναι, ήταν βιβλίο. Έφτιαξα και γω σπαθί ξυλένιο και καταρήμαξα τους πάντες και τα πάντα γύρω μου.

Εξετάσεις
Μετακομίσαμε. Από το Μπαγντάτι στο Κουταίς. Εισαγωγικές εξετάσεις στο γυμνάσιο. Πέτυχα. Με ρωτήσανε για την άγκυρα (είχα μια άγκυρα στο μανίκι)-ήξερα καλά. Και ο παπάς με ρώτησε τι είναι το «όκο». Αποκρίθηκα «τρία φούντια». Οι ευγενέστατοι εξεταστές μου εξήγησαν ότι «όκο» στην αρχαία σλαβική εκκλησιαστική γλώσσα πάει να πει «οφθαλμός». Λίγο έλειψε να με απορρίψουν γι΄ αυτό. Απ΄ αυτό μίσησα αμέσως όλα τα αρχαία, όλα τα εκκλησιαστικά και όλα τα σλαβικά. Ίσως σ΄ αυτό να χρωστιέται και ο φουτουρισμός μου, και ο αθεισμός μου και ο διεθνισμός μου.

Γυμνάσιο
Προπαρασκευαστική 1η και 2η τάξη. Πρώτος. Γιομάτος άριστα. Διαβάζω Ιούλιο Βερν. Γενικά κάτι φανταστικό. Ένας γείτονας μου έβρισκε ικανότητες ζωγράφου. Μου κάνει μαθήματα τζάμπα.
[…]

Παρανομία
Ήρθε η αδερφή μου από τη Μόσχα. Ενθουσιασμένη. Μου δωσε κρυφά από τους άλλους κάτι μακρουλά χαρτιά. Μ΄ άρεσαν; Ήταν επικίνδυνα πολύ. Το πρώτο:
Ξύπνησε σύντροφε,
ξύπνα αδερφέ
χωρίς χασομέρια
το όπλο σου πέτα.
Και ακόμα ένα άλλο χαρτί για τον τσάρο τελείωνε:
Κι άλλο δεν έχει δρόμο στους Γερμανούς να πάει με γιο και με γυναίκα και τη μαμάκα του.
Ήταν η επανάσταση. Κι αυτοί ήταν οι στίχοι. Κι οι στίχοι κι η επανάσταση ενωθήκαν στο κεφάλι μου.

1905
Δεν είχα μυαλό για τα μαθήματα. Πέφτουν δυάρια. Προβιβάστηκα στην Τετάρτη, επειδή μου είχαν σπάσει το κεφάλι μου σ΄ έναν καβγά. Και όταν έδινα εξετάσεις –επανεξεταστέος- με λυπήθηκαν.
Η επανάσταση για μένα άρχισε έτσι: ο φίλος μου ο Ισίδωρος –μάγερας του παπά, απ΄ τη χαρά του σαλτάρησε στο φούρνο της κουζίνας- είχαν σκοτώσει το στρατηγό Αλιχάνωφ. Το λαοδαμαστή της Γεωργίας. Διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις απανωτές. Πήγα και εγώ. Θαυμάσια. Θυμάμαι εικαστικά: στα μαύρα οι αναρχικοί, στα άλλα χρώματα οι ομοσπονδιακοί.
[…]

1906
Πέθανε ο πατέρας μου. Τρύπησε το δάχτυλο (έραβε κάποια χαρτιά). Μόλυνση του αίματος. Από εκείνη την εποχή δεν μπορώ να ανεχτώ τις παραμάνες. Η άνετη ζωή μας τέρμα. Ύστερα από την κηδεία του πατέρα βρεθήκαμε με τρία ρούβλια στην τσέπη. Σαν από ένστικτο, πυρετώδικα, ξεπουλήσαμε για τρεις και εξήντα τραπέζια και καρέκλες. Ξεκινήσαμε για τη Μόσχα και εκεί ούτε φίλους ούτε γνωστούς είχαμε.
[…]

Μόσχα

Μείναμε στο Ραζουμόφσκι. Κάποιοι γνωστοί της αδερφής –Πλότνικωφ. Το πρωί με τραίνο στη Μόσχα. Νοικιάσαμε ένα μικρούτσικο διαμέρισμα στην οδό Μπρόσναγια.

Μοσχοβίτικα
Κακοτρώμε. 10 ρούβλια σύνταξη το μήνα. Εγώ κι οι δύο αδερφές μου σπουδάζουμε. Αναγκάστηκε η μαμά να νοικιάσει δωμάτια με φαγητό. Τα δωμάτια της κακιάς ώρας. Κατοικούσαν φτωχοί φοιτητές σοσιαλιστές. Θυμάμαι πρώτος μπολσεβίκος μου έτυχε ο Βάσια Καντελάκι.

Κάτι ευχάριστο
Με στείλαν να αγοράσω πετρέλαιο με πέντε ρούβλια και 50 καπίκια ρέστα. Στο μαγαζί μου έδωσαν 15 ρούβλια και 50 καπίκια ρέστα. 10 ρούβλια κέρδος. Με τυραννούσε η συνείδηση. Έκανα βόλτα όλο το μαγαζί τρεις φορές. (Το πρόγραμμα της Ερφούρτης με βασάνιζε. Ποιος έκανε το λάθος –ρωτάω σιγαλά έναν παραγιό. «Το αφεντικό»). Αγόρασα και έφαγα τέσσερα μασούρια ζαχαρωμένα φρούτα. Με τα άλλα έκανα βαρκάδα στις λίμνες του Πατριάρχη. Από τότε δεν μπορώ να αντικρίσω φρούτα ζαχαρωμένα.

Δουλειά
Δεν υπάρχουν παράδες στην οικογένεια. Αναγκάστηκα να κάνω πυρογραφίες και ζωγραφιές.. ιδιαίτερα θυμάμαι τα αυγά του Πάσχα. Ήταν ολοστρόγγυλα και όπως παίρναν στροφές στρίγγλιζαν σαν πόρτες. Τ΄ αυγά τα πουλούσα σε ένα κατάστημα έργων χειροτεχνίας, στην οδό Νεγκλινάγια, 10-15 καπίκια το ένα. Από τότε μισώ φοβερά το ρωσικό στυλ και τη χειροτεχνία.

Γυμνάσιο
Προβιβάστηκα από την Τετάρτη τάξη του 5ου Γυμνασίου. Παίρνω άσσους και καμία φορά και κάποιο δυάρι. Κάτω από το θρανίο είναι το «Άντι Ντίρινγκ».

Διαβάσματα
Απορρίπτω τη λογοτεχνία ολότελα. Φιλοσοφία. Χέγκελ. Φυσιογνωσία. Βασικά, όμως, μαρξισμός. Δεν υπάρχει έργο τέχνης που να μου άσκησε μεγαλύτερη έλξη από τον πρόλογο του Μαρξ στην «Κριτική της πολιτικής οικονομίας». Από τις φοιτητικές καμαρούλες άρχιζε η παρανομία. «Τακτική της οδομαχίας» κλπ. Θυμάμαι έντονα το μπλε βιβλιαράκι του Λένιν: «Δυο τακτικές». Μου άρεσε. Το είχαν κόψει μέχρι τα γράμματα. Για ευκολότερη παράνομη χρήση. Η αισθητική της άκρας οικονομίας.

Το πρώτο μισοποίημα
Η Τρίτη τάξη του Γυμνασίου έβγαζε ένα παράνομο μικρό περιοδικό –«Η ορμή». Πειράχτηκα. Άλλοι γράφουν και εγώ δεν μπορώ! Άρχισα να μουντζουρώνω τα χαρτιά. Βγήκε κάτι απίθανα επαναστατικό και ίδια άσκημο. Σαν του τωρινού Κυρίλωφ κάτι. Δεν θυμάμαι μήτε στίχο. Έγραψα και δεύτερο. Βγήκε λυρικό. Πιστεύοντας μια τέτοια κατάσταση της καρδιάς, αντίθετη με τη «σοσιαλιστική αξιοπρέπεια» τα παράτησα.

Κόμμα
1908. Μπήκα στο ΡΣΔΕΚ. Έδωσα εξετάσεις στην εμποροβιομηχανική υπαχτίδα. Πέτυχα. Προπαγανδιστής. Πήγα στους αρτεργάτες. Μετά στους τσαγκαράδες, τελικά στους τυπογράφους. Σε συνδιάσκεψη της πόλης μ΄έκλεξαν στην «Επιτροπή Πόλης» (της Μόσχας). Ήταν ο Λόμωφ, ο Προβόλγετς, ο Σμίντοβιτς και άλλοι. Με ονόμασαν σύντροφο Κωνσταντίνο.

Σύλληψη
Έπεσα σ΄ ενέδρα στους Γεωργιανούς. Εκεί ήταν το παράνομο τυπογραφείο μας. Καταβρόχθισα ένα ολόκληρο σημειωματάριο. Με διευθύνσεις και, μάλιστα, δεμένο με χαρτόνι. Αστυνομική Διοίκηση Πρέσκας, Οχράνα. Τμήμα Σουέφσκι. Ο ανακριτής Βαλτανόφσκι (πίστευε καθώς φάνηκε τον εαυτό του πανούργο). Μας ανάγκασε να γράψουμε καθ΄ υπαγόρευση: με κατηγορούσαν ότι έγραφα προκηρύξεις. Απελπισμένος έκανα λάθος στο κείμενο. Έγραψα «Σοτσιαλδημοτικό». Τελικά τα κατάφερα. Μ΄ απόλυσαν με εγγύηση. Στο τμήμα με απορία διάβασα το «Σάνιν». Δεν ξέρω γιατί το χαν σε κάθε τμήμα. Μπορεί να το θαρρούσαν σωτηρία των ψυχών. Βγήκα. Ένα χρόνο δούλευα κομματικά.

Δεύτερη σύλληψη
Κάποιοι που κατοικούσαν σε μας σκάβαν κάτω από την οδό Τανγκάνκα. Για να λευτερώσουν γυναίκες κατάδικους. Το κατόρθωσαν να οργανώσουν απόδραση από τη φυλακή Νοβίνσκι. Με πιάσαν. Σπίτι βρήκαν ένα πιστόλι και παράνομα έντυπα. Δεν ήθελα να καθίσω φυλακή. Δημιουργούσα επεισόδια. Μου κάναν μεταγωγή από τμήμα σε τμήμα και τελικά στη φυλακή Μπουτίρκα. Κελί απομονωτήριο Νο 103.

11 μήνες στη Μπουτίρκα
Η πιο σημαντική περίοδος για μένα. Μετά από τρία χρόια, και θεωρία και κομματική δουλειά, έπεσα με τα μούτρα στη λογοτεχνία. Μελέτησα σε βάθος κάθε καινούριο. Συμβολιστές- ΜπέλΙ Μπάλμοντ. Με εντυπωσίασαν οι νεωτερισμοί της μορφής. Μου ήταν όμως κάτι ξένο. Τα θέματα και οι εικόνες δεν είχαν κανέναν στοιχείο κοινό με τη δική μου ζωή. Επιχείρησα να γράψω και εγώ σε ίδιο βαθμό καλά, μα για κάτι άλλο. Αποδείχτηκε ότι με τον τρόπο αυτό δεν γίνεται τίποτα. Ήταν στομφώδες και κλαψουροεπαναστατικό.
[…]Ευχαριστώ τους φύλακες, όταν έβγαινα από τη φυλακή μου το πήραν. Μπορεί και να το τύπωνα!
Τελείωσα πρώτα με τους σύγχρονους και ρίχτηκα στους κλασικούς. Μπάυρον, Σαίξπηρ, Τολστόη. Τελευταία η Άννα Καρένινα. Δεν το τελείωσα. Με φώναξαν τη νύχτα να πάρω τα πράγματά μου και να φύγω για την πόλη. Και δεν έμαθα με ποιο τρόπο τέλειωσε εκείνη η ιστορία με τους Καρένιν.
Μ΄ απόλυσαν να πάω τρία χρόνια εξορία. Ένας φίλος του πατέρα μου δήλωσε στην αστυνομία ότι το ρεβόλβερ ήταν δικό του και κατόρθωσε να με απελευθερώσει.
Όταν ήμουνα φυλακή με δίκασαν για την πρώτη υπόθεση –ένοχος, ανήλικος όμως. Με βάλαν υπό αστυνομική επίβλεψη, με υπεύθυνους τους γονείς μου.

Το λεγόμενο δίλημμα

Βγήκα αναστατωμένος, όσους μελέτησα ήταν οι λεγόμενοι μεγάλοι. Μα πόσο εύκολο να γράψει κάποιος πιο καλά απ΄ αυτούς. Αντιμετωπίζω πια όπως πρέπει τον κόσμο. Μονάχα χρειάζομαι, ακόμα, πείρα στην Τέχνη. Πώς να αποκτήσω πείρα στην Τέχνη; Είμαι αμόρφωτος. Πρέπει να πάω σε σοβαρό σχολείο. Με αποβάλαν όμως κι απ΄ το Γυμνάσιο κι από τη σχολή Στρόγκανωφ. Αν μείνω στο κόμμα πρέπει να γίνω παράνομος. Και παράνομος όντας, πίστευα, ότι δε θα μπορούσα να σπουδάσω. Προοπτική όλης της ζωής μου να γράφω προκηρύξεις, να εκφράζω απόψεις παρμένες από βιβλία, οπωσδήποτε όχι από μένα γραμμένα. Και στο τέλος τι θα απομείνει;
[…]

Αρχή της μαστοριάς
Θαρρούσα ότι δεν μπορούσα να γράψω στίχους. Όλες οι προσπάθειές μου ήταν χάλια. Ασχολήθηκα με τη ζωγραφική.
[…]

Τελευταία σχολή
Έπεσα με το κεφάλι ένα χρόνο. Γράφτηκα στη Σχολή ζωγραφικής, γλυπτικής, αρχιτεκτονικής: το μοναδικό μέρος που με δέχτηκαν, δίχως να μου ζητήσουν πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης. Δούλευα γερά. Μου προκάλεσε κατάπληξη: τους μιμητές τους χαιδεύουν, τους πρωτότυπους τους καταδιώκουν. Από επαναστατικό ένστικτο τάχθηκα υπέρ των διωκομένων.
[…]
Την άλλη μέρα μου ήρθε η ιδέα και έγραψα ένα ποίημα. Για την ακρίβεια κομμάτια. Όχι πετυχημένα. Δε δημοσιεύτηκαν πουθενά. Νύχτα. Στο μπουλβάρ Στρέτενσκι. Διαβάζω τους στίχους μου στο Μπουρλιούκ. Και προσθέτω: «Είναι κάποιου αγνώστου μου». «Μα εσείς, λοιπόν, είσαστε μεγαλοφυής ποιητής». Η χρησιμοποίηση ενός τέτοιου βαρύγδουπου επίθετου, για το οποίο δεν ήμουν άξιος, με γέμισε χαρά. Έπεσα με τα μούτρα στους στίχους. Εκείνη τη νύχτα, ολότελα αναπάντεχα, έγινα ποιητής.

Περισσότερα για τη ζωή και το έργο του ποιητή μπορείτε να βρείτε στον υπόλοιπο πρόλογο του βιβλίου Ποιήματα του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, εκδόσεις νέα εποχή.

Επίσης, ενδιαφέροντα στοιχεία υπάρχουν και εδώ:
http://www.sansimera.gr/biographies/248

Δεν υπάρχουν σχόλια: