Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Για τον Κ.Π.Καβάφη

Άπειρες εκδόσεις έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά, καθώς και σε άλλες γλώσσες με ποιήματα του Καβάφη, σχόλια και αναλύσεις για το έργο του. Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση (και ανθολόγηση απάντων των ποιημάτων του-«για πρώτη φορά συγκεντρωμένη ολόκληρη η ποιητική παραγωγή του μεγάλου Αλεξανδρινού») επιχειρεί η Σόνια Ιλίνσκαγια, στο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νάρκισσος, με τίτλο Κ.Π.Καβάφης, Άπαντα τα ποιήματα.

(Η Σόνια Ιλίνσκαγια γεννήθηκε το 1938 στη Μόσχα. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας με παράλληλη ειδίκευση στη νεοελληνική και τη ρωσική φιλολογία. Ασχολήθηκε με τη διάδοση -μελέτη και μετάφραση- της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Έχει εκλεγεί τακτικό μέλος της Ένωσης Συγγραφέων της ΕΣΣΔ ως κριτικός και μεταφράστρια της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Το 1971 υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή της με θέμα Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής ποίησης στην Ελλάδα. Η μοίρα μιας γενιάς. Μέχρι το 1938 υπήρξε ερευνήτρια του Ινστιτούτου Σλαβικών και Βαλκανικών Μελετών της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ. Το 1983, για οικογενειακούς λόγους (από το 1959 είναι παντρεμένη με τον Έλληνα πεζογράφο Μήτσο Αλεξανδρόπουλο), εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα. Είναι καθηγήτρια της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.)

«Μπορούσε άραγε να προβλέψει ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1863-1933) τη ραγδαία και γενναία αναγνώριση που κέρδισε το έργο του επί των δικών μας ημερών; Πρέπει να ξεπερνά κατά πολύ και τις πιο τολμηρές προσδοκίες του, όπως τις κατέθεσε σ΄ ένα ψευδώνυμο σημείωμα (με υπογραφή A. Leontis) τέσσερα χρόνια πριν πεθάνει.
[…]
Τι σήμαινε στη λογοτέχνια η δική του πρωτοποριακή προσφορά άρχισε να το συνειδητοποιεί πολύ νωρίτερα, στις αρχές του 20ου αιώνα. Οι συλλογισμοί του για τη μοίρα του καλλιτέχνη, μάλιστα του «μεγάλου καλλιτέχνη», μαρτυρούν πόσο διαυγής και πικρή ήταν η αντίληψή του για τον ακανθώδη δρόμο που τον περίμενε. Αναλογιζόταν τις θυσίες στις οποίες υποβάλλεται ένας μεγάλος δημιουργός «με το να μη έχει ποτέ εκτιμηθή κατά την αξία του ενόσω ζούσε, με το ότι ακόμη και μετά το θάνατό του οι αγώνες του και ο μόχθος του έχουν κατά μέγα μέρος υποτιμηθή ή αγνοηθή και με το να έχη κάμει ανακαλύψεις και θέσει θεμέλια, τα οποία, στην περίπτωσί του, κατ΄ ανάγκην ατελή, δεν του απέφεραν και δεν μπορούσαν ίσως να του αποφέρουν τιμή ή όφελος, τελειοποιούμενα όμως και γονιμοποιούμενα από άλλους αποφέρουν σ΄ αυτούς τους άλλους –των οποίων η προσπάθεια δεν υπήρξε τόσο μεγάλη- τιμή και όφελος».
Μακρύς και ακανθώδης υπήρξε για τον Καβάφη ο δρόμος προς την αναγνώριση, αλλά και προς την κατάκτηση της δικής του φωνής. Η Αλεξάνδρεια, όπου του έμελλε να γεννηθεί, να ζήσει όλη τη ζωή του και να πεθάνει, στάθηκε γι΄ αυτόν μια ευτυχισμένη δημιουργική ανακάλυψη, το μοντέλο του κόσμου, άλλα το εύρημα ήρθε αργά, μετά από πολύχρονη και επίμονη πάλη με τον εαυτό του και με την Αλεξάνδρεια. Θα έχει περάσει τα σαράντα όταν, μαντεύοντας τις συμβολικές της δυνατότητες, θα συμφιλιωθεί με την πραγματικότητά της. Τότε, στην «Ιθάκη», θα συνδέσει το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης με την αστείρευτη χαρά της μάθησης, με την προσήλωση στην υψηλή σκέψη και την εκλεκτή συγκίνηση που αναπτερώνει το ταξίδι της ζωής.
Λέγοντας ότι ο Καβάφης έζησε όλη τη ζωή του στην Αλεξάνδρεια, δεν πρέπει να αμελούμε δύο πρώιμα και αρκετής διάρκειας ταξίδια του. Και τα δύο προσδιορίστηκαν από ατυχείς περιστάσεις, αλλά έπαιξαν στη ζωή του εξαιρετικά ευεργετικό ρόλο. Το 1870 πεθαίνει ξαφνικά ο πατέρας του ποιητή Πέτρος Καβάφης, επικεφαλής μεγάλου εμπορικού οίκου (μανιφατούρα, βαμβάκι, σιτηρά), και η χήρα, Χαρίκλεια Καβάφη, αναχωρεί το 1872 με τα παιδιά για την Αγγλία, όπου λειτουργούσε ένα παράρτημα της οικογενειακής επιχείρησης. Πέντε παιδικά χρόνια στην Αγγλία θα του εξασφαλίσουν όχι μόνο την τέλεια γνώση της γλώσσας (στα αγγλικά έγραψε τα πρώτα του ποιήματα και όλη του τη ζωή κρατούσε τις προσωπικές του σημειώσεις), αλλά και την οργανική επικοινωνία με τον αγγλόφωνο πολιτισμό, τον φυσικό και συγχρονικό προσανατολισμό στην πορεία της παγκόσμιας λογοτεχνίας της εποχής.
Μετά την επιστροφή στην Αλεξάνδρεια (1877) η οικογένεια Καβάφη θα αναγκαστεί σε λίγο να ξαναφύγει –ετούτη τη φορά στην Πόλη, στον πατέρα της Χαρίκλειας. Οι αιτίες της φυγής είναι τώρα πολιτικές: η οικονομική κατάρρευση της Αιγύπτου, οι επεμβάσεις των ξένων δυνάμεων προμηνύουν δυναμικές αναμετρήσεις.
[…]
Τρία εφηβικά χρόνια στην Πόλη θα περάσουν ευχάριστα και δημιουργικά. Οι ρομαντικές ποιητικές δοκιμές του βρίσκουν θερμή ενθάρρυνση στο οικογενειακό περιβάλλον. Τα κυριότερα αποκτήματα αυτής της περιόδου –η άμεση επικοινωνία με τη διαχρονική παράδοση του ελληνικού πολιτισμού, η ενθουσιώδης προσέγγιση στο Βυζάντιο, που προσλαμβάνεται ως μεσολαβητής ανάμεσα στον αρχαίο και τον σύγχρονο ελληνικό κόσμο.
Η επιστροφή στην γενέθλια πόλη (1885) σηματοδοτείται με την προσγείωση στην πραγματικότητα, που αποκαλύπτεται στον αρχάριο ποιητή μέσα από τις αμείλικτες συγκρούσεις της εποχής. Το πλέγμα των σχέσεων μητρόπολης-αποικίας που θ΄ απεικονίσουν αργότερα οι μεταφορικοί καθρέφτες της ποίησής του, το βλέπει από κοντά στο πολύγωνο της Αλεξάνδρειας. Το μοντέλο συμπεριφοράς και των δύο συγκρουόμενων πλευρών προσλαμβάνεται εκ του φυσικού. Αυτό το ιστορικό μάθημα ο Καβάφης το βιώνει οδυνηρά, σαν τραυματική ρομαντική απογοήτευση. Η ανεμελιά των ποιητικών δοκιμών της Πόλης εκτοπίζεται τώρα από τη μελαγχολική διαπίστωση της καταπάτησης του ιδεώδους και της υπερισχύσεως της απάτης. Ως λογοτεχνικό πρότυπο σ΄ αυτή τη φάση διακρίνεται η απαισιόδοξη ποίηση της τρίτης γενιάς της Αθηναϊκής ρομαντικής σχολής.
Μετά από μια σύντομη σειρά δημοσιεύσεων το 1886 θ΄ ακολουθήσουν πέντε χρόνια σιωπής, αφιερωμένα στην επίμονη αναζήτηση νέων προσανατολισμών. Κρίνοντας από το δεύτερο κύμα δημοσιεύσεων (από το 1891) και τα ανέκδοτα ποιήματα που διασώθηκαν στο αρχείο, τον προσελκύει ιδιαίτερα η γαλλική ποίηση, ταυτόχρονα μάλιστα και οι συμβολιστές και οι παρνασσιακοί. Στις πρώτες απόπειρες αξιοποίησης της αρχαίας θεματολογίας τορνεύεται η δεξιοτεχνία στην απόδοση της αφηγηματικής πλοκής, η ακρίβεια και η ευστοχία της παρατήρησης, το λακωνικό (όπως στη χαρακτική) περίγραμμα της εικόνας.
[…]
Η ατμόσφαιρα μελαγχολίας που χρωματίζει πολλά ποιήματα του Καβάφη της δεκαετίας του 1890, προσδιορίζεται από πολύ ετερογενείς παράγοντες: η ρομαντική εκκίνηση που δεν έχει ακόμα ξεπεραστεί, οι ιστορικές περιστάσεις (βρετανική κατοχή της Αιγύπτου, κατάρρευση των πατριαρχικών θεσμών στην ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας), η βαθιά δυσφορία από τον εαυτό του. Οι αναζητήσεις δικού του λογοτεχνικού δρόμου, που στρέφονται προς διάφορες κατευθύνσεις, αργούν να επιφέρουν το ζητούμενο αποτέλεσμα. Οι νέες συλλήψεις του παραμένουν «βουβαί», αφού δεν βρίσκονται τα κατάλληλα εκφραστικά μέσα.
[…]
Η δημιουργική κρίση βαθαίνει και λόγω δυσμενών οικογενειακών μεταβολών. Μετά το θάνατο του μεγαλύτερου αδελφού του Πέτρου (1891), ανώτερου υπαλλήλου στο Υγειονομικό Συμβούλιο, ο Καβάφης αναγκάζεται να αναζητήσει βιοποριστική απασχόληση και προσλαμβάνεται στις Αρδεύσεις, όπου θα υπηρετήσει τριάντα χρόνια. Η θέση του εκεί δεν ανταποκρινόταν στην κοινωνική θέση της οικογένειας. Το ποίημα «Όποιος απέτυχε» (1894) μεταφέρει αντίλαλους από οικεία δεινά. […] Περισσότερο απ΄ όλα τον πληγώνει η «προδοσία» του καλλιτεχνικού προορισμού, στον οποίον έπρεπε να αφοσιωθεί εξ ολοκλήρου, με όποιες θυσίες. Η λύπη του για το ότι «βγήκε από την φυσική του γραμμή και χάνει «τόσες πολύτιμες ώρες» θα διαποτίσει και ποιήματα και προσωπικά σημειώματά του.
Παράλληλα με τα ποιήματα όπου η καθολική πικρή απογοήτευση εκφράζεται με στεναγμούς και θρήνους για την απώλεια του ιδεώδους, γράφεται μια διαφορετική σειρά που φωτίζει την ατομική μοίρα σε συνάρτηση με το περιβάλλον, τις κοινωνικές συγκρούσεις. Η τραγωδία της απομόνωσης , της αδυναμίας για μια ενεργό παρέμβαση στη ζωή, ενσαρκώνεται στο ποίημα «Τείχη» με φανερά προσωπικό πόνο. Αν και ο βαθμός της άμεσης προσωπικής συγκίνησης είναι ακόμα πολύ υψηλός, η τάση προς αντικειμενικότερη αποτύπωση καταστάσεων τυπικών γίνεται ήδη εμφανής.
[…]
Προς το τέλος της δεκαετίας του 1890, από τις παρνασσιακές και συμβολιστικές εικόνες που αποτυπώνουν κάποια περιστατικά της ζωής, ο Καβάφης όλο και πιο αποφασιστικά έρχεται προς την τοποθέτηση καίριων και καθολικών προβλημάτων της.
[…]
Το μεταίχμιο των αιώνων ήταν και για τον Καβάφη ένα ορόσημο. Μπαίνοντας στη φάση της ωριμότητας, ανακεφαλαιώνει την αποκτημένη πείρα και κατασταλάζει σε έναν τρόπο γραφής. Αναθεωρώντας όσα είχε γράψει, νιώθει την ανάγκη να απορρίψει είτε να επεξεργαστεί ό, τι δεν ανταποκρίνεται στα ανανεωμένα φιλοσοφικά και αισθητικά του κριτήρια.
[…]
Η επεξεργασία των παλιών ποιημάτων καλείται να αναιρέσει τις ξεπερασμένες ρομαντικές ακρότητες –«πασίδηλες ασυνέπειες, γελοίες υπερβάσεις». Η ρομαντική συναισθηματική υπερβολή και τα συναφή ποιητικά μέσα εξοστρακίζονται. Μειώνεται στο ελάχιστο ο αριθμός των επιθέτων, παραμένουν τα ουδέτερα, απαλλαγμένα από συγκινησιακή φόρτιση και διακοσμητικό ρόλο, και αναλαμβάνουν κατεξοχήν πληροφοριακή αποστολή.
[…]
Ριζικές αλλαγές συντελούνται και στην ποιητική του γλώσσα. Η γλωσσική «διόρθωση» σημαίνει κυρίως μετάβαση από την καθαρεύουσα στη δημοτική, που υπαγορεύεται από την αναζήτηση της φυσικής ροής του ποιητικού λόγου, της ζωντάνιας και της αμεσότητάς του. Παρ΄ όλο που η γλώσσα του Καβάφη θα διατηρήσει αρκετά στοιχεία της καθαρεύουσας (κυρίως στα «αρχαία» ποιήματα, ως χρήσιμο υφολογικό μέσο, κατάλληλο όχι μόνο για την αναστήλωση της διανοητικότητας ή και των σατιρικών προθέσεων του ποιητή), όλη η δομή της (και ειδικά-η δυναμική εισαγωγή στοιχείων πεζού λόγου) αποκαλύπτει μια πρωτοποριακή στην εποχή του στροφή προς την καθομιλουμένη, που μεταφέρει με ευλυγισία και ακρίβεια την κίνηση της ποιητικής σκέψης. Αναλόγως των εσωτερικών νοηματικών κυματισμών διαμορφώνεται και η ελεύθερη ρυθμική οργάνωση του στίχου, που απαλλάσσεται από την ομοιοκαταληξία και την ισοσυλλαβία, αλλά διαφυλάσσει μια δική του αυστηρή κλασική μορφή.
Ως αποτέλεσμα της αναθεώρησης και της επεξεργασίας, 23 δημοσιευμένα ποιήματα του Καβάφη θα περιέλθουν στην κατηγορία των σιωπηρώς «αποκηρυγμένων», τα 14 θα περάσουν τη δοκιμασία και θα απαρτίσουν τη συλλογή που θα παραδοθεί στο τυπογραφείο το Δεκέμβρη του 1904. Το 1910, ολοκληρώνοντας τη δεκαετία αναθεώρησης και κατασταλάγματος, θα επαναλάβει αυτήν την έκδοση, προσθέτοντας άλλα 7 ποιήματα. Και οι δύο συλλογές κυκλοφόρησαν εκτός εμπορίου, τις χάριζε σε φίλους. Έτσι διένεμε και τις επόμενες, «χειροποίητες» συλλογές, συρραφές τυπογραφικών φύλλων –πέντε συλλογές με χρονολογική κατάταξη και πέντε «θεματικές», δομημένες σύμφωνα με τις υπαγορεύσεις της εσωτερικής αλληλουχίας και με τον προσανατολισμό στην καλλιτεχνική ενότητα όχι μόνο ενός συγκεκριμένου θεματικού κύκλου, παρά και όλου του έργου.
Το 1926 στον χρονολογικό κατάλογο που συνόδευε τη συλλογή ποιημάτων 1907-1915, ο Καβάφης χάραξε μια διαχωριστική γραμμή: «Προ του 1911», ορόσημο φτασμένης πια ωριμότητας. Είχε προηγουμένως ολοκληρώσει όχι μόνο την αναθεώρηση όλης της ποιητικής παραγωγής, αλλά και τις κύριες θέσεις της κοσμοθεωρίας του. Σχεδόν όλα τα «φιλοσοφικά» (σύμφωνα με την ταξινόμηση του ίδιου του Καβάφη) είναι γραμμένα την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα και εκφράζουν τις απόψεις του με εμφανή διδακτική διάθεση.
[…]
Σταδιακά, η ενδυναμωμένη αφοσίωση του Καβάφη στον δημιουργικό του προορισμό αποκτά στωική απόχρωση και τον συμφιλιώνει με την Αλεξάνδρεια, παρ΄ ότι εξακολουθεί να στεναχωριέται για τα αποπνικτικά της όρια. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1900 γίνονται και κάποιες αλλαγές στον τρόπο της ζωής του –από ανοικτό κοσμοπολίτικο σε περιορισμένο (και ως προς τα έξοδα και ως προς τις επικοινωνίες). Σ΄ αυτόν τον Καβάφη ο Σαββίδης βλέπει έναν ασκητικό ποιητή να αναγνωρίζει τον πραγματικό εαυτό του «και να αφιερώνεται στην καλλιέργεια και στην ανάδειξη της τέχνης του».
Ακριβώς τότε, στα πρόθυρα των πενήντα του χρόνων, ανακαλύπτει την Αλεξάνδρεια ωε μοντέλο του κόσμου. Η πρώτη του ενσάρκωση επιχειρείται στον τελευταίο φιλοσοφικό μονόλογο «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον». Γράφεται ένα μήνα μετά την «Ιθάκη», συμπληρώνοντας το ερμηνευτικό της σχήμα (ζωή ίσον ταξίδι της γνώσης) με μια στωική νότα.
[…]
Με το δίπτυχο «Ιθάκη-Απολείπειν ο θεός Αντώνιον» αποχαιρετούσε όχι μόνο τον φιλοσοφικό μονόλογο (με την άμεση συγκινησιακή του φόρτιση και το διδακτισμό), αλλά και την παραδοσιακή μυθολογική πλοκή. Στο εξής την ύλη για τα «αρχαία» ποιήματά του θα την αντλεί από την ιστορία, ανιχνεύοντας τρόπους έμμεσης υποβολής μέσω μιας «απευθείας μετάδοσης», με φαινομενικά αμέτοχη αναπαράσταση του ιστορικού επεισοδίου (αυτοαποκάλυψη ύλης), μέσω δραματικών μονολόγων και διαλόγων (αυτοαποκάλυψη χαρακτήρων). Την ιδιαίτερη προσοχή του ποιητή θα προσελκύσουν τα περιφερειακά ιστορικά πρόσωπα, μορφές που μπορεί να τις πλάσει με μεγαλύτερη ελευθερία, με ξεχωριστή αίσθηση ζωντάνιας και αλλήθειας. Καλλιεργώντας το effect της αξιοπιστίας ντοκουμέντου (βέβαιο στίγμα της ιστορίας), ο Καβάφης το προεκτείνει σε όλο το πεδίο της ποίησής του, ιστορικό και σύγχρονο, φωτίζοντας όλο και πιο συνειδητά στα μοντέλα του το παν-χρονικό, πανανθρώπινο υπόστρωμα.
[…]
Εξετάζοντας με ιδιαίτερη προσήλωση τις σφαίρες ατομικής και συλλογικής συνείδησης, ο ώριμος Καβάφης στρέφεται στις μεταβατικές ιστορικές φάσεις, σημαδεμένες με βαθιά μοιράσματα, με φαινόμενα διχασμού της ανθρώπινης προσωπικότητας. Κατευθύνοντας τον προβολέα στην πρωτοχριστιανική εποχή, φωτίζει τις αντίπαλες θρησκείες σαν δύο εχθρικές ιδεολογίες που ανοίγουν γκρεμούς ανάμεσα στους πιο κοντινούς ανθρώπους. Πολύ πριν στην παγκόσμια λογοτεχνία κατασταλάξει η έννοια της ψυχοφθόρου αποξένωσης, ο Καβάφης την ενσαρκώνει στην υπογραμμισμένη (με την τυπογραφική αραίωση) λέξη ξ έ ν ο ς.
[…]
Όσον αφορά το πρόβλημα της συλλογικής συνείδησης, είναι πού ενδεικτική η ερμηνευτική μετατόπιση που παρατηρείται σ΄ ένα παλιό θέμα του Καβάφη –ψυχολογία του πλήθους: από την αδιαφορία στην τυφλή φανατική επιθετικότητα.
[…]
Παριστάνοντας τη ζωή του ανθρώπου σαν ένα ταξίδι προς την Ιθάκη με κίνητρο όχι τον τελικό στόχο, αλλά τη χαρά του ίδιου του ταξιδιού, την ευτυχία της μάθησης και της δημιουργίας, την προσγειωμένη και στωική ικανότητα για αγάπη στη ζωή με όσα δίνει, ο Καβάφης πρότεινε στον αναγνώστη του ένα κάθε άλλο παρά εύκολο μοντέλο συμπεριφοράς.
[…]
«Ο Καβάφης είναι, νομίζω ο ‘δυσκολότερος’ ποιητής της σύγχρονης ελληνικής γραμματείας», είχε πει ο Σεφέρης. Από γραμματολογική άποψη, αναμφισβήτητα κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Δεν είναι τυχαίο ότι γύρω από έναν τόσο περιορισμένο αριθμό ποιημάτων μεγάλωσαν βουνά από μονογραφίες και άρθρα και το ρεύμα δεν φαίνεται να εξαντλείται. Κάθε άλλο: παρουσιάζονται νέες οπτικές γωνίες, και πολλές απ΄ αυτές απαιτούν πολύ εξειδικευμένη γνώση του αρχαίου πολιτισμού, της ιστορίας, της φιλοσοφίας. Τροφή και χαρά για μελετητές και ειδικούς φίλους της λογοτεχνίας. Υπάρχει όμως και ένα άλλο πεδίο –της επικοινωνίας με ένα ευρύτερο κοινό: τι προσκομίζει στο δικό του ψυχικό κόσμο, κατά πόσο του γίνεται αναγκαίος.
Έχω την εντύπωση πως για τον σημερινό αναγνώστη που διαβάζει τον Καβάφη όχι σαν γραμματολόγος, αλλά για την ψυχή του, ο Καβάφης δεν είναι καθόλου δύσκολος ποιητής. Ανατρέχουμε σ΄ αυτόν για να εκφράσουμε με τα δικά του λιτά, προσγειωμένα, συγκρατημένα λόγια δικές μας σκέψεις για τα δικά μας προβλήματα –αιώνια προβλήματα του ανθρώπινου βίου. Όπως συνηθίζουμε να λέμε τώρα –υπαρξιακά. Και θα ήθελα να υπογραμμίσω –συνειδησιακά. Εκεί γίνεται και, πιστεύω, θα γίνεται πάντα η συνάντηση του Καβάφη με τους σημερινούς και μελλοντικούς αναγνώστες του.

Αθήνα, Αύγουστος 2002, ΣΟΝΙΑ ΙΛΙΝΣΚΑΓΙΑ.



Και εδώ, στον επίσημο διαδικτυακό τόπο του ποιητή, μπορείτε να βρείτε ποιήματα και πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του.

http://www.kavafis.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: