Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Μπέρτολτ Μπρεχτ: ένας στρατευμένος δημιουργός


Ο Μπρεχτ –ποιητής και τραγουδοποιός είναι λιγότερο γνωστός από τον Μπρεχτ –θεατρικό συγγραφέα και δημιουργό του Επικού θεάτρου. Από τα λίγα παραπάνω από 1000 ποιήματα και τραγούδια που έγραψε, στη χώρα μας έχουν κυκλοφορήσει μεταφρασμένα σε ποιητικές συλλογές, περιοδικά και μέσα από κείμενα θεατρικών έργων του, όχι περισσότερα από το ένα τέταρτό τους. Υπάρχει δηλαδή στην Ελλάδα ένας «άγνωστος Μπρεχτ».
[…]
Τα ποιήματα του Μπρεχτ, όπως και τα θεατρικά κι οι σύντομες ιστορίες του, αντανακλούν καλλιτεχνικά τις διεργασίες που συντελούνταν στη συνείδησή και στη στάση ζωής που εξελικτικά διαμόρφωνε ο ποιητής, δραματουργός και ιστοριογράφος.
Τα πριν το 1926 ποιήματα και μπαλάντες του έχουν έντονη την επίδραση των Βέντεκιντ, Βιγιόν και Ρεμπώ. Εκφράζουν άγρια ανυποταξία κι αντιμπουρζουάδικη ανταρσία, ριζοσπαστική ατομική διαμαρτυρία ενάντια στον πόλεμο και το μιλιταρισμό, τον ξεπεσμό του ανθρώπου στον καπιταλισμό και την αστική ηθικολογική υποκρισία.
[…]
Το 1926 είναι η χρονιά που συντελείται η αποφασιστική στροφή στη σκέψη και τη ζωή του Μπρεχτ, καθώς αρχίζει η πορεία προσέγγισής του στο μαρξισμό.
[…]
Ο Μπρεχτ έφτασε μέχρι το μαρξισμό μέσα από τους δρόμους ενός διανοούμενου.
Είναι γνωστή η αφορμή της πρώτης επαφής μαζί του: όπως εξηγεί κι ο ίδιος σε ποίημα του και σ΄ άλλα γραφτά του, στη διαδικασία συλλογής υλικών για να γράψει το θεατρικό έργο «Τζόε Φλαισχάκερ από το Σικάγο», με σκοπό ν΄ απαντήσει στο ερώτημα «γιατί να τρώω ψωμί πανάκριβο;» ανακάλυψε αυτό που ονόμασε «επαγγελματικό ατύχημά» του. Δεν είχε γνώσεις πολιτικής οικονομίας. Κι όχι μόνο αυτό. Ανακάλυψε ότι επιπλέον δεν μπορούσε να καταλάβει, έτσι όπως τον εξηγούσαν οι διάφορες θεωρίες της αστικής πολιτικής οικονομίας, το μηχανισμό του χρηματιστήριου σταριού στο Σικάγο, που έπαιζε κεντρικό ρόλο στο έργο του. Αναζητώντας κάποια λογική ερμηνεία, έφτασε μέχρι το Κεφάλαιο του Μαρξ…
Το γεγονός και τ΄ αποτελέσματά του, που σφράγισαν από κει και πέρα το έργο και τη ζωή του Μπρεχτ, περιγράφει σε κείμενο του 1934 ο φίλος του Μπρεχτ, ποιητής κι αργότερα υπουργός Παιδείας της ΛΔ Γερμανίας, Γιοχάνες Ρ. Μπέχερ: «Ο Μπρεχτ στράφηκε σε μας ως εξής: Άρχισε η κρίση. Τα μεροκάματα μειώνονταν. Το ψωμί γινόταν πιο ακριβό. Ο Μπρεχτ αποφάσισε να γράψει ένα έργο με ήρωα το στάρι. Οι εξηγήσεις των οικονομολόγων ήταν κάλπικες, άχρηστες. Το στάρι έφερε τον Μπρεχτ στον Μαρξ, κι από τον Μαρξ στον Λένιν. Το θεατρικό έργο δε γράφτηκε ποτέ. Μα δημιουργήθηκε ένας καινούριος Μπρεχτ, ένας Μπρεχτ που εγκατέλειψε το «δεν ανήκω πουθενά» κι εντάχθηκε στις γραμμές των κομμουνιστών εργατών της τέχνης».
[…]
Ενώ ο ίδιος ο Μπρεχτ σημειώνει με παιχνιδιάρικη διάθεση: «Σαν διάβασα το Κεφάλαιο του Μαρξ, κατάλαβα τα θεατρικά μου έργα. Όπως καταλαβαίνετε, εύχομαι μια πλουσιοπάροχη διάδοση αυτού του βιβλίου. Φυσικά, δεν ανακάλυψα ότι είχα γράψει ένα ολόκληρο πλήθος μαρξιστικών θεατρικών έργων χωρίς να χω ιδέα. Αλλά αυτός ο Μαρξ ήταν ο μοναδικός θεατής των θεατρικών μου που είχα δει. Γιατί έναν άνθρωπο με τέτοια ενδιαφέροντα θα πρεπε να τον ενδιαφέρουν άμεσα τα θεατρικά μου. Όχι εξαιτίας της εξυπνάδας τους, αλλά εξαιτίας της δικής του. Θα ‘τανε υλικό θεώρησης γι΄ αυτόν. Αυτό το ‘παθα επειδή διέθετα τόσο λίγες απόψεις, όσο και χρήματα, κι επειδή είχα την ίδια άποψη για τις απόψεις, όπως για τα χρήματα: πρέπει κανείς να τις έχει για να τις δίνει, όχι για να τις κρατά».
[…]
Όσο περισσότερο καθόριζε τη δημιουργία του Μπρεχτ η μαρξιστική κοσμοθεωρία, τόσο πιο λιτά και επιβλητικά, πιο κλασικά, αυτά γίνονται. Όπως έγραφε το 1934 ο Άρνολντ Τσβάιχ: «Ο Μπρεχτ γράφει ποιήματα για το σήμερα, που θα μπορούσαν να φιγουράρουν σε κάποια ρωμαϊκή επιγραφή… ποιήματα γεννημένα από το πνεύμα της αρχαιότητας μέσα από το πνεύμα της σύγχρονης πρόζας, που δημιουργούν κάτι πραγματικά καινούριο: μια αρχαϊκή απλότητα συνδυασμένη με τον πιο άμεσο δεσμό με την πραγματική ζωή –ποιήματα των καιρών μας. Κι ανάμεσά τους είναι ποιήματα, που αν τα διαβάσει κανείς με φυσικό ύφος, μπορεί να τα καταλάβει κάθε εργάτης, κάθε κουρασμένη απ΄ το γραφείο της δακτυλογράφος».
Αυτό συμβαίνει γιατί ο Μπρεχτ, γράφοντας ποιήματα που δεν αντανακλούν απλά την ταξική πάλη, άλλα ήταν και μαθήματα για το πώς να διεξάγεται, ανάπτυξε μια ποιητική γλώσσα, που ήδη εμπεριέχει την απαιτούμενη αναφορά στην εμπειρία. Πράγμα που αυτό καθαυτό εξαναγκάζει τις προτάσεις που σχηματίζει να σχετίζονται με την πραγματικότητα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε την ευρύτητα, που μ΄ αυτήν αντιλαμβανόταν ο Μπρεχτ την έννοια της ομορφιάς, το ότι σ΄ αυτήν συμπεριλάμβανε και την έννοια του σωστού. Όπως σημειώνει το 1951 ο ποιητής Πάουλ Ρίλα: «Η ίδια ποιητική γλώσσα που ζυγίζει τα γεγονότα, ζυγίζει και την αλήθεια ή την έλλειψη αλήθειας τους. Για να διεξάγεται σωστά η πάλη, πρέπει να δοκιμάζονται τα συνθήματα της πάλης. Το νέο και μεγάλο χαρακτηριστικό των ποιημάτων του Μπρεχτ είναι ότι μεταφράζουν καθαρά σε μια γλώσσα αισθημάτων αυτή την πορεία της δοκιμής, του τσιμενταρίσματος της έννοιας, ακριβώς όπως υποβάλλουν τη γλώσσα αισθημάτων της πραγματικότητας στον διαλεκτικό έλεγχο. Ο ρεαλισμός του Μπρεχτ είναι το αποτέλεσμα μιας έντασης, όπου το ένα χαρακτηριστικό προκαλεί το άλλο, που μέσα απ΄ αυτή η σκέψη γίνεται πίστη και η πίστη σκέψη».
Αυτό γίνεται γιατί τα ποιήματα του Μπρεχτ παρακινούν τον αναγνώστη ή τον ακροατή να σκεφτεί διαλεκτικά και τοποθετούν πλάι-πλάι τα προσωπικά συμπεράσματα με τις αποφάσεις. Ενσωματώνεται έτσι στα ποιήματά του κείνη η ποιότητα, που ο Μπρεχτ αποδίδει στον κομμουνισμό: «Είναι το απλό, που είναι δύσκολο να γίνει». Όλα αυτά έχουν σχέση με την αντίληψη του Μπρεχτ για τον τρόπο λειτουργίας της τέχνης μέσω της μάθησης. Όπως έγραφε στο γνωστό κείμενο του 1934 ο Τετριάκοφ: «Ο Μπρεχτ ισχυρίζεται ότι η τέχνη είναι ένα τμήμα της παιδαγωγικής. Αν οι άνθρωποι γενικά αποφεύγουν την διδαχή, αν προσβάλλονται από κάθε διδακτικό τόνο, αυτό συμβαίνει απλά επειδή τα σχολεία τους είναι χώροι διαστροφής του ανθρώπινου μυαλού. Η πραγματική καθοδήγηση είναι κάτι επιθυμητό, κι ο άνθρωπος που τη δέχεται, που γίνεται σοφότερος και πιο δυνατός, δε μπορεί παρά να ναι ευχαριστημένος».
[…]
Τίποτα στην ποίηση του Μπρεχτ δεν αναφέρεται ασυνείδητα ή τυχαία. Όπως έγραφε η Άννα Ζέγκερς, Πρόεδρος της Ένωσης Συγγραφέων της ΛΔ Γερμανίας μέχρι το θάνατό της πριν λίγα χρόνια: «Ο Μπρεχτ κάποτε μου είπε πως δεν πρέπει να γράφω ούτε μία πρόταση απρόσεκτα. Πρέπει να φέρω την ευθύνη για κάθε πρόταση. Όχι μόνο για την έννοια. Μα για κάθε λέξη και για κάθε κόμμα. Δε θα ‘πρεπε ν΄ αφήνεις ούτε μια πρόταση πριν την ελέγξεις ξανά και ξανά».

ΝΑΝΤΙΑ ΒΑΛΑΒΑΝΗ (από το βιβλίο Μπέρτολτ Μπρεχτ ποιήματα, εκδόσεις σύγχρονη εποχή)

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Password

Ιστορίες Μπονζάι

Δυο καλοκαίρια ολόκληρα, όταν πήγαινα στο χωριό για διακοπές, έκλεβα δίκτυο από το γείτονα. Στην αρχή το είχε ανοιχτό, χωρίς κωδικό. Όταν κατάλαβε ότι κάποιος τον έκλεβε, έβαλε password. Μια μέρα στο καφενείο τον ρώτησα την ημερομηνία γέννησής του, δήθεν ότι ήθελα να μάθω το ζώδιό του. Γύρισα σπίτι και πληκτρολόγησα τους αριθμούς. Δυό καλοκαίρια έτσι κατέβαζα μουσική. Ως κι ευχετήρια κάρτα σκέφτηκα να του στείλω στα γενέθλιά του. Σήμερα, 12 Ιουνίου 2009, μόλις πήρα την άδεια μου, μπήκα στο λεωφορείο για το χωριό. Φτάνω και βλέπω απέναντι φέρετρο. Γνέφω στη μάνα μου. «Τον χτύπησε αυτοκίνητο», είπε. «Πήγε άδικα, τόσο νέος». Ανέβηκα στο δωμάτιό μου, άνοιξα τον υπολογιστή και πληκτρολόγησα το password:δούλευε ρολόι.

Γιάννης Παλαβός, Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 51, Αθήνα, Δεκέμβριος 2011.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Ιστορίες από την Ινδία

Πολύ καιρό «φλέρταρα» με το συγκεκριμένο βιβλίο, ώσπου το απέκτησα και ησύχασα. 17 συνολικά ιστορίες(τις περίμενα πιο ενδιαφέρουσες η αλήθεια είναι) και εκπληκτική εικονογράφηση. Παραθέτω την τελευταία ιστορία, έτσι για να πάρετε μια γεύση.

Μία ιστορία για τις ιστορίες

Πολλές από τις ιστορίες που διαβάσατε σ΄ αυτό το βιβλίο είναι εκατοντάδων ετών. Έχουν ειπωθεί άπειρες φορές, περνώντας από τη μια γενιά στην άλλη. Μερικές, όπως του Άκμπαρ και του Μπιρμπάλ, έχουν τις ρίζες τους σε πραγματικούς ανθρώπους και γεγονότα. Πάντως, κάθε φορά που μια ιστορία λέγεται, αλλάζει κι από λίγο. Μετά από τόσες πολλές αφηγήσεις, είναι αδύνατον να πούμε κατά πόσον μια ιστορία είναι αληθινή, και κατά πόσον τις έπλασε η φαντασία. Οι περισσότερες απ΄ αυτές τις ιστορίες είναι τόσο παλιές, που κανένας δε γνωρίζει ποιος τις είπε για πρώτη φορά. Υπάρχουν ιστορίες ακόμα και για την πιθανή προέλευση αυτών των ιστοριών. Μια τέτοια ιστορία λέει τα εξής:

Ένα καλοκαιριάτικο βράδυ, τα πολύ παλιά χρόνια, ο θεός Σίβα και η πανέμορφη γυναίκα του, η Παρβάτι, κάθονταν στο παλάτι τους στον ουρανό. «Θέλω να μου πεις μια ιστορία», είπε η θεά στον άντρα της.
«Μετά χαράς, αγάπη μου», απάντησε ο Σίβα.
«Όχι όμως μια οποιαδήποτε παλιά ιστορία», σούφρωσε τα χείλια της η Παρβάτι. «Θέλω μία ειδικά για μένα. Κάποια που να μην την έχει ξανακούσει κανείς στην οικουμένη».
Έτσι, Ο Σίβα είπε στην Παρβάτι μια ιστορία.
Η ιστορία ήταν ωραία και η θεά είχε απορροφηθεί εντελώς, από την αρχή μέχρι το τέλος. «Αυτή είναι η καλύτερη ιστορία που έχω ακούσει ποτέ μου», ξεφώνισε από χαρά. «Πες μου άλλη μία».
Ο θεός γέλασε και της είπε ακόμα μία, κι έπειτα κι άλλη, κι άλλη, μέχρι που τα μάτια της Παρβάτι βάρυναν από τη νύστα και σύντομα αποκοιμήθηκε.
Αλλά η θεά δεν ήταν η μόνη που άκουσε τις ιστορίες. Ένας από τους υπηρέτες του Σίβα είχε έρθει να τον δει. Όταν άκουσε τον αφέντη του να μιλάει, στάθηκε για λίγο έξω από την αίθουσα, μη θέλοντας να τον διακόψει. Κρυφάκουσε την αρχή της πρώτης ιστορίας και καταγοητεύτηκε. Ανήμπορος ν΄ απομακρυνθεί, άκουσε τη μια ιστορία μετά την άλλη, ακουμπώντας τ΄ αφτί του στην πόρτα, για να μη χάσει ούτε λέξη.
Μόλις ο Σίβα τελείωσε, ο υπηρέτης έτρεξε στο σπίτι του, πλημμυρισμένος από επιθυμία να μοιραστεί αυτούς τους υπέροχους μύθους. Η πρώτη ιστορία άρεσε τόσο πολύ στη γυναίκα του, που τον ανάγκασε να μείνει ξύπνιος ολόκληρη τη νύχτα, για να της πει και τις υπόλοιπες.
Η γυναίκα του υπηρέτη δούλευε στο παλάτι, σαν καμαριέρα της Παρβάτι. Την ώρα που χτένιζε τα μαλλιά της θεάς το επόμενο πρωί, το κεφάλι της ήταν γεμάτο από τις καταπληκτικές ιστορίες που είχε ακούσει. Για να διασκεδάσει την κυρά της, η υπηρέτρια άρχισε να τις αφηγείται.
Η Παρβάτι άκουσε για μερικά λεπτά, κατόπιν σηκώθηκε και όρμησε έξω από το δωμάτιο. Ήταν έξαλλη. Πηγαίνοντας στον άντρα της φώναξε: «Υποσχέθηκες να μου πεις ιστορίες που κανένας δεν είχε ξανακούσει ποτέ!».
«Ναι», είπε ο Σίβα δείχνοντας μπερδεμένος. «Κι αυτό ακριβώς έκανα».
«Ακόμα και η καμαριέρα μου γνωρίζει αυτές τις ιστορίες», φώναξε η Παρβάτι.
Ο Σίβα ζήτησε να φωνάξουν την καμαριέρα αμέσως. «Ποιος σου είπε αυτές τις ιστορίες;», ρώτησε.
«Ο άντρας μου», είπε η καμαριέρα ντροπαλά.
Έτσι, ο Σίβα κάλεσε τον άντρα της. «Που βρήκες τις ιστορίες;», ρώτησε με μάτια που έβγαζαν σπίθες.
Με γόνατα κομμένα από τον τρόμο, ο υπηρέτης εξομολογήθηκε: «Δεν το ήθελα. Άκουσα κατά λάθος ένα μικρό κομμάτι στην αρχή, και μετά δεν άντεχα να μην ακούσω το υπόλοιπο. Λυπάμαι που τις είπα και στη γυναίκα μου», πρόσθεσε. «Αλλά οι ιστορίες ήταν τόσο ωραίες, που δεν μπορούσα να κρατηθώ».
«Αφού είναι έτσι», είπε θυμωμένη η Παρβάτι, «μπορείς να πας και να τις πεις σ΄ όλο τον κόσμο. Και μην τολμήσεις να επιστρέψεις, παρά μόνο όταν τις μάθει και ο τελευταίος άνθρωπος στον πλανήτη».
Έτσι, ο φτωχός υπηρέτης εκδιώχτηκε από τον παράδεισο.
Περιπλανήθηκε στη γη, λέγοντας τις ιστορίες που είχε ακούσει σε όποιον συναντούσε.
Κι απ΄ όσο γνωρίζουμε, ίσως ακόμα να τις αφηγείται...

Ιστορίες από την Ινδία, Anna Milbourne-Lina Edwards, μετάφραση Κατερίνα Παπαδημητρίου, εκδόσεις Άγκυρα

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Η Ανάσταση

Είχα χρόνια να διαβάσω την Ανάσταση, του Τολστόι(την πρωτοδιάβασα στο λύκειο) και, έτσι, επειδή μου είχε λείψει η ρώσικη λογοτεχνία, είπα να είναι το πρώτο βιβλίο μου για το 2012. Ασφαλώς και δεν με απογοήτευσε. Κλασικός και αγαπημένος Τολστόι.

Όλο το βιβλίο περιστρέφεται γύρω από δύο κύριους χαρακτήρες. Έναν γυναικείο, της Κάτιουσας (Αικατερίνη Μάσλοβα), μιας ιερόδουλης και του Νεχλιούντωφ (πρίγκιπας Δημήτριος Ιβάνοβιτς Νεχλιούντωφ), ενός αριστοκράτη.
Η ιστορία ξεκινάει στη φυλακή, απ΄ όπου η νεαρή γυναίκα μεταφέρεται στο δικαστήριο, με την κατηγορία της κλοπής και της δολοφονίας. Εκεί, καλείται ως ένορκος ο πρωταγωνιστής, και από εκείνη την στιγμή συντελείται μέσα του μία τεράστια αλλαγή. Αυτό γιατί στο πρόσωπο της κοπέλας αναγνωρίζει την παλιά του αγαπημένη, ένα κορίτσι που είχε ερωτευτεί και είχε αποπλανήσει πριν πολλά χρόνια. Νιώθοντας υπεύθυνος για όλα όσα συμβαίνουν στην Κάτιουσα, αποφασίζει όχι μόνο να την βοηθήσει με κάθε τρόπο, αλλά και να αφιερώσει την ζωή του σε κείνην…

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

«Έτσι κάνουμε όλοι μας», σκεφτόταν ο Νεχλιούντωφ, «ζούμε με την πεποίθηση πως είμαστε εμείς ο ίδιοι κύριοι της ζωής μας, και πως η ζωή μας δόθηκε γι΄ απλή απόλαυση. Μα αυτό είναι μια πεποίθηση ασυναίσθητη. Ο άνθρωπος δεν ήρθε στον κόσμο για το γούστο του΄ κάποιος τον έστειλε και για κάποιον ασφαλώς λόγο. Εμείς όμως αποφασίσαμε να ξεχάσουμε το ολοφάνερο αυτό πράγμα και να φανταστούμε πως ζούμε μονάχα για την απόλαυση της ζωής. Κι απορούμε ύστερα απ΄ αυτό γιατί υποφέρουμε και πληττουμε…»


Εγώ έχω μία όμορφη μπορντώ δερματόδετη έκδοση, Άλμπατρος Ακαδημαϊκή, σε μετάφραση του Λ.Μποτροβιτς(που δυστυχώς όμως δεν με ενθουσίασε) και απ΄ ό, τι βλέπω, δεν έχει και πολύ μεγάλη σχέση με την μετάφραση που μπορείτε να βρείτε εδώ, για το ίδιο βιβλίο:

http://www.scribd.com/doc/35767048/%CE%91%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%9B%CE%AD%CE%BF%CE%BD-%CE%A4%CE%BF%CE%BB%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%B9

Επίσης, ενδιαφέροντα στοιχεία για την Ανάσταση,(όπως ότι το βιβλίο βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, πράγμα που δεν γνώριζα κι ότι ο συγγραφέας αφορίστηκε εξαιτίας του από την ρωσική Ιερά Σύνοδο) βρήκα εδώ:

http://www.pare-dose.net/?p=3757

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Τρία αποσπάσματα από το ποιητικό έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ

Από το «Για τη δυσπιστία του ατόμου»

…Κάποιο, σαν πέφτουν στο νερό, φτάνουν στου ποταμού την όχθη
Σαν παιχνιδάκι να ‘τανε.
Άλλοι με κόπο και κάποιοι άλλοι δεν φτάνουν καθόλου.
Αυτό δεν ενδιαφέρει το ποτάμι.
Πρέπει του ποταμιού την όχθη να τη φτάσεις.

Από το «Εγκώμιο στη διαλεκτική»

Όποιος ακόμα ζει, δε λέει: Ποτέ!
Το σίγουρο δεν είναι σίγουρο.
Όπως ακριβώς είναι, έτσι δε μένει.
Όταν πουν ό, τι είχανε οι κυρίαρχοι να πούνε
Θα μιλήσουνε οι κυριαρχούμενοι.
Ποιος τολμάει να πει: Ποτέ;
Ποιος φταίει, σαν η καταπίεση παραμένει; Εμείς.
Ποιος θα φταίει σαν η καταπίεση συντριβεί; Εμείς πάλι.
Όποιος γονατισμένος είναι, όρθιος να σηκωθεί!
Όποιος χαμένος είναι, να παλέψει!
Όποιος την κατάστασή του έχει αναγνωρίσει, πώς να εμποδιστεί;
Γιατί οι νικημένοι του σήμερα είναι οι νικητές του αύριο.
Και το Ποτέ γίνεται: Σήμερα ακόμα!

Ποιος είναι ο εχτρός σου;

Τον πεινασμένο, που σ΄ άρπαξε
Το τελευταίο ψωμί, σαν εχτρό τον αντιμετωπίζεις.
Μα τον κλέφτη, που δεν πείνασε ποτέ του
Δεν ορμάς ν΄ αρπάξεις από το λαρύγγι.

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

…Η ονειρεμένη Φρουτοπία


Παρόλο που τολμώ να πω πως δεν ήταν το αγαπημένο μου παιδικό πρόγραμμα (λάτρευα την Κάντυ Κάντυ και τίποτα δεν μπορούσε να την συναγωνιστεί), δεν παύει να είναι ένα κομμάτι από την παιδική μας ηλικία -κυρίως της γενιάς της δεκαετίας του ’80. Έτσι, όταν βρήκα ένα παλιό τεύχος του περιοδικού culture (κυκλοφορούσε με την εφημερίδα Ο κόσμος του Επενδυτή) και (ξανα)διάβασα το αφιέρωμα στην Φρουτοπία του λατρεμένου παραμυθά Ευγένιου Τριβιζά, ε, δεν άντεξα. Δακτυλογράφηση και…να το!

(ΑΣΧΕΤΟ:Λυπάμαι, που, ενώ κάποτε ταξινομούσα μανιωδώς ένθετα και άρθρα από περιοδικά και εφημερίδες, που επίσης μανιωδώς αγόραζα, δεν κατόρθωσα να τα διαφυλάξω, κυρίως λόγω έλλειψης χώρου. Ποιος ξέρει πόσα ωραία άρθρα και αφιερώματα έχασα έτσι…Κρίμα…)


Η ΦΡΟΥΤΟΠΙΑ ΞΑΝΑΧΤΥΠΑ
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΦΡΟΥΤΟΠΙΑΣ

Ελάχιστες τηλεοπτικές σειρές κατορθώνουν να μείνουν στη μνήμη του κοινού. Η «Φρουτοπία», το χιουμοριστικό έπος του Ευγένιου Τριβιζά, ανήκει σε αυτές τις εξαιρέσεις. Η δημοφιλής σειρά είχε ξεκινήσει πρώτα ως κόμικς το 1983 (με σκίτσα του Νίκου Μαρουλάκη) κι αργότερα, το 1987, μεταφέρθηκε στην τηλεόραση από την οικογένεια Σοφιανού. Το τέλος, όμως, της συναρπαστικής ιστορίας δεν το μάθαμε ποτέ. Έπειτα από τόσα χρόνια, οι αναγνώστες της εφημερίδας «Ο Κόσμος του Επενδυτή» θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν σε κόμικς τη θρυλική «Φρουτοπία» ολοκληρωμένη. Συνολικά πενήντα τεύχη –τα τελευταία εκ των οποίων δημοσιεύονται για πρώτη φορά- θα διανέμονται κάθε Σάββατο μαζί με την εφημερίδα. Μετά τις μυστηριώδεις εξαφανίσεις, τις αλλεπάλληλες φρουτοσυρράξεις και ανατροπές, θα δούμε επιτέλους την αυλαία να πέφτει! Ο δημιουργός του εικονογραφημένου έπους, Ευγένιος Τριβιζάς- ίσως ο δημοφιλέστερος σύγχρονος συγγραφέας παιδικών βιβλίων- απαντά στα ερωτήματα του «Culture» για τις περιπέτειες της «Φρουτοπίας».

ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΝΙΑ ΣΤΑΙΚΟΥ

-Δεν γνωρίζω τι ακριβώς συνέβη και, ενώ η «Φρουτοπία» είχε εγκριθεί και προγραμματιστεί, διεκόπη αιφνιδίως στη μέση του τρίτου κύκλου, αφήνοντας στα κρύα του λουτρού τους φανατικούς θεατές που την παρακολουθούσαν. Ίσως κάποιος άλλος δημοσιογράφος εξίσου δαιμόνιος με τον Πίκο Απίκο θα πρέπει να διερευνήσει διεξοδικά το θέμα.

-Όταν δεν δίδεται κάποια επίσημη εξήγηση για μια απόφαση, η οποία δείχνει τουλάχιστον έλλειψη σεβασμού προς τους θεατές, φυσικό είναι να ευδοκιμούν οι πάσης φύσεως φήμες, διαδόσεις και θεωρίες. Τη θεωρία περί πολιτικών, που αναγνώριζαν τους εαυτούς τους σε φρούτα και λαχανικά, την έμαθα κι εγώ από συναδέλφους σας δημοσιογράφους, αλλά δεν είμαι σε θέση να την επιβεβαιώσω. Ίσως πάλι ενόχλησε το γεγονός ότι το υπουργικό συμβούλιο της «Φρουτοπίας» απαρτίζεται από επτά σπουδαία λάχανα, ότι το υπουργείο Παιδείας το αναλαμβάνει ο Βλάσης το βλίτο και ότι καθίσταται αναγκαία η ίδρυση υπουργείου Οφθαλμαπατών. Ίσως το τελευταίο αποδειχτεί προφητικό και αποκτήσει και η χώρα μας παρόμοιο υπουργείο, το οποίο, για να ικανοποιεί τις ανάγκες του εκλογικού σώματος, θα εκτελεί άνευ κόστους μεγαλεπήβολα έργα-οφθαλμαπάτες!

-Η «Φρουτοπία» είναι έργο διαχρονικό και δι-ηλικιακό. Απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους αναγνώστες. Το παράδοξο είναι ότι το κενό που άφησε η μη ολοκλήρωση της τηλεοπτικής σειράς αύξησε το ενδιαφέρον και πολλαπλασίασε τις τάξεις των οπαδών της «Φρουτοπίας». Τόσα χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή της κατακλύζομαι από ηλεκτρονικές επιστολές ενηλίκων που ζητούν να τους βοηθήσω να βρουν τα επεισόδια που έχουν χάσει ή να πληροφορηθούν το φινάλε του έργου.

-Το θέμα της «Φρουτοπίας» είναι ακριβώς η αντίσταση των φρούτων μιας μυθικής χώρας, εναντίον της εκμετάλλευσης των μανάβηδων και της απειλής δύο παντοδύναμων και αδίστακτων πολυεθνικών εταιριών, της Λεμονοστίφτεν και της Κομποστάλ, οι οποίες σχεδιάζουν να τα κάνουν αναψυκτικά και κομπόστες. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Θάνος το Κολοκυθάκι –ένας από τους κεντρικούς ήρωες του έργου- ονειρεύεται να δείρει έναν μανάβη. Η οικειοποίηση και χρήση τίτλου της τηλεοπτικής σειράς ως εμπορικού σήματος από την Coca Cola θα αναιρούσε τον μύθο, το μήνυμα και το πνεύμα του έργου.

-Η ιδέα της «Φρουτοπίας» ξεκίνησε την εποχή που έγραφα στο παιδικό περιοδικό «Το Ρόδι», όταν το εξέδιδε η Δροσούλα Έλιοτ. Εκεί πρωτοδημοσίευσα μια συνέντευξή μου με ένα μήλο ονόματι Αιμίλιο, το οποίο καταγόταν από το μήλο που είχε πέσει στο κεφάλι του Νεύτωνα και παραπονιόταν για την ευνοϊκή μεταχείριση των ροδιών από το περιοδικό. Η συνέντευξη αυτή άρεσε στον τότε διευθυντή του παιδικού προγράμματος της ΕΡΤ Νίκο Πυλάβιο, ο οποίος έτυχε να τη διαβάσει και μου ζήτησε να γράψω μια σειρά από παρόμοιες συνεντεύξεις με φρούτα και λαχανικά. Για να μην είναι ξεκάρφωτες οι συνεντεύξεις, αποφάσισα να τις συνδέσω μεταξύ τους, δημιουργώντας μια μυθική χώρα, τη Φρουτοπία, και έναν δημοσιογράφο, τον Πίκο Απίκο. Έπρεπε όμως να επινοήσω έναν λόγο για την επίσκεψη του Απίκου στη Φρουτοπία και αυτός ήταν ο πανικός που προκαλεί η ξαφνική και μυστηριώδης εξαφάνιση ενός μανάβη. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία και δη συναρπαστική, το τέλος της οποίας θα πληροφορηθείτε στο 50ο τεύχος της νέας ολοκληρωμένης έκδοσης.

-Το έπος της «Φρουτοπίας» είναι ένα από τα πιο πολυπρόσωπα και πολυσύνθετα έργα που έχω γράψει, με πάνω από εκατό κύριους και δευτερεύοντες χαρακτήρες. Ο λαβύρινθος των μεταξύ τους σχέσεων, διασυνδέσεων και μηχανορραφιών, τόσο σε προσωπικό και ψυχολογικό όσο και σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, απαιτούσε προσεχτική αποδελτίωση και συνεχή εγρήγορση.

-Ο πρώτος στόχος μου είναι κάτι που το χρωστάω στους θεατές και αναγνώστες, που χρόνια τώρα περιμένουν να μάθουν το τέλος: να δημοσιευτεί ολοκληρωμένη η πλήρης σειρά, δηλαδή και τα τρία ταξίδια του Πίκου Απίκου. Το επόμενο στάδιο είναι να συνεχιστεί το έπος μελλοντικά, με έναν τέταρτο κύκλο περιπετειών του δαιμόνιου δημοσιογράφου στη θρυλική αυτή χώρα.

-Συχνά η φαντασία προηγείται της πραγματικότητας. Για παράδειγμα, στο βιβλίο μου «Οι γιαγιάδες με τα γιο-γιο» περιγράφω ένα λούνα παρκ για γιαγιάδες. Πριν από μερικές μέρες διάβασα στις εφημερίδες ότι ένα τέτοιο λούνα παρκ ιδρύθηκε στη Νορβηγία.

-Τα παιδιά μπορούν να καταλάβουν πολύ περισσότερα απ΄ όσα νομίζουμε ή θέλουμε να πιστεύουμε. Μπορεί να μην αντιλαμβάνονται την έννοια της πολιτική όπως εμείς οι ενήλικοι, αλλά καταλαβαίνουν πολύ καλά τι σημαίνει μια ψεύτικη υπόσχεση, μεγαλόστομα λόγια χωρίς αντίκρισμα ή ανυπόστατες δικαιολογίες.

-Με τον κατάλληλο τρόπο μπορούμε να μιλήσουμε στα παιδιά ακόμα και για τα πιο λεπτά και επώδυνα θέματα. Για παράδειγμα, το θέμα του ρατσισμού το πραγματεύομαι στην «Τελευταία μαύρη γάτα», της κακοποίησης των παιδιών στο «Λυπημένο αρκουδάκι» και της προσφυγιάς στο «Γουρουνάκια κουμπαράδες».

Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ COCA COLA
Το ταλέντο και η ευρηματικότητα του Ευγένιου Τριβιζά ξεδιπλώνονται σε παραμύθια, θεατρικά έργα, κόμικς και εκπαιδευτικά βιβλία. Η φήμη του έχει ξεπεράσει προ πολλού τα ελληνικά σύνορα, καθώς το έργο του έχει μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Επιπλέον, είναι ο νικητής μιας θρυλικής αναμέτρησης: όταν η κόκα κόλα θέλησε να εισαγάγει στη χώρα μας ένα ποτό με την επωνυμία Φρουτοπία, ο Τριβιζάς αντιστάθηκε σθεναρά και απέτρεψε την κυκλοφορία του. Σε μια εποχή που το μάρκετινγκ εκμεταλλεύεται εκδοτικά φαινόμενα, όπως τον Χάρι Πότερ, είναι χρήσιμο να θυμόμαστε τέτοιου είδους περιστατικά.

ΑΤΑΚΕΣ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ «ΦΡΟΥΤΟΠΙΑΣ» ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
-«Στύψε, στύψε, όλο και κάτι θα στάξει»: Ζαχαρίας Ζουπηχτός, κορυφαίο στέλεχος της πολυεθνικής εταιρείας Λεμονοστίφτεν.
-«Σας υπόσχομαι κοτσάνια και κοτσάνες και μποστάνια, δροσοπηγές, ζεμπίλια και λαγούς με πετραχήλια»: Αιμίλιος το μήλο, απόσπασμα από τον προεκλογικό του λόγο.
-«Θα τους καρυδώσουμε τους εχθρούς μας!»: Φώντας το σκληρό καρύδι, στρατηγός της Φρουτοπίας.
-«Κανένας δε θα τη γλιτώσει, θα βάλω εγώ στα φρούτα γνώση. Δεν θα μείνει ούτε μια μπανάνα όρθια στη Φρουτοπία»: Μανόλης ο Μανάβης, λίγο πριν από την ιστορική μάχη του Μαναβηταρλώ.

ΟΙ «ΔΙΑΣΗΜΟΙ» ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
-Πίκος Απίκος: Ο δαιμόνιος δημοσιογράφος που αναλαμβάνει την επικίνδυνη αποστολή να ταξιδέψει στην μακρινή Φρουτοπία, για να εξιχνιάσει το μυστήριο της εξαφάνισης του Μανόλη του Μανάβη και ζει μέρα με τη μέρα τα συναρπαστικά γεγονότα που σημαδεύουν ανεξίτηλα την ιστορία του τόπου, αλλά και τη δική του ιστορία.
-Αιμίλιος το μήλο: Πρόεδρος της κυβέρνησης των φρούτων. Κατάγεται από το μήλο που είχε πέσει στο κεφάλι του Νεύτωνα. Κυβερνάει την Φρουτοπία μαζί με το υπουργικό συμβούλιο, τα εφτά σπουδαία λάχανα.
-Αρχέλαος το Λαχανιασμένο Λάχανο: Περιφρονημένος δρομέας που φτάνει πάντα τελευταίος στους αγώνες δρόμου και όλοι τον κοροϊδεύουν. Η μοίρα όμως του επιφυλάσσει να αναδειχτεί σε πραγματικό ήρωα και σωτήρα της Φρουτοπίας.
-Πιπεριά η Φαρμακόγλωσσα: Ιδιοκτήτρια πανδοχείου δέκατης όγδοης κατηγορίας. Της αρέσει να ξεσκονίζει με τις βλεφαρίδες της τις κλειδαρότρυπες των δωματίων των πελατών της. Τα δωμάτια στο ξενοδοχείο της δεν έχουν ντους. Έχουν όμως μπόλικες τρύπες στη σκεπή.
-Μάτα η Ντομάτα: Ζουμερή ντομάτα ερωτευμένη με τον Βρασίδα το Κρεμμύδι, ο οποίος όμως την απορρίπτει, επειδή τη βρίσκει πολύ ώριμη.
-Θάνος το Κολοκυθάκι: Το ταπεινό κολοκυθάκι που ονειρεύεται να δείρει έναν μανάβη. Θα πραγματοποιηθεί άραγε ποτέ το όνειρό του;
-Μανόλης ο Μανάβης: Ένας βλοσυρός μανάβης που η ξαφνική και ανεξήγητη εξαφάνισή του γίνεται αφορμή για την επανάσταση των φρούτων και την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της θρυλικής Φρουτοπίας.
-Βλάσης το Βλίτο: Ένα βλίτο με απελπιστικά χαμηλό δείκτη ευφυΐας, που καταφέρνει όμως να ανακηρυχθεί πρύτανης του πανεπιστημίου.
-Φρουφρού η Φράουλα: Μοιραία τραγουδίστρια που τα βράδια τραγουδά αισθησιακά τραγούδια στο νυχτερινό χορευτικό κέντρο «Το ταψί», ενώ στο πιάνο τη συνοδεύει ένα αράπικο φιστίκι.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ CULTURE, Ο Κόσμος του Επενδυτή, 7-9 Μαρτίου 2008, τεύχος 09.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Μετά από τρία χρόνια…

Το βιβλίο μας, 12 εκδοχές για εκείνη(Θεοφάνης Θεοφάνους, εκδόσεις Περί Τεχνών), συνεχίζει την πορεία του… Βρίσκουμε ενδιαφέρουσες πληροφορίες γι΄ αυτό κατά καιρούς, όπως ότι ταξιδεύει στην Ελλάδα με το bookcrossing…

http://www.bookcrossing.com/journal/9905638

Και, ακόμα, αυτή την εβδομάδα, συγκεντρώνοντας 5 κουπόνια από την εφημερίδα Πελοπόννησος, μπορεί όποιος θέλει να το προμηθευτεί στην τιμή των 5 ευρώ…

http://www.pelop.gr/?Page=%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1%20%CE%B1%CF%87%CE%B1%CE%90%CE%B1%CF%82

Εύχομαι σύντομα και σε άλλα ευχάριστα νέα, αλλά κυρίως να δούμε κι άλλα βιβλία μας τυπωμένα…

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Ο φτωχός και τα γρόσια

Ήταν ένας φτωχός με πολλά παιδιά και δούλευαν με τη γυναίκα του όλη μέρα. Κάθε βράδυ, που ήταν κουρασμένοι, ήθελαν να φάνε το ψωμάκι τους ήσυχα κι αναπαμένα, κι έπειτα να πιάσει ο πατέρας τη λύρα του, να χορεύουν τα παιδιά, και να περνούν ζωή αγγελική.

Δίπλα κάθουνταν ένας πλούσιος, και σαν άκουε κάθε βράδυ τα γέλια και τις χαρές του φτωχού, παραξενευόταν: «Πώς εγώ, μαθές, να μην είμαι ευχαριστημένος και αναπαμένος σαν αυτόν, όλη μέρα αξίνη και το βράδυ γλέντι». Λέει: «Να του δώσω θέλω γρόσια, να δω τι θα τα κάνει».
Πάει βρίσκει το φτωχό, του λέει:

-Επειδή σε ξέρω τίμιο άνθρωπο, να, σου δίνω χίλια γρόσια, ν΄ ανοίξεις πραμάτεια, ό, τι θες΄ κι αν πλουτίσεις, μου τα δίνεις, ειδεμή, σου τα χαρίζω».

Όλη μέρα πια ο φτωχός εσυλλογιόνταν τι να τα κάνει τόσα γρόσια. Τα φέρνει από δω, τα φέρνει από κει: «Ν΄ ανοίξω πραματευτάδικο; Να τα βάλω στον τόκο; Να πάρω αμπελοχώραφα;».

Έρχεται το βράδυ, ούτε λύρα να πιάσει, μιλιά, τσιχ δεν έκαναν τα παιδιά του. Να γελάσουν, τα μάλωνε΄ όλη νύχτα δεν έκλεισε μάτι απ΄ τη συλλογή. Την άλλη μέρα ούτε σε μεροκάματα να πάει ούτε πουθενά έξω από τη συλλογή. Τον ερωτά η γυναίκα του τι έχει, να το κάνει να γελάσει, αυτός την εμάλωσε, να τον αφήσει ήσυχο. Ο πλούσιος, περνά μια βραδιά, περνά άλλη, περνούν τρεις, ούτε λύρα πια άκουσε ούτε γέλια ούτε χορό των παιδιών.

Το πρωί βλέπει τον φτωχό κι έρχεται:

-Να, χριστιανέ, τα γρόσια σου, κι ούτε αυτά θέλω ούτε τη σκοτούρα τους.
Από τότε, πάλι χαρούμενος στο σπίτι του, ο φτωχός έπαιζε τη λύρα, χόρευαν τα παιδιά του σαν και πρώτα, και το άλλο πρωί στη δουλειά.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΓΑΣ

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Για τον Κ.Π.Καβάφη

Άπειρες εκδόσεις έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά, καθώς και σε άλλες γλώσσες με ποιήματα του Καβάφη, σχόλια και αναλύσεις για το έργο του. Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση (και ανθολόγηση απάντων των ποιημάτων του-«για πρώτη φορά συγκεντρωμένη ολόκληρη η ποιητική παραγωγή του μεγάλου Αλεξανδρινού») επιχειρεί η Σόνια Ιλίνσκαγια, στο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νάρκισσος, με τίτλο Κ.Π.Καβάφης, Άπαντα τα ποιήματα.

(Η Σόνια Ιλίνσκαγια γεννήθηκε το 1938 στη Μόσχα. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας με παράλληλη ειδίκευση στη νεοελληνική και τη ρωσική φιλολογία. Ασχολήθηκε με τη διάδοση -μελέτη και μετάφραση- της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Έχει εκλεγεί τακτικό μέλος της Ένωσης Συγγραφέων της ΕΣΣΔ ως κριτικός και μεταφράστρια της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Το 1971 υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή της με θέμα Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής ποίησης στην Ελλάδα. Η μοίρα μιας γενιάς. Μέχρι το 1938 υπήρξε ερευνήτρια του Ινστιτούτου Σλαβικών και Βαλκανικών Μελετών της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ. Το 1983, για οικογενειακούς λόγους (από το 1959 είναι παντρεμένη με τον Έλληνα πεζογράφο Μήτσο Αλεξανδρόπουλο), εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα. Είναι καθηγήτρια της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.)

«Μπορούσε άραγε να προβλέψει ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1863-1933) τη ραγδαία και γενναία αναγνώριση που κέρδισε το έργο του επί των δικών μας ημερών; Πρέπει να ξεπερνά κατά πολύ και τις πιο τολμηρές προσδοκίες του, όπως τις κατέθεσε σ΄ ένα ψευδώνυμο σημείωμα (με υπογραφή A. Leontis) τέσσερα χρόνια πριν πεθάνει.
[…]
Τι σήμαινε στη λογοτέχνια η δική του πρωτοποριακή προσφορά άρχισε να το συνειδητοποιεί πολύ νωρίτερα, στις αρχές του 20ου αιώνα. Οι συλλογισμοί του για τη μοίρα του καλλιτέχνη, μάλιστα του «μεγάλου καλλιτέχνη», μαρτυρούν πόσο διαυγής και πικρή ήταν η αντίληψή του για τον ακανθώδη δρόμο που τον περίμενε. Αναλογιζόταν τις θυσίες στις οποίες υποβάλλεται ένας μεγάλος δημιουργός «με το να μη έχει ποτέ εκτιμηθή κατά την αξία του ενόσω ζούσε, με το ότι ακόμη και μετά το θάνατό του οι αγώνες του και ο μόχθος του έχουν κατά μέγα μέρος υποτιμηθή ή αγνοηθή και με το να έχη κάμει ανακαλύψεις και θέσει θεμέλια, τα οποία, στην περίπτωσί του, κατ΄ ανάγκην ατελή, δεν του απέφεραν και δεν μπορούσαν ίσως να του αποφέρουν τιμή ή όφελος, τελειοποιούμενα όμως και γονιμοποιούμενα από άλλους αποφέρουν σ΄ αυτούς τους άλλους –των οποίων η προσπάθεια δεν υπήρξε τόσο μεγάλη- τιμή και όφελος».
Μακρύς και ακανθώδης υπήρξε για τον Καβάφη ο δρόμος προς την αναγνώριση, αλλά και προς την κατάκτηση της δικής του φωνής. Η Αλεξάνδρεια, όπου του έμελλε να γεννηθεί, να ζήσει όλη τη ζωή του και να πεθάνει, στάθηκε γι΄ αυτόν μια ευτυχισμένη δημιουργική ανακάλυψη, το μοντέλο του κόσμου, άλλα το εύρημα ήρθε αργά, μετά από πολύχρονη και επίμονη πάλη με τον εαυτό του και με την Αλεξάνδρεια. Θα έχει περάσει τα σαράντα όταν, μαντεύοντας τις συμβολικές της δυνατότητες, θα συμφιλιωθεί με την πραγματικότητά της. Τότε, στην «Ιθάκη», θα συνδέσει το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης με την αστείρευτη χαρά της μάθησης, με την προσήλωση στην υψηλή σκέψη και την εκλεκτή συγκίνηση που αναπτερώνει το ταξίδι της ζωής.
Λέγοντας ότι ο Καβάφης έζησε όλη τη ζωή του στην Αλεξάνδρεια, δεν πρέπει να αμελούμε δύο πρώιμα και αρκετής διάρκειας ταξίδια του. Και τα δύο προσδιορίστηκαν από ατυχείς περιστάσεις, αλλά έπαιξαν στη ζωή του εξαιρετικά ευεργετικό ρόλο. Το 1870 πεθαίνει ξαφνικά ο πατέρας του ποιητή Πέτρος Καβάφης, επικεφαλής μεγάλου εμπορικού οίκου (μανιφατούρα, βαμβάκι, σιτηρά), και η χήρα, Χαρίκλεια Καβάφη, αναχωρεί το 1872 με τα παιδιά για την Αγγλία, όπου λειτουργούσε ένα παράρτημα της οικογενειακής επιχείρησης. Πέντε παιδικά χρόνια στην Αγγλία θα του εξασφαλίσουν όχι μόνο την τέλεια γνώση της γλώσσας (στα αγγλικά έγραψε τα πρώτα του ποιήματα και όλη του τη ζωή κρατούσε τις προσωπικές του σημειώσεις), αλλά και την οργανική επικοινωνία με τον αγγλόφωνο πολιτισμό, τον φυσικό και συγχρονικό προσανατολισμό στην πορεία της παγκόσμιας λογοτεχνίας της εποχής.
Μετά την επιστροφή στην Αλεξάνδρεια (1877) η οικογένεια Καβάφη θα αναγκαστεί σε λίγο να ξαναφύγει –ετούτη τη φορά στην Πόλη, στον πατέρα της Χαρίκλειας. Οι αιτίες της φυγής είναι τώρα πολιτικές: η οικονομική κατάρρευση της Αιγύπτου, οι επεμβάσεις των ξένων δυνάμεων προμηνύουν δυναμικές αναμετρήσεις.
[…]
Τρία εφηβικά χρόνια στην Πόλη θα περάσουν ευχάριστα και δημιουργικά. Οι ρομαντικές ποιητικές δοκιμές του βρίσκουν θερμή ενθάρρυνση στο οικογενειακό περιβάλλον. Τα κυριότερα αποκτήματα αυτής της περιόδου –η άμεση επικοινωνία με τη διαχρονική παράδοση του ελληνικού πολιτισμού, η ενθουσιώδης προσέγγιση στο Βυζάντιο, που προσλαμβάνεται ως μεσολαβητής ανάμεσα στον αρχαίο και τον σύγχρονο ελληνικό κόσμο.
Η επιστροφή στην γενέθλια πόλη (1885) σηματοδοτείται με την προσγείωση στην πραγματικότητα, που αποκαλύπτεται στον αρχάριο ποιητή μέσα από τις αμείλικτες συγκρούσεις της εποχής. Το πλέγμα των σχέσεων μητρόπολης-αποικίας που θ΄ απεικονίσουν αργότερα οι μεταφορικοί καθρέφτες της ποίησής του, το βλέπει από κοντά στο πολύγωνο της Αλεξάνδρειας. Το μοντέλο συμπεριφοράς και των δύο συγκρουόμενων πλευρών προσλαμβάνεται εκ του φυσικού. Αυτό το ιστορικό μάθημα ο Καβάφης το βιώνει οδυνηρά, σαν τραυματική ρομαντική απογοήτευση. Η ανεμελιά των ποιητικών δοκιμών της Πόλης εκτοπίζεται τώρα από τη μελαγχολική διαπίστωση της καταπάτησης του ιδεώδους και της υπερισχύσεως της απάτης. Ως λογοτεχνικό πρότυπο σ΄ αυτή τη φάση διακρίνεται η απαισιόδοξη ποίηση της τρίτης γενιάς της Αθηναϊκής ρομαντικής σχολής.
Μετά από μια σύντομη σειρά δημοσιεύσεων το 1886 θ΄ ακολουθήσουν πέντε χρόνια σιωπής, αφιερωμένα στην επίμονη αναζήτηση νέων προσανατολισμών. Κρίνοντας από το δεύτερο κύμα δημοσιεύσεων (από το 1891) και τα ανέκδοτα ποιήματα που διασώθηκαν στο αρχείο, τον προσελκύει ιδιαίτερα η γαλλική ποίηση, ταυτόχρονα μάλιστα και οι συμβολιστές και οι παρνασσιακοί. Στις πρώτες απόπειρες αξιοποίησης της αρχαίας θεματολογίας τορνεύεται η δεξιοτεχνία στην απόδοση της αφηγηματικής πλοκής, η ακρίβεια και η ευστοχία της παρατήρησης, το λακωνικό (όπως στη χαρακτική) περίγραμμα της εικόνας.
[…]
Η ατμόσφαιρα μελαγχολίας που χρωματίζει πολλά ποιήματα του Καβάφη της δεκαετίας του 1890, προσδιορίζεται από πολύ ετερογενείς παράγοντες: η ρομαντική εκκίνηση που δεν έχει ακόμα ξεπεραστεί, οι ιστορικές περιστάσεις (βρετανική κατοχή της Αιγύπτου, κατάρρευση των πατριαρχικών θεσμών στην ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας), η βαθιά δυσφορία από τον εαυτό του. Οι αναζητήσεις δικού του λογοτεχνικού δρόμου, που στρέφονται προς διάφορες κατευθύνσεις, αργούν να επιφέρουν το ζητούμενο αποτέλεσμα. Οι νέες συλλήψεις του παραμένουν «βουβαί», αφού δεν βρίσκονται τα κατάλληλα εκφραστικά μέσα.
[…]
Η δημιουργική κρίση βαθαίνει και λόγω δυσμενών οικογενειακών μεταβολών. Μετά το θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού του Πέτρου (1891), ανώτερου υπαλλήλου στο Υγειονομικό Συμβούλιο, ο Καβάφης αναγκάζεται να αναζητήσει βιοποριστική απασχόληση και προσλαμβάνεται στις Αρδεύσεις, όπου θα υπηρετήσει τριάντα χρόνια. Η θέση του εκεί δεν ανταποκρινόταν στην κοινωνική θέση της οικογένειας. Το ποίημα «Όποιος απέτυχε» (1894) μεταφέρει αντίλαλους από οικεία δεινά. […] Περισσότερο απ΄ όλα τον πληγώνει η «προδοσία» του καλλιτεχνικού προορισμού, στον οποίον έπρεπε να αφοσιωθεί εξ ολοκλήρου, με όποιες θυσίες. Η λύπη του για το ότι «βγήκε από την φυσική του γραμμή και χάνει «τόσες πολύτιμες ώρες» θα διαποτίσει και ποιήματα και προσωπικά σημειώματά του.
Παράλληλα με τα ποιήματα όπου η καθολική πικρή απογοήτευση εκφράζεται με στεναγμούς και θρήνους για την απώλεια του ιδεώδους, γράφεται μια διαφορετική σειρά που φωτίζει την ατομική μοίρα σε συνάρτηση με το περιβάλλον, τις κοινωνικές συγκρούσεις. Η τραγωδία της απομόνωσης , της αδυναμίας για μια ενεργό παρέμβαση στη ζωή, ενσαρκώνεται στο ποίημα «Τείχη» με φανερά προσωπικό πόνο. Αν και ο βαθμός της άμεσης προσωπικής συγκίνησης είναι ακόμα πολύ υψηλός, η τάση προς αντικειμενικότερη αποτύπωση καταστάσεων τυπικών γίνεται ήδη εμφανής.
[…]
Προς το τέλος της δεκαετίας του 1890, από τις παρνασσιακές και συμβολιστικές εικόνες που αποτυπώνουν κάποια περιστατικά της ζωής, ο Καβάφης όλο και πιο αποφασιστικά έρχεται προς την τοποθέτηση καίριων και καθολικών προβλημάτων της.
[…]
Το μεταίχμιο των αιώνων ήταν και για τον Καβάφη ένα ορόσημο. Μπαίνοντας στη φάση της ωριμότητας, ανακεφαλαιώνει την αποκτημένη πείρα και κατασταλάζει σε έναν τρόπο γραφής. Αναθεωρώντας όσα είχε γράψει, νιώθει την ανάγκη να απορρίψει είτε να επεξεργαστεί ό, τι δεν ανταποκρίνεται στα ανανεωμένα φιλοσοφικά και αισθητικά του κριτήρια.
[…]
Η επεξεργασία των παλιών ποιημάτων καλείται να αναιρέσει τις ξεπερασμένες ρομαντικές ακρότητες –«πασίδηλες ασυνέπειες, γελοίες υπερβάσεις». Η ρομαντική συναισθηματική υπερβολή και τα συναφή ποιητικά μέσα εξοστρακίζονται. Μειώνεται στο ελάχιστο ο αριθμός των επιθέτων, παραμένουν τα ουδέτερα, απαλλαγμένα από συγκινησιακή φόρτιση και διακοσμητικό ρόλο, και αναλαμβάνουν κατεξοχήν πληροφοριακή αποστολή.
[…]
Ριζικές αλλαγές συντελούνται και στην ποιητική του γλώσσα. Η γλωσσική «διόρθωση» σημαίνει κυρίως μετάβαση από την καθαρεύουσα στη δημοτική, που υπαγορεύεται από την αναζήτηση της φυσικής ροής του ποιητικού λόγου, της ζωντάνιας και της αμεσότητάς του. Παρ΄ όλο που η γλώσσα του Καβάφη θα διατηρήσει αρκετά στοιχεία της καθαρεύουσας (κυρίως στα «αρχαία» ποιήματα, ως χρήσιμο υφολογικό μέσο, κατάλληλο όχι μόνο για την αναστήλωση της διανοητικότητας ή και των σατιρικών προθέσεων του ποιητή), όλη η δομή της (και ειδικά-η δυναμική εισαγωγή στοιχείων πεζού λόγου) αποκαλύπτει μια πρωτοποριακή στην εποχή του στροφή προς την καθομιλουμένη, που μεταφέρει με ευλυγισία και ακρίβεια την κίνηση της ποιητικής σκέψης. Αναλόγως των εσωτερικών νοηματικών κυματισμών διαμορφώνεται και η ελεύθερη ρυθμική οργάνωση του στίχου, που απαλλάσσεται από την ομοιοκαταληξία και την ισοσυλλαβία, αλλά διαφυλάσσει μια δική του αυστηρή κλασική μορφή.
Ως αποτέλεσμα της αναθεώρησης και της επεξεργασίας, 23 δημοσιευμένα ποιήματα του Καβάφη θα περιέλθουν στην κατηγορία των σιωπηρώς «αποκηρυγμένων», τα 14 θα περάσουν τη δοκιμασία και θα απαρτίσουν τη συλλογή που θα παραδοθεί στο τυπογραφείο το Δεκέμβρη του 1904. Το 1910, ολοκληρώνοντας τη δεκαετία αναθεώρησης και κατασταλάγματος, θα επαναλάβει αυτήν την έκδοση, προσθέτοντας άλλα 7 ποιήματα. Και οι δύο συλλογές κυκλοφόρησαν εκτός εμπορίου, τις χάριζε σε φίλους. Έτσι διένεμε και τις επόμενες, «χειροποίητες» συλλογές, συρραφές τυπογραφικών φύλλων –πέντε συλλογές με χρονολογική κατάταξη και πέντε «θεματικές», δομημένες σύμφωνα με τις υπαγορεύσεις της εσωτερικής αλληλουχίας και με τον προσανατολισμό στην καλλιτεχνική ενότητα όχι μόνο ενός συγκεκριμένου θεματικού κύκλου, παρά και όλου του έργου.
Το 1926 στον χρονολογικό κατάλογο που συνόδευε τη συλλογή ποιημάτων 1907-1915, ο Καβάφης χάραξε μια διαχωριστική γραμμή: «Προ του 1911», ορόσημο φτασμένης πια ωριμότητας. Είχε προηγουμένως ολοκληρώσει όχι μόνο την αναθεώρηση όλης της ποιητικής παραγωγής, αλλά και τις κύριες θέσεις της κοσμοθεωρίας του. Σχεδόν όλα τα «φιλοσοφικά» (σύμφωνα με την ταξινόμηση του ίδιου του Καβάφη) είναι γραμμένα την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα και εκφράζουν τις απόψεις του με εμφανή διδακτική διάθεση.
[…]
Σταδιακά, η ενδυναμωμένη αφοσίωση του Καβάφη στον δημιουργικό του προορισμό αποκτά στωική απόχρωση και τον συμφιλιώνει με την Αλεξάνδρεια, παρ΄ ότι εξακολουθεί να στεναχωριέται για τα αποπνικτικά της όρια. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1900 γίνονται και κάποιες αλλαγές στον τρόπο της ζωής του –από ανοικτό κοσμοπολίτικο σε περιορισμένο (και ως προς τα έξοδα και ως προς τις επικοινωνίες). Σ΄ αυτόν τον Καβάφη ο Σαββίδης βλέπει έναν ασκητικό ποιητή να αναγνωρίζει τον πραγματικό εαυτό του «και να αφιερώνεται στην καλλιέργεια και στην ανάδειξη της τέχνης του».
Ακριβώς τότε, στα πρόθυρα των πενήντα του χρόνων, ανακαλύπτει την Αλεξάνδρεια ωε μοντέλο του κόσμου. Η πρώτη του ενσάρκωση επιχειρείται στον τελευταίο φιλοσοφικό μονόλογο «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον». Γράφεται ένα μήνα μετά την «Ιθάκη», συμπληρώνοντας το ερμηνευτικό της σχήμα (ζωή ίσον ταξίδι της γνώσης) με μια στωική νότα.
[…]
Με το δίπτυχο «Ιθάκη-Απολείπειν ο θεός Αντώνιον» αποχαιρετούσε όχι μόνο τον φιλοσοφικό μονόλογο (με την άμεση συγκινησιακή του φόρτιση και το διδακτισμό), αλλά και την παραδοσιακή μυθολογική πλοκή. Στο εξής την ύλη για τα «αρχαία» ποιήματά του θα την αντλεί από την ιστορία, ανιχνεύοντας τρόπους έμμεσης υποβολής μέσω μιας «απευθείας μετάδοσης», με φαινομενικά αμέτοχη αναπαράσταση του ιστορικού επεισοδίου (αυτοαποκάλυψη ύλης), μέσω δραματικών μονολόγων και διαλόγων (αυτοαποκάλυψη χαρακτήρων). Την ιδιαίτερη προσοχή του ποιητή θα προσελκύσουν τα περιφερειακά ιστορικά πρόσωπα, μορφές που μπορεί να τις πλάσει με μεγαλύτερη ελευθερία, με ξεχωριστή αίσθηση ζωντάνιας και αλλήθειας. Καλλιεργώντας το effect της αξιοπιστίας ντοκουμέντου (βέβαιο στίγμα της ιστορίας), ο Καβάφης το προεκτείνει σε όλο το πεδίο της ποίησής του, ιστορικό και σύγχρονο, φωτίζοντας όλο και πιο συνειδητά στα μοντέλα του το παν-χρονικό, πανανθρώπινο υπόστρωμα.
[…]
Εξετάζοντας με ιδιαίτερη προσήλωση τις σφαίρες ατομικής και συλλογικής συνείδησης, ο ώριμος Καβάφης στρέφεται στις μεταβατικές ιστορικές φάσεις, σημαδεμένες με βαθιά μοιράσματα, με φαινόμενα διχασμού της ανθρώπινης προσωπικότητας. Κατευθύνοντας τον προβολέα στην πρωτοχριστιανική εποχή, φωτίζει τις αντίπαλες θρησκείες σαν δύο εχθρικές ιδεολογίες που ανοίγουν γκρεμούς ανάμεσα στους πιο κοντινούς ανθρώπους. Πολύ πριν στην παγκόσμια λογοτεχνία κατασταλάξει η έννοια της ψυχοφθόρου αποξένωσης, ο Καβάφης την ενσαρκώνει στην υπογραμμισμένη (με την τυπογραφική αραίωση) λέξη ξ έ ν ο ς.
[…]
Όσον αφορά το πρόβλημα της συλλογικής συνείδησης, είναι πού ενδεικτική η ερμηνευτική μετατόπιση που παρατηρείται σ΄ ένα παλιό θέμα του Καβάφη –ψυχολογία του πλήθους: από την αδιαφορία στην τυφλή φανατική επιθετικότητα.
[…]
Παριστάνοντας τη ζωή του ανθρώπου σαν ένα ταξίδι προς την Ιθάκη με κίνητρο όχι τον τελικό στόχο, αλλά τη χαρά του ίδιου του ταξιδιού, την ευτυχία της μάθησης και της δημιουργίας, την προσγειωμένη και στωική ικανότητα για αγάπη στη ζωή με όσα δίνει, ο Καβάφης πρότεινε στον αναγνώστη του ένα κάθε άλλο παρά εύκολο μοντέλο συμπεριφοράς.
[…]
«Ο Καβάφης είναι, νομίζω ο ‘δυσκολότερος’ ποιητής της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας», είχε πει ο Σεφέρης. Από γραμματολογική άποψη, αναμφισβήτητα κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Δεν είναι τυχαίο ότι γύρω από έναν τόσο περιορισμένο αριθμό ποιημάτων μεγάλωσαν βουνά από μονογραφίες και άρθρα και το ρεύμα δεν φαίνεται να εξαντλείται. Κάθε άλλο: παρουσιάζονται νέες οπτικές γωνίες, και πολλές απ΄ αυτές απαιτούν πολύ εξειδικευμένη γνώση του αρχαίου πολιτισμού, της ιστορίας, της φιλοσοφίας. Τροφή και χαρά για μελετητές και ειδικούς φίλους της λογοτεχνίας. Υπάρχει όμως και ένα άλλο πεδίο –της επικοινωνίας με ένα ευρύτερο κοινό: τι προσκομίζει στο δικό του ψυχικό κόσμο, κατά πόσο του γίνεται αναγκαίος.
Έχω την εντύπωση πως για τον σημερινό αναγνώστη που διαβάζει τον Καβάφη όχι σαν γραμματολόγος, αλλά για την ψυχή του, ο Καβάφης δεν είναι καθόλου δύσκολος ποιητής. Ανατρέχουμε σ΄ αυτόν για να εκφράσουμε με τα δικά του λιτά, προσγειωμένα, συγκρατημένα λόγια δικές μας σκέψεις για τα δικά μας προβλήματα –αιώνια προβλήματα του ανθρώπινου βίου. Όπως συνηθίζουμε να λέμε τώρα –υπαρξιακά. Και θα ήθελα να υπογραμμίσω –συνειδησιακά. Εκεί γίνεται και, πιστεύω, θα γίνεται πάντα η συνάντηση του Καβάφη με τους σημερινούς και μελλοντικούς αναγνώστες του.

Αθήνα, Αύγουστος 2002, ΣΟΝΙΑ ΙΛΙΝΣΚΑΓΙΑ.



Και εδώ, στον επίσημο διαδικτυακό τόπο του ποιητή, μπορείτε να βρείτε ποιήματα και πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του.

http://www.kavafis.gr/

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Ο δήμιος του έρωτα

Αυτό το διάστημα ήταν ένα διάστημα σχετικά ελλιπές από…βιβλιοφαγία. Κάτι οι γιορτές και οι σχετικές υποχρεώσεις, κάτι το ατύχημα (και η αντιδραστική συμπεριφορά)της Παναγιώτας μας, με έκαναν να απέχω από το διάβασμα. Βέβαια, τα ξεφυλλίσματα δεν σταμάτησαν και μία παρουσίαση σε ένα παλιό τεύχος του περιοδικού Διαβάζω με έκαναν να ξανανοίξω το βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ «Ο δήμιος του έρωτα και άλλες ιστορίες ψυχοθεραπείας», από τις εκδόσεις Άγρα, σε μετάφραση των Ευαγγελία Ανδριτσάνου και Γιάννη Ζερβά. Παρόλο που εκτιμώ πολύ την δουλειά του Γιάλομ ως ψυχοθεραπευτή και την αγάπη του για την λογοτεχνία, δεν μπορώ να πω ότι θα το κατέτασσα στις πρώτες θέσεις των αγαπημένων μου (το Όταν έκλαψε ο Νίτσε παραμένει αδιάβαστο σε ένα ράφι και νομίζω ότι δεν θα το διαβάσω ποτέ-υπάρχουν ειδικοί προσωπικοί λόγοι που έχω μία αρνητική προκατάληψη, δεν το κρύβω). Τον δήμιο όμως μου τον είχε κάνει δώρο ο Φάνης πριν 4 χρόνια περίπου και δεν άντεξα να το αφήσω στο ράφι χωρίς να το ανοίξω. Φυσικά με παρέσυρε και το τελείωσα και αυτές τις μέρες που το Διαβάζω μου το θύμισε το ξαναδιάβασα.
Πρόκειται για 10 προσωπικές ιστορίες που «άντλησε» ο συγγραφέας από ασθενής του και τις επέλεξε ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες περιπτώσεις. Φυσικά εν γνώσει των ασθενών του και αφού πρώτα παραποίησε τα προσωπικά τους στοιχεία και τις ενέκριναν. Είναι οι εξής:

1.Ο δήμιος του έρωτα (μια εβδομηντάχρονη καταθλιπτική γυναίκα, ερωτευμένη με τον πρώην ψυχοθεραπευτή της, 35 χρόνια νεότερο. Συνάπτει μαζί του ερωτική σχέση και καταρρέει όταν την εγκαταλείπει)

2. «Αν ήταν νόμιμος ο βιασμός…» (ένας καρκινοπαθής, στα τελευταία στάδια της ζωής του, που είναι σεξομανής)

3.Η χοντρή κυρία (μια 29χρονη γυναίκα, παχύσαρκη, που προσπαθεί να απαλλαγεί από τα κιλά της –εδώ ο Γιάλομ εκμυστηρεύεται την απέχθειά του για τις «χοντρές γυναίκες» και εκπλήσσει με την ωμότητα της αποκάλυψής του, που όμως εν τέλει αιτιολογεί.)

4. «Λάθος παιδί πέθανε» (μία γυναίκα που έχει χάσει την κόρη της από καρκίνο, αλλά παραμελεί τους δύο γιούς της, χωρίς να μπορεί να δεχτεί ότι πέθανε η μονάκριβή της, που ήταν τέλεια, ενώ ζουν τα αγόρια της που είναι «αλήτες»)

5. «Ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα συμβεί σε μένα» (μια ηλικιωμένη κυρία, μετά από μήνες ψυχοθεραπείας, έπειτα από τον χαμό του συζύγου της, καταφέρνει να πατήσει στα πόδια της, όταν ξαφνικά της κλέβουν την τσάντα και καταρρέει ο κόσμος της)

6. «Όχι με το μαλακό» (τον τίτλο έδωσε ο ίδιος ο ασθενής, ο Ντέηβ, ένας 69χρονος άντρας, που δίνει στον Γιάλομ να κρύψει κάποια γράμματα από την ερωμένη του, που πέθανε τριάντα χρόνια πριν…Γενικά υπάρχει μια προβληματική σχέση θεραπευόμενου και θεραπευτή, καθώς και ο δεύτερος έχει κάποια κρυμμένα γράμματα από μια δική του ερωμένη και είναι δύσκολο να το διαχειριστεί)

7.Δυο χαμόγελα(μία όμορφη, νέα, αλλά ψυχρή γυναίκα, που έχει χάσει τον άντρα της σε ατύχημα. Δεν καταφέρνει να «συνεννοηθεί» με τον Γιάλομ, αλλά με ευκολία ανταποκρίνεται στον υπνοθεραπευτή που της προτείνει, από την πρώτη κιόλας συνεδρία)

8.Τρία κλειστά γράμματα (ένας πανεπιστημιακός με ψυχώσεις σχετικά με την τελειότητα της εργασίας του)

9.Ψυχοθεραπευτική μονογαμία(μία όμορφη νέα γυναίκα, με ιστορικό ψυχασθενειών στην οικογένειά της, με μόνιμη επιθυμία της την αυτοκτονία, κάνει τα πάντα για να γράψει ο Γιάλομ ένα κεφάλαιο για εκείνην…)

10.Αναζητώντας τον ονειρευτή(ένας 65χρονος άντρας που υποφέρει από κατάθλιψη και ημικρανίες και πιστεύει ότι οφείλονται στην κακή σεξουαλική του ζωή. Ο Γιάλομ καταφεύγει σε έναν ειδικό για την ερμηνεία των ονείρων, ώστε να βοηθήσει τον ασθενή)

Παρακάτω ακολουθεί το άρθρο από το Διαβάζω:

Ο ψυχοθεραπευτής ως αφηγητής


Ο δήμιος του έρωτα μπορεί να είναι το βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ που εμφανίστηκε πιο πρόσφατα στην ελληνική εκδοτική αγορά, υπήρξε ωστόσο η πρώτη απόπειρα του συγγραφέα να καταγράψει με λογοτεχνικό τρόπο την ψυχοθεραπευτική του εμπειρία. Ο συγγραφέας έχει γράψει και πολλά επιστημονικά βιβλία και εκ δύο φερομένων ως λογοτεχνικών που έχω διαβάσει (Στο ντιβάνι, Ο δήμιος του έρωτα) κανένα δεν ανήκει αμιγώς στη λογοτεχνία, παρότι ερωτοτροπούν μαζί της. Ωστόσο Ο δήμιος του έρωτα, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί ούτε εκλαϊκευτική ψυχολογία ούτε ατόφια λογοτεχνία, παραμένει ένα συναρπαστικό βιβλίο.

Οι δέκα ιστορίες που εξελίσσονται στις σελίδες του σαφώς θα μπορούσαν να αποτελέσουν υλικό για διηγήματα και είναι σαφές ότι ο συγγραφέας το γνωρίζει χωρίς να παραγνωρίζει τη γνώση που παρέχει το κύριο επάγγελμά του. Σύμφωνα με έναν από τους κριτικούς, τα περιστατικά που αναπτύσσει στις σελίδες του «είναι πιο συναρπαστικά από 98% των λογοτεχνικών κειμένων που εκδίδονται στις μέρες μας», αλλά αυτό δε συνιστά από μόνο του λογοτεχνία. Και μόνο η λέξη «περιστατικά» δείχνει αυτό που νομίζω ότι ο συγγραφέας γνωρίζει ήδη καλά: η μυθοποιημένη αφήγηση κάποιων «περιστατικών» μπορεί να προτρέψει τον αναγνώστη να εξετάσει βαθύτερα κάποια δικά του προβλήματα. Τα άγχη που απασχολούν τους δέκα αντίστοιχους θεραπευόμενους των ιστοριών είναι άγχη που συναντάμε καθημερινά: φόβος θανάτου, αποκάλυψης μυστικών, απόρριψης, γελοιοποίησης, πένθος, ενοχές. Ο έρωτας και ο θάνατος, τα μεγάλα θέματα της λογοτεχνίας γενικά και του αμερικανικού μυθιστορήματος ειδικά, εμφανίζονται ξανά και ξανά στις δέκα ψυχοθεραπείες και στις αντίστοιχες προσπάθειες αυτογνωσίας. Ο ίδιος ο Ι. Γιάλομ εμφανίζεται εμβριθής μελετητής της λογοτεχνίας και συχνά αναφέρεται σε διάφορους δημιουργούς όπως ο Κιτς, ο Γκαίτε, ο Φλομπέρ, ο Προυστ, ο Χεμινγουέι, ο Μπανκς κ.α. Αντίστοιχες όμως αναφορές κάνει και στους μεγάλους του χώρου του: Φρόιντ, Ρανκ, Ρότζερς, καθώς και σε φιλοσόφους όπως ο Νίτσε και ο Βιτγκενστάιν.

Ο Ι. Γιάλομ ξέρει να χειρίζεται πολύ καλά το ρόλο του αφηγητή. Όπως ο θεραπευτής θέλει να έχει τον έλεγχο των συνεδριών του έτσι και ο αφηγητής-πρωταγωνιστής ή και συγγραφέας-θεραπευτής Ι. Γιάλομ θέλει να έχει απόλυτο έλεγχο του κειμένου του. Πολλές φορές η αρχή των ιστοριών του είναι πρωτότυπη και παρακινεί τον αναγνώστη να «ρουφήξει» την ιστορία και συχνά το τέλος αποδεικνύεται εξίσου συναρπαστικό, χρησιμοποιώντας είτε την τεχνική του απροσδόκητου είτε το ανοιχτό τέλος. Κάποιες από τις ιστορίες αρχίζουν in media res (στη μέση των γεγονότων) και οι αναδρομές του μας επιστρέφουν στις αρχικές συνεδρίες με το συγκεκριμένο θεραπευόμενο. Επιπλέον, ο συγγραφέας-θεραπευτής γνωρίζει πολύ καλά πως η κάθε ιστορία μας παρουσιάζει μόνο μια πλευρά της ζωής του θεραπευόμενου, και μάλιστα από συγκεκριμένη οπτική γωνία, τη δική του.

Το στοιχείο όμως που ενδεχομένως ελκύει περισσότερο τον αναγνώστη δεν είναι απλώς η επιλογή των ιστοριών και η εξέλιξη του κάθε περιστατικού, αλλά η ίδια η παρουσία του συγγραφέα-αφηγητή που εξελίσσεται στο βασικό πρωταγωνιστή όλων των ιστοριών. Αυτό συμβαίνει ακόμη και όταν η πρωτοπρόσωπη αφήγηση μετατρέπεται σε κάποια σημεία σε τριτοπρόσωπη στην προσπάθεια συμπύκνωσης του παρελθόντος του συγκεκριμένου ήρωα-θεραπευόμενου, μια και μοχλός όλων των ιστοριών παραμένει πάντα το ίδιο συγγραφικό υποκείμενο.

Ο Ι.Γιάλομ χειρίζεται πολύ καλά το ρόλο του αφηγητή.

Ο ίδιος ο συγγραφέας-θεραπευτής παρουσιάζει το εύρος των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ένας ψυχίατρος, αυτοσαρκάζεται ή αυτοσυγχαίρεται και παράλληλα με τις ιστορίες των ασθενών προχωρά, εν μέρει, σε αποκαλύψεις για τον εαυτό του και απόπειρες αυτοανάλυσης. Εκφράζει κάποιες από τις κρυφές απέχθειές του (τους χοντρούς ανθρώπους, τα σκυλιά) και αποπειράται να τις εκλογικεύσει και να τις αναλύσει. Δεν αποκρύπτει την σημασία της πρώτης συνεδρίας που τον κάνει να συμπαθήσει, να αντιπαθήσει ή να θεωρήσει ότι κάποιος ασθενής του είναι παντελώς αδιάφορος και τις προσπάθειές του να ελέγξει αυτές τις εντυπώσεις. Συνιστά ειλικρίνεια στη σχέση θεραπευόμενου-θεραπευτή αλλά παραδέχεται ότι η απόλυτη ειλικρίνεια είναι συχνά από δύσκολη έως ανέφικτη. Συχνά αναφέρει τεχνικές άλλων ψυχιάτρων που χρησιμοποιεί και ο ίδιος και εν γένει δείχνει να εμπιστεύεται άλλους γιατρούς-θεραπευτές, μεταξύ των οποίων τους συμπεριφοριστές και τους υπνωτιστές. Δείχνει να συμπάσχει με τους αρρώστους του χωρίς να αφήνει να τον κυριεύσει η αντιμεταβιβαστική οδύνη. Εξηγεί τη λειτουργία της ομαδικής θεραπείας και παραπέμπει πολλούς ασθενείς του σε ομάδες. Επιλέγει να προσεγγίσει κάποιους ασθενείς με συστημική μέθοδο και χρησιμοποιεί κάθε μέθοδο –ακόμα και χειριστική- που μπορεί να αποκαλύψει πτυχές των ασθενών που οι ίδιοι επιλέγουν να αποκρύψουν. Θαυμάζει την πρόοδο θεραπευόμενων που είχε υποτιμήσει και κάνει αποκαλυπτικές επισημάνσεις για τα όνειρά τους. Ομολογεί ότι υπάρχουν φορές που παρασύρεται και αντί να ακούει πραγματικά το θεραπευόμενο της συγκεκριμένης συνεδρίας υποκύπτει σε σκέψεις για κάποιο άλλο περιστατικό. Εν τω συνόλω, στις ιστορίες του ο θεραπευτής κατεβαίνει από το βάθρο του απροσπέλαστου «κυρίαρχου του παιχνιδιού» , κατεβαίνει στο επίπεδο των υπόλοιπων θνητών με τα άγχη, τις κρυφές σκέψεις και τις σκοτεινές περιόδους, και αυτοανασυγκροτείται ως ειδικός που μπορεί να μας παράσχει χρήσιμες υπηρεσίες.

Εντέλει Ο δήμιος του έρωτα και άλλες ιστορίες ψυχοθεραπείας θα μπορούσε να θεωρηθεί χρονικό ψυχοθεραπειών, δοσμένο με εξαιρετικό τρόπο από έναν έμπειρο συγγραφέα και ψυχαναλυτή που μέσα από τις ιστορίες του επιδιώκει να βοηθήσει την προσέγγιση πολλών ζητημάτων που απασχολούν τους περισσότερους από μας. Εκεί οφείλεται και η ευρεία αναγνώριση και επιτυχία του συγγραφέα που στην ελληνική έκδοση οφείλει πολλά και στην προσεγμένη μετάφραση.

ΛΙΛΥ ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΥ, Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 451, Μάιος 2004, σ.57-58.


Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Η Ιθάκες τι σημαίνουν…

Με ένα πολυαγαπημένο, πολυδιαβασμένο και… πολυαναλυμένο ποίημα-σύμβολο θα καλωσορίσω το 2012, μαζί με τις ευχές μου για αισιόδοξη, αξιοπρεπή, γαλήνια, αλλά π ά ν τ α δημιουργική χρονιά.

Η ΙΘΑΚΗ

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να ‘ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι να ‘ναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους•
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά•
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει•
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θα ‘βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.