Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Με πολύ αγάπη :)

Τώρα που ο Άγιος Βασίλης, ο Ρούντολφ και τα ξωτικά έχουν ήδη γίνει παρελθόν, που το βομβαρδισμένο από παιχνίδια και γλυκά δωμάτιο κάπως τακτοποιήθηκε, η Αναστασία Ιουστίνη Θεοφάνους η Έξυπνη πνη πνη κοιμάται και η Παναγιώτα Χρυσοβαλάντω Θεοφάνους η Όμορφη βλέπει παιδικά, ε, νομίζω ήρθε η ώρα και για τις δικές μας ευχές.

Εγώ, ο Φάνης και τα κορίτσια μας ευχόμαστε σε όλους τους καλούς μας φίλους, τους συγγενείς, τους γνωστούς, σε όσους συμπαθούμε, αλλά και σε όσους δεν συμπαθούμε, χρόνια πολλά με υγεία, χαρά, αγάπη, δημιουργικότητα και -κυρίως- με αισιοδοξία, όχι άλλα μαύρα σύννεφα, όχι άλλους φόβους, όχι άλλες κακές σκέψεις, όχι άλλα σκυμμένα κεφάλια. Όσο ζούμε κι αναπνέουμε να παλεύουμε για έναν όμορφο, καλύτερο κόσμο, γεμάτο όνειρα όνειρα όνειρα που κάποια στιγμή θα πραγματοποιούνται....

Πολλά πολλά πολλάααααααααα φιλιά!

Υγ: Από σήμερα κιόλας βάλτε έναν όμορφο στόχο και προσπαθήστε τη νέα χρονιά να τον κατακτήσετε :)



Περισσότερα: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&blogger=yokor#ixzz2G8guFdxJ

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Αυτά που ζητάω αν είναι πολλά, /δώσε μου, τότε, μονάχα χαρά.

Θέλω Γενάρη με ήλιο τ΄ Απρίλη,/ δροσιά του Ιούλη και μέρα το δείλι.
Μια θάλασσα θέλω χωρίς καταιγίδα,/δε θέλω το φόβο, μονάχα ελπίδα.
Θέλω ψωμάκι ζεστό, μυρωδάτο,/ τ΄ αγκάθι να βγάλει σταφύλι μοσχάτο.
Ο σκύλος να έχει αγκαλιά το γατί,/γάλα και λάδι να βγάζ΄ η πηγή…
Αυτά που ζητάω αν είναι πολλά, /δώσε μου, τότε, μονάχα χαρά.
Τζάνι Ροντάρι


Από τα παιδιά και το προσωπικό του Κεκυκαμέα Φλώρινας, πολλές ευχές για υγεία, ευτυχία, δημιουργικότητα, πολλά πολλά πολλά χαμόγελα και καρδούλες γεμάτες αγάπη.

Η Διοίκηση, οι εργαζόμενοι και τα παιδιά του ΚΕ.Φ.Ι.ΑΠ. Γ.Ν.Φλώρινας (πρ.ΚΕΚΥΚΑμεΑ), σας προσκαλούν να γεμίσετε τις καρδιές σας με ελπίδα και αγάπη στη χριστουγεννιάτικη γιορτή που θα πραγματοποιηθεί στο Κέντρο μας την Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012 και ώρα 12 μ.μ.

Στο χώρο του ΚΕ.Φ.Ι.ΑΠ. λειτουργεί χριστουγεννιάτικο bazaar με εκθέματα της δημιουργικής έκφρασης των παιδιών του Κέντρου μας.
Στηρίξτε τα για να συνεχίσουν να δημιουργούν με αισιοδοξία!!!!!!!!


Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο

Το έλατο εμφανίστηκε στολισμένο με λαμπερές μπάλες και αληθινά αναμμένα κεριά, για πρώτη φορά στη Γερμανία, μόνο στις εκκλησίες κατά το τέλος του 16ου και τις αρχές του 17ου αιώνα. Κάποιες φορές οι εκκλησίες επέβαλαν την πληρωμή εισιτηρίου σε όσους ήθελαν να το δουν. Το έλατο είναι αειθαλές και συμβολίζει τη ζωή που «πεθαίνει» το χειμώνα.
Στην Ελλάδα χριστουγεννιάτικο έλατο στήθηκε για πρώτη φορά από τους Βαυαρούς στα ανάκτορα του βασιλιά Όθωνα, στον Ναύπλιο και την Αθήνα.
Παλαιότερα συνήθιζαν να στολίζουν καταπράσινα κλαδιά από αειθαλή δέντρα, όπως είναι, για παράδειγμα, η ελιά, η μυρτιά και η δάφνη. Με αυτόν τον τρόπο προανήγγειλαν τον ερχομό της άνοιξης, την αναβλάστηση, την καινούρια ζωή. Για στολίδια έβαφαν χρυσά –ή τύλιγαν σε χρυσόχαρτα- ξηρούς καρπούς, νομίσματα και φρούτα.
Αργότερα στα πανηγύρια οι μικροπωλητές έφτιαχναν στολίδια από χαρτί, ζυμάρι και γύψο. Σήμερα αστέρια, πλαστικές και γυάλινες μπάλες, καμπανούλες, κεράκια, ζαχαρωτά και πολλά άλλα στολίδια κυκλοφορούν στο εμπόριο για το στολισμό του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Συνηθίζεται στην κορυφή του να τοποθετείται ένα χρυσό αστέρι καθώς και μία φάτνη κάτω από τα κλαδιά του. Έτσι, σε κάθε σπίτι λάμπει ξανά το αστέρι που οδηγεί τον Χριστό να γεννηθεί στην ταπεινή φάτνη.

Στη Λιθουανία κρεμούν στο δέντρο μια αράχνη και τον ιστό της. Ο θρύλος λέει ότι μια φτωχή γυναίκα κοιμόταν μαζί με τα παιδιά της και αυτά, όταν ξύπνησαν. ανήμερα των Χριστουγέννων, αντίκρισαν το δέντρο με τους μεταξένιους ιστούς να λάμπουν.
Στην Τσεχοσλοβακία στολίζουν το δέντρο με βαμμένα τσόφλια αυγών και στις ΗΠΑ με γιρλάντες από ποπ κορν.
Πιστεύεται ότι οι καμπάνες που κρέμονται στο δέντρο τρομάζουν με τον ήχο τους και διώχνουν τα κακά πνεύματα.
Στην Αγγλία μόνο οι γονείς στολίζουν το χριστουγεννιάτικο δέντρο, ενώ τα παιδιά παρακολουθούν ενθουσιασμένα. Τοποθετούν τα δώρα κάτω από το δέντρο και το βράδυ, πριν από το χριστουγεννιάτικο δείπνο, ο πατέρας της οικογένεια ανάβει τα κεριά που στολίζουν το δέντρο, χτυπά ένα καμπανάκι και μοιράζει ένα-ένα τα δώρα στα παιδιά και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας.

ΓΙΟΥΛΗ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ-ΕΛΛΗ ΝΑΟΥΜ, Καλά Χριστούγεννα για παιδιά του δημοτικού, Ελληνικά γράμματα.




Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

ΕΣΥ ΤΑ ΔΟΝΤΙΑ ΝΑ ΤΡΙΖΕΙΣ

Σφιχτά να τα κρατάς και να τα τρίζεις.
Εσύ τα δόντια πάντα να τρίζεις.
Για να ‘μαι ήσυχος…
Πως δεν ξεθύμωσες-
Δεν ξεπέζεψες-
Δεν ξεμέθυσες.

Πως τ΄ άλογο της Πίστης που ανεβήκαμε
φρουμάζει πάντα τρελά.
Και πάντα ασυγκράτητα καλπάζει.
Γιατί για τέτοιες μάχες,
για τέτοιους άγριους χαμούς
-για τέτοιους χορούς πα στα ηφαίστεια-
δε μας ταιριάζουν εμάς φρόνιμα άλογα.
Δε μας χρειάζονται καθόλου!

Γι΄ αυτό…
Τα δόντια πάντα να τρίζεις.
Σφιχτά να τα κρατάς και να τα τρίζεις.
Και τίμα!
Τον ιδρό σου τίμα! Και τον πόνο σου.
Και το θυμό σου τίμα. Και δάγκανε.
Δάγκανε ολοένα την ανάσα σου.
Μη στην αρπάξουνε στο δρόμο.

Και τότε θα δεις. Πως όλοι…. Όλοι –
οι σταυροφόροι του σκοινιού και του παλουκιού
οι ιππότες της κρεμάλας και της Σβάστικας
θα πέσουνε μπρούμυτα στη στράτα σου.
Για να κολλήσουν οι οπλές του αλόγου σου
στη λάσπη των ιδανικών τους.

Γι΄ αυτό…
Τα δόντια πάντα να τρίζεις.
Δυνατά να τα κρατάς και να τα τρίζεις.
Και το θυμό σου –για το θεό, το θυμό σου!-
κράτα τον στην πιο ψηλή του βράση.
Και σπιρούνιαζε, σπιρούνιαζε το άτι σου…
ως να φτάσουμε στην πιο μεγάλη μάχη
και να πέσουμε όλοι –σημαίες, σκουτάρια, θυρεοί-
Ή να στηθούμε –καρβουνιασμένα αγάλματα-
στο πάρκο της Λ ε υ τ ε ρ ι ά ς.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΗ ΒΑΣΙΛΗ

Ένα άκρως τρυφερό κ αι συγκινητικό παραμύθι της Αγγελικής Βαρελά, που νομίζω αξίζει να ξαναθυμηθούμε…
……………………………………………………………….

Ο πατέρας έντυσε με τα καλά του ρουχαλάκια τον Αρτέμη, τον πήρε από το χεράκι και πήγαν στο μαιευτήριο. Θα έβλεπε ύστερα από μια βδομάδα τη μαμά του΄ είχε πάει σ΄ αυτό το..πώς το λένε...το Μαιευτήριο, να γεννήσει την αδελφούλα του.

Ο Αρτέμης ήτανε μουτρωμένος.

-Τη μαμά και το αδερφάκι σου πάμε να πάρουμε. Γιατί κατέβασες τα μούτρα σου;, τον μάλωσε ο πατέρας.

Δεν ήθελε να το πει, αλλά ήταν πολύ στεναχωρημένος. Ζήλευε. Φοβόταν ότι η μαμά του θα αγαπούσε περισσότερο το μωρό. Γι΄ αυτό.

Όταν έσπρωξαν την πόρτα του δωματίου της μαμάς του στην κλινική, την είδαν να κρατά στην αγκαλιά της το μωρό και να το παρατηρεί σκεφτική. Άπλωσε τα χέρια του, έτρεξε προς το κρεβάτι της, ακούμπησε το κεφαλάκι του στην αγκαλιά της και έκλαψε. Αλλά και η μαμά δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά της κι ο μπαμπάς το ίδιο΄ έκανε τάχα πως κοιτάζει αμέριμνα έξω από το παράθυρο.

Ο Αρτέμης έσκυψε να δει το προσωπάκι της αδερφής του, και τότε όλη του η ζήλια εξαφανίστηκε. Μπα! Ήταν δυνατόν ν΄ αγαπούσε η μαμά του αυτό το μωρό περισσότερο από κείνον!

-Πως είναι έτσι;, απόρησε.

-Δηλαδή;, έκανε τάχα απορημένη η μαμά του.

-Δεν είναι όμορφο...

-Έτσι είναι όλα τα μωρά όταν γεννηθούν. Θέλουν καιρό να στρώσουν.

-Σαν Κινέζα είναι, επέμενε ο Αρτέμης. Να την τσιμπήσω λιγάκι;

-Τσίμπα την αλλά ελαφρά, μην την πονέσεις.

Ο Αρτέμης θα ήθελε να της δώσει μια γερή τσιμπιά, να βγάλει το άχτι του, αλλά την τσίμπησε ελαφρά, να μην την πονέσει. Τη γαργάλησε. Την ξανατσίμπησε. Αλλά η αδερφούλα του τίποτε. Ούτε χαμογέλασε, ούτε έκλαιγε.

Και γύρισαν σπίτι...

Κι όλα άλλαξαν. Σα να μπήκε ένα γκρίζο σύννεφο στο σπίτι.

Πρώτα απ΄ όλα η μαμά του δε γελούσε όπως πριν. Τι να γινε εκείνος ο ήλιος που φεγγοβολούσε στο πρόσωπό της;Η γιαγιά του έπλεκε ροζ ζαπουνάκια κι αναστέναζε. Ο μπαμπάς γύριζε συλλογισμένος από τη δουλειά κι έτρεχε να δει το μωρό στην κούνια.

Και πως το πρόσεχαν το μωρό:τρεις φορές τη μέρα, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, του έκαναν μπάνιο και του έτριβαν χέρια και πόδια.

-Αμάν πια, θα το μαδήσουν, σκεφτόταν ο Αρτέμης, που δεν το ζήλευε πια.

Αλλιώς τα φανταζόταν τα πράγματα, κι όσο περνούσε ο καιρός τίποτα απ΄όσα είχε φανταστεί δε γινόταν. Αντίθετα, πρόσεχε ότι ο κόσμος κοίταζε παράξενα την αδερφούλα του όταν την έκαναν βόλτα με το καροτσάκι. Αλλιώς χαμογελούσαν σε κείνον κι αλλιώς στο μωρό τους. Πολλοί έλεγαν "αχ, το καημένο", κι η μαμά στεναχωριόταν πολύ. Κι ο πατέρας έφερνε συνέχεια γιατρούς στο σπίτι.

Μια μέρα η μητέρα μιλούσε ψιθυριστά στο τηλέφωνο.

-Μα φυσικά έλεγε, αυτά τα παιδιά καθυστερούν σε όλα.

Δηλαδή που καθυστερούσε το μωρό τους; Ο Αρτέμης δεν μπορούσε να καταλάβει. Έπρεπε να του εξηγήσουν.

-Μαμά, που καθυστερεί το μωρό μας;, τη ρώτησε όταν τελείωσε το τηλεφώνημα.

Ήταν μια δύσκολη στιγμή για τη μητέρα του. Ο Αρτέμης το κατάλαβε γιατί έπιασε το κεφάλι της σα να ήθελε να στρώσει τα μαλλιά της κι αναστέναξε:

-Έλα, του είπε, να σου καθαρίσω ένα μανταρίνι και τα λέμε.

Πήγαν στην κουζίνα.Σοβαρή η μαμά, σοβαρός κι ο Αρτέμης.

-Η αδελφούλα σου, όπως έχεις ήδη καταλάβει, Αρτέμη μου, δεν είναι σαν και σένα. Είναι διαφορετική. Συμβαίνουν αυτά στη ζωή. Πρέπει να το παραδεχτούμε.

-Να το παραδεχτούμε, συμφώνησε ο Αρτέμης.

-Είναι όμως δύσκολο.Πρέπει να το ξέρεις. Γιατί η αδερφούλα σου μπορεί να καθυστερήσει και στο περπάτημα και στην ομιλία. Μπορεί να μην καταλαβαίνει εύκολα όσα καταλαβαίνει εσύ. Μπορεί να μην καταφέρει να διαβάσει ποτέ.

-Θα της διαβάζω εγώ, προθυμοποιήθηκε ο Αρτέμης.

-Αυτό θέλουμε κι εγώ κι ο μπαμπάς σου. Να την αγαπάς και να την βοηθάς. Όταν νιώθει την αγάπη γύρω της θα μεγαλώσει πιο εύκολα. Είναι όμως δύσκολο, επέμενε η μαμά. Πρέπει να έχεις υπομονή.

-Θα έχω, μη σκας.

Κι αποφάσισε να γίνει Ρομπέν των Δασών για την αδελφή του. Ο γενναίος κι ατρόμητος ιππότης που προστάτευε τους αδύνατους.

Καθόταν η αδελφή του στο παρκάκι της ήσυχη και αμίλητη, κι ο Αρτέμης την τρέλαινε στην κουβέντα. Τα τραγούδια που μάθαινε στο νηπιαγωγείο πρώτα σε κείνην τα τραγουδούσε. Με τα τουβλάκια μόνο δεν τα πήγαιναν καλά. Γιατί η αδερφή του δεν καταλάβαινε και τα έριχνε όλα κάτω. Τότε ο Αρτέμης την έδινε μια τσιμπιά, ελαφρά, να μην την πονέσει.

Όσο περνούσε ο καιρός και πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, μια αγωνία είχε φωλιάσει στην καρδιά του. Τεσσάρων χρονών ήταν κι αυτός. Τι να σου κάνει; "Άραγε, σκεφτόταν, ο Αη Βασίλης φέρνει δώρα στα παιδιά που καθυστερούν;";

Το είπε στη γιαγιά του.

-Να προσευχηθείς, τον συμβούλεψε εκείνη.

Κι ο Αρτέμης προσευχήθηκε το ίδιο βράδυ.

-Άγιε μου Βασίλη, μην ξεχάσεις να φέρεις δώρο στην αδελφή μου. Δεν φταίει αυτή αν καθυστέρησε λιγάκι. Αυτά συμβαίνουν στην φύση. Πρέπει να το παραδεχτούμε, είπε η μαμά μου. Μην την ξεχάσεις, γιατί τώρα τελευταία άρχισε να μας χαμογελά. Μην πικραθεί. Άσε που είναι ένα πεντακάθαρο κοριτσάκι. Τρεις φορές τη μέρα της κάνουν μπάνιο΄κι αν έχεις καμιά μαγική ένεση, δεν την φέρνεις, μήπως και γίνει καλά; Θέλω να παίζουμε τουβλάκια, αλλά μου τα ρίχνει όλα κάτω.

Αμήν...



Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

ΚΑΠΟΤΕ

Κάποτε’ θα βρεθούμε αγκαλιασμένοι
στην κορυφή του βουνού της ευτυχίας.

Τα κορμιά μας θα γίνουν απολιθώματα,
με το βλέμμα καρφωμένο
προς το πέρας του ορίζοντα.

Το χάος θα φιλοξενεί τον σταθμό
που γνωριστήκαμε,
που μου χάρισες το βλέμμα σου
και το αποξήρανα,
το έκανα δικό μου κεκτημένο.

Στο σημείο όπου τα χέρια μας
θα είναι ενωμένα,
θα έχει μεταφερθεί η καρδιά,
αντιδρώντας βίαια
σε κάθε απότομη απομάκρυνση.

Τα χείλη σου θα σχηματίζουν
το αιώνιο χαμόγελο.
Χαμόγελο ικανοποίησης
δίνοντας κουράγιο
σε σκιές-περαστικούς.

Κάποτε’ θα βρεθούμε αγκαλιασμένοι
στην κορυφή του βουνού της ευτυχίας.

ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικο Bazaar για φιλανθρωπικό σκοπό


Το μπλοκ My Craft Center και η Πένυ Φωτέλλη διοργανώνει Χριστουγεννιάτικο bazaar στη Νεμέα, για φιλανθρωπικό σκοπό.
Αύριο θα φύγουν από την Φλώρινα και με πολύ αγάπη από μένα οι παραπάνω χειροποίητες καρτούλες (που ετοιμάζουμε και για το bazaar του Κεκυκαμέα).
Όποιος μπορεί να βοηθήσει είτε στέλνοντας κάτι που θα μπορούσε να εκτεθεί στο παζάρι, είτε με την παρουσία του εκεί νομίζω θα ήταν πολύ σημαντικό.

Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε εδώ΄:
http://mycraftcenter.blogspot.gr/

Καλές γιορτές σε όλους : )

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

ΒΟΓΚΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ



Βογκήστε μαζί μας.
Γιατί εμείς είμαστε λίγοι
κι είναι πολλοί κείνοι
που μας κάνουν να βογκούμε.

Φωνάξτε μαζί μας
γιατί η φωνή μας είναι μικρή
και δε φτάνει ωε τις φάρμες της Καλιφόρνιας
όπου το μπαμπάκι είναι μπόλικο
για να βουλώσουν τ΄ αυτιά τους.

Εμείς… -το ‘πε κι ο Μακρυγιάννης-
«ο θεός μας ηθέλησεν ολίγους»
ίσα-ίσα μια καραβιά ναυαγούς
ίσα ίσα μια ομοβροντία
για τα εκτελεστικά τους αποσπάσματα.

Φωνάξτε λοιπόν μαζί μας
σ΄ άγριο κοντσέρτο θυμού
γιατί εμείς –μόνοι μας-
φωνάξαμε πολύ μες στους αιώνες
και βράχνιασε η φωνή μας.

Φωνάξτε!
Γιατί υπάρχει φόβος –ο Τύραννος-
μην ακούοντας τη φωνή μας
να νόμισε πως αγαπήσαμε το ζυγό μας.
Γιατί είναι ξένος αυτός ο τύραννος και δεν ξέρει
πως του Έλληνα ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει.

Φωνάξτε λοιπόν μαζί μας.
Φωνάξτε για σας και για μας.
Γιατί η σημαία του τρόμου υψώθηκε
και στα δικά σας κάστρα
και το βόλι ξέφυγε από την κάννη του.

Φωνάξτε εσείς. Γιατί εμείς
έτσι κι αλλιώς θα φωνάζουμε.
Κι αν δεν πάρουμε απόκριση
θα σύρουμε φωνή προς τα πίσω.

Θα σημάνουμε πρόσκληση
στους νεκρούς της Ιστορίας μας
και θα βογκήξουν τα κόκκαλα του Μαραθώνα
και τ΄ ατίθασα νερά της Σαλαμίνας
θ΄ ανεμίσουν τις χαίτες τους.

Και τότε… ας ντραπούν οι ζωντανοί
ας ντραπούν οι ζωντανοί
που υποχρέωσαν τους νεκρούς
να πεθάνουν δυο φορές
για την ίδια Λευτεριά.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ



Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

Γιατί τόσοι σεισμοί στη Φλώρινα;;;

Σε περίπτωση που διαβάζει κάποιος σεισμολόγος…

ή κάποιος που γνωρίζει…

…ας δώσει επιτέλους μία γνώμη, μία απάντηση στην αγωνία μας.

Γιατί τόσοι σεισμοί στην Φλώρινα;

Από το καλοκαίρι και μετά, σχεδόν σε καθημερινή βάση, έχουμε 1 ή 2 ή και 3 σεισμούς μικρής έντασης, που άλλοτε καταγράφονται και άλλοτε όχι.

Οι σεισμοί τις περισσότερες φορές συνοδεύονται από ένα τρομακτικό βουητό.

Φοβάμαι πάρα πολύ, σε σημείο που ο φόβος μου έχει γίνει φοβία, ειδικά όταν σκέφτομαι την Παναγιώτα και την Αναστασία…

Γενικά, δεν είμαι απαισιόδοξη, ούτε «τραγικολόγος», όμως έχω αρχίσει και αγχώνομαι…





Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Δε μ΄ ακούς;

Έρχομαι μέσα από τους έρημους ασφαλτόδρομους.
Έλα, έλα, κοριτσάκι,
μυρίζω φασουλάδα, πορτοκάλι και τραγανιστό τσουρέκι.
Έλα, έλα, αγοράκι,
φόρεσε το σκούφο σου,
βάλε τα μάλλινα γάντια σου,
άνοιξε το στόμα σου,
νε ξεδιψάσεις με το χιόνι’
γέμισε τις τσέπες σου σταφίδες, καρύδια
και ξεραμένα σύκα.
Τάισε με ψίχουλα τα πεινασμένα σπουργίτια.
Έρχομαι μέσα από τις παγωμένες λίμνες και τα
ποτάμια, τα γυμνά κλαδιά και το μολυβένιο ουρανό.
Άς το μόνο του, στη γωνιά του, το πατίνι,
κάνε το φίλο σου να δακρύσει με μια φέτα μανταρίνι.
Τι κάνει η γιαγιά σου; Πλέκει ακόμη πλάι στο περβάζι;
Για κοίτα πως μελάνιασε η μύτη σου… την πάγωσε τ΄ αγιάζι…
Έλα, έλα, αγοράκι,
έλα, έλα, κοριτσάκι.
Δε μ΄ ακούς;
Είμαι ο χειμώνας.

Μάρω Λοΐζου

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ, ΚΑΛΟ ΧΕΙΜΩΝΑ

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Ξέφυγαν τα όνειρά μας

Ξέφυγαν τα όνειρά μας,
σκορπίστηκαν στον άνεμο.
Στους δρόμους
σβήστηκαν τα ίχνη μας,
ξεχάστηκε η μορφή μας,
χάθηκαν οι αφίσες.
Πίσω δεν έμεινε κανείς
ή έμειναν πολύ λιγότεροι.

Ξέφυγαν τα όνειρά μας.
Τα παιδιά μας, δικαστές,
δε θα ΄χουνε ν΄ ακούσουνε πολλά,
θα μας καταδικάσουν.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΒΟΡΙΑΣ, Από την ποιητική συλλογή Το τρύπιο ταβάνι, εκδόσεις ερωδιός

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

ΑΣ ΜΗ ΜΕΤΡΗΣΟΥΜΕ

Ας μην καθίσουμε να μετρήσουμε
ποιανού δάκρυα ήταν πιο ζεστά.
Μπορεί πιο ζεστά να ‘ναι κείνα
που δε χύθηκαν ακόμη.

Ας μην καθίσουμε να ρωτήσουμε
ποιο αίμα ήταν πιο κόκκινο.
Μπορεί πιο κόκκινο να ‘ναι
κείνο που πρόκειται να χυθεί.

Ας μη ρωτήσουμε να μάθουμε
ποιανού ιδρώτας ήταν πιο καφτός.
Όλοι οι ιδρώτες έχουνε τη γέψη-
που ‘χουν τα δάκρυα.

Λοιπόν…
Ας μην πνιγόμαστε στους ορισμούς.
Στις χρονικές και κτητικές αντωνυμίες.
(«Σήμερα»… «Χτες»… «Αύριο»…)
Κλάψαμε χτες στην Αφρική
με τα βασανισμένα μάτια των Νέγρων.
Κι αύριο θα κλάψουμε στη Σαϊγκόν
με τα οργισμένα μάτια των Βιετναμέζων.
Αύριο μπορεί να πέσουμε στο Κογκό
ή να ιδρώσουμε στην Κούβα.

Γιατί είμαστε από κείνους
που ιδρώνουνε, πεθαίνουνε και κλαίνε
σε κάθε κορμί που ιδρώνει και κλαίει.
Κρυώνουμε σήμερα στη ζούγκλα.
Ιδρώνουμε αύριο στον Αρκτικό .

Το κορμί μας είναι ένας πλανήτης.
Με όλα μαζί τα κλίματα.
Πόνεσε, κλάψε, πείνα.
Μόνο μην κάνεις τον άλλον
να πονέσει και να πεινά.
Κι εσύ φημισμένε, εσύ δοξασμένε
εσύ, δυνατέ… Ένα μόνο ξέρε:
Πως όσο ψηλά κι αν ανεβείς
ποτέ δε θα φτάσεις το μπόι των χαμηλών
που θυσιάστηκαν για ψηλά πράγματα!

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ (Από Το σπαθί και το φιλί)

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Μίμης Σουλιώτης

Σήμερα το μεσημέρι πληροφορήθηκα τον θάνατο του λογοτέχνη και καθηγητή Μίμη Σουλιώτη. Αιφνιδιάστηκα. Σα να ήταν χθες, -τον θυμάμαι στο Παιδαγωγικό -στο μάθημα της Παιδικής Λογοτεχνίας- ένας όμορφος άνθρωπος, επιβλητικός, με την υπέροχη φωνή του να απαγγέλει ποιήματα… Μετά συνεργαστήκαμε στην πτυχιακή μου εργασία. Αλλά η μεγαλύτερη χαρά μου ήταν όταν «έφερε» στην Φλώρινα το μεταπτυχιακό τμήμα της Δημιουργικής Γραφής (το όνειρό μου…). Μία από τις πρώτες επίσημες προσπάθειες στην Ελλάδα που πήρε επιτέλους «στα σοβαρά» την συγγραφή… Είχα την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα τον ξανασυναντούσα εκεί… Δυστυχώς δεν θα καταφέρουμε να ξαναβρεθούμε, δεν θα ξανακούσω αυτή την υπέροχη φωνή να απαγγέλει, να μιλάει για ποίηση, για λογοτεχνία…

Εύχομαι να έφυγε ικανοποιημένος απ΄ όσα πρόσφερε, ψυχικά πλήρης –και το πιστεύω. Αφήνει σπουδαία κληρονομιά πίσω του το έργο του…

Παρακάτω αποσπάσματα και επιλογές ποιημάτων από το βιβλίο του Αλφαβητάριο για την ποίηση που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γ. Δεδούση:

-...το καλό μάθημα ποίησης μοιάζει -πρέπει να μοιάζει- με μικρογραφία της Οδύσσειας' όσοι σώζονται ξαναγυρίζουν στην αφετηρία μετά από περιπέτειες. Τι είδους περιπέτειες; εκείνες που θα κάνουν τους μαθητές να βγαίνουν διάλειμμα αλλιώτικοι απ΄ ό, τι είχαν μπει.

-Η προσέγγιση της ποίησης είναι, πρέπει να είναι, ανισόρροπη. Πρώτη πρώτα, επειδή όλα τα ποιήματα δεν προσφέρονται για την ίδια ανάγνωση. Το ένα ποίημα σφύζει από μεταφορική χρήση της γλώσσα, το άλλο παρουσιάζει πλήθος οπτικές εικόνες, το τρίτο έχει καμπανιστές ρίμες, ένα άλλο αξιοποιεί σπάνιες ή περίεργες λέξεις κ.ο.κ. Είναι άχαρο να προσεγγίζουμε διαφορετικά ποιήματα με ισόπεδη, «συστηματική» δήθεν, αναγνωστική προδιάθεση. Πρέπει να έχουμε την ικανότητα να πάμε με το ποίημα, όπως ο γλύπτης πάει με τις φλέβες του μαρμάρου που λαξεύει.
Δεύτερον, είναι , και πρέπει να είναι, ανισόρροπη η προσέγγιση, επειδή κανείς δε γνωρίζει το τέλος της. Μια θρηνώδης απαγγελία του «Ντίλι –ντίλι- ντίλι» μπορεί να επιφέρει απρόβλεπτη ιλαρότητα, ενώ άλλη ιλαρότητα θα διαχυθεί από την εσκεμμένα τσεβδή ραψώδηση της «Σωματικής Ανάγκης» του Δ.Σαββόπουλου.
Τρίτον, όλη η τάξη και ο δάσκαλος δεν γνωρίζουν το ακριβές τέλος –όλοι όμως συμφωνούν για τον τελικό στόχο, που απαράβατα ορίζεται στις γενικές γραμμές του: η ανάγνωση του ποιήματος. Η αναγνωστική απόλαυση: είναι πυξίδα για να ξεπεράσει η διδασκαλία τη σοβαροφάνεια, την κακόγουστη αστειότητα και την αδιαφορία.

-τάχτα μας και ράρα μας
κι ήρθε η αράδα μας

-Ήθελα να μπορώ κάθε Σεπτέβρη
να ξεβιδάρω τούτηνε τη μύτη μου’
ναν τη φυλάω σε πίτουρα, ή σ΄ αλεύρι.
Σε καμίαν αγκώνη μέσα στο σπίτι μου’
και κάθε καλοκαίρι ναν τη βγάνω
και στη θέση της πάλε ναν τη βάνω.

-ΕΑΡ ΚΑΙ ΕΑΡ

Εάρ… Εάρ… Εάρ… Εάρ…
ο γάιδαρος γκαρίζει.
-Τι διάολο λέει, -Δεν το ακού
την άνοιξη φημίζει.

Την άνοιξη; Μα πούθε μπου!
Άνοιξη τάχα λέει;-
Και σαν εσύ δεν εννοείς,
ο γάιδαρος τι φταίει;
Δεν ξέρει πως την άνοιξη
την λεν οι λόγιοι έαρ;
-Και λόγιος είν΄ ο γάιδαρος;
Λέει το πηγάδι φρέαρ;
Και λέει άρτο το ψωμί;
Λέει έλαιον το λάδι;
Είν΄ άλλο στο κεφάλι του
πάρι χυδαίο σκοτάδι;
Επήε ποτέ του σε σκολειό;
Ορθογραφία κατέχει;
Αρχές από γραμματική
και από σύνταξη έχει;
Μοιάζει το εάρ, εάρ, εάρ,
με των λογίων το έαρ
άλλ’ όχι καθώς μοιάζουνε
τα δυό πηγάδι ή φρέαρ.
Φρέαρ, πηγάδι είν΄ όμοια
μα εάρ και έαρ είν΄ άλλο,
είν΄ το ένα γαϊδουρίστικο
και λόγιο είναι τ΄ άλλο

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Η εποχή της υποκρισίας

Η εποχή της υποκρισίας
μας βυθίζει σ΄ ένα τέλμα
ατελείωτης θλίψης.
Φαρισαίοι και Ιούδες
οι καθημερινοί μας σύντροφοι.
Σταυρωμένοι Χριστοί και
ανελέητοι διώκτες της Αγάπης.
Η εποχή της υποκρισίας.
Το θέατρο του παραλόγου.
Κι εμείς συμμετέχουμε άθελα
σ΄ αυτό το θέαμα της φρίκης.
Δειλοί θεατές
με επτασφράγιστα στόματα.

ΠΟΠΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ-ΣΦΑΛΑΓΚΑΚΟΥ, Σαν τη βροχή τη σιγανή, ψιθυριστή βροχή, εκδόσεις ερωδιός

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Η γυναίκα φωλιά

Το πρωτοδιάβασα το 2002, όταν ήμουν ακόμα φοιτήτρια και μάγεψε. Από τότε το έχω ξαναδιαβάσει πολλές φορές και πάντα κυριαρχούν τα ίδια συναισθήματα, οι ίδιες σκέψεις. Ένα εκπληκτικά τέλειο βιβλίο, της Νικαραγουανής ποιήτριας Γιοκόντα Μπέλι.

Η Ιτσά είναι μία γυναίκα που έχει πεθάνει μαζί με τον σύντροφό της Γιαρίνσε στον αγώνα για την απελευθέρωση από τους Ισπανούς.

Όλα όμως ξεκινούν όταν η Λαβίνια, μία νεαρή αρχιτέκτονας, , αρχίζει να συνεργάζεται και να γοητεύεται από τον Φελίπε, μέλος μιας παράνομης οργάνωσης, που υποστηρίζει ότι η μοναδική διέξοδος στην δικτατορία της χώρας είναι η ένοπλη πάλη.

«Πρόκειται για ένα πληθωρικό έργο που αφηγείται με συναρπαστικό τρόπο τις επιθυμίες και τις αμφιταλαντεύσεις ανθρώπων που έχουν στρατευτεί σ΄ έναν αγώνα μέχρι θανάτου.
Οι ιστορίες των δύο γυναικών εξελίσσονται παράλληλα σ΄ ένα μαγικό παιχνίδι ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν’ μαζί με το κύριο θέμα συνυπάρχουν ο αγώνας για τη γυναικεία χειραφέτηση και η λαχτάρα των ανθρώπων, που μάχονται μέσα σε αντίξοες συνθήκες, βιώνοντας την πληρότητα στον έρωτα».

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σύγχρονη εποχή




ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
-Αν σταθήκαμε ικανοί να κατασκευάσουμε αεροπλάνα, υποβρύχια, τεχνητούς δορυφόρους, θα πρέπει να είμαστε και ικανοί ν΄ αλλάξουμε έτσι τον κόσμο που μας περιβάλλει, ώστε να μπορούμε να ζούμε όλοι τουλάχιστο με αξιοπρέπεια.

-Το να είσαι «απολίτικος» είναι ένας βολικός τρόπος να γίνεσαι συνένοχος.

-Καθένας μας κουβαλάει το φορτίο του ως το τέλος της ζωής του. Όμως συνάμα χτίζει. Το έδαφος είναι ό, τι σου δίνουν από γεννησιμιού σου, όμως η οικοδόμηση είναι δική σου ευθύνη.

-Επαναλάμβανε χαμηλόφωνο τις λέξεις που η Φλορ ήξερε απ΄ έξω, τα λόγια του Όρκου. Και οι δυο σχεδόν χωρίς να συνειδητοποιούν ψιθυρίζανε εκείνες τις όμορφες, πομπώδεις φράσεις. Το πάρκο και το δέντρο είχαν μετατραπεί σε καθεδρικό ναό όπου γινόταν μια ιεροτελεστία. Η Λαβίνια ένιωσε ένα συγκεχυμένο κράμα συγκίνησης, φόβου και ανυπαρξίας. Όλα γίνονταν τόσο γρήγορα. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στην έννοια των λέξεων, να αφομοιώσει το ότι ορκιζόταν να ρισκάρει τη ζωή της στη γραμμή του πυρός για να πάψει το χάραμα να είναι ένας πειρασμός’ για να πάψουν οι άνθρωποι να ‘ναι λύκοι για τους ανθρώπους’ για να ‘ναι όλοι ίσοι, όπως είχανε πλαστεί, με ίσα δικαιώματα στην απόλαυση των καρπών της δουλειάς… για ένα ειρηνικό μέλλον, χωρίς δικτάτορες, όπου ο λαός θα διαφεντεύει το πεπρωμένο του…

-Ο κόσμος δεν «είναι» με κανένα τρόπο, Σάρα. Αυτό είναι το πρόβλημα. Εμείς είμαστε που τον φτιάχνουμε με τη μία μορφή ή την άλλη.

-Όμως πρέπει να πιστεύεις στα όνειρα, Αντριάν, είπε μαλακά, δεν μπορούμε ν’ αφήσουμε να νικηθούμε από τον τρόμο της πραγματικότητας.

-Κατόπιν ο Σεμπαστιάν συνέχισε εξηγώντας ότι η βία δεν ήταν επιλογή τους’ απλά επιβαλλόταν. Το Κίνημα πάλευε ενάντια σε αυτή τη βία’ τη βία ενός άδικου συστήματος, που μπορούσε ν΄ αλλάξει μονάχα με τον παρατεταμένο αγώνα ολόκληρου λαού. Δεν επρόκειτο για πώληση βραχυπρόθεσμων ονείρων, ούτε για αλλαγή προσώπων. Το Κίνημα επεδίωκε πολύ πιο βαθιές αλλαγές, άσχετες από ψευδαισθήσεις που θα έβαζαν τέρμα στο καθεστώς διαιωνίζοντας την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

-Το φως είναι αναμμένο. Κανείς δε θα μπορέσει να το σβήσει.

Περισσότερα για το βιβλίο και τη συγγραφέα εδώ:
http://kelaidismata.wordpress.com/2011/12/18/la-mujer-habitada/


Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ

…Μια φορά –βάστα καρδιά-
Μια φορά κι έναν καιρό
-μ΄ αφουγκράζεσαι μωρό;-
Μια φορά κι έναν καιρό
ήτανε –να σε χαρώ-
παλικάρι λυγερό.
Που ‘χε αγγελική μιλιά
και κατάμαυρα μαλλιά
που ‘χε στην ψυχή φωτιά
και στο θώρι σαϊτιά.
Που ‘χε μεθυσμένα μάτια
κι ασημόχρυσα παλάτια.
Που ‘χε…
-Γιαγιά… ψωμί είχε;

Μενέλαος Λουντέμης



Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

«Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα»

Ο καυχησιάρης

Ένας αθλητής που οι συμπολίτες του τον κορόιδευαν γιατί δεν ήταν άξιος να νικήσει ποτέ στους αγώνες, έφυγε κάποτε από τον τόπο του. Όταν ξαναγύρισε άρχισε να καυχιέται για τα ανδραγαθήματά του σε άλλα μέρη. Έλεγε λοιπόν πως στη Ρόδο είχε κάνει ένα τέτοιο πήδημα, που κανένας Ολυμπιονίκης δεν ήταν άξιος να του παραβγεί. Πρόσθεσε ακόμα πως θα έφερνε για μάρτυρες εκείνους που τον είχαν ιδεί, αν τύχαινε να έρθουν καμιά φορά στην πατρίδα του. Τότε ένας από εκείνους που τον άκουγαν του είπε:
«Μα, φίλε μου, αν αυτά που μας λες είναι αλήθεια, δεν έχεις ανάγκη από μάρτυρες! Εδώ είναι η Ρόδος. Δείξε μου το πήδημά σου!»

Αισώπου μύθοι, εκδόσεις Πεχλιβανίδης (διασκευή Γεωργίας Ταρσούλη)

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Όταν το αίμα γίνεται φωτιά

«Μην ανησυχείς, ο λαός, από ένστικτο, ξέρει τι πρέπει να κάνει. Αν σήμερα δεν έχει πολιτική συνείδηση, αύριο θα την αποκτήσει. Εμείς πρέπει να του τη δημιουργήσουμε….»

Μανουέλ Κοφίνιο
………………………………………………………………….

(Έστω και στον απόηχο της ημέρας…)

…………………………………………………………………..
http://www.youtube.com/watch?v=Q8lo9oxpiJ0

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

"Δεν ενεκρίθη η επιστροφή σας"

…Εγώ –σ΄ αυτόν τον κόσμο-
μια μόνο προσταγή γνώρισα:
Κείνην που σε προστάζει για τα ψηλά
για έναν ωραίο Ανήφορο
όπου σε περιμένει ο σταυρός
και μπορεί και ένα κλωναράκι δάφνη!

Μα εσείς αυτόν τον καθαγιασμένο ανήφορο
δεν θα τον ανεβείτε. Ποτέ.
Γιατί σε τέτοιες κορυφές –οι άνθρωποι-
ποτέ δεν ανεβαίνουν έ ρ π ο ν τ α ς.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Τα δύο άλογα

Δύο άλογα έσερναν δυο κάρα στο μεγάλο δρόμο. Το πρώτο προχωρούσε χωρίς δυσκολία, ενώ το δεύτερο σταματούσε, ξεφυσούσε και παρίστανε το κουρασμένο. Όταν το αφεντικό το κατάλαβε, μετέφερε όλο το φορτίο στο πρώτο άλογο.
«Τι πονηρό που είμαι!», σκέφτηκε το δεύτερο άλογο. «Τώρα αυτό το κορόιδο θα κάνει και τη δική μου δουλειά κι εγώ θα ευχαριστηθώ τη βόλτα μου!»
Φτάνοντας όμως στο αγρόκτημα, ο χωρικός σκέφτηκε: «Γιατί να κρατήσω δυό άλογα αφού κάνω τη δουλειά μου και με ένα; Κι έπειτα αυτό έχει αντοχή, ενώ το άλλο είναι αδύναμο και κουρασμένο! Θα το πουλήσω στο χασάπη και εκτός από το τομάρι του θα κερδίσω και χρήματα!»
Έτσι κι έγινε.

Κάθε μέρα και ένα παραμύθι, εκδοτικός οίκος Π. Τραυλός

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Ανυπόταχτη πολιτεία (απόσπασμα)

«Η ποίηση του Ρίτσου (γεν. το 1909) είναι πολυφωνική και πολύμορφη. Κύρια χαρακτηριστικά της ο όγκος, η πολυμέρεια, ο πληθωρικός λυρισμός και ο προβληματισμός που αναφέρεται στην κοινωνική δράση των ανθρώπων και στις ιδέες τους. Επίσης στον εσωτερικό κόσμο του ατόμου, στα συναισθήματα και τις αντιδράσεις του, όπως εντάσσονται στη σφαίρα της συλλογικής (εθνικής και παγκόσμιας) αλληλεγγύης. Οι οραματισμοί του ποιητή για έναν κόσμο καλύτερο, θα τονώσουν ακόμη περισσότερο την πίστη του στον άνθρωπο και θα μπολιάσουν την ποίησή του με μια κατά βάση ηρωική αισιοδοξία και αγωνιστική διάθεση. Την ποίησή του θα τη χρησιμοποιήσει ως όπλο στον αγώνα για ελευθερία, ισότητα και ειρήνη. Κέντρο της ποίησής του θα παραμένει πάντα ο άνθρωπος.
Η Ανυπόταχτη πολιτεία γράφτηκε από τον Αύγουστο του 1952 ως το Φεβρουάριο του 1953, όταν ο Ρίτσος επέστρεψε απ΄ τον Αι- Στράτη, όπου είχε εξοριστεί. Ο ποιητής επιστρέφοντας νιώθει ένα οδυνηρό ξάφνιασμα από τη μορφή που πάει να πάρει η «ανυπόταχτη πολιτεία», η ηρωική Αθήνα. Η πολιτεία, διόλου ανυπόταχτη τώρα, συνεχίζει τη ζωή της μέσα στις καινούριες συνθήκες, όπου τίποτε δε θυμίζει τους νωπούς αγώνες, τίποτε δε δικαιώνει τις θυσίες. Η εικόνα αυτή κάνει τον ποιητή επιθετικό και ειρωνικό απέναντι στους συμβιβασμένους, τους βολεμένους. Η λήθη των μεγάλων αγώνων, οι αμβλυμένες συνειδήσεις, η προσαρμογή στη νέα κατάσταση, η ξενοκρατία και η φαυλότητα εξοργίζουν τον ποιητή, που δεν παύει ωστόσο να κηρύττει την αγάπη, ούτε παραιτείται από τον οραματισμό του και τον πόθο του για ειρήνη, για «ένα τραγούδι που θα κάνει ελεύθερο τον κόσμο», όπως γράφει σ΄ ένα του στίχο»

Κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας, ΟΕΔΒ, Αθήνα,1998 (στ΄ έκδοση)

ΙΙ
Η πολιτεία περνάει μέσ΄ απ΄ τα φώτα της.
Η πολιτεία ανάβει τις φουφούδες της μεσοκαλόκαιρα στις γωνίες
των δρόμων.
Η πολιτεία μοσκοβολάει ψημένο καλαμπόκι.

Α, πολιτεία, αγαπημένη μου,
με τους κεραυνούς σου μυστικά αποθηκευμένους στους υπόνομους
κάτου στα υπόγεια, βαθιά βαθιά, με το χτικιό, με τη φτώχεια,
με την τρέλα.

Α, πολιτεία μου του τίμιου ιδρώτα,
η νύχτα σου με το εκδρομικό σακίδιο στον ώμο της
γυρνώντας απ΄ την Κυριακή προς τη Δευτέρα, με τις πευκοβε-
λόνες στα μαλλιά της
και με το κοκκινόχωμα στα χέρια της –Ανυπόταχτη, ανυπό-
ταχτη, ανυπόταχτη,
σπιθίζοντας την οργή σου κάτου απ΄ τ΄ άπληστα ρουθούνια των
εμπόρων
φτιάχνοντας σκάλες με τα δεκανίκια των ανάπηρων
για ένα πολύ ψηλό σπίτι
για ένα πολύ ψηλό βουνό
για έναν πολύ ψηλό ουρανό
να φτάσεις το πόμολο του ήλιου
και ν΄ ανοίξεις την πόρτα στον κόσμο.
Ακούστε αυτό το τρίξιμο της πόρτας
μέσα σ΄ όλη την έκταση της νύχτας
πάνου απ’ τους γλόμπους των θυρωρείων, πάνου απ΄ τις πινακίδες
όπου χασμουριούνται τα κλειδιά των απόστρατων.

Αχ πολιτεία αλλοπαρμένη με τα ροζιασμένα χέρια σου.
Ακούστε αυτό το τρίξιμο της πόρτας.

Δυο εργάτες με τις φόρμες τους περνούν πιασμένοι σβέρκο σβέρκο.
Ένα κορίτσι αφήνει χάμου τους κουβάδες του για να μπορέσει να
χαμογελάσει.
Οι στύλοι του τηλέγραφου δρασκελούν με τα μακριά τους πόδια
το σκοτάδι.

Άνθρωποι με σκυφτό κεφάλι γυρνούν κοιτάζοντας το χώμα
σαν να μετράν τη γη και το μάκρος των τάφων και το μάκρος του
ίσκιου τους
σα να ψάχνουν για το κλειδί του σπιτιού τους και για την καρδιά
τους.
Ο αγέρας μιας πυρκαγιάς φουσκώνει τα σκισμένα τους πουκάμισα.

Α, πολιτεία, πολιτεία. Έχετε δει μια πολιτεία πιο γυμνασμένη
στο θυμό και στην πείνα και στον έρωτα;
Μια πολιτεία πιο αγαπημένη;
Πολιτεία μου,
οι ταμπέλες στα σταυροδρόμια σου δεν είναι πια γερμανικές,
αμερικάνικες είναι. Πότε λοιπόν θα διαβάσουμε τα ονόματα των
οδών σου στη γλώσσα μας;


Όλα τα παράθυρα προσηλωμένα στο ρολόι της καρδιάς σου –
ποιάν ώρα περιμένουν; ποιο δευτερόλεπτο;
ποια μυστική προθεσμία περιμένουν;

Ναι, θα τον ρίξουμε μια μέρα ανάσκελα τον πόνο.

Ακούστε αυτό το τρίξιμο της πόρτας. Ελάτε
να βοηθήσουμε την πολιτεία που κοιλοπονάει τα μετάλλινα παιδιά
της.
Εσύ είμαι εγώ.
Εσύ κι εγώ, είμαστε εμείς.
Οι άξονες έχουν πολύ τεντωμένα τα νεύρα τους
κι έχουν πολλά τραγούδια που δεν τα ‘παν ακόμα.
Ποιος φταίει που λείπει το τραγούδι μας;
Εσύ κι εγώ κι εμείς.

Πολιτεία του κατραμιού και του θυμού και του ασβέστη, φταίμε
εμείς.
Ακούστε το τρίξιμο της πόρτας. Ελάτε.
…………………………………………………………………
Χρωστάω ένα αφιέρωμα στον σπουδαίο μας ποιητή Γιάννη Ρίτσο, ελπίζω κάποια στιγμή να καταφέρω να το κάνω.

Καλή (και σε εγρήγορση)εβδομάδα σε όλους :)

«Ακούστε το τρίξιμο της πόρτας. Ελάτε.»



Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Το αληθινό μας ρούχο

Το πιο πολύτιμο ρούχο μας.
Το πιο επίσημο ρούχο μας.
Το πιο εμφανίσιμο ρούχο μας.
Η χλαμύδα μας.
Το φράκο μας.
Το νυχτικό μας.

Το μόνο σωστό μας.
Το μόνο πιστό μας.
Το μόνο αιώνιο ρούχο μας
είναι το πετσί μας.

Και δεν ντρέπομαι αν είναι μαύρο,
άσπρο
ή μελαμψό.

Ντρέπομαι για κείνους που το χωρίζουν
σε μαύρο,
άσπρο
και μελαμψό.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Και πάνω που είχα απογοητευτεί…

Όλα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο… Προχθές είχα μία πολύ άσχημη μέρα, ήταν αυτό που λέμε «η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι»… Είπα «ως εδώ». Τίποτα δεν αξίζει.

Και χθες το πρωί έρχεται ο Μ. (ο γνωστός Μ., με τη «νοητική καθυστέρηση» που τόσες πολλές φορές μας έχει «βάλει τα γυαλιά»). Κρυφοκοιτάζει από την πόρτα του γραφείου, κρύβει πίσω του κάτι. Το δείχνει στις άλλες κοπέλες που ήταν στην συντροφιά, λέει και κάνει τα «συνθηματικά» του. Τελικά με πλησιάζει. Ακουμπάει στο γραφείο μια μικρή σακουλίτσα. «Κυρία, σου έφερα ένα δώρο». Το ανοίγω. Μία εικόνα της Παναγίας. Την διάλεξε και την αγόρασε για μένα. Γιατί άραγε; Τι παραπάνω έκανα εγώ από τους υπόλοιπους υπαλλήλους που βρίσκονται εκεί για να με ξεχωρίσει, εκτός από τον να τον αγαπάω; Μία συγκίνηση, μία αμηχανία, με το ζόρι κρατήθηκα να μην βάλω τα κλάματα…

Ναι, είναι από τις στιγμές που λες ΟΧΙ, δεν θα το βάλω κάτω, αξίζει να υπάρχω, να παλεύω, να τα βάζω με το κατεστημένο, με τους βολεμένους, με τις κλίκες, με το σύστημα, με τα σκατά, με όλους και με όλα, αρκεί ένας Μ. να καταλάβει ότι υπάρχει ένας άνθρωπος στον κόσμο που τον νοιάζεται αληθινά, που τον αγαπάει γι΄ αυτό που είναι, που αναγνωρίζει στο πρόσωπό του ένα υπέροχο πλάσμα…

Ναι, γι΄ αυτόν τον Μ. θα συνεχίσω να αγωνίζομαι και να μην τα παρατήσω είτε αυτό αρέσει είτε όχι…


Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Αλέξανδρος Παναγούλης

Μία από τις πιο γοητευτικές προσωπικότητες που επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο σκέψης μου υπήρξε ο Αλέξανδρος Παναγούλης. Το βιβλίο «Ένας Άντρας» της συντρόφου του δημοσιογράφου Οριάνα Φαλάτσι ήταν –όπως έχω ξαναγράψει- ένας σταθμός στη ζωή μου. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του κάτι άρχισε μέσα μου να αλλάζει…

Επειδή, λοιπόν, πλησιάζει η επέτειος του Πολυτεχνείου και, επειδή, με όλα όσα συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα στην χώρα μας, η ανάγκη για λαϊκή «επανάσταση» είναι εμφανής, ώρα να θυμηθούμε αυτόν τον σπουδαίο Άνθρωπο, που τόλμησε να εξεγερθεί σε μία από τις «δυσκολότερες» περιόδους της ελληνικής ιστορίας….

ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ
Καλή η Λογική κ η Σωφροσύνη,
όταν όμως υπάρχει Λευτεριά.
Οι τυραννίες γκρεμίζονται με αγώνες
της Λευτεριάς το παραμύθι με αίμα γράφεται.

Αδέλφια που θα ζήσετε μετά από μας,
μη καταριέστε τους δειλούς
που δίστασαν να μπούνε στον αγώνα.
Λυπηθείτε τους και σ υ ν ε χ ί σ τ ε το δρόμο μας.


ΘΕΛΩ
Θέλω να προσευχηθώ
με την ίδια δύναμη που θέλω να βλαστημήσω.

Θέλω να τιμωρήσω
με την ίδια δύναμη που θέλω να συγχωρήσω.

Θέλω να προσφέρω
με την ίδια δύναμη πούθελα στο ξεκίνημα.

Θέλω να νικήσω
αφού δεν μπορώ να νικηθώ.

……………………………………………………………………………….
«Καλύτερα να πεθάνεις όρθιος, παρά να ζήσεις σκυμμένος»

Καλή εβδομάδα


Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

ΤΣΙΡΚΟ Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΤΗΝΩΔΙΑ

Ελάτε όλοι στο τσίρκο μας!
Τσίρκο «Τα επτά θαύματα του κόσμου».
Όπου όλοι κάνουν τους κλόουν
με μάσκα απατηλή
και πρόσωπο στην εντέλεια μασκαρεμένο
μισό αγγέλου-μισό λύκου.

Περάστε κύριοι!
εδώ μάγοι, ταχυδακτυλουργοί,
παίζουν το παιχνίδι του θανάτου
ίσα-ίσα πάνω απ΄ το κεφάλι μας.
Εδώ κύριοι, βλέπετε λιοντάρια Αφρικανικά
που θρέφονται με χλόη
και κυλάνε σε ρόδες παιδικές.

Εδώ κύριοι, βλέπετε τη «γυναίκα-φίδι»
τη «γυναίκα-ψάρι»
τη «γυναίκα-άλογο». Και μόνο:
Τη «γυναίκα-γυναίκα» δε θα δείτε!

Περάστε κύριοι! Περάστε κυρίες!
Από το τσίρκο μας «τα επτά θαύματα του κόσμου»
όπου…
Θηριοδαμαστές με συρματένια μαστίγια
γυμνάζουν τις Ιδέες να περπατούν στα τέσσερα.

Περάστε απ΄ το τσίρκο μας.
Που δεν είναι τσίρκο.
Ούτε «φρενοκομείον (ή «οίκος»).
Άλλα σταύλος… Σταύλος
όπου κάτι χοντρά ζώα
καταβροχθίζουν
τα πιο ευγενικά μας όνειρα.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

http://www.youtube.com/watch?v=JxFa1Zr1sX4

(Κάποιες μικρές διαφορές υπάρχουν στο κείμενο που έχω -δεν ξέρω γιατί- σε σχέση με την αφήγηση, όμως όπως και να χει είναι ο πάντα εκπληκτικός και επίκαιρος Λουντέμης.... Εξαιρετικά αφιερωμένο στα"χοντρά ζώα" που
"καταβροχθίζουν
τα πιο ευγενικά μας όνειρα." Όμως δε θα τους περάσει...)

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Ένας ερωδιός στο στόμα του δασκάλου!

Μια φορά κι έναν καιρό ένας δάσκαλος σοφός πήρε το δρόμο και περπατούσε και πήγαινε κατά το σπίτι του. Λένε πως ένας βήχας τον έπνιγε εδώ και ώρα πολλή σ΄ όλο το γυρισμό και σε μια στιγμή κάνει «φφφτ!» και φτύνει στο χώμα. Παραξενεύτηκε όμως σαν είδε ανάμεσα στα φλέγματα ένα μικρό άσπρο πούπουλο. Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει, δεν μπορούσε να δώσει καμιά εξήγηση. Άρχισε τότε να έχει έγνοια και να στεναχωριέται. Δεν το χωρούσε το μυαλό του αυτό που έγινε, μέχρι που δεν άντεξε άλλο. Τράβηξε γρήγορα για το σπίτι του και, μόλις έφτασε, φώναξε τη γυναίκα του και της είπε: «Γυναίκα, κάτι με βασανίζει και πρέπει σε κάποιον να μιλήσω. Αν στο πω, μου δίνεις υπόσχεση πως δε θα μιλήσεις σε κανέναν;» «Μα και βέβαια, δε θα πω κουβέντα, στο υπόσχομαι!» αποκρίθηκε η γυναίκα του σοφού δασκάλου. Της είπε τότε για το μικρό άσπρο πούπουλο που είχε δει ανάμεσα στα φλέγματά του όταν έφτυσε. Εκείνη πάλι σαν άκουσε τι είχε γίνει, δεν μπόρεσε να το κρατήσει μέσα της. Κι όλο το σκεφτόταν κι όλο το σκεφτόταν χωρίς σταματημό, μέχρι που πήγε να σπάσει το κεφάλι της.

Έτσι, που λέτε, την άλλη μέρα σαν είδε μια γειτόνισσα, της λέει: «Έχω μεγάλη στεναχώρια. Μου ορκίζεσαι να μη μιλήσεις σε κανέναν γι΄ αυτό που θα σου πω; Έδωσα υπόσχεση στον άντρα μου πως δε θα το πω πουθενά!» Η γειτόνισσα της είπε: «Μα τι λες τώρα! Αφού ξέρεις πως εγώ κρατάω τα μυστικά! Έλα λοιπόν, μίλα μου, τι έγινε;» «Σίγουρο δε θα μιλήσεις σε κανέναν;» συνέχισε η γυναίκα του δασκάλου. Η γειτόνισσα αποκρίθηκε: «Αν λοιπόν δε με πιστεύεις, κράτα το μυστικό για σένα. Πότε πρόδωσα εγώ δικό σου μυστικό, εεε;» «Εντάξει, φιλενάδα! Θα σου μιλήσω, γιατί ξέρω τι άνθρωπος είσαι! Την ώρα που ο άντρας μου γύριζε από το σπίτι, ξέρεις τι έφτυσε απ΄ το στόμα του; Έφτυσε πούπουλα άσπρα από ερωδιό! Κι όχι ένα, αλλά πολλά! Δεν ξέρω τι έπαθε, αλλά είμαι σε αναμμένα κάρβουνα!» είπε η γυναίκα ξανά. «Μη μου στεναχωριέσαι, δεν είναι τίποτα, θα περάσει. Συμβαίνουν αυτά. Αλλά καλά λες να μη μαθευτεί πουθενά, γιατί θα απλωθούν φήμες παντού!» απάντησε η γειτόνισσα. Έτσι της είπε και γύρισε στο δικό της σπίτι. όμως η γειτόνισσα δεν κρατιόταν με τίποτα!

Μόλις πήγε στο σπίτι της, κοίταξε τριγύρω να δει μήπως βρει κανέναν να του πει το μυστικό που ξεχείλιζε από μέσα της. Όταν λοιπόν αντίκρισε έναν γνωστό της, του τα είπε όλα! «Ορκίσου μου πως δε θα πεις τίποτα σε κανέναν! Έδωσα την υπόσχεση μου στη γυναίκα του σοφού δασκάλου πως δε θα μιλήσω πουθενά! Ξέρεις τι έγινε σήμερα; Ο σοφός δάσκαλος έβηξε κι έβγαλε από το στόμα του έναν ολάκερο ερωδιό! Κι εγώ που νόμιζα ότι οι δάσκαλοι δεν έτρωγαν κρέας! Ποτέ όμως δεν ξέρεις….» Μόλις άκουσε ο γνωστός της αυτά τα λόγια, είπε: «Μωρέ τι λες; Ολάκερος ερωδιός από το στόμα; Μα ο ερωδιός είναι μεγάλο πουλί, πως χώρεσε εκεί μέσα; Παράξενος άνθρωπος αυτός ο σοφός ε; Αλλά μη σε νοιάζει, δε θα το πω πουθενά, βασίσου πάνω μου!»

Λίγο αργότερα, ένας άλλος γείτονας άκουγε τώρα το μυστικό, πως από το στόμα του σοφού δασκάλου είχαν βγει πετώντας τρομαγμένοι κάμποσοι ερωδιοί. Μέχρι να βραδιάσει, τα νέα είχαν απλωθεί σ΄ όλο το χωριό, κοπάδια από ερωδιούς και πελαργούς αλλά και γερανούς κι όλων των ειδών τα μεγάλα πουλιά είχαν πετάξει μέσα απ΄ το στόμα του σοφού δασκάλου.
Το νέο έφτασε, λένε, στα διπλανά χωριά, κι οι χωρικοί έζεψαν τα βόδια τους στα κάρα και κίνησαν να πάνε κατά το χωριό του σοφού δασκάλου, να δούνε του κόσμου τα παράξενα, που μπορεί να ήτανε και θαύμα. Τώρα πια η φήμη έλεγε για πουλιά απ΄ όλες τις ράτσες, μικρά και μεγάλα, με όλων των λογιών τα χρώματα, ακόμα κι από άλλα μέρη μακρινά, που έβγαιναν από το στόμα του σοφού δασκάλου. Ο κακόμοιρος ο άνθρωπος κόντεψε να χάσει τα λογικά του. Έφυγε μακριά τρέχοντας και πήγε και κρύφτηκε για κάμποσες μέρες σε ένα δάσος, ώσπου οι φήμες σταμάτησαν για τα καλά, η ιστορία ξεθώριασε κι άρχισαν να γεννιούνται καινούριες φήμες για κάτι άλλο στο χωριό….

(Ινδία)


ΔΗΜΗΡΗΣ Β.ΠΡΟΥΣΑΛΗΣ, Παραμύθια των παραμυθάδων. εκδόσεις Απόπειρα

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη

-Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη

-Κλείνομαι μες στο σώμα μου τις νύχτες
κυοφορώντας το δικό σου σώμα.
Μα πώς να πλάσω μέλη που ποθώ
που βλέπω μα δεν άγγιξα ποτέ μου.

Τυφλός κι από τα δυο μου χέρια.

-Σε πλάθω λίγο λίγο κάθε νύχτα.
Έρχεται η μέρα και γκρεμίζομαι μαζί σου.

Ολόκληρη δεν θα σε δω ποτέ.
Ούτε θα σ΄ έχω. Κάθε φορά
πρωτόπλαστα τα μέλη σου και σκόρπια.
Έγινα παντοδύναμος για χάρη σου
δεν έγινα θεός.
Τι να την κάνω τόση παντοδυναμία
όταν απαγορεύεται το θαύμα.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ, Παραλογή, Εκδόσεις Καστανιώτη

Αφιερωμένο σε όλους όσους έζησαν (ή ζουν) έναν δυνατό ανεκπλήρωτο έρωτα…


Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

ΣΚΑΛΑ

Μπορεί να παίζεις πιάνο’
εγώ θα τριγυρνώ στις λαικές
με πάνινα παπούτσια.

Μπορεί να τρως σ΄ ακριβά εστιατόρια’
εγώ θα πίνω τον καφέ σε ξεχασμένες καφετέριες.

Μπορεί να κερνάς πούρα Αβάνας τους καλεσμένους
σου’
εγώ θα καπνίζω στριφτά τσιγάρα με φίλους.

Τα σκαλοπάτια σου σαπίζουν.
Μπορώ να τ΄ ανέβω’
εσύ δεν μπορείς πια να τα κατέβεις.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΑΚΑΛΗΣ-Κίβδηλος καιρός, εκδόσεις Πλανόδιον

Επαναλαμβάνομαι, αλλά είναι παντώς καιρού ποίημα
Καλή εβδομάδα :)

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Ο ΟΔΗΓΗΤΗΣ

Αντιπαρέρχομαι τον εθνικισμό(και λαϊκισμό)της ημέρας με ένα αγαπημένο (και –πάντα-επίκαιρο) ποίημα του Κώστα Βάρναλη. Αυτό είναι το δικό μου μήνυμα για την επέτειο του ΟΧΙ.
………………………………………………………………………………………………………………….

Ο ΟΔΗΓΗΤΗΣ

Δεν είμ΄ εγώ σπορά της Τύχης
ο πλαστουργός της νιάς ζωής.
Εγώ ‘μια τέκνο της Ανάγκης
κι ώριμο τέκνο της Οργής.

Δεν κατεβαίνω από τα νέφη,
γιατί δε μ΄ έστειλε κανείς
Πατέρας, τάχα, παρηγόρια
για σένα σκλάβε που πονείς.

Ουράνιες δύναμες, αγγέλοι
κρίνα, πουλιά και ψαλμουδιές-
τίποτα! Εμένα παραστέκουν
οι θυμωμένες σας καρδιές.

Εγώ του καραβιού γοργόνα
στ΄ ορθόπλωρο καράβι μπρος.
Απάνω μου σπάνε φουρτούνες
κι άγριος ενάντια μου καιρός.

Μέσα στο νου και στην καρδιά μου
αιώνων φουντώσανε ντροπές
και την παλάμη μου αρματώνουν
με φλογισμένες αστραπές.

Ένας δεν είμαι, μα χιλιάδες!
Όχι μονάχα οι ζωντανοί-
κι οι πεθαμένοι μ΄ ακλουθάνε
σε μιαν αράδα σκοτεινή.

Μα κι όσο αγέννητοι, χιλιάδες
άπλαστοι ακόμα με βλογούν
κι όλοι ακουμπάνε τα σπαθιά τους
απάνω μου και τα λυγούν.

Δεν δίνω λέξεις παρηγόρια,
δίνω μαχαίρι σ΄ ολουνούς
καθώς το μπήγω μες στο χώμα
γίνεται φως, γίνεται νους.

Άκου, πως παίρνουν οι αγέρες
χιλιάδων χρόνων τη φωνή!
Μέσα στο λόγο το δικό μου
όλ΄ η ανθρωπότητα πονεί.

Ω! πως τον παίρνουν οι αγέρες
και πως φωνάζουνε μετά
άβυσσοι μάβροι, τάφοι μάβροι,
ποτάμια γαίματα πηχτά!

Όθε περνά, γκρεμίζει κάτου
σαν το βοριά, σαν το νοτιά
όλα τα φονικά ρηγάτα
θεμελιωμένα στην ψευτιά.

Κ’ ένα στηλώνει κι ανασταίνει,
το να βασίλειο της Δουλείας,
(Ειρήνη! Ειρήνη!) το βασίλειο
της Παναθρώπινης Φιλίας.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Η μάνα των παραμυθιών

Μια φορά κι έναν καιρό λένε πως ζούσε σ΄ έναν τόπο ένα ζευγάρι που δεν ήταν σαν τα άλλα. Ζούσαν αυτοί μονάχοι μέσα στο ξέφωτο ενός δάσους μακριά από τους ανθρώπους κι είχανε παρέα για γειτόνους τους τ΄ αγρίμια. Έβλεπαν από το παραθύρι της καλύβας τους να περνάνε οι μέρες, οι βδομάδες και οι μήνες. Την άνοιξη έρχονταν τα πουλιά κι έφτιαχναν τις φωλιές τους. Το δάσος γινόταν καταπράσινο και παντού τριγύρω αντίκριζες λουλούδια μ΄ όλων των λογιών τα χρώματα και αγριοβότανα που σκορπούσαν αυτά όλων των λογιών τις μυρωδιές. Τα ζώα άρχιζαν να βγαίνουν από τις φωλιές τους κι η πλάση ξυπνούσε από τον ύπνο του χειμώνα. Κι ύστερα, νά σου το καλοκαίρι. Τα δέντρα έβγαζαν καρπούς και τα χορτάρια έπαιρναν να χρυσίζουν στο φως του ήλιου. Και μετά ερχόταν το φθινόπωρο. Τα πουλιά ετοιμάζονταν να πετάξουν σε τόπους πιο ζεστούς, τα δέντρα έριχναν τα φύλλα τους κόκκινα και πορτοκαλιά, κι όλο το δάσος στρωνόταν μ΄ ένα κίτρινο χαλί. Μετά ήταν η σειρά του χειμώνα. Έφερνε τις βροχές και τα κρύα και το χώμα σκεπαζόταν από τα χιόνια. Μονάχα τα χνάρια από καμιά αλεπού φαίνονταν δω και κει ανάμεσα στα δέντρα.

Η γυναίκα, λένε, είχε μια μεγάλη στεναχώρια. Απόμενε μονάχη κάθε μέρα, γιατί ο άντρας της έφευγε νωρίς νωρίς για τη δουλειά του. Μα δεν ήταν ούτε η μοναξιά ούτε πως κάθε μέρα που περνούσε έκανε τα ίδια και τα ίδια. Ο άντρας της κάθε απόγευμα που γύρναγε από το δάσος –κι ήτανε ξυλοκόπος η δουλειά του- είχε την κακιά συνήθεια να τη χτυπάει με μια μαγκούρα. Καθόταν αυτή να τον παραφυλάει από το παράθυρο να φανεί να έρχεται μέσα από το μονοπάτι. «Νταπ-ντουπ, νταπ-ντουπ» ακουγόταν η πατημασιά του στο χώμα. Έφτανε αυτός, χειρότερος από τα αγρίμια, με την καρδιά του πιο σκληρή κι από τα γένια του, με τα γένια του πιο σκληρά από την καρδιά του, έξω από την πόρτα της καλύβας του, έριχνε μια κλωτσιά «γκαπ», άνοιγε την πόρτα, άφηνε το τσεκούρι του πίσω από αυτήν, κρεμούσε το πανωφόρι του στο καρφί, κι ύστερα…. Κι ύστερα έπαιρνε μια μαγκούρα κι άρχιζε να χτυπάει τη γυναίκα του, να τη χτυπάει, να τη χτυπάει. Μέχρι που χόρταινε και της φώναζε: «Βάλε μου τώρα να φάω, γυναίκα!». Λένε πως ίσως να ήταν ο μόνος τρόπος που ήξερε να λέει «σ΄ αγαπώ». Κι αυτή δεν μιλούσε παρά μονάχα απόμενε να κάνει κουράγιο.
Και σαν ερχόταν το άλλο πρωί, αυτός κινούσε να πάει ξανά στο δάσος να κόψει ξύλα, γιατί ήταν ξυλοκόπος η δουλειά του, κι η γυναίκα τον έβλεπε από το παράθυρο να ξεμακραίνει. Πέρναγαν οι ώρες, κι ερχόταν το απόγευμα, κι η γυναίκα ξανά καθόταν και τον περίμενε στο παράθυρο να φανεί στο μονοπάτι. Τον έβλεπε με το τσεκούρι του στον ώμο και «Νταπ-ντουπ, νταπ-ντουπ» ακουγόταν η πατημασιά του στο χώμα. Έφτανε να, αυτός πάλι, με την καρδιά του πιο σκληρή από τα γένια του, με τα γένια του πιο σκληρά από την καρδιά του, έξω από την πόρτα της καλύβας του. Έριχνε μια κλωτσιά «γκαπ», άνοιγε την πόρτα, άφηνε το τσεκούρι του πίσω από αυτήν, έβγαζε το πανωφόρι του και το κρεμούσε στο καρφί, κι ύστερα όπως το χε κακό συνήθειο, έπαιρνε μια μαγκούρα κι άρχιζε να χτυπάει τη γυναίκα του, να τη χτυπάει, να τη χτυπάει. Και σαν χόρταινε, της φώναζε: «Βάλε μου τώρα φαί, γυναίκα, και γρήγορα!».

Κανένας δεν ξέρει πόσος καιρός πέρασε, γιατί είναι παραμύθι, μα ήρθε , λένε, ένα πρωί κι ήταν καλοκαίρι. Η γυναίκα είδε εκείνο το θεριό τον άντρα της τον ξυλοκόπο να ξεμακραίνει στο μονοπάτι και να χάνεται ανάμεσα στα δέντρα του ξέφωτου με το τσεκούρι του ριγμένο στον ώμο. Την ώρα που τον κοίταζε λένε πως ένιωσε κάτι να κουνιέται μέσα της. Ακούμπησε τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της. Κατάλαβε πως ήταν ένα παιδί που σάλευε μέσα στα σπλάχνα της. Ήταν η πρώτη φορά που η γυναίκα χαμογέλασε. Κι είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που χαμογέλασε για τελευταία φορά. Κι άρχισε να τραγουδάει και να χορεύει γύρω από το τραπέζι, κι άρχισε να ονειρεύεται. Μα ξαφνικά το χαμόγελό της πάγωσε στα χείλη της, η καρδιά της σφίχτηκε και η χαρά χάθηκε. Γιατί στο νου της ήρθε εκείνο το θεριό, ο άντρας της, ο ξυλοκόπος, που θα φαινόταν το απόγευμα, όπως κάθε φορά με το τσεκούρι στον ώμο του, που θα έδινε μια στην πόρτα, θα κρέμαγε το πανωφόρι του στο καρφί, θα άρπαζε τη μαγκούρα και θα την έδερνε μέχρι να χορτάσει. Και το παιδί της; Θα έκανε κακό στο παιδί, στο δικό της παιδί, αυτό που της έφερε τη χαρά! Και βάλθηκε τώρα αυτή να σκαρφίζεται τρόπους να γλιτώσει το παιδί της από το θεριό, που δεν θα αργούσε να ακουστούν οι πατημασιές τους στο μονοπάτι «Νταπ-ντουπ, νταπ-ντουπ, νταπ-ντουπ».

Στάθηκε και παραφύλαξε δίπλα στο παράθυρό της κι η ώρα πέρασε, το απόγευμα έφτασε κι οι πατημασιές ακούστηκαν ξανά στο μονοπάτι. Τον είδε να έρχεται με τα μούτρα του σκοτεινιασμένα, τα γένια του πιο σκληρά από την καρδιά του, την καρδιά του πιο σκληρή από τα γένια του, το τσεκούρι του στον ώμο. Σίμωσε αυτός στην πόρτα, έδωσε μια κλωτσιά «γκαπ», μπήκε μέσα, έβγαλε το πανωφόρι του, το κρέμασε στο καρφί, άρπαξε τη μαγκούρα και τη σήκωσε να χτυπήσει τη γυναίκα του, κι εκείνη, την ώρα που είδε τη μαγκούρα να τρέμει πάνω από το κεφάλι της, φώναξε: «Μη! Μη με χτυπάς, άντρα μου! Άκου μια ιστορία που έφτιαξα σήμερα για σένα!». Και ξεκίνησε να του λέει μια ιστορία. Κι άνοιξε το στόμα της και κύλησαν οι λέξεις σαν νερό, κι οι λέξεις έγιναν εικόνες κι οι εικόνες μάγεψαν το μυαλό κείνου του θεριού. Κι έλεγε κι έλεγε κι έλεγε η γυναίκα ιστορίες χωρίς σταματημό και το θεριό γούρλωνε τα μάτια κι άφηνε το στόμα του ανοιχτό να χάσκει κι απόμενε με τη μαγκούρα σηκωμένη ψηλά, ασάλευτη πάνω από το κεφάλι της γυναίκας. Κι η γυναίκα έλεγε όλη τη νύχτα ιστορίες και σαν έφεγγε το πρώτο φως της νέας μέρας έπεφτε σε σιωπή. Το θεριό, ο ξυλοκόπος κατέβαζε τότε τη μαγκούρα του, πήγαινε στο καρφί, έπαιρνε το πανωφόρι του, το φορούσε, έβαζε το τσεκούρι του στον ώμο, έκλεινε την πόρτα με δύναμη πίσω του κι έβγαινε στο μονοπάτι να πάει να κόψει ξύλα μέσα στο δάσος.

Και την άλλη μέρα το απόγευμα ξανά τα ίδια. Στεκόταν μπροστά στη γυναίκα του με τη μαγκούρα σηκωμένη έτοιμος να τη χτυπήσει, κι εκείνη φώναξε ξανά: «Στάσου, άντρα μου, ν΄ ακούσεις, γιατί σήμερα με χτυπάς!». Κι άρχιζε ξανά μια καινούρια ιστορία, και το θεριό απόμενε με το μυαλό του μαγεμένο, τα μάτια ορθάνοιχτα, το στόμα να χάσκει, και πάλι αυτός να κρέμεται από το στόμα της γυναίκας και να ονειρεύεται τις ιστορίες που άκουγε, και η μαγκούρα έμενε ακίνητη στον αέρα μες στο τρεμάμενο χέρι του. Κι η γυναίκα έλεγε κι έλεγε όλη τη νύχτα χωρίς σταματημό, μέχρι που φάνηκε το πρώτο φως της καινούριας αυγής. Τότε έπεφτε στη σιωπή. Κι αυτό συνεχίστηκε για εννιά ολάκερους μήνες.
Ύστερα από εννιά μήνες γεννήθηκε ένα μωρό, που έφερε την αγάπη σε κείνο το ζευγάρι, και οι ιστορίες που έλεγε η γυναίκα που το κουβαλούσε σκορπίστηκαν σε ανατολή και δύση, σε βορρά και νότο κι απλώθηκαν παντού.

Ευλογημένη να είσαι, μάνα των παραμυθιών, γιατί αν δεν ήσουν εσύ κι οι ιστορίες σου, μπορεί σ΄ αυτόν εδώ τον κόσμο, το λόγο να είχαν μονάχα οι μαγκούρες…

(Γαλλία)

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Β. ΠΡΟΥΣΑΛΗΣ-Παραμύθια των παραμυθάδων, Εκδόσεις Απόπειρα


Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Τι είναι ευτυχία;

«…Είναι ευτυχία
ν΄ απλώνεις τις πετσέτες του φαγητού
μπρος στον Ήλιο
να προσεύχεσαι όταν περνά έγκυος
γυναίκα
να κρατάς την τελευταία κουταλιά
για τη συμβία σου
να προλαβαίνεις τα παιδάκια που τρέχουν
προς το γκρεμό

να μοιράζεις τα σύννεφα δυο-δυο
σε κάθε ουρανό
να επιστρέφεις τον Ήλιο με το ένα σου
δάχτυλο στην ανατολή του όπως
στα ρολόγια του παλιού καιρού
να χαίρεσαι που δεν είσαι μόνος
που δεν είσαι εσύ το κέντρο του κόσμου
που καταλαβαίνεις τι σου ζητούν
που δεν μετράς τι προσφέρεις,
που δεν είναι για πάντα
το καλύτερο για σένα
είναι ευτυχία…»

ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΛΟΥΣΤΑΣ-Ποιήματα (1986-1997), Εταιρία γραμμάτων και Τεχνών, Φλώρινα, 1997

Ένα εκπληκτικό ποίημα… Για καλή εβδομάδα…
(Να μας επαναφέρει. Κι ας προσπαθήσουμε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι… Έστω και λίγο λίγο λίγο καλύτεροι…)

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Η βελανιδιά και η φραουλιά

Μια μεγάλη βελανιδιά, κοιτάζοντας από ψηλά μια ταπεινή φραουλιά, της είπε: «Σε λυπάμαι! Είσαι τόσο μικρή, τόσο εύθραυστη … δίνεις τόσο λίγους καρπούς. Εγώ, αντίθετα, όχι για να το παινευτώ, αλλά με τα βελανίδια μου μπορώ να χορτάσω ολόκληρα κοπάδια γουρουνιών!»
«Έχεις δίκιο αγαπητή μου», απάντησε η φραουλιά. «Είναι αλήθεια ότι είμαι μικρή, αλλά είμαι περήφανη. Οι εκλεκτοί καρποί μου αρέσουν στους εξευγενισμένους ανθρώπους, ενώ οι δικοί σου χορταίνουν μόνο τα γουρούνια».

Παραμύθι από την Ισπανία
Κάθε μέρα κι ένα παραμύθι, εκδοτικός οίκος Π.Τραυλος

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

ΑΝΑΜΕΣΑ

Πάνω τ΄ ασήμια
και προς τα ψηλά όλο
το οπάλιο φως
στο νέο φεγγάρι.
Πιο κάτω εγώ.

Κι ανάμεσα
το σύννεφο το μαύρο εκείνο
που μουντζουρώνει την ελπίδα.

ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΛΟΥΣΤΑΣ,Ποιήματα (1986-1997), Εταιρία γραμμάτων και Τεχνών, Φλώρινα, 1997.

Η ελπίδα μουντζουρώνεται καθημερινά. Από ανθρώπους ανάξιους που όχι απλά δεν παράγουν και παρασιτούν, αλλά εμποδίζουν και τους άξιους να προσφέρουν… Η ελπίδα μουντζουρώνεται καθημερινά από ανθρωπάκια της δεκάρας που αν δουν τον εαυτό τους στον «καθρέφτη» θα τρομάξουν… Η ελπίδα μουντζουρώνεται καθημερινά, αλλά δεν σβήνεται και δεν πεθαίνει, γι΄ αυτό ακόμα δεν καταθέτω τα όπλα…

Καλή εβδομάδα

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Το μυρμήγκι και το άγριο περιστέρι

Διψασμένο το μυρμήγκι κατέβηκε στην πηγή να πιει νερό. Μα, καθώς έσκυβε, το πήρε το ρέμα και κόντευε να πνιγεί. Το είδε ένα άγριο περιστέρι που έτυχε να κάθεται σ΄ ένα δέντρο. Έκοψε ένα φύλλο και τ΄ άφησε να πέσει στο νερό. Το μυρμήγκι σκαρφάλωσε στο φύλλο και σώθηκε.
Σε λίγο ένας κυνηγός άπλωσε τα δίχτυα του για να πιάσει το αγριοπερίστερο. Τον είδε το μυρμήγκι και τον τσίμπησε στην φτέρνα. Ο άνθρωπος από τον πόνο άφησε να του πέσουν τα δίχτυα κι έτσι το αγριοπερίστερο βρήκε καιρό να πετάξει μακριά…

Αισώπου μύθοι, εκδόσεις Πεχλιβανίδης (διασκευή Γεωργίας Ταρσούλη)


Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Ο τενεκές

Σ΄ έναν κήπο μια χαρά
κι από λούλουδα σπαρμένο
επετάξαν μια φορά
έναν τενεκέ σπασμένο.

Μαραθήκαν οι μοσκιές,
εξεράθηκαν και οι κρίνοι,
μα ο καλός σου τενεκές
πάντα… τενεκές θα μείνει.

Δ.Γρ. Καμπούρογλου

Καλή εβδομάδα


Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ο γάιδαρος με το τομάρι του λιονταριού

Μια φορά ένας γάιδαρος βρήκε το τομάρι ενός λιονταριού, το φόρεσε και πήγε στο δάσος. Κατατρομαγμένα τα ζώα τρέχανε να κρυφτούνε. Μόνο μια αλεπού ξεπρόβαλε από την τρύπα της και του είπε:
«Θα σε φοβόμουνα κι εγώ αν δεν σ΄ είχα ακούσει να γκαρίζεις!»

Αισώπου μύθοι, εκδόσεις Πεχλιβανίδης (διασκευή Γεωργίας Ταρσούλη)

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Φρούλου!Φρούλου!Φρέλα!

Χορεύουνε τα δάχτυλα
στις τρύπες της φλογέρας
μπαίνει και βγαίνει αέρας.

Φρούλου, φρούλου, φρέλα!
Να ‘ταν ψωμί η τρέλα!

Γέλιο, τραγούδι, σφύριγμα
ηχώ, πουλιά ως πέρα
άνθρωποι, καλημέρα!

Φρούλου, φρούλου, φρέλα!
Να ‘ταν χαλβάς η τρέλα!

Η αυγή με γέλιο ρόδινο
καρφίτσωσε στη μερα
τον ήλιο μπουτονιέρα!

Φρούλου, φρούλου, φρέλα!
Γλυκός χαλβάς η τρέλα!

Θέτη Χορτιάτη-Τασούλα Τσιλιμένη, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα

Καλή εβδομάδα :)


Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Ώρα για ένα παιχνιδάκι!

Αντιγράφω από το facebook, από τις εκδόσεις Ωκεανίδα

«Στο τέλος σκέφτηκα: μήπως το σκυλί έμεινε κοντά στις νερόκοτες;

Είναι η παγκόσμια εβδομάδα βιβλίου και παίζουμε ένα παιχνίδι. Άρπαξε το πρώτο βιβλίο που θα βρείς μπροστά σου, πήγαινε στη σελίδα 52, και αντίγραψε την πέμπτη ολοκληρωμένη φράση, μαζί και με τους κανόνες αυτούς εδώ, στο στάτους σου. Μην αναφέρεις τον τίτλο του βιβλίου...»

Τι κάθεστε; Δε θέλω τεμπελιές…

Να και το δικό μου: από ένα που υπάρχει στη βιβλιοθήκη, αλλά δεν το έχω διαβάσει.

"Γέλασε τ΄ αφεντικό κι είπε μια λέξη όπως τις συνηθούσε -έτσι τα διηγήθηκε ο χαντζής."

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Δυο κατσίκες σ΄ ένα γεφύρι

Δυο κατσίκες ανταμώθηκαν μια φορά επάνω σ΄ ένα στενό γεφύρι.
Η μία είπε:
-Κάμε τόπο να περάσω εγώ!
-Εσύ να πας πίσω και ν΄ αφήσεις να περάσω εγώ πρώτα! αποκρίθηκε η άλλη θυμωμένη.
-Πως είπες; φώναξε η πρώτη. Εγώ να κάμω τόπο να περάσεις εσύ; Είσαι στα σωστά σου;
-Έτσι; φώναξε τότε η άλλη. Δοκίμασε λοιπόν να περάσεις!
Το μάλωμα βάσταξε αρκετή ώρα με πολύ πείσμα.
Τέλος χύθηκαν η μία επάνω στην άλλη με μεγάλη ορμή. Χτυπούσαν τα κέρατά τους άγρια και θυμωμένα. Αλλά το γεφύρι ήταν στενό και γκρεμίστηκαν κι οι δυο τους.
Κάτω ήταν ποτάμι με βαθιά νερά. Οι δυο κατσίκες θα πνίγονταν το δίχως άλλο. Για καλή τους τύχη όμως, τις είδε ο βοσκός, έτρεξε, και με πολλά βάσανα κατόρθωσε να τις γλιτώσει.

ΑΡ.Π.ΚΟΥΡΤΙΔΗ

Αφιερωμένο...


Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Στην υγειά μας, αδέρφια!

Απόψε να ρθεις κι εσύ. Ετοιμάζω μυστικό δείπνο.
Έστρωσα το τραπέζι της γης κι άνοιξα τα παράθυρα
να δούνε το φως να πλησιάσουνε όλα,
ν΄ αχτιδίζουν τ΄ αστέρια στα πρόσωπα και τα χέρια
των καλεσμένων μου, να πηδούν στα ποτήρια.
Έβαλα την ψυχή μου σε σταμνιά πήλινα, σε κανάτια.
Μυρίζει κέδρο το κρασί κι είναι σαν πασχαλιά το χρώμα του.
Στην υγειά μας, αδέρφια!
Έχω καλέσει τα παιδιά των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ.
Έστειλα στον Παντίτ Νεχρού μιαν αμαξοστοιχία λουλούδια
να μου τα στείλει στολισμένα. Κι έστειλα μήνυμα
στο Μάο Τσε Τουνγκ, να τους δώσει,
να φέρουν μαζί τους σα νιφάδες χιονιού
δυο χιλιάδες κινέζικα τραγουδάκια.
Στον Πικάσσο να μετρήσει πόσες χιλιάδες
περιστέρια περίπου έχει αζωγράφιστα μες στην ψυχή του.
Να μου τα στείλει όπως είναι να στολίσω τους ώμους
και τα χέρια των καλεσμένων μου.
Βγήκε τρέχοντας, φεύγει ο Χριστός΄ πάει να φέρει
μια αγκαλιά λεμονάνθια να βάλει στα βάζα μου.
Η μητέρα μου ζύμωσε στη μεγάλη μας σκάφη
μαύρο ψωμί με γλυκάνισο και σουσάμι.
Τα παιδιά ξεκινήσανε. Σχηματίσανε κιόλας
πάνω στη γη
τον ποταμό
γαλαξία.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ- Μυστικός δείπνος

Καλή εβδομάδα :)



Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Τρία χτυπήματα στην πόρτα

Τάκου τάκου!
-Ποιος είναι, παρακαλώ;
-Με συγχωρείτε… μπορώ να μπω; είμαι ο Βοριάς. Πέρασα πάνω από θάλασσες, σήκωσα κύματα βουνό, πέρασα πάνω από κάμπους και ξερίζωσα δέντρα. Είμαι πολύ κουρασμένος, να μπω λίγο να ξεκουραστώ;
-Θα μας παγώσεις… μα αφού είσαι κουρασμένος, μπες απ΄ όπου μπορείς.
Κα μπήκε ο κρύος Βοριάς απ΄ τις χαραμάδες, τρύπωσε κάτω απ΄ την πόρτα και πάγωσε το σπίτι. Η μητέρα άναψε τη θερμάστρα κι έριξε μάλλινες κουβέρτες στα κρεβάτια των παιδιών.
-Τάκου τάκου.
-Ποιος είναι, παρακαλώ;
-Με συγχωρείτε… μπορώ να μπω; είμαι η Βροχή. Έρχομαι από πολύ ψηλά. Με κατάπιαν οι θάλασσες και τα ποτάμια, χώθηκα βαθιά μες στη γη, χτυπήθηκα πάνω στις πέτρες, ξέπλυνα τους δρόμους σας και τις αυλές. Είμαι πολύ κουρασμένη… μπορώ λίγο να ξεκουραστώ;
-Θα μας κάνεις κακό, μα αφού είσαι κουρασμένη, μπες απ΄ όπου μπορείς.
Κι όρμησε η Βροχή απ΄ τις γρίλιες των παραθυριών κι απ΄ το σπασμένο τζάμι, έβρεξε τις κουρτίνες και τους τοίχους και μούσκεψε το πάτωμα και το χαλάκι. Η μητέρα μάζεψε μ΄ ένα σφουγγάρι τα νερά και φώναξε έναν άνθρωπο να περάσει καινούριο τζάμι.
-Τάκου τάκου.
-Ποιος είναι, παρακαλώ;
-Με συγχωρείτε… μπορώ να μπω; Είμαι ο Ήλιος. Έρχομαι από πολύ ψηλά. Έριξα χρυσά παπλώματα στις σκεπές, ζέστανα όλα τα νερά και τα ποτάμια, έβαλα φύλλα στα δέντρα και χρυσά καπέλα στα λουλούδια, είμαι πολύ κουρασμένος. Μπορώ να μπω λίγο, να ξεκουραστώ;
-Έλα, έλα! είπαν όλοι, κι άνοιξαν πόρτες και παράθυρα.
Και μπήκε ο Ήλιος κι έδιωξε τη θερμάστρα, κάθισε πάνω στις καρέκλες και τις πολυθρόνες, κι έστρωσε χρυσά χαλάκια στα πατώματα.
Και τώρα λάμπει όλο το σπίτι, λάμπουν κι οι καρδιές.

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΙΟΥ

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Ήλιος κι ο Αέρας


Ο Αέρας θύμωσε,
με τον Ήλιο μάλωσε.
Ο Αέρας έλεγε:
«Είμαι δυνατότερος!»
Και ο Ήλιος έλεγε:
«Σε περνώ στη δύναμη!»
Ένας γέρος άνθρωπος
με τη μαύρη κάπα του
στο χωράφι πήγαινε.
Ο Αέρας λάλησε:
«Όποιος έχει δύναμη
παίρνει από το γέροντα
τη χονδρή την κάπα του!»
Φύσηξε, ξεφύσηξε,
έσκασε στο φύσημα’
άδικος ο κόπος του.
Κρύωσεν ο γέροντας
και διπλά τυλίχθηκε
στη χονδρή την κάπα του!
Και ο Ήλιος λάλησε:
«Όποιος έχει δύναμη
παίρνει από το γέροντα
τη χονδρή την κάπα του!»
Έφεξεν ολόλαμπρος’
καλοσύνη σκόρπισεν,
έβγαλεν ο γέροντας
τη χονδρή την κάπα του.
Πάλι ξαναλάλησε:
«Άκουσε και μάθε το’
σε περνώ σε δύναμη,
γιατί πας με το κακό
κι εγώ πάω με το καλό!»

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Παροιμίες

Σύμφωνα με το Λεξικό αναπτυγμένων εννοιών των Χατζηθωμά και Αλέφαντου (εκδόσεις Φίλιππος), παροιμία «είναι η σύντομη λαϊκή φράση, που εκφράζει αλληγορικά, μεταφορικά ή και ειρωνικά μιαν αλήθεια για τη ζωή, που αποκτήθηκε από την πολύχρονη πείρα».

«Κύριο χαρακτηριστικό της παροιμίας είναι η αλληγορία, η μεταφορά, η συντομία, η εξυπνάδα, η δηκτικότητα και η ειρωνική διάθεση. Την παροιμία την διακρίνει ακόμα το θυμοσοφικό, το ευτράπελο πνεύμα (χιούμορ), η φαντασία, η σαφήνεια και η αλήθεια που περιέχει και η οποία είναι αποτέλεσμα της πείρας του λαού μέσα στην καθημερινή ζωή».

Σύμφωνα με το ίδιο βιβλίο «Ο Αριστοτέλης πρώτος άρχισε τη συστηματική επιλογή των αρχαίων ελληνικών παροιμιών, τις οποίες ερμήνευσε»

Είμαι λάτρης των παροιμιών. Τρελαίνομαι να ανακαλύπτω κάποια που δεν ήξερα. Τις χρησιμοποιώ συχνά στον λόγο μου, και λυπάμαι όταν νεότερα άτομα τις αγνοούν ή τις σνομπάρουν…

Για όσους τις αγαπούν, όπως εγώ, ενδεικτικά παραθέτω κάποιες από τον πίνακα που υπάρχει στο παραπάνω βιβλίο. Και περιμένω να προσθέσουμε κι άλλες…

-Αγάλια αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι
-Αργυρό το μίλημα και χρυσό το σιώπα
-Βρόντα αν θέλεις να σ΄ ανοίξουνε
-Βάστα με να σε βαστώ ν΄ ανεβούμε στο βουνό
-Η ομόνοια σπίτια χτίζει κι η διχόνοια τα γκρεμίζει
-Άσκεπος νους διπλός κόπος
-Αν γειτονέψεις με κουτσό θα μάθεις να κουτσαίνεις
-Δούλευε στα νιάτα σου να χεις στα γηρατειά σου
-Όποιος κυνηγά πολλούς λαγούς δεν πιάνει κανένα
-Όποιος βιάζεται σκοντάφτει
-Άναβε το λυχνάρι σου προτού σε βρει η νύχτα
-Κόπο θέλει το πριόνι κι όποιος το κρατεί ιδρώνει
-Μάζευε κι ας είν’ και ρόγες
-Σταλαματιά σταλαματιά γεμίζ΄ η στάμνα η πλατιά
-Το να χέρι νίβει τ΄ άλλο και τα δυο το πρόσωπο
-Φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι


Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Βρεμένα ‘ναι για ξερά;


Μιαν φορά ήταν ένας τεμπέλης, από τους πιο μεγάλους τεμπέληδες του κόσμου. Ο αθεόφοβος εφοβούντον τη δουλειά όσο δεν εφοβούντον το διάολο. Αν τον έδινες ψωμί, έτρωε, αν δεν τον έδινες εμπορούσε να ψοφιάσει από την πείνα. Μιαν ημέραν, ήταν βασιλεμένος ο ήλιος κι αυτός δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα του. Την άλλη μέρα για να μην τόνε βιάσει η πείνα να δουλέψει, εσκέφτηκε να κάμει τον πεθαμένο στα ψέματα. «Πιο καλά να με θάψουνε», είπε μέσα του, «παρά να με δώκουν δουλειά». Τον είδαν οι γειτόνοι ξαπλωμένο στη στρώση του και σκεβρωμένο, τον εθάρρεψαν για νεκρόν κι εφώναζαν τους παπάδες να τον πάρουνε. Στο δρόμο που πήγαινεν το λείψανον του τεμπέλη, μια γυναίκα είδεν τον πεθαμένον, τον ελυπήθηκε κι είπεν από το παναθύρι της: «Ο κακόμοιρος! Από την πείναν του θα πέθανεν! Που να το ‘ξερα εχτές να τόνε στείλω κάμποσα παξουμάδια που ‘χω». Ο τεμπέλης από το σεντούκι του από μέσα, σαν άκουσεν τα λόγια της καλόκαρδης γυναίκας, άνοιξεν τα μάτια του κι ερώτηξεν: «Βρεμένα ‘ναι τα παξουμάδια για ξερά;» «Ξερά», τον λέει η γυναίκα. «Ε, τότες ψάλλετε παπάδες, ψάλλετε», λέει ο τεμπέλης και σφαλά τα μάτια του. Ο γουρσούζης επροτίμησεν να θαφτεί ζωντανός, παρά να κάμει τον κόπο να μουσκέψει τα παξουμάδια.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ-Ελληνικά λαικά παραμύθια (βιβλίο πρώτο), Εκδόσεις Ποταμός

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Καρτούν στο… απόσπασμα


Είναι απίστευτο τι μπορεί να βρει κανείς όταν τακτοποιεί τους φακέλους του…

Είναι ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 6-7 Μαΐου το 2006.

Αντιπαρέρχομαι την αγάπη της Παναγιώτας για τον Μπομπ Σφουγγαράκη και μπαίνω στον πειρασμό να δακτυλογραφήσω ένα τμήμα του
και να το μοιραστώ μαζί σας….
…………………………………………………………………………………………………………………
Πονοκέφαλο προκαλεί στους γονείς η υποψία και μόνο ότι μπορεί τα κινούμενα σχέδια να «περνάνε» στα παιδιά ιδέες αντισυμβατικές ή επικίνδυνες όπως η βία, η αδικία και η εγκληματικότητα

Καρτούν στο… απόσπασμα

Κατηγορούνται ότι προβάλλουν βίαια και αντικοινωνικά πρότυπα!

Ο Τεν Τεν είναι μισογύνης, ακραίος αντικομμουνιστής και διακατέχεται από φασιστικές ιδέες. Ο Ντόναλτ είναι απατεώνας και τεμπέλης. Ο Ποπάι χρησιμοποιεί υπέρμετρα βία. Τώρα ήλθε η σειρά του Μπομπ του… Σφουγγαράκη να κατηγορηθεί –όπως έχει γίνει στο παρελθόν και με τον Μπάτμαν- ότι έχει ομοφυλοφιλικές τάσεις.

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΝΩΛΑΣ

Ο Μπομπ είναι ένα από τα δέκα πιο δημοφιλή κινούμενα σχέδια όλων των εποχών. Κάθε φορά που μεταδίδεται ένα επεισόδιο, τα μονοψήφια ποσοστά θεαματικότητας του σταθμού που το προβάλλει υπερδιπλασιάζονται. Κι όμως, ο Μπομπ κατηγορείται ότι προβάλλει ομοφυλοφιλικά πρότυπα. Οι πολέμιοί του ισχυρίζονται ότι είναι γκέι, καθώς συγκατοικεί με τον φίλο του Πάτρικ με τον οποίο εμφανίζεται συνήθως πιασμένος χεράκι χεράκι και του συμπεριφέρεται σα να διατηρούν σχέση, ενώ απουσιάζουν οι θηλυκές φιγούρες.

ΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΕΣ ΤΑ ΕΒΑΛΑΝ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΟΜΠ ΣΦΟΥΓΓΑΡΑΚΗ

Πρωτοπόροι της σταυροφορίας εναντίον του Σφουγγαράκη είναι ο Αμερικανοί συντηρητικοί θρησκευτικοί κύκλοι και κυρίως οι Ευαγγελιστές. Υπάρχουν μάλιστα και ιστοσελίδες στο Διαδίκτυο με τίτλους όπως «Ο Μπομπ Σφουγγαράκης και η ομοφυλοφιλία». Σε αυτές υπάρχουν –λίγα- μηνύματα ακόμα και από Έλληνες τηλεθεατές. Σύμφωνα με τους εγχώριους επικριτές του, ο Μπομπ έχει «μαλακό» χαρακτήρα –«απαράδεκτο πρότυπο σε μια τόσο σκληρή κοινωνία όπως είναι η δική μας», λένε- ενώ ο κόσμος του είναι υπερβολικά φανταχτερός. «Ο Μπομπ μπορεί να είναι ιδιαίτερος, όμως δεν σχεδιάστηκε ως γκέι χαρακτήρας», απαντά ο δημιουργός του.

……………………………………………………………………………………………………..

Όπως πάντα, η απάντησή μου είναι υπερβολές, υπερβολές, υπερβολές….
Δεν τρελαίνομαι για Μπομπ Σφουγγαράκη, το παιδί δεν αποκομίζει κάτι ιδιαίτερο, είναι όμως πολύ ευχάριστο και αστείο και ίσως γι΄ αυτό να αρέσει στους μπόμπιρες! Η Παναγιώτα πάντως τρελαίνεται, το ευχαριστιέται πάρα πολύ και γελάει με την ψυχή της (η Αναστασία προτιμάει την Ντόρα την εξερευνήτρια και το κλαμπ του Μίκυ Μάους).
Αν με ρωτάτε, ένας από τους πιο αντιπαθητικούς παιδικούς ήρωες κατά τη γνώμη μου είναι ο Μπαγκς Μπάννυ. Πάντα κινείται με μοχθηρία και σχεδόν ποτέ δεν τον έχω δει να κάνει μια καλή πράξη. Χρησιμοποιεί την εξυπνάδα του μόνο όταν είναι να κάνει κάτι άσχημο. Επίσης, ο Τουίτι, ο Τζέρι και το Μπιπ Μπιπ δεν είναι και τα πιο γλυκά πλάσματα… Αυτό όμως δε σημαίνει τίποτα για μένα.

Ας μην τα υπεραναλύουμε πια όλα... Υπάρχει και κάτι που λέγεται διασκέδαση σ΄ αυτή τη ζωή...

:)))







Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Το κουτσό λελέκι

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας φτωχός γεωργός. Είχε ένα μικρό χωραφάκι, και μέρα νύχτα δούλευε σ΄ αυτό, για να μπορέσει να ζήσει.

Μια ανοιξιάτικη μέρα, καθώς όργωνε τη γη, βλέπει να πετάει ίσια καταπάνω του ένα κάτασπρο λελέκι. Πετούσε, όμως, κάπως περίεργα, θαρρείς και τρέμαν τα φτερά του. Ο γεωργός παραξενεύτηκε, παράτησε τη δουλειά του και το κοίταζε. Ξαφνικά το πουλί δίπλωσε τις φτερούγες του κι έπεσε δίπλα του σαν πέτρα.

Ο φτωχός γεωργός πλησίασε προσεκτικά το λελέκι και είδε πως η μια φτερούγα του ήταν σπασμένη. Λυπήθηκε το δύστυχο πουλί, το πήγε στο σπίτι του, άλειψε την πληγή με αλοιφή και έδεσε τη φτερούγα.

Το λελέκι άρχισε να συνέρχεται. Κάποια μέρα, ένιωσε τις δυνάμεις του να ξαναγυρνούν κι άρχισε να φτερουγίζει. Τότε ο φτωχός γεωργός το πήγε στο χωράφι, το άφησε και είπε:

«Πέτα, άσπρο λελέκι, ας είσαι ελεύθερο και ευτυχισμένο!»

Πέρασε ένας χρόνος. Ο γεωργός και πάλι δούλευε στο χωράφι του. Σε μια στιγμή είδε ξανά το άσπρο λελέκι. Εκείνο τον πλησίασε πετώντας και του έριξε τρία σπόρια από καρπούζι.

Ο φτωχός γεωργός φύτεψε τους σπόρους και γρήγορα φύτρωσαν οι καρπουζιές. Αυτό είναι το δώρο του άσπρου λελεκιού, σκεφτόταν καθώς καμάρωνε τα όμορφα φυντάνια.

Το καλοκαίρι πέρασε μέσα σε δουλειές. Ωρίμασαν και τα καρπούζια. Τρία ήταν όλα κι όλα, όμως έγιναν τόσο πελώρια που δεν μπορούσες να τ΄ αγκαλιάσεις και με τα δυο χέρια. Προσπάθησε ο γεωργός να σηκώσει ένα καρπούζι, μα ήταν ασήκωτο, δεν μπορούσε να το ξεκολλήσει απ΄ τη γη.

Τότε πήρε ένα καροτσάκι, φόρτωσε σ΄ αυτό και τα τρία καρπούζια και τα πήγε στο σπίτι. Με τέτοια καρπούζια, σκέφτηκε, πρέπει να καλέσω τους γείτονες, να τους κεράσω. Μαζεύτηκαν οι καλεσμένοι γείτονες, συγγενείς και παιδιά από τους γύρω δρόμους. Ο νοικοκύρης άρχισε να κόβει το καρπούζι. Δεν κοβόταν όμως. Δοκίμασε να κόψει το δεύτερο καρπούζι, ύστερα το τρίτο, μα δεν κόβονταν με κανέναν τρόπο.

Σήκωσε τότε το χέρι του και μ΄ όλη του τη δύναμη έδωσε μια με το μαχαίρι. Το καρπούζι έτριξε, άνοιξε στα δύο, κοιτάνε μέσα και τι να δουν: γεμάτο χρυσά νομίσματα! Μείναν όλοι με μ΄ ανοιχτό το στόμα. Ο νοικοκύρης άνοιξε και τ΄ άλλα δυο καρπούζια’ και σ΄ αυτά υπήρχε χρυσάφι. Γεμάτος χαρά, το μοίρασε σχεδόν όλο στους καλεσμένους του. Εκείνοι, ικανοποιημένοι, γύρισαν στα σπίτια τους.

Δίπλα στο γεωργό ζούσε ένας πλούσιος που ήταν μεγάλος πλεονέκτης. Σκέφτηκε λοιπόν: ο γείτονάς μου ήταν όλη του τη ζωή φτωχός και ξαφνικά πλούτισε σε μια μέρα. Πρέπει να μάθω πιο είναι το μυστικό των καρπουζιών του.

Έτσι, μια και δυο, ο άπληστος πλούσιος πηγαίνει επίσκεψη στο γείτονα.

«Πες μου, καλέ μου φίλε», του λέει, «πως πλούτισες, ποιο είναι το μυστικό των καρπουζιών σου; Πες μου, μη μου το κρύβεις, βλέπεις εμείς οι δυο είμαστε γείτονες, κι από δω και στο εξής θα γίνουμε και καλοί φίλοι.»

Ο γεωργός δεν έκρυψε τίποτα. Του τα διηγήθηκε όλα, όπως ακριβώς έγιναν.

Ο πλούσιος γύρισε τρέχοντας στο σπίτι του. Εγώ πρέπει να ‘χα τέτοιες καρπουζιές, σκεφτόταν. Εγώ θα ΄ξερα καλά τι να τις κάνω, και με κανέναν δε θα μοιραζόμουν το χρυσάφι!

Νωρίς το άλλο πρωί πήγε στο χωράφι του και είδε το άσπρο λελέκι. Στεκόταν στο ένα του πόδι και λαγοκοιμόταν ήσυχα.

Πρέπει να το γιατρέψω, σκέφτηκε ο πλούσιος. Δεν είναι όμως πληγωμένο… Τι να κάνω; … Θα του σπάσω το πόδι κι ύστερα θα το κάνω καλά!

Πήρε ο πλούσιος ένα μακρύ ραβδί, κρυφοζύγωσε προσεκτικά το λελέκι και το χτύπησε με το ξύλο στο πόδι. Το λελέκι έπεσε κάτω. Το άρπαξε ο πλούσιος στην αγκαλιά του και το πήγε στο σπίτι του. Εκεί, άλειψε με αλοιφή το τραύμα του κι έδεσε το σπασμένο του πόδι.

Πέρασε καιρός. Το λελέκι έγινε καλά, άρχισε να περπατάει, όμως κούτσαινε.

Ο πλούσιος το πήγε στο χωράφι, το άφησε, κι εκείνο πέταξε ψηλά. Ο πλούσιος του φώναξε:

«Γύρνα την άνοιξη και φέρε τρεις σπόρους καρπουζιού, μην τον ξεχνάς: εγώ σ΄ έκανα καλά!».

Όταν μπήκε η άνοιξη ο πλούσιος πήγαινε κάθε μέρα στο χωράφι και περίμενε το άσπρο λελέκι. Όμως αυτό δε φαινόταν πουθενά. Ο πλούσιος άρχισε να θυμώνει:

«Άδικα το ‘κανα καλά αυτό το ανόητο πουλί! Και ξόδεψα και τόση τροφή!»

Να, όμως που ένα πρωινό φάνηκε το άσπρο λελέκι. Πετώντας πλησίασε τον πλούσιο και του έριξε τρεις σπόρους καρπουζιού. Η καρδιά του πλούσιου πήγε να σπάσει από τη χαρά του: τώρα θα γίνω ο πιο πλούσιος απ΄ όλους στα μέρη μας, σκέφτηκε.

Φύτεψε τους σπόρους στη γη. Μετά από λίγο ξεπρόβαλαν τα βλαστάρια, βγήκαν τα κοτσάνια, άνθισαν τα λουλούδια… Κι ήρθε ο καιρός που τα καρπούζια ωρίμασαν. Τρία ήταν όλα κι όλα, όμως ήταν τόσο πελώρια που και με τα δυο χέρια δεν μπορούσες να τ΄ αγκαλιάσεις. Φόρτωσε ο πλούσιος και τα τρία καρπούζια σ΄ ένα καροτσάκι και τα πήγε στο σπίτι του.

Όμως όχι, εγώ δεν θα καλέσω κόσμο είπε στον εαυτό του. Κανείς δε θα δει πόσο χρυσάφι έχω!...

Στο σπίτι έκλεισε τις πόρτες, πήρε ένα τεράστιο μαχαίρι και το έμπηξε με ορμή στο πιο μεγάλο καρπούζι. Έτριξε το καρπούζι, άνοιξε στα δύο κι από μέσα ξεχύθηκε ένα σμάρι σφήγκες που βούιζαν αγριεμένες. Όρμηξαν στον πλούσιο, τον κύκλωσαν από παντού κι άρχισαν να τον τσιμπάνε! Ο πλούσιος άρχισε να χτυπιέται, φώναζε, βρήκε με δυσκολία την πόρτα, μόλις και μετά βίας τράβηξε τον σύρτη, πετάχτηκε στο δρόμο και, τρέχοντας σαν τρελός, πήρε των ομματιών του.
Για πολύ καιρό μετά απ΄ αυτό θυμόταν το κουτσό λελέκι.

Όσο για το γείτονά του, εκείνος ζούσε με άνεση, όμως δεν ξεχνούσε την περασμένη του ζωή και πάντα βοηθούσε τους φτωχούς.

Απόδοση: Μ. Βατάγκιν
Λαικά παραμύθια των Ουζμπέκων, Το κουτσό λελέκι, Εκδόσεις Μάλις και Σύγχρονη Εποχή, 1989.
<
div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on">

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Δε μ΄ ακούς;


Έρχομαι μαζί με τα κιτρινισμένα φύλλα.
Έλα, έλα, κοριτσάκι,
μυρίζω νοτισμένο χώμα, μελάνι και γομολάστιχα.
Έλα, έλα αγοράκι,
κάτσε σ΄ ένα ιπτάμενο φύλλο να φύγουμε μαζί,
φτιάξε χάρτινες βαρκούλες να τις πάρει η βροχή.
Σ΄ αρέσει η καινούρια σου τσάντα;
Για κοίτα πόσο ψήλωσε η Βάνα!
Έρχομαι μαζί με τα πρωτοβρόχια.
Τρέξε, τρέξε να ψήσουμε κάστανα
γέμισαν πάλι τ΄ ανθοπωλεία πολύχρωμα
χρυσάνθεμα.
Πως οργώνουν τα χωράφια τα τρακτέρ!
Πάτα, πάτα το μούστο καλά,
βάλε και μπόλικο σουσάμι στη μουσταλευριά.
Έρχομαι μαζί με τη βαριά μυρουδιά των σταφυλιών
του τρύγου.
Έλα, έλα, αγοράκι,
έλα, έλα, κοριτσάκι.
Δε μ΄ ακούς;
Είμαι το Φθινόπωρο.

ΜΑΡΩ ΛΟΙΖΟΥ

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Χαϊκού

Ξαναγυρίζεις
Στους καθρέπτες της μνήμης
Σαν καταιγίδα
………………………….

Οι μάσκες πέφτουν
Και το καρναβάλι, να!
Πάλι αρχίζει
……………………………

Αχ, ηλιαχτίδα
Έφερες την άνοιξη
Εγώ που ήμουν;
……………………………

Σαν λυχναράκι
Τρεμοσβήνεις ζωή μου
Κι εγώ θεατής
……………………………

Ζητούν το λόγο
Πικρές στο στόμα γεύσεις
Τ΄ απωθημένα
……………………………

Ένα αστέρι
Στο δάκρυ σου κυλάει
Σαν παραμύθι
……………………………

ΑΘΗΝΑ ΞΑΝΘΙΔΟΥ, Μια μέρα, Εκδόσεις Πλανόδιον

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Η ιστορία της γλώσσας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν σ΄ έναν τόπο ένας αρχηγός. Λένε πως ήταν πολύ γενναίος. Ακούγονταν σ΄ όλη τη φυλή ιστορίες για την παλικαριά που έδειξε σαν τον κύκλωσαν μια μέρα σε τόπο ανοιχτό δυο λιοντάρια και ύστερα από ώρες βρέθηκαν και τα δυο με τις κοιλιές τους ξεσκισμένες από το κοντάρι του. Ήτανε, λέει, ακόμα δίκαιος κι αγαπούσε τους ανθρώπους της φυλής του. Ένα ελάττωμα είχε μόνο. Δεν μπορούσε, λένε, να κρατήσει το θυμό του κι όταν θύμωνε ποιος δε φοβόταν τις κουβέντες που ξεστόμιζε.

Μια μέρα έστειλε τον πιστό του υπηρέτη να φέρει κρέας από την αγορά. «Θέλω να μου φέρεις το καλύτερο κρέας που θα βρεις» του είπε. Ο υπηρέτης κίνησε και πήγε, όπως τον πρόσταξε ο αρχηγός. Μπήκε στην αγορά και περπάτησε. Είδε εμπόρους-κυνηγούς να πουλάνε για πραμάτεια τους δόντια ελεφάντων και δέρματα από ζέβρες. Είδε μπαχάρια και βοτάνια απλωμένα σε πάγκους, αλάτι από πέτρα και φίδια κρεμασμένα από το σχοινί. Στο τέλος, βρήκε πού πουλάνε κρέας και διάλεξε το καλύτερο, γλώσσα μοσχαρίσια. Όταν ο υπηρέτης γύρισε, έφερε τη γλώσσα στον αφέντη του. «Σου έφερα το καλύτερο κρέας όπως μου ζήτησες, αφέντη μου. Ορίστε, γλώσσα μοσχαρίσια». Ο αρχηγός ευχαριστήθηκε πολύ.

Την επόμενη μέρα, ο αρχηγός φώναξε ξανά τον υπηρέτη του. «Θέλω σήμερα να μου φέρεις το χειρότερο κρέας που θα βρεις στην αγορά» του είπε. Ο υπηρέτης πήγε κι έψαξε να βρει αυτό που του ζήτησε ο αρχηγός. Γύρισε όλο τον τόπο που είχαν απλωμένες τις πραμάτειες τους οι έμποροι και στο τέλος πήρε ένα κομμάτι κρέας γλώσσας που βρωμούσε. Το πήγε στον αρχηγό και του το έδωσε. Ο αρχηγός παραξενεύτηκε. «Τι; Με κοροϊδεύεις; Χτες σου ζήτησα να μου φέρεις το καλύτερο κρέας και μου έφερες γλώσσα. Σήμερα σου είπα να μου φέρεις το χειρότερο κρέας και μου έφερες ξανά γλώσσα. Θέλω να μου δώσεις μια εξήγηση τώρα, αλλιώτικα θα σε τιμωρήσω σκληρά!». Ο υπηρέτης αποκρίθηκε και είπε: «Αφέντη μου, πολλές φορές ένας άνθρωπος δυστυχεί και κακοπερνάει εξαιτίας της γλώσσα του και άλλες φορές πάλι η ίδια η γλώσσα του του φέρνει μεγάλη ευτυχία…»

Ο αρχηγός σκέφτηκε για λίγο και μετά είπε: «Θαρρώ πως έχεις δίκιο. Και τα δυο μπορείς να τα πάθεις από την ίδια γλώσσα. Ας μάθουμε λοιπόν να κυβερνάμε όπως πρέπει τη γλώσσα που κουβαλάμε στο στόμα μας από σήμερα και πέρα».

(Γκάνα)

Από το εξαιρετικό βιβλίο του Δημήτρη Β. Προύσαλη «Τα παραμύθια των παραμυθάδων», εκδόσεις Απόπειρα.


Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Πεσμένα φύλλα

Ο ποιητής έχει να διανύσει
δυό διαδρομές: αυτή της ποίησης
κι εκείνη της άμετρης απογοήτευσης απ΄ τη ζωή.

Πρέπει να τις διανύσει και τις δύο μέχρι τέλους.
Του το λένε τα πεσμένα φύλλα το φθινόπωρο
που επιστρέφουν στα δέντρα με την άνοιξη.

ΣΠΥΡΟΣ ΘΕΡΙΑΝΟΣ, Ντυμένος επίσημα, εκδόσεις Πλανόδιον

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

Νοικοκυρές σε απόγνωση


Το ότι η τηλεόραση δεν ανήκει στα… άμεσα ενδιαφέροντά μου το έχω πει πολλές φορές και το ξέρουν όλοι όσοι με γνωρίζουν λίγο καλύτερα. Και δε μιλάω μόνο για τα προγράμματα των καναλιών. Δεν είμαι καν σινεφίλ. Βαριέμαι αφόρητα να παρακολουθώ ταινίες –όσο καλές κι αν είναι- και το θεωρώ χάσιμο χρόνου. (Ασφαλώς υπάρχουν και εξαιρέσεις. Π.χ. δύσκολα θα πω όχι σε ένα παιδικό dvd, που συνήθως παρακολουθούμε με την Παναγιώτα –τώρα τελευταία άρχισε να μας κάνει παρέα και η Αναστασία. Ή όταν είμαι στο τσακίρ κέφι και έχω αρχίσει να λυπάμαι τον Φάνη που με παρακαλάει ).

Ο Φάνης πάλι το τελείως αντίθετο. Όταν τον γνώρισα δεν μπορούσε να κυκλοφορεί μέσα σε σπίτι και να μην υπάρχει ανοιχτή τηλεόραση. Παρακολουθεί τα πάντα. Δεν υπάρχει ταινία που να μην την έχει δει. Άπειρες φορές έχει προσπαθήσει να με δελεάσει με διάφορες ταινίες, αλλά, όσο κι αν προσπάθησε να με κάνει να αγαπήσω το χόμπι του, δεν τα κατάφερε. (Βέβαια μια φορά έκανα το λάθος να τον ακολουθήσω σε βίντεο κλάμπ και μου ‘σπασε τα νεύρα. Ό, τι διάλεγα, το είχε δει από εκατό φορές).

Στη ζωή όμως –όσο κλισαρισμένο κι αν ακούγεται- έχω μάθει ποτέ να μη λέω ποτέ. Αυτή άλλωστε είναι και η μαγεία του ζην.

Επιστρέφω (και πάλι) στον Αύγουστο του 2008, οπότε και η Παναγιώτα εισέβαλλε στη ζωή μας με τον πιο αναπάντεχο και δυναμικό τρόπο που θα μπορούσε. Η εγκυμοσύνη ήταν πολύ δύσκολη, με πολλούς, πολλούς, πολλούς όμως εμετούς. Το καθετί –μια μυρωδιά, ένας ήχος, ακόμα και ένα άγγιγμα- μου προκαλούσε απανωτές επισκέψεις στην τουαλέτα.

Εκείνο το διάστημα η ΕΡΤ κάθε βράδυ έπαιζε ένα επεισόδιο «Νοικοκυρές σε απόγνωση». Και δεν μου έφταναν τα δικά μου είχα και τον Φάνη να με ζαλίζει να τις παρακολουθήσω. Μια, δυο, τρεις, κι αφού είδα και απόειδα, αφού η Παναγιώτα δεν μου επέτρεπε να κάνω τίποτ΄ άλλο, ε, είπα να του κάνω το χατίρι. Και κόλλησα. Δεν έχασα επεισόδιο! Είδα τον πρώτο, τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτο κύκλο. Τότε η ΕΡΤ αποφάσισε να μην ξαναπροβάλλει την σειρά και μεις με τα δικά μας ξεχάσαμε πόσο είχαμε αγαπήσει τις νοικυρές.

Μας τις ξαναθύμισε πρόσφατα ο αγαπητός μας Β., ο οποίος έκανε έναν μεγάλο κόπο και κατέβασε και τους οχτώ κύκλους. Βέβαια σαν αστέρια που είμαστε κάτι κάναμε λάθος στην αντιγραφή των αρχείων και δεν έπαιζαν.

Απογοήτευση. Θες γιατί τις έχω συνδέσει με την έλευση της Παναγιώτας μου, θες γιατί επανήλθαν στο μυαλό μου μνήμες και σκέψεις από την παρακολούθησή τους, έσκασα.

Και –τσουπ- να το «ευχάριστο» νέο: ένα βίντεο κλαμπ στην πόλη έκλεισε(αυτό δεν είναι καθόλου ευχάριστο) και πουλούσε όλες τις ταινίες 1 ευρώ (όμως αυτό είναι!). Φυσικά δεν χάσαμε την ευκαιρία και αγοράσαμε όσους κύκλους Νοικοκυρών είχε (και ο Φάνης το μισό επίσης βίντεο κλαμπ!).

Κάθε βράδυ, λοιπόν, όταν η Αναστασία μας κοιμάται και η Παναγιώτα μας ηρεμεί, παρακολουθούμε όσα επεισόδια έχουμε διάθεση (δηλαδή μέχρι να κλείσουν τα μάτια μας από την νύστα). Μου φαίνεται πολύ περίεργο συναίσθημα που ξαπλωμένη ανάμεσά μας βρίσκεται και η Παναγιωτούλα…

Παρόλο που είναι αρκετά υπερβολική σειρά, ακολουθεί τους κανόνες σύγχρονων μυθιστορημάτων, είναι αρκετά προσεγμένη και, εκτός ότι την έχω συνδέσει με την εγκυμοσύνη και με ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής μου, μου αρέσει γιατί έχει πολλά αληθινά στοιχεία, στοιχεία που όντως μπορείς να συναντήσεις στην διπλανή πόρτα. Παλιότερα θεωρούσα ότι όλα όσα λάμβαναν χώρα στην σειρά ήταν ψεύτικα και ασυνήθιστα. Με τα χρόνια διαπίστωσα ότι υπάρχουν πολλές δόσεις αλήθεια ακόμη και σ΄ αυτή την υπερβολή. Μπορεί να μην ζούμε σε τόσο μεγάλα και όμορφα σπίτια, σε τόσο άψογες γειτονιές, οι πραγματικές νοικοκυρές να μην είναι τόσο περιποιημένες, να μην γίνεται ένας φόνος κάθε μέρα, τα συναισθήματα όμως δεν αλλάζουν. Η ανασφάλεια, η μοναξιά, η απιστία, τα ψέματα, οι σχέσεις συμφέροντος, το κουτσομπολιό, η κριτική, η απογοήτευση, ο ενθουσιασμός, η χαρά, οι λύπες, οι καλές και οι κακές στιγμές είναι κομμάτια που υπάρχουν σίγουρα στις ζωές πολλών ανθρώπων.

Αλλά αυτό που κυρίως με εκπλήσσει και που παλιότερα ούτε που φανταζόμουν είναι τα κρυμμένα μυστικά. Δε φαντάζεστε πόσα μυστικά κρύβουν οι άνθρωποι. Εγώ πάντως στην πραγματική ζωή, έχω εκπλαγεί τελευταία από αυτά που βγαίνουν στην επιφάνεια. Και, κυρίως, από άτομα υπεράνω κάθε υποψίας…

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

«Παραμυθομαχίες»

Πριν μερικές ώρες «ενημερώθηκα» μέσω του facebook μου για τις… «Παραμυθομαχίες» της Φλώρινας. Και –φυσικά- μπήκα στον πειρασμό να διαβάσω το άρθρο που δημοσιεύτηκε στο μπλοκ Florine@.

Πριν αναφερθώ σ΄ αυτό, πρέπει πρώτα να μιλήσω για τα Πρέσπεια. Δεν θυμάμαι πόσα ακριβώς χρόνια γίνονται, ήταν μια αξιόλογη πολιτιστική πρωτοβουλία του πρώην βουλευτή του νομού, κύριου Γιώργου Λιάνη. (Τον θεωρώ από τους πιο έξυπνους ανθρώπους και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες. Βέβαια, με την πολιτική του –και ειδικά με την αδιαφορία που έδειξε τα τελευταία χρόνια- έχει καταφέρει να είναι από τους πιο απεχθείς και μισητούς Φλωρινιώτες. Τουλάχιστον έτσι το θέτουν οι κάτοικοι της πόλης, αλλά και του νομού γενικότερα.)

Ωραία μέχρι εδώ.

Που θέλω να καταλήξω. Τα Πρέσπεια, κατά την ταπεινή μου γνώμη, έχουν αρχίσει να «φθείρονται». Σχεδόν κάθε χρόνο για μια πενταετία, ίσως και παραπάνω, παρόμοια προγράμματα και οι ίδιοι κι οι ίδιοι τραγουδιστές χωρίς ιδιαίτερες παράλληλες εκδηλώσεις. Έτσι, λοιπόν, ο ενθουσιασμός μου ήταν μεγάλος όταν είδα πως φέτος, στα πλαίσια των Πρεσπείων, έχει προσκληθεί ο αγαπημένος μου Άρης Δημοκίδης, ο γνωστός μπλόγκερ Έντεκα (http://enteka.blogspot.gr/). Τον διαβάζω, όπως έχω πει πολλές φορές, αρκετά χρόνια, μέσα από τα κείμενα του τον έχω αγαπήσει, τον θεωρώ αξιολάτρευτο άνθρωπο και συμφωνώ με τις περισσότερες από τις θέσεις του που προβάλλει στην Lifo, όπου μπλογκάρει(http://www.lifo.gr/team/bitsandpieces) -δε θα πω αρθρογραφεί- πια. Περιμένω πως και πώς να τον γνωρίσω κι από κοντά και, ελπίζω ο καιρός να βοηθήσει για να μπορέσω να πάρω και τα κορίτσια. Έχω μεγάλη περιέργεια να δω τι παραμύθι θα γράψει για την Φλώρινα και, μάλιστα, μαζί με τα παιδιά.

Ώσπου σήμερα διαβάζω αυτό:

Ένταση και λεκτικοί διαξιφισμοί μεταξύ του Γ.Λιάνη και της δημοτικής συμβούλου Δόξας Κωτσαλίδου σκίασαν τη χθεσινή συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της Φλώρινας. Αιτία για το θερμό επεισόδιο αποτέλεσε
η επιλογή του συγγραφέα παραμυθιών και συγγενικού προσώπου του Γ.Λιάνη, Άρη Δημοκίδη, στο πρόγραμμα των φετινών «Πρεσπείων». Η δημοτική σύμβουλος και συγγραφέας παραμυθιών, Δόξα Κωτσαλίδου, κατήγγειλε το γεγονός ότι αγνοήθηκε η ίδια και ζήτησε από το Συμβούλιο να καταψηφίσει την επιχορήγηση των φετινών «Πρεσπείων».
Αμέσως μετά το λόγο πήρε ο καλλιτεχνικός διευθυντής των «Πρεσπείων», Γ.Λιάνης
Στο σημείο αυτό η Δόξα Κωτσαλίδου ανταπάντησε στο Γ.Λιάνη ότι δεν αποδέχεται την πρότασή του και συνέχισε λέγοντάς του χαρακτηριστικά «αν δε με γνωρίζετε εσείς, με γνωρίζουν καλά οι συμβουλάτορές σας», φράση που πυροδότησε ακόμα περισσότερο την μεταξύ τους ένταση και οδήγησε το Γ.Λιάνη να αποχωρήσει από την αίθουσα.

Σ.Σ. Για λόγους πληρέστερης ενημέρωσης των αναγνωστών οφείλουμε να πούμε ότι η Δόξα Κωτσαλίδου έχει ασχοληθεί στα πλαίσια των επιστημονικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων της με τη συγγραφή και παρουσίαση παιδικών παραμυθιών τα τελευταία 20 χρόνια. Αμέσως παρακάτω παραθέτουμε κάποιους συνδέσμους από τις τελευταίες της δημόσιες δραστηριότητες.

Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος
http://florineanews.blogspot.gr/2012/06/blog-post_9924.html

Παρουσίαση χριστουγεννιάτικων παραμυθιών της Δ.Κωτσαλίδου
http://florineanews.blogspot.gr/2011/12/blog-post_8787.html

Χιόνισε Αστερόσκονη στο Αμμοχώρι
http://florineanews.blogspot.gr/2011/12/blog-post_8381.html

Αστερόσκονη Αγάπης στο Φλάμπουρο
http://florineanews.blogspot.gr/2011/12/blog-post_2975.html

Χιόνισε Αστερόσκονη και στη Μελίτη
http://florineanews.blogspot.gr/2011/12/blog-post_3018.html

http://florineanews.blogspot.gr/2012/08/blog-post_2003.html?spref=fb

Και εκπλήσσομαι. Γιατί την Δόξα τυχαίνει να την γνωρίζω πολύ καλά. Ήταν αποσπασμένη στο Παιδαγωγικό όταν ήμουν φοιτήτρια και μας βοηθούσε να οργανώσουμε τις διδασκαλίες μας κατά την διάρκεια των πρακτικών μας ασκήσεων.

Από τότε έχω διατηρήσει επαφή μαζί της, στο μεταξύ έχει γράψει κάποια παραμύθια, ασχολείται γενικά με την συγγραφή και είναι ένα άτομο που εκτιμώ και το θαυμάζω για την δημιουργικότητά του.

Δεν ξέρω αν ο Λιάνης κάλεσε τον Δημοκίδη επειδή, όπως επικαλείται η Δόξα είναι συγγενής του, δεν ξέρω καν αν είναι συγγενής του, πάντως χαλάστηκα πολύ με τις «Παραμυθομαχίες».

Θα προτιμούσα, αντί να μαλώνουμε, να ασχοληθούμε με την Παιδική βιβλιοθήκη που είναι ανοιχτή μόνο δυο δύωρα την εβδομάδα (για το εσωτερικό και την οργάνωσή της δεν το συζητώ καν), που στην ίδια βιβλιοθήκη έχουν μεταφερθεί και τα βιβλία των ενηλίκων (μπορεί κανείς να βρει και τα τελευταία σαχλομπεστ σέλλερ που κυκλοφορούν, όμως οι περισσότεροι κλασικοί συγγραφείς απουσιάζουν) και που τα βιβλία ποίησης, μέχρι πρόσφατα, βρισκόντουσαν αταξινόμητα μέσα στην τουαλέτα…

Dislike

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

Το γαϊτανάκι των παιδιών του κόσμου

Για τον Sven

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που ήταν πολύ λυπημένοι επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Όλοι οι γιατροί και οι σοφοί του βασιλείου τους είχαν προτείνει, ο ένας μετά τον άλλο, ένα σωρό γιατροσόφια και θαυματουργές συνταγές. Χωρίς αποτέλεσμα.

Έτσι λοιπόν υποχρέωσαν τον βασιλιά να κάνει μια δίαιτα όπου επιτρεπόταν να τρώει μόνο αλατισμένα φαγητά και στη βασίλισσα είπαν να καταβροχθίζει τόνους γλυκά και ζαχαρωτά. Όμως το θαύμα που περίμεναν δεν έγινε.

Η δίαιτα με το όνομα «Τραγανό λαχανάκι», που τους επέτρεπε να τρώνε μόνο γεμιστά λάχανα, λάχανα με λαρδί και λαχανόσουπα, είχε ως αποτέλεσμα να χοντρύνει απλά η βασίλισσα και να γουργουρίζει ασταμάτητα η κοιλιά του βασιλιά.
Όταν μάλιστα η βασίλισσα δοκίμασε την τελευταία δίαιτα, έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη, επειδή την υποχρέωναν ν΄ ακούει συνεχώς νανουρίσματα και να κάνει εισπνοές με ταλκ.

Τότε, ο βασιλιάς έδιωξε όλον τον κόσμο από το παλάτι κι αποφάσισε να μην κάνουν πια τίποτα. Να περιμένουν απλώς να τους βοηθήσει η ίδια η φύση.

Ωστόσο, στον πιο ψηλό πύργο του παλατιού ζούσε μια καλή μάγισσα.

Μια μέρα, καθώς ο βασιλιάς κι η βασίλισσα έκαναν τον περίπατό τους, τη συνάντησαν.

-Είστε σίγουροι πως θέλετε να αποχτήσετε ένα παιδάκι;, τους ρώτησε η μάγισσα.

-Απόλυτα σίγουροι, απάντησαν αυτοί.

-Γιατί όμως το θέλετε τόσο πολύ;

-Για να μην είμαστε πια μόνοι!

-Γιατί δεν παίρνετε μια γατούλα;

-Μα δε θέλουμε ζώο!, φώναξε η βασίλισσα. Θέλουμε να κρατάμε στην αγκαλιά μας ένα παιδάκι!

-Τότε, μπορείτε να κρατήσετε στην αγκαλιά σας ένα από τα ανίψια σας!
Ο βασιλιά θύμωσε και της είπε:

-Θέλουμε ένα παιδί… ένα δικό μας παιδί. Ξανθό, μελαχρινό, καστανό ή κοκκινομάλλικο. Αγόρι ή κορίτσι, δε μας νοιάζει, όπως και να είναι, εμείς θα το αγαπάμε.

-Τότε λοιπόν δεν έχετε παρά ν΄ ανοίξετε την αγκαλιά σας! Η γη είναι γεμάτη ορφανά!
Τι σοφή ιδέα! Πως και δεν την είχαν σκεφτεί νωρίτερα;

Ο βασιλιάς άρχισε αμέσως να παλεύει με τη γραφειοκρατία και τα χαρτιά κι η βασίλισσα άρχισε να στολίζει το παιδικό δωμάτιο και να αδειάζει τα παιχνιδομάγαζα!
Το πρώτο παιδί που έκανε επίσημα το βασιλιά και τη βασίλισσα μπαμπά και μαμά ήταν ένα κοριτσάκι από τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου.

Και οι δυο γονείς ερωτεύτηκαν τα απαλά, ολόισια μαλλιά του και τα μαύρα, σχιστά του μάτια.

Το δεύτερο παιδί τους ήταν ένα αγοράκι από την Αφρική. Η Μεγαλειότητά τους έλιωνε από ευτυχία μπροστά στο σοκολατένιο προσωπάκι του.

Έπειτα, όταν απόχτησαν ένα άλλο αγοράκι από το βασίλειο της Αραβίας, με όμορφα καστανά μαλλιά και μελαχρινό δέρμα, η Μεγαλειότητά τους ενθουσιάστηκε που η οικογένειά τους θα μεγάλωνε ακόμα πιο πολύ.

Έτσι λοιπόν το τεράστιο και άδειο παλάτι γέμισε παιδιά.

Ένα βράδυ, που τα μικρά είχαν πλαγιάσει και η Μεγαλειότητά τους ξεκουραζόταν στη δροσιά της νύχτας, το ζευγάρι είδε ξαφνικά ένα δυνατό φως να σχίζει τον ουρανό.
Έκλεισαν τα μάτια θαμπωμένοι και, όταν τα ξανάνοιξαν, πάνω στο γρασίδι, μπροστά τους, είχε προσγειωθεί ένας ιπτάμενος δίσκος. Μ΄ένα μικρό «ζιπ!» άνοιξε μια πόρτα, κατέβηκε ένας εξωγήινος και τους είπε:

-Η αγάπη σας και ο πόθος σας για παιδί ήταν τόσο δυνατά, που διαπέρασαν το γαλαξία. Ορίστε λοιπόν, σας φέραμε ένα δώρο.

Και ο εξωγήινος άφησε απαλά στην αγκαλιά της βασίλισσα δυο φωτεινά πλασματάκια. Εκείνη έχασε τη μιλιά της βλέποντας το όμορφο γαλαζωπό δέρμα αυτών των δύο μωρών, με τα μεγάλα βιολετί μάτια και τα εφτά μακριά δάχτυλα σε κάθε χέρι. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα αγάπησαν παράφορα αυτά τα μικρά.

Τώρα λοιπόν, όταν ο κόσμος τους βλέπει να περνάνε την Κυριακή στον περίπατό τους, όλοι λένε μαγεμένοι:

-Τι υπέροχη οικογένεια! Σαν ένα μπουκέτο λουλούδια.

Είναι το γαιτανάκι των παιδιών του κόσμου!

Της Κορίν Μασόν

(Το παραμύθι συμπεριλαμβάνεται στην συλλογή Το νησί των παραμυθιών και κυκλοφορεί εικονογραφημένο από τις εκδόσεις Πατάκη)

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

Το παραμύθι και οι αδελφοί Γκριμμ

Εδώ και αρκετούς μήνες έχω σταματήσει να διαβάζω οποιοδήποτε είδος λόγου πλην ενός. Έχω περιοριστεί αποκλειστικά και μόνο στα παραμύθια. Πρώτη φορά στη ζωή μου έχω αγοράσει και διαβάσει τόσα πολλά παραμύθια. Τόμους ολόκληρους. Από την Ελλάδα, αλλά και απ΄ όλο τον κόσμο. Σύγχρονα και παλιότερα. « Επώνυμων» δημιουργών, αλλά και «ανώνυμων» λαϊκών ανθρώπων που έχουν διασωθεί από στόμα σε στόμα στο πέρασμα των χρόνων. Έχω εκπλαγεί από τον πλούτο και τη δύναμή τους. Έχω μάθει πράγματα για το συγκεκριμένο είδος λόγου που στο παρελθόν αγνοούσα. Έχω κυριολεκτικά μαγευτεί…

Αυτές τις μέρες φυλλομετρώ τον πρώτο τόμο του βιβλίου «Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμμ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα. Το λιγότερο που μπορώ να πω είναι ότι η δουλειά που κάνανε τα δύο αδέλφια είναι ε-ν-τ-υ-π-ω-σ-ι-α-κ-ή! Στο μυαλό και στη συνείδηση πολλών ανθρώπων(και μέχρι πρόσφατα και στο δικό μου) οι Γκριμμ ήταν απλά δύο πολλοί καλοί παραμυθάδες, με ένα πλήθος όμορφων ιστοριών στο ενεργητικό τους. Κι όμως. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Οι αδελφοί Γκριμμ παρουσίασαν μία δουλειά επιστημονική, καταγράφοντας, διασώζοντας και διατηρώντας στον χρόνο εκατοντάδες λαϊκά γερμανικά παραμύθια…

Οι εκδόσεις Άγρα, με την ποιότητα που πάντα τις διακρίνει, προσφέρουν στο αναγνωστικό κοινό ένα βιβλίο-θησαυρό, που πέρα από τα παραμύθια, έχει μία εισαγωγή-δοκίμιο, χρονολόγιο των δύο αδελφών, καθώς και τον πρόλογό των ίδιων στην πρώτη έκδοση του βιβλίου τους.

Πάντα αναρωτιόμουν γιατί πολλοί άνθρωποι θεωρούν το παραμύθι «ευτελές» και το υποτιμούν. Γιατί αν κάνεις δώρο σε έναν ενήλικα ένα τόμο με παραμύθια ή –γιατί όχι- και ένα εικονογραφημένο παραμύθι δεν το βλέπει πάντα με καλό μάτι, χαμογελάει και δεν το θεωρεί «σοβαρό»; Ε, για ένα τέτοιο κοινό, που ακόμα δεν έχει αντιληφθεί ότι τα παραμύθια είναι για όλους, νομίζω ότι η καταλληλότερη απάντηση είναι Τα Παραμύθια των αδελφών Γκριμμ, από τις εκδόσεις Άγρα. Πολύ σοβαρότερο και πολύ πιο προσεγμένο, ασφαλώς πιο ενδιαφέρον και πιο ουσιαστικό από πολλά μυθιστορήματα της πλάκας που κυκλοφορούν…ελεύθερα!