Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Μπέρτολτ Μπρεχτ: ένας στρατευμένος δημιουργός


Ο Μπρεχτ –ποιητής και τραγουδοποιός είναι λιγότερο γνωστός από τον Μπρεχτ –θεατρικό συγγραφέα και δημιουργό του Επικού θεάτρου. Από τα λίγα παραπάνω από 1000 ποιήματα και τραγούδια που έγραψε, στη χώρα μας έχουν κυκλοφορήσει μεταφρασμένα σε ποιητικές συλλογές, περιοδικά και μέσα από κείμενα θεατρικών έργων του, όχι περισσότερα από το ένα τέταρτό τους. Υπάρχει δηλαδή στην Ελλάδα ένας «άγνωστος Μπρεχτ».
[…]
Τα ποιήματα του Μπρεχτ, όπως και τα θεατρικά κι οι σύντομες ιστορίες του, αντανακλούν καλλιτεχνικά τις διεργασίες που συντελούνταν στη συνείδησή και στη στάση ζωής που εξελικτικά διαμόρφωνε ο ποιητής, δραματουργός και ιστοριογράφος.
Τα πριν το 1926 ποιήματα και μπαλάντες του έχουν έντονη την επίδραση των Βέντεκιντ, Βιγιόν και Ρεμπώ. Εκφράζουν άγρια ανυποταξία κι αντιμπουρζουάδικη ανταρσία, ριζοσπαστική ατομική διαμαρτυρία ενάντια στον πόλεμο και το μιλιταρισμό, τον ξεπεσμό του ανθρώπου στον καπιταλισμό και την αστική ηθικολογική υποκρισία.
[…]
Το 1926 είναι η χρονιά που συντελείται η αποφασιστική στροφή στη σκέψη και τη ζωή του Μπρεχτ, καθώς αρχίζει η πορεία προσέγγισής του στο μαρξισμό.
[…]
Ο Μπρεχτ έφτασε μέχρι το μαρξισμό μέσα από τους δρόμους ενός διανοούμενου.
Είναι γνωστή η αφορμή της πρώτης επαφής μαζί του: όπως εξηγεί κι ο ίδιος σε ποίημα του και σ΄ άλλα γραφτά του, στη διαδικασία συλλογής υλικών για να γράψει το θεατρικό έργο «Τζόε Φλαισχάκερ από το Σικάγο», με σκοπό ν΄ απαντήσει στο ερώτημα «γιατί να τρώω ψωμί πανάκριβο;» ανακάλυψε αυτό που ονόμασε «επαγγελματικό ατύχημά» του. Δεν είχε γνώσεις πολιτικής οικονομίας. Κι όχι μόνο αυτό. Ανακάλυψε ότι επιπλέον δεν μπορούσε να καταλάβει, έτσι όπως τον εξηγούσαν οι διάφορες θεωρίες της αστικής πολιτικής οικονομίας, το μηχανισμό του χρηματιστήριου σταριού στο Σικάγο, που έπαιζε κεντρικό ρόλο στο έργο του. Αναζητώντας κάποια λογική ερμηνεία, έφτασε μέχρι το Κεφάλαιο του Μαρξ…
Το γεγονός και τ΄ αποτελέσματά του, που σφράγισαν από κει και πέρα το έργο και τη ζωή του Μπρεχτ, περιγράφει σε κείμενο του 1934 ο φίλος του Μπρεχτ, ποιητής κι αργότερα υπουργός Παιδείας της ΛΔ Γερμανίας, Γιοχάνες Ρ. Μπέχερ: «Ο Μπρεχτ στράφηκε σε μας ως εξής: Άρχισε η κρίση. Τα μεροκάματα μειώνονταν. Το ψωμί γινόταν πιο ακριβό. Ο Μπρεχτ αποφάσισε να γράψει ένα έργο με ήρωα το στάρι. Οι εξηγήσεις των οικονομολόγων ήταν κάλπικες, άχρηστες. Το στάρι έφερε τον Μπρεχτ στον Μαρξ, κι από τον Μαρξ στον Λένιν. Το θεατρικό έργο δε γράφτηκε ποτέ. Μα δημιουργήθηκε ένας καινούριος Μπρεχτ, ένας Μπρεχτ που εγκατέλειψε το «δεν ανήκω πουθενά» κι εντάχθηκε στις γραμμές των κομμουνιστών εργατών της τέχνης».
[…]
Ενώ ο ίδιος ο Μπρεχτ σημειώνει με παιχνιδιάρικη διάθεση: «Σαν διάβασα το Κεφάλαιο του Μαρξ, κατάλαβα τα θεατρικά μου έργα. Όπως καταλαβαίνετε, εύχομαι μια πλουσιοπάροχη διάδοση αυτού του βιβλίου. Φυσικά, δεν ανακάλυψα ότι είχα γράψει ένα ολόκληρο πλήθος μαρξιστικών θεατρικών έργων χωρίς να χω ιδέα. Αλλά αυτός ο Μαρξ ήταν ο μοναδικός θεατής των θεατρικών μου που είχα δει. Γιατί έναν άνθρωπο με τέτοια ενδιαφέροντα θα πρεπε να τον ενδιαφέρουν άμεσα τα θεατρικά μου. Όχι εξαιτίας της εξυπνάδας τους, αλλά εξαιτίας της δικής του. Θα ‘τανε υλικό θεώρησης γι΄ αυτόν. Αυτό το ‘παθα επειδή διέθετα τόσο λίγες απόψεις, όσο και χρήματα, κι επειδή είχα την ίδια άποψη για τις απόψεις, όπως για τα χρήματα: πρέπει κανείς να τις έχει για να τις δίνει, όχι για να τις κρατά».
[…]
Όσο περισσότερο καθόριζε τη δημιουργία του Μπρεχτ η μαρξιστική κοσμοθεωρία, τόσο πιο λιτά και επιβλητικά, πιο κλασικά, αυτά γίνονται. Όπως έγραφε το 1934 ο Άρνολντ Τσβάιχ: «Ο Μπρεχτ γράφει ποιήματα για το σήμερα, που θα μπορούσαν να φιγουράρουν σε κάποια ρωμαϊκή επιγραφή… ποιήματα γεννημένα από το πνεύμα της αρχαιότητας μέσα από το πνεύμα της σύγχρονης πρόζας, που δημιουργούν κάτι πραγματικά καινούριο: μια αρχαϊκή απλότητα συνδυασμένη με τον πιο άμεσο δεσμό με την πραγματική ζωή –ποιήματα των καιρών μας. Κι ανάμεσά τους είναι ποιήματα, που αν τα διαβάσει κανείς με φυσικό ύφος, μπορεί να τα καταλάβει κάθε εργάτης, κάθε κουρασμένη απ΄ το γραφείο της δακτυλογράφος».
Αυτό συμβαίνει γιατί ο Μπρεχτ, γράφοντας ποιήματα που δεν αντανακλούν απλά την ταξική πάλη, άλλα ήταν και μαθήματα για το πώς να διεξάγεται, ανάπτυξε μια ποιητική γλώσσα, που ήδη εμπεριέχει την απαιτούμενη αναφορά στην εμπειρία. Πράγμα που αυτό καθαυτό εξαναγκάζει τις προτάσεις που σχηματίζει να σχετίζονται με την πραγματικότητα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε την ευρύτητα, που μ΄ αυτήν αντιλαμβανόταν ο Μπρεχτ την έννοια της ομορφιάς, το ότι σ΄ αυτήν συμπεριλάμβανε και την έννοια του σωστού. Όπως σημειώνει το 1951 ο ποιητής Πάουλ Ρίλα: «Η ίδια ποιητική γλώσσα που ζυγίζει τα γεγονότα, ζυγίζει και την αλήθεια ή την έλλειψη αλήθειας τους. Για να διεξάγεται σωστά η πάλη, πρέπει να δοκιμάζονται τα συνθήματα της πάλης. Το νέο και μεγάλο χαρακτηριστικό των ποιημάτων του Μπρεχτ είναι ότι μεταφράζουν καθαρά σε μια γλώσσα αισθημάτων αυτή την πορεία της δοκιμής, του τσιμενταρίσματος της έννοιας, ακριβώς όπως υποβάλλουν τη γλώσσα αισθημάτων της πραγματικότητας στον διαλεκτικό έλεγχο. Ο ρεαλισμός του Μπρεχτ είναι το αποτέλεσμα μιας έντασης, όπου το ένα χαρακτηριστικό προκαλεί το άλλο, που μέσα απ΄ αυτή η σκέψη γίνεται πίστη και η πίστη σκέψη».
Αυτό γίνεται γιατί τα ποιήματα του Μπρεχτ παρακινούν τον αναγνώστη ή τον ακροατή να σκεφτεί διαλεκτικά και τοποθετούν πλάι-πλάι τα προσωπικά συμπεράσματα με τις αποφάσεις. Ενσωματώνεται έτσι στα ποιήματά του κείνη η ποιότητα, που ο Μπρεχτ αποδίδει στον κομμουνισμό: «Είναι το απλό, που είναι δύσκολο να γίνει». Όλα αυτά έχουν σχέση με την αντίληψη του Μπρεχτ για τον τρόπο λειτουργίας της τέχνης μέσω της μάθησης. Όπως έγραφε στο γνωστό κείμενο του 1934 ο Τετριάκοφ: «Ο Μπρεχτ ισχυρίζεται ότι η τέχνη είναι ένα τμήμα της παιδαγωγικής. Αν οι άνθρωποι γενικά αποφεύγουν την διδαχή, αν προσβάλλονται από κάθε διδακτικό τόνο, αυτό συμβαίνει απλά επειδή τα σχολεία τους είναι χώροι διαστροφής του ανθρώπινου μυαλού. Η πραγματική καθοδήγηση είναι κάτι επιθυμητό, κι ο άνθρωπος που τη δέχεται, που γίνεται σοφότερος και πιο δυνατός, δε μπορεί παρά να ναι ευχαριστημένος».
[…]
Τίποτα στην ποίηση του Μπρεχτ δεν αναφέρεται ασυνείδητα ή τυχαία. Όπως έγραφε η Άννα Ζέγκερς, Πρόεδρος της Ένωσης Συγγραφέων της ΛΔ Γερμανίας μέχρι το θάνατό της πριν λίγα χρόνια: «Ο Μπρεχτ κάποτε μου είπε πως δεν πρέπει να γράφω ούτε μία πρόταση απρόσεκτα. Πρέπει να φέρω την ευθύνη για κάθε πρόταση. Όχι μόνο για την έννοια. Μα για κάθε λέξη και για κάθε κόμμα. Δε θα ‘πρεπε ν΄ αφήνεις ούτε μια πρόταση πριν την ελέγξεις ξανά και ξανά».

ΝΑΝΤΙΑ ΒΑΛΑΒΑΝΗ (από το βιβλίο Μπέρτολτ Μπρεχτ ποιήματα, εκδόσεις σύγχρονη εποχή)

2 σχόλια:

thalassamov είπε...

μάντεψε ποιά!!!

φιλιά από Λουκανικούπολη!!!

Γιώτα είπε...

Βρε, καλώς την!!Και γω έλεγα που χάθηκε αυτό το κορίτσι και δεν γράφει στο παλιό του μπλοκ!!!

Θα σε επισκεφτώ στα νέα σου λημέρια λοιπόν :)

Πολλά φιλιά κι από την Κοριτσούπολη εδώ :))