Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Ναπολέων Λαπαθιώτης: Ρόδον εύοσμον!


«Κι από τότε, για την περίπτωσή που θα χανόμουν πάλι… μου μαθαίνουνε να λέω τ΄ όνομά μου: Ναπολέων Λαπαθιώτης, ρόδον εύοσμον!».

Τη νύχτα της 7ης Ιανουαρίου 1944 ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης αυτοκτόνησε μέσα στο σπίτι του, στη συμβολή των οδών Οικονόμου και Κουντουριώτου, στα Εξάρχεια. Δίπλα του βρέθηκε το παλιό περίστροφο με το οποίο είχε πυροβολήσει το στήθος του. Ήταν η τραγική κατάληξη μιας ζωής χρωματισμένης με τα πιο εκτυφλωτικά χρώματα που κάποτε έδυσαν για να βασιλέψουν οι ίσκιοι.
[…]
Γόνος εύπορης, μεγαλοαστικής οικογένειας, γιός του στρατηγού Λεωνίδα Λαπαθιώτη και της Βασιλικής Παπαδοπούλου, ανιψιάς του Χαρίλαου Τρικούπη, ο Λαπαθιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1888. Η πρώτη του εμφάνιση έγινε σε ηλικία μόλις εννέα ετών μέσα από τις σελίδες της Διαπλάσεως των Παίδων. Δεκατριών ετών είχε ήδη τυπώσει με έξοδα του πατέρα του, το πρώτο του έργο: το έμμετρο δράμα Νέρων ο Τύραννος. Ωστόσο, επισήμως εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα το 1905. Έκτοτε, και για τριάντα περίπου χρόνια, ο Λαπαθιώτης μεσουρανούσε στο λογοτεχνικό στερέωμα της χώρας μας και απασχολούσε την κοινή γνώμη άλλοτε για τα αισθησιακά, ερωτικά του ποιήματα και τα επαναστατικά μανιφέστα του και άλλοτε για τον προκλητικό, και κάποτε σκανδαλώδη για τα ήθη της εποχής, τρόπο ζωής του.
Ποιητής λεπταίσθητος, μουσικός, επηρεασμένος από τον αισθητισμό του Ουάιλντ και από τους Γάλλους συμβολιστές, καθάρισε το λόγο των πρώτων Αθηναίων ρομαντικών από το στόμφο και τη μεγαληγορία και ανανέωσε το ρομαντισμό των δεύτερων, κομίζοντας τους αβρούς τόνους μιας νέας ευαισθησίας. Η ποίησή του, στους ίδιους μελαγχολικού τόνους με την ποίηση του Καρυωτάκη, αλλά χωρίς την ένταση και το σαρκασμό από τον οποίο διαπνέεται το έργο του τελευταίου, υποβάλλει περισσότερο μια συναισθηματική κατάσταση και λιγότερο ένα συγκροτημένο ποιητικό όραμα. Σ΄ αυτό συμβάλλει η μουσική δομή της, με τις φευγαλέες εντυπώσεις και τις χαλαρές, σχεδόν ασύνδετες μεταξύ τους εικόνες, την προσεγμένη, μέχρι σημείου εκζήτησης, στιχουργία και την εκμετάλλευση των μουσικών δυνατοτήτων της γλώσσας: της συνίζησης, της παρήχησης, της ευρηματικής ομοιοκαταληξίας. Έτσι, τα ποιήματά του διαθέτουν χάρη, κομψότητα και ευλυγισία. Κι αν κάποτε η έλλειψη ποιητικού βάθους τον παρασύρει σ΄ επαναλήψεις και κοινοτυπίες, ο Λαπαθιώτης , στις καλύτερες στιγμές του, είναι ικανός να δονήσει τις πιο λεπτές κι ευαίσθητες χορδές.
Από την πρώτη του νεότητα, τον Λαπαθιώτη τον περιέβαλλε η αχλύς του μύθου: η αριστοκρατική καταγωγή του, το εκπάγλου καλλονής νεανικό παρουσιαστικό του, οι νυχτερινές περιπλανήσεις του, η δηλωμένη ερωτική του απόκλιση, η αναζήτηση των τεχνητών παραδείσων, προ πάντων, τα ποιήματά του, σκορπισμένα σε κάθε είδους έντυπα με την αμεριμνησία ενός εστέτ, του εξασφάλισαν μια εφήμερη δόξα, που, όσο περνούσαν τα χρόνια, έχανε σιγά σιγά τη λάμψη της. Σ΄ αυτό συνέβαλε η επίμονη άρνησή του να εστερνισθεί τα νεότερα ποιητικά ρεύματα, άρνηση που εκδηλώθηκε με βίαιες πολεμικές εναντίον των «μοντέρνων». Κι ενώ ξεθώριαζε η ποιητική του αίγλη, ήρθε ο θάνατος των γονιών του, ο πόλεμος, η Κατοχή, η οικονομική εξαθλίωση, να κορυφώσουν το δράμα του. Τα φλογερά, ερωτικά ποιήματα των νεανικών του χρόνων παραχώρησαν τη θέση τους σε στίχους γεμάτους απελπισία, στίχους που κατατρύχονταν από την έμμονη ιδέα του θανάτου.
[…]
Τα Ποιήματα (Πυρσός, 1939) είναι το μοναδικό ποιητικό βιβλίο που τύπωσε εν ζωή ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Πρόκειται για μια επιλογή πενήντα ποιημάτων από το πλούσιο έργο που είχε σκορπίσει σπάταλα ο ποιητής σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά στο διάστημα μιας τριακονταετίας. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως η ομολογημένη αντιπάθεια του Λαπαθιώτη για τα τυπωμένα βιβλία ήταν ένα ακόμα από τα στοιχεία του μύθου που τον περιέβαλλε.
[…]
Η έκδοση του 1939 έμεινε μοναδική. «Νομίζω», γράφει ο Κλέων Παράσχος, «ότι και αυτό ακόμα το βιβλίο του, το μοναδικό, για να πάρει την απόφαση να το τυπώσει, θα ζόρισε κάμποσο τον εαυτό του. Πληθώρα έργου που έκαμνε δύσκολο και κουραστικό το ξεδιάλεγμα (και το διόρθωμα΄ ο Λαπαθιώτης δούλευε ολοένα και ξαναδούλευε και τα πρόσφατα, αλλά και τα παλαιότερα ιδίως γραφτά του), νωχέλεια, η συνείδησή του η καλλιτεχνική, η πολύ ακονισμένη, που δεν ήταν δυνατόν να μην του γεννούσε ώρες ώρες αμφιβολίες για την αξία του έργου του (σχετικά μ΄ εκείνο που ονειρευόταν να πραγματώσει), ένα αίσθημα του μάταιου κάθε πράξης, ιδίως του τυπώματος ενός βιβλίου; Ποιος ξέρει!».
[…]
Είναι μεγάλος ποιητής ο Λαπαθιώτης; Ερωτήματα τέτοιου είδους απασχολούν μόνον όσους συνηθίζουν να μετρούν τους ποιητές με τον πήχυ και το υποδεκάμετρο. Ασφαλώς, το ποιητικό του ανάστημα δεν είναι πρώτης σειράς. Είναι όμως ένας ποιητής που, κατά τον εύστοχο χαρακτηρισμό του Κώστα Στεργίοπουλου, «ξέρει να κλαίει ανθρώπινα’. Όσο και αν η ποίηση του Λαπαθιώτη φαντάζει σήμερα κάπως παλαιομοδίτικη και ξεπερασμένη, «με τα πολλά της τα λιγώματα» όπως εγκαίρως παρατήρησε ο Μήτσος Παπανικολάου, τα φλογερά ερωτικά ποιήματα της νιότης του και τα γεμάτα απελπισία ποιήματα της ωριμότητάς αρκούν για να του εξασφαλίσουν μία εξέχουσα θέση στα γράμματά μας. Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αποτίμηση της προσφοράς του Λαπαθιώτη έγινε τη στιγμή κατά την οποία ο μοντερνισμός είχε εδραιώσει τη θέση του στην ελληνικά λογοτεχνία και η νεότερη κριτική έσπευδε να κλείσει βιαστικά τους λογαριασμούς της με την παράδοση. Έτσι, ο Λαπαθιώτης που είχε την ατυχία να ζήσει στο μεταίχμιο αυτής της εποχής, βρέθηκε ξαφνικά στο περιθώριο. Η επίδραση, όμως, που άσκησε ο Λαπαθιώτης στην εποχή του αλλά και σε μεταγενέστερους καιρούς δεν είναι διόλου αμελητέα –κάτι που αποδεικνύεται, άλλωστε, από το διαρκώς ανανεούμενο ενδιαφέρον που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια για τον άνθρωπο και το έργο του. Όχι για τον άνθρωπο ή το έργο χωριστά, αλλά για το «έμψυχό του ποίημα», όπως το έθεσε ο πάντοτε ακριβολόγος Τέλλος Άγρας.

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ, Μια παρουσίαση από τον Σωτήρη Τριβιζά, εκδόσεις Γαβριηλίδης, εκ νέου, Αθήνα, 2000.

Σημαντικές πληροφορίες για τη ζωή του και το έργο του ποιητή (και μέσα από πηγές) μπορείτε να βρείτε στο τέλος του ίδιου βιβλίου ως «Στοιχεία εργογραφίας».

Επίσης, μία αρκετά αξιόλογη έκδοση, στο Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ποιήματα (με ενδιαφέρουσα εισαγωγή της Μαρίνας Λυπουρλή), εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 2001.

Ο Φωκίων, το ελάφι(απόσπασμα)

Εκεί όπου ζούσε ο Φωκίων υπήρχαν πολλά βουνά. Βουνά μεγάλα, με άγρια βράχια και ψηλές κορφές. Βουνά μικρά, με ήρεμα δάση από πεύκα. Και πεδιάδες με λουλούδια, αμπέλια και στάχυα.
Και στο βάθος ήταν η θάλασσα κι οι ακρογιαλιές της, με τα λευκά βότσαλα και τη χρυσή άμμο.
Κάπου εκεί, λοιπόν, ζούσε ο Φωκίων. Μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα του.
-Γιατί, πατέρα, έγινες δάσκαλος;, τον ρώτησε μια μέρα.
-Γιατί αυτό ήθελα.
-Και γιατί το ‘θελες;
-Γιατί έτσι θα ήμουν χρήσιμος στους άλλους.
-Δε σε καταλαβαίνω, πατέρα.
Ο δάσκαλος έκλεισε το βιβλίο που κρατούσε.
-Άκουσέ με προσεκτικά, είπε και στερέωσε τα γυαλιά του πάνω στα μεγάλα του κέρατα.
-Ο χήνος, ο φούρναρης του χωριού, κάνει ή δεν κάνει με τη δουλειά του καλό σ΄ όλους μας;
-Κάνει, αφού φτιάχνει το ψωμί που τρώμε.
-Ε, το ίδιο γίνεται και με το γάιδαρο, που κάθε πρωί μαζεύει τα σκουπίδια.
-Εντάξει, τα καταλαβαίνω όλα αυτά! Εσύ, όμως, γιατί έγινες δάσκαλος;
-Δεν υπήρχε στο χωριό κανένας. Έτσι, έγινα εγώ.
-Και τα γράμματα πού τα έμαθες;
-Στην πολιτεία. Εκεί μ΄ έστειλαν οι γονείς μου.
-Τόσο μακριά!
Τη μεγάλη την πόλη ούτε απ΄ την πιο ψηλή κορφή του βουνού δεν μπορούσες να την δεις.
-Και μετά, πατέρα;
-Γύρισα κι έγινα ο δάσκαλος του χωριού.
-Καλά. Όμως ο χήνος φτιάχνει το ψωμί. Ο γάιδαρος καθαρίζει το χωριό. Κι εσύ; Τι κάνεις με τα γράμματα;
-Μαθαίνω στους άλλους πώς να ζουν λεύτεροι.
Του δάσκαλου η φωνή ήταν πολύ σοβαρή.
Ο Φωκίων δε ρώτησε τίποτ΄ άλλο.
Βγήκε έξω να κάνει μια βόλτα.

ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ


(Τότε θα αρχίζει να αλλάζει αυτή η Χώρα, να πηγαίνει μπροστά, όταν επενδύσει στην εκπαίδευση και στην παιδεία… Πότε θα γίνει αυτό;…
……………………………………………………………………
Από την σύντομη διδακτική εμπειρία που είχα, μου λείπει τόσο η σχολική αίθουσα, οι μικροί μαθητές…
Και τα όνειρα για διορισμό έχουν εξανεμιστεί μετά από αυτήν την εθνική κατάντια…
Πόση θλίψη να χωρέσει πια αυτός ο τόπος ακόμα;
«Μαθαίνω στους άλλους πώς να ζουν λεύτεροι.»

«… Μα ποιος πέθανε;
Οι τηλεβόες το φώναξαν στριγκά:
«Η Δημοκρατία».
Τι απίθανοι μυθομανείς!
Μα πώς γίνεται να πεθάνει
ένας που δεν πρόφτασε να ζήσει;»
Μ.Λ)

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Το Άρωμα

Λοιπόν, σήμερα είμαστε κάπως καλύτερα. Από την Τσικνοπέμπτη και μετά σε άθλια κατάσταση και τα δύο κορίτσια μας. Οξεία βροχιολίτιδα, ιστορίες και χίλια δύο άγχη. Ευτυχώς βλέπω μια μικρή καλυτέρευση. Ήρθαν και ενισχύσεις (γιαγιά!) και, έτσι, μετά τα ξενύχτια των προηγούμενων ημερών, χαλαρώσαμε λίγο…

Τις δύο προηγούμενες βδομάδες όμως είχα την τύχη να ξεκλέβω αρκετό χρόνο (κυρίως όταν τα κορίτσια μου κοιμόταν) και να διαβάσω δύο εξαιρετικά βιβλία. Το ένα είναι η Μάνα του Γκόργκι, που με ταρακούνησε και ντρέπομαι που δεν το είχα διαβάσει τόσα χρόνια. (Αλλά γι΄ αυτό έχουμε πολλά να πούμε και θα τα πούμε κάποια άλλη φορά.) Το δεύτερο ήταν Το Άρωμα, του Πάτρικ Ζίσκιντ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου.

Στις 17 Ιουλίου του 1738 ένα αγόρι γεννιέται στο Παρίσι, όπου «κυριαρχεί μία δυσοσμία αφάνταστη». Στο «πιο βρωμερό σημείο της πόλης», στον πάγκο των ψαράδων, η μητέρα του το φέρνει στον κόσμο, αθόρυβα, κρυφά με την ελπίδα να «τελειώνει μια ώρα αρχύτερα». Επιθυμία της φυσικά το βρέφος να πεθάνει εκεί, αμέσως, όπως έγινε άλλες τέσσερις φορές στο παρελθόν. Όμως «τελείως απροσδόκητα», το μωρό βγάζει μία δυνατή κραυγή και τότε ο κόσμος καταλαβαίνει τι συμβαίνει (η 25χρονη μάνα του προφασίζεται πως το αίμα στα ρούχα της είναι από τα ψάρια). Δικάζεται και καταδικάζεται για πολλαπλή παιδοκτονία.

Έτσι αρχίζει η ιστορία του Ζαν-Μπατίστ Γκρενούιγ. Ενός παιδιού που επιβιώνει πάντα, ακόμα και κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες, ενός παιδιού που οι γύρω του αποφεύγουν, ενός παιδιού απόμακρου, που διαθέτει όμως μία ικανότητα μοναδική: αντιλαμβάνεται τον κόσμο, τα πάντα γύρω του, με βάση την οσμή τους.

Όταν θα βρεθεί στο εργαστήρι ενός ηλικιωμένου αρωματοποιού, που έχει αποφασίσει να αποσυρθεί από το επάγγελμα, θα τον εκπλήξει με τις ικανότητές του. Τα σχέδια του γερό-Μπαλντίνι αλλάζουν και θησαυρίζει εκμεταλλευόμενος το σπάνιο ταλέντο του νεαρού, που φυσικά τον κρατάει ως μαθητευόμενο.
Ο Γκρενουίγ μαθαίνει δίπλα του σιωπηλά, χωρίς να τον απασχολεί τίποτ΄ άλλο - χρήματα, δόξα- πλην του να μάθει την Τέχνη. Κι όταν αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να εξελίξει άλλο τις γνώσεις του, πέφτει στο κρεβάτι βαριά άρρωστος. Ξαναζωντανεύει μόνο όταν πληροφορείται πως στο Νότο, στην πόλη Γκρας, γνωρίζουν «κι άλλους τρόπους για να κρατήσουν το άρωμα μιας ουσίας».
Την ίδια στιγμή αποφασίζει να φύγει, περιπλανιέται σε διάφορες περιοχές, αηδιασμένος με την ύπαρξη των ανθρώπων και τις οσμές τους, ώσπου καταλήγει σε ένα λαγούμι. Εκεί ζει εφτά ολόκληρα χρόνια κάτω από πρωτόγονες συνθήκες, ως την στιγμή που συνειδητοποιεί ότι ο ίδιος , το δέρμα του, δεν έχει κάποια οσμή, όπως όλως των ανθρώπων, των ζώων, των φυτών, των αντικειμένων, όπως όλων των έμψυχων και άψυχων. Στόχος του από δω και πέρα να φτιάξει το δικό του άρωμα.

Όταν πια μάθει τα πάντα για την απόσταξη των οσμών, οι πιο όμορφες νεαρές κοπέλες αρχίζουν να βρίσκονται νεκρές η μία μετά την άλλη…

Έτσι, ο Γκρενουίγ, φτιάχνει το πολυπόθητο άρωμα, ένα άρωμα πολύτιμο και εξαιρετικό, που έχει απρόβλεπτες συνέπειες σε όποιον το μυρίσει…
……………………………………………………………………..

«Ένα τρομακτικό παραμύθι; Ένα φιλοσοφικό θρίλερ; Μια ερωτική φαντασία;»

http://www.psichogios.gr/site/Books/show?cid=22

Δεν ξέρω πώς να το χαρακτηρίσω, πάντως χίλια μπράβο στον συγγραφέα για την ασύλληπτη δουλειά που έκανε… Ειλικρινά αν είχα γράψει ένα τέτοιο βιβλίο στη ζωή μου δεν θα ήθελα να κάνω τίποτ΄ άλλο…

Περισσότερα για το βιβλίο μπορείτε να δείτε εδώ:

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%BF_%CE%AC%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1

Έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο, σε μία ταινία που είναι επίσης εκπληκτική, αν και ούτε κατά διάνοια την συγκρίνω με την μαγεία του βιβλίου…

http://www.diavasame.gr/news.cfm?itemID=39

http://www.youtube.com/watch?v=ZbNKOoU3iyM&feature=related




ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:
-Οι μυρωδιές κλείνουν μέσα τους μια πειθώ, που είναι δυνατότερη απ΄ τα λόγια, απ΄ τα αισθήματα και τη θέληση, ακόμα κι απ΄ αυτό που βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας. Κανείς δεν μπορεί ν΄ αντισταθεί στην πειθώ της μυρωδιάς, εισχωρεί μέσα μας όπως ο αέρας στα πνευμόνια, μας κατακυριεύει, χωρίς να μπορούμε ν΄ αντιδράσουμε.

-…Έφερε τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού στη μύτη κι ανάσανε βαθιά. Το μόνο που ένιωσε ήταν ο υγρός ανοιξιάτικος αέρας, φορτωμένος με το άρωμα της ανεμώνας. Τα δάχτυλά του δεν μύριζαν τίποτα. Γύρισε το χέρι του ανάποδα και μύρισε τη χούφτα του. Ένιωσε τη ζεστασιά της, αλλά δεν μύρισε τίποτα. Ανασήκωσε το σκισμένο μανίκι του πουκαμίσου του κι έχωσε τη μύτη του στο μέρος του αγκώνα. Ήξερε ότι σ΄ αυτό το σημείο όλοι οι άνθρωποι μυρίζουν με τη δική τους μυρωδιά. Εκείνος όμως δεν μύριζε τίποτα. Δε μύριζε ούτε καν στις μασχάλες, στα πόδια ή στα γεννητικά του όργανα. Ήταν γελοίο: αυτός, ο Γκρενουίγ, που μπορούσε να διακρίνει από μίλια μακριά τη μυρωδιά των άλλων ανθρώπων, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τη μυρωδιά του εαυτού του!

-Αυτός, ο Ζαν-Μπατίστ Γκρενουίγ, γεννημένος χωρίς μυρωδιά στο πιο βρώμικο μέρος του κόσμου, γεννημένος μέσα στα σκουπίδια, τις κοπριές και τη σαπίλα, μεγαλωμένος χωρίς αγάπη, ζώντας χωρίς ζεστή ανθρώπινη ψυχή, αλλά αποκλειστικά και μόνο από πείσμα κι απ΄ τη δύναμη της αηδίας, κοντός, καμπούρης, κουτσός, άσχημος, ένα τέρας μέσα κι έξω –αυτός είχε καταφέρει να κερδίσει την αγάπη όλου του κόσμου. Κι όχι μόνο την αγάπη! Τη λατρεία! Τον έρωτα! Είχε κατορθώσει τον άθλο του Προμηθέα. Είχε αποκτήσει με δικές του δυνάμεις τη θεϊκή σπίθα, που οι άλλοι άνθρωποι έχουν από γεννησιμιού τους και που μόνο εκείνος είχε στερηθεί. Κι ακόμα παραπάνω! Την είχε δημιουργήσει ολομόναχος. Ήταν ακόμα πιο μεγάλος απ΄ τον Προμηθέα. Είχε φτιάξει μια μυρωδιά, τόσο αστραφτερή και τόσο γλυκιά, που κανείς άλλος δεν είχε πριν απ΄ αυτόν. Και δε τη χρωστούσε σε κανένα –ούτε σε πατέρα, ούτε σε μητέρα, ούτε στο Θεό, μόνο στον εαυτό του.

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Τρία ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

(που έγιναν τραγούδια)

1.ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΜΕ ΚΛΕΙΣΑΝΕ

Στη φυλακή με κλείσανε
οι δυνατοί του κόσμου,
κι έσπασα πόρτες, κλειδωνιές
να ‘ρθω σε 'σένα φως μου!


Τα σίδερα λυγίσανε,
από το βογγητό μου,
και στέρεψαν, για να διαβώ,
κι οι ποταμοί του δρόμου…

Και σαν τρελός σε γύρεψα,
μα εσύ δεν εφαινόσουν!
Και πικραμένος, γύρισα
να με ξανακλειδώσουν…
http://www.youtube.com/watch?v=JCveqFsMleE

2.ΠΑΡΑΜΥΘΑΚΙ

Ήτανε, μια φορά, κάποια Πεντάμορφη,
πιο διάφανη κι απ’ τις δροσιές ακόμα.
Δυο στάλες ουρανός ήταν τα μάτια της...
Μια μέρα, οι ουρανοί βρεθήκαν χώμα...

Ήτανε, μια φορά, ένα Βασιλόπουλο...
Το μύρωσεν η αγάπη η ξεγελάστρα.
Την άβυσσο, τ’ αστέρια, ο νους του χάιδευε...
Μια νύχτα δεν αντίκρισε πια τ’ άστρα...

Ήτανε κι ένας πύργος γιγαντόσωμος!
Στεφάνια είχε τα σύννεφα, τη νίκη...
Προχτές, καθώς εσκάλιζα στη θάλασσα,
ευρήκα από τον πύργο ένα χαλίκι...

Ήτανε μια φορά... Και τι δεν ήτανε...
Μα τι να πω; Τριγύρω δες τη φύση:
τόσα μεγάλα κι όμορφα, κι εχάθηκαν
και το μικρό τραγούδι μου θα ζήσει;

http://www.youtube.com/watch?v=W-ZSDYI0QkM

3.ΕΡΩΤΙΚΟ

Καημός, αλήθεια, να περνώ του έρωτα πάλι το στενό,
ώσπου να πέσει η σκοτεινιά, μια μέρα του θανάτου,
στενό βαθύ και θλιβερό, που θα θυμάμαι για καιρό,
τι μου στοιχίζει στην καρδιά, το ξαναπέρασμά του.

Ας είναι, ωστόσο, τι ωφελεί; Γυρεύω πάντα το φιλί,
στερνό φιλί, πρώτο φιλί, και με λαχτάρα πόση!
Γυρεύω πάντα το φιλί, που μου το τάξανε πολλοί,
κι όμως δεν μπόρεσε κανείς, ποτέ, να μου το δώσει…

Ίσως μια μέρα, όταν χαθώ, γυρνώντας πάλι στο βυθό,
και με τη Νύχτα, μυστικά, γίνουμε, πάλι, ταίρι,
αυτό το ανεύρετο φιλί, που το λαχτάρησα πολύ,
σα μια παλιά της οφειλή, να μου το ξαναφέρει

(Αν δείτε κάθετα σχηματίζεται το όνομα Κώστας Γκίκας, η μεγάλη αγάπη του ποιητή…)


http://www.youtube.com/watch?v=8kw4E29-mNs&feature=related

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Με τις υγείες μας...

ΒΟΓΚΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ

Βογκήστε μαζί μας.
Γιατί εμείς είμαστε λίγοι
κι είναι πολλοί κείνοι
που μας κάνουν να βογκούμε.

Φωνάξτε μαζί μας
γιατί η φωνή μας είναι μικρή
και δε φτάνει ως τις φάρμες της Καλιφόρνιας
όπου το μπαμπάκι είναι μπόλικο
για να βουλώσουν τ΄ αυτιά τους.

Εμείς… -το ‘πε κι ο Μακρυγιάννης-
«ο θεός μας ηθέλησεν ολίγους»
ίσα-ίσα μια καραβιά ναυαγούς
ίσα-ίσα μια ομοβροντία
για τα εκτελεστικά τους αποσπάσματα.

Φωνάξτε λοιπόν μαζί μας
σ΄ άγριο κοντσέρτο θυμού
γιατί εμείς –μόνοι μας-
φωνάξαμε πολύ μες στους αιώνες
και βράχνιασε η φωνή μας.

Φωνάξτε!
Γιατί υπάρχει ο φόβος –ο Τύραννος-
μην ακούοντας τη φωνή μας
να νόμισε πως αγαπήσαμε το ζυγό μας.
Γιατί είναι ξένος αυτό ο τύραννος και δεν ξέρει
πως του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει.

Φωνάξτε λοιπόν μαζί μας.
Φωνάξτε για σας και για μας.
Γιατί η σημαία του Τρόμου υψώθηκε
και στα δικά σας κάστρα
και το βόλι ξέφυγε απ΄ την κάννη του.

Φωνάξτε εσείς. Γιατί εμείς
έτσι και αλλιώς θα φωνάζουμε.
Κι αν δεν πάρουμε απόκριση
θα σύρουμε φωνή προς τα πίσω.

Θα σημάνουμε πρόσκληση
στους νεκρούς της Ιστορίας μας
και θα βογκήξουν τα κόκαλα του Μαραθώνα
και τ΄ ατίθασα νερά της Σαλαμίνας
θ΄ ανεμίσουν τις χαίτες τους.

Και τότε…ας ντραπούν οι ζωντανοί
ας ντραπούν οι ζωντανοί
που υποχρέωσαν τους νεκρούς
να πεθάνουν δυο φορές
για την ίδια Λευτεριά.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Έμιλυ Ντίκινσον: η ανέραστη ποιήτρια του έρωτα


Πριν αρκετά χρόνια, διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον ένα αφιέρωμα του περιοδικού Βήμαdonna στην άγνωστη ως τότε για μένα ποιήτρια Έμιλυ Ντίκινσον. Πριν λίγες μέρες, διαβάζοντας το βιβλίο Ξένοι Λυρικοί, από τις εκδόσεις Ποταμός, διάβασα αρκετά από τα ποιήματά της και ξαναθυμήθηκα εκείνο το παλιό άρθρο. Το βρήκα, λοιπόν, και νομίζω πως (αν και σε μερικά σημεία ο δημοσιογράφος με εκνευρίζει με τους χαρακτηρισμούς και την ειρωνεία του) αξίζει να το μοιραστώ μαζί σας(δυστυχώς δεν μπορώ να μοιραστώ τις φωτογραφίες από το σπίτι, το γραφείο της, από πρόσωπα κλπ., που πλαισιώνουν το άρθρο)!

Έμιλυ Ντίκινσον

Η ανέραστη ποιήτρια του έρωτα

Έζησε μια ζωή μοναχική, αφιερωμένη στον Θεό και στη ρουτίνα της υπαίθρου. Και μόνον όταν πέθανε αποκαλύφθηκε στον κόσμο η «μητέρα» της σύγχρονης ποίησης. Σήμερα αποκαλύπτουμε ξανά το έργο της μέσα από μια συλλογή ποιημάτων της που κυκλοφόρησε πρόσφατα.

ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΟΡΤΩ

Πολύ συχνά σε συζητήσεις ανάμεσα σε φιλότεχνους και μη προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: «Ποια είναι η χρησιμότητα της τέχνης;». Η τέχνη υπάρχει για να κάνει τη ζωή μας ομορφότερη, θα απαντήσετε ορισμένοι από εσάς. Και θα έχετε δίκιο. Ή ότι η τέχνη προκύπτει από το ψυχικό πλεόνασμα του καλλιτέχνη, ως απόσταγμα των εμπειριών του, της επαφής του με άλλους ανθρώπους, της ευτυχίας του ή της δυστυχίας του και μας βοηθάει να κατανοούμε καλύτερα τη ζωή, τον έρωτα, τους ανθρώπους και τον εαυτό μας. Πάλι δίκιο θα έχετε. Υπάρχει όμως και μία Τρίτη, σπάνια και «σκοτεινή» εκδοχή. Ένα είδος τέχνης, συχνά συγκλονιστικής, που υπήρξε, σε δεδομένη χρονική στιγμή, η μοναδική διέξοδος του δημιουργού της: ήταν η ίδια του η ζωή. «Το καταφύγιο που φθονούμε» κατά τον Καρυωτάκη, «ο κόσμος της τέχνης, ο μόνος υπαρκτός», σύμφωνα με τον Προυστ. Αλήθεια, όμως, πόσο δυστυχισμένος πρέπει να είναι κάποιος ώστε όλη του τη ζωή να κατοικεί στην τέχνη του και πουθενά αλλού; Και τι ψυχικά αποθέματα απαιτούνται, έτσι ώστε, παρ΄ όλη τη δυστυχία και χωρίς την αναγνώριση ενός Πικάσσο, ας πούμε, ή ενός Έλιοτ, η ζωή αυτή να αποκρυσταλλωθεί σε τέχνη που συγκινεί αιωνίως; Ας μιλήσουμε λοιπόν για την Έμιλι Ντίκινσον.

Η Έμιλι γεννιέται στο Άμερστ της Μασαχουσέτης το 1830. Ο πατέρας της, ένας αυστηρός καλβινιστής δικηγόρος, υποθηκάριος πανεπιστημίου και μετέπειτα βουλευτής, προσφέρει στην ίδια και στα αδέλφια της την καλύτερη δυνατή μόρφωση. Η Έμιλι σπουδάζει στην Ακαδημία του Άμερστ και στο Κολλέγιο του Χόλι Οουκ. Αλλά το 1854 μια ξαφνική αδιαθεσία θα την οδηγήσει πίσω στην πατρική εστία. Θα περάσει εκεί το υπόλοιπο της ζωής της, με μοναδική εξαίρεση ένα ταξίδι στην Ουάσιγκτον το 1864, όπου θα συμβουλευτεί έναν γιατρό για την επιδείνωση της όρασής της. Κατά τα άλλα, ως τον θάνατό της από νεφροπάθεια το 1886, η κυρία (ή μάλλον η δεσποινίς) Ντίκινσον δεν θα ξεμυτίζει από το παιδικό δωμάτιο παρά μόνο για να περιποιείται τον κήπο της και για να αγοράζει κλωστές για τα κεντήματά της. Σπανίως δέχεται επισκέψεις από τα αδέλφια της, τον εφημέριο του Άμερστ και ελάχιστους οικογενειακούς φίλους –ανάμεσά τους ο εκδότης Σάμιουελ Μπόουλς. Ο τελευταίος μάλιστα θα είναι ο παραλήπτης τεσσάρων ή πέντε λυρικών ποιημάτων για τη φύση, τα οποία η Έμιλι είχε συνθέσει στον άπειρο ελεύθερο χρόνο της.
Η ζωή που μόλις περιέγραψα στοιχειοθετεί το βιογραφικό σημείωμα μιας θλιβερής γεροντοκόρης. Και πράγματι εξ όψεως η δεσποινίς Ντίκινσον ήταν αυτό ακριβώς: μια μοναχική ερημίτισσα της αμερικανικής υπαίθρου, μονίμως λευκοντυμένη, με τη χριστιανική εγκράτεια της επιβεβλημένης παρθενίας, ίδια και απαράλλαχτη ως τον θάνατο με τη μοναδική, αγέλαστη φωτογραφία της, τραβηγμένη στα 16 χρόνια της. Τα αναγνώσματά της; Η Βίβλος, φυσικά με έμφαση στην Αποκάλυψη, και η γλυκανάλατη, φυσιολατρική ποίηση του Κιτς. Σε πείσμα ωστόσο του σεφερικού στερεότυπου, που αποκλείει τη δημιουργία τέχνης από αυτιστικούς καλλιτέχνες σε αποστειρωμένες σοφίτες, σε πείσμα όσων φαντάζονται τις επαναστάσεις ηχηρές και τους επαναστάτες οργιάζοντες, όταν η αδελφή της, Λαβίνια, ανοίγει το γραφείο της μακαρίτισσας Έμιλι, αυτό ξεχειλίζει στην κυριολεξία από κιτρινισμένα χαρτιά ραμμένα με κλωστές, που περιέχουν ίσαμε 2000 ποιήματα. Ποιήματα που όταν αρχειοθετούνται και δημοσιεύονται κλονίζουν συθέμελα την ομηρική τέχνη. Που η άναρχη ρίμα τους, οι διακεκομμένοι στίχοι και οι μυστηριώδεις μεταφυσικοί συμβολισμοί τους παραπέμπουν σε μία ψυχική άβυσσο που κανείς δεν φανταζόταν ότι έκρυβε η αθόρυβη γεροντοκόρη. Αρκεί η παράθεση του πρώτου τετράστιχου ενός από τα γνωστότερα ποιήματά της για να νιώσει κανείς το βάθος που κρύβεται πίσω από μια φαινομενικά άβαθη ύπαρξη: «Καθώς δεν πρόφταινα ν΄ αράξω για τον Χάρο/Μου ‘κανε Αυτός ευγενική χειρονομία/ Μέσα στην άμαξα καθόμασταν οι δυο μας/ Και η αθανασία». Οπότε ίσως αξίζει να εξετάσουμε την περίπτωση της δεσποινίδος Έμιλι από την αρχή.

Κατ΄ αρχάς ας ξεμπερδέψουμε με τον σκόπελο της εικαζόμενης παρθενίας. Πόσες γυναίκες άλλωστε της αστικής τάξης του 19ου αιώνα, αναθρεμμένες με αυστηρά χριστιανικά ήθη, μπορούσαν να συνάψουν σχέσεις με κάποιον άνδρα χωρίς να παντρευτούν; Και άραγε πέρασε ποτέ η σκέψη αυτή από το μυαλό της Έμιλι; Τα ελάχιστα ιστορικά στοιχεία μαρτυρούν ότι μάλλον πέρασε, και μάλιστα αρκετές φορές. Φαίνεται λοιπόν ότι ο εφημέριος Τσαρλς Γουάντσγουορθ, αν και επισκεπτόταν το Χόουμστεντ, το σπίτι των Ντίκινσον, αγαθή τη προθέσει, είχε εξάψει στη νεαρή τότε Έμιλι σκέψεις που φέρνουν στο νου πουλιά που πεθαίνουν τραγουδώντας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι, από την εποχή των συχνών επισκέψεων του εφημέριου και των μακροσκελών συζητήσεών του με την Έμιλι για την ερμηνεία της Αγίας Γραφής, χρονολογείται ένα από τα πλέον ερωτικά ποιήματα της, που βρίθει λάγνων συμβολισμών: «Νωρίς, και με τον σκύλο μου/ Πήγαμε στην ακτή./ Κάθε γοργόνα απ΄ το κελάρι/ βγήκε να μας δει/ Κι απ΄ τις φρεγάτες στα ψηλά/ κλώνοι έφταναν σχοινένιοι,/ Θαρρώντας με για ποντικό/ Στην αμμουδιά χωμένη, / Μα άγγιγμα από άνδρα, ούτε ένα,/ Ώσπου η παλίρροια σπρώχνει/ Ζώνη, ποδιά και χώνεται/ Στις νυχτικιάς τη λόγχμη,/ Κι έκανε όπως αν μ΄ έτρωγε/ Σαν μια δροσοσταλιά/ Στις πικραλίδας τον ανθό/ Τότε έφυγα μακριά/ Μα εκείνος, στο κατόπι μου/ Το αργυρό του βήμα/ Ένιωσα, και στο πέδιλο/ Μαργαριτάρια κύμα».

Δεν χρειάζεται να έχει κάνει κάποιος σχετικές σπουδές για να καταλάβει τον πόθο που κρύβεται πίσω απ΄ αυτούς τους στίχους. Πώς θα μπορούσε όμως μια δειλή ψυχή, ισοπεδωμένη από τα δεσμά της θρησκείας και της πατρικής σκιάς, να εκφράσει ποτέ τέτοια αισθήματα σε έναν ιερωμένο; Και το τραγικότερο: ο εφημέριος Γουάντσγουορθ θα πεθάνει λίγους μήνες μετά τη δημιουργία αυτού του τόσο ερωτικού αφιερώματος. Γενικώς πάντως από τα χιλιάδες μικροσκοπικά, άτιτλα ποιήματα που έμελλε να αποκαλύψουν μετά θάνατον τον εσωτερικό θησαυρό της Έμιλι Ντίκινσον, ένας τεράστιος αριθμός έχει ως θέμα του, σχεδόν ως εμμονή, τον θάνατο. Η Έμιλι ωστόσο δεν ανήκε στη γενιά των ρομαντικών που κυνηγούσαν τον θάνατο. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν άτυχη. Ότι της συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο: ο θάνατος την κυνηγούσε, αφαιρώντας κάθε τόσο από τη στερημένη ζωή της τους πιο αγαπημένους ανθρώπους.

Δεύτερος στη σειρά των ανεκπλήρωτων ερώτων της θα βρεθεί ο δικαστής Οτις Λορντ. Στενός φίλος του πατέρα της –και αφότου ο δεύτερος πέθανε, πιθανόν το…υποκατάστατό του-, ο Λορντ έδωσε νέα πνοή και ελπίδα στην κατά πολύ νεότερή του Έμιλι. Αλλά ποιες είναι οι πιθανότητες για έναν έρωτα που δεν τον αφήνουν να ανθήσει, αφενός οι τύποι και η συστολή, αφετέρου ο χρόνος; Ο δικαστής πεθαίνει και αυτός. Και η Έμιλι, που γνωρίζει από χρόνια ότι μοναδική διέξοδός της είναι τα ποιηματάκια που σκαρώνει (στιχάκια που η ίδια θεωρεί άτεχνα, γι΄ αυτό και τα κρύβει τόσο επιμελώς), φθάνει στα όρια της παραφροσύνης από τη μελαγχολία: «Μια ψαλιδιά ένιωσα στο νου/ Σαν να ‘χε χωριστεί./ Πήγα να τον μπαλώσω/ Μα δεν ταίριαζε η κλωστή». Εδώ ίσως αξίζει να κάνουμε μια παρένθεση (κυριολεκτική και σκανδαλοθηρική) όπως συνήθως συμβαίνει με τους «καλλιτέχνες της παρθενίας», και να εικάσουμε, βασισμένοι σε προσφάτως ταυτοποιηθείσες επιστολές αλλά και σε γεγονότα αναντίρρητα, μιαν άλλη εκδοχή για την «κατεψυγμένη» σεξουαλικότητα της μητέρας του μοντερνισμού που την ήθελε –φαινόμενο πολύ συχνό στις μεγαλωμένες με τον τρόμο του άνδρα-τιμωρού θρησκευόμενες γυναίκες- λάτρι του γυναικείου φίλου. Και εν προκειμένω της ενσάρκωσής της στην αποδέκτρια του «Πέθανα για την ομορφιά» καθώς και πλήθους άλλων ερωτικών ποιημάτων της, εφηβική φίλη της Ντίκινσον, Σούζαν. Η αξεπέραστη αυτή καθήλωση μιας «ερμαφρόδιτης» φιλίας φαίνεται πως στοίχειωνε την ποιήτρια ως την ωριμότητά της, καθώς χάρη σε δικές της επίμονες «ενορχηστρώσεις» η αγαπημένη της φίλη παντρεύτηκε τελικά τον αδελφό της Όστιν μένοντας κοντά της –στο διπλανό οίκημα- έστω και με την ιδιότητα της «νύφης». Πιο εσωστρεφής και απόμακρη από ποτέ, προδομένη οριστικά αππο τη μοιρά της, στρέφεται με ακόμη μεγαλύτερη αφοσίωση στην τέχνη της, σε αυτήν που η ίδια κατασκευάζει και εν συνεχεία αποσύρει σιωπηλά, σαν εργόχειρο.

Τότε είναι κυρίως που αρχίζει να υποπτεύεται τη σημασία της ποίησης στη ζωή της. Και χάρη στη γνωριμία της με τον Σάμιουελ Μπόουλς αποφασίζει να εκδώσει ανώνυμα τρία από τα ποιήματά της. Ο εκδότης του περιοδικού «Springfield Republican», ενθουσιασμένος, της ζητάει και άλλα, την επισκέπτεται, προσπαθεί να κερδίσει τη φιλία της. Η Έμιλι τον βαπτίζει «μοναδικό της γήινο φίλο» και αλληλογραφεί μαζί του, ενώ φαίνεται πως αυτή η νέα σχέση, έστω και εξ αποστάσεως, δίνει νέα πνοή στην ίδια και στην τέχνη της. Από την περίοδο αυτή άλλωστε χρονολογείται ο μεγαλύτερος όγκος των ποιημάτων της. Έχει ωστόσο πληγωθεί πολύ στη ζωή της για να προχωρήσει περισσότερο. Αρνείται να βγει από τον κόσμο των στίχων της, αρνείται και να δημοσιεύσει περισσότερους. Και ας πλημμυρίζει τον κύριο Μπόουλς με ποιήματα στα γράμματα που του στέλνει. Φοβισμένη και καχύποπτη ύστερα από τα απανωτά χτυπήματα του πεπρωμένου, μοιάζει να φλερτάρει με την ιδέα ενός ακόμη έρωτα, αλλά μονάχα στα ποιήματά της: «Πέθανε η ζωή μου δυο φορές/ Μένει λοιπόν να δω/ Αν έχει η αθανασία/ Κι ένα τρίτο μυστικό./ Τόσο πελώριο όσο αυτά/ Με τόση απελπισία./ Παράδεισος ή Κόλαση/ Είναι μόνο η απουσία».

Η Έμιλι δεν θέλει να δοκιμάσει την τύχη της. Την τρίτη φορά, ύστερα από μακρόχρονη ασθένεια, θα είναι εκείνη που θα φύγει πρώτη. Το πνευματικό της εργόχειρο θα της εξασφαλίσει μια θέση στην Ιστορία, ίσως τη σπουδαιότερη μεταξύ όλων των ποιητών της Αμερικής. Χιλιάδες δημιουργοί στο μέλλον θα αντλήσουν έμπνευση και θάρρος από τη ρηξικέλευθη τεχνική της και ακόμη περισσότεροι αναγνώστες θα βρουν στα ποιήματά της τη δικαίωση του έρωτα, της μοναξιάς ή της απελπισίας τους. Ας μην κλείσουμε όμως σε τόνο λυπητερό. Ακόμη κι αν έζησε στερημένη και δυστυχισμένη, ακόμη και αν όλη της η ύπαρξη χωρούσε σε μικρά τετράστιχα τρυπημένα με κλωστές, η δεσποινίς Ντίκινσον γνώριζε καλά τους δρόμους της καρδιάς, αυτούς που οδηγούν στην ευτυχία.
«Πρώτα η καρδιά ζητά ηδονή/ Κι ύστερα από τον πόνο/ Την άδεια, και παυσίπονα/ Που τα μαρτύρια διώχνουν».

Στο τέλος του άρθρου ο δημοσιογράφος μας προτείνει το βιβλίο «44 ποιήματα και 3 γράμματα» της Έμιλι Ντίκινσον (που από καιρό έχω βάλει στο μάτι για να αποκτήσω), σε μετάφραση, σχολιασμό και επίμετρο Ερρίκου Σοφρά, εκδόσεις Ροδακιό, 2005.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Τα παιχνίδια του Φλεβάρη

Όταν γεννήθηκε ο Φλεβάρης, ο αδερφός του ο Γενάρης του έκανε δώρο ένα μπαλάκι από χιόνι.
-Τρώγε να μεγαλώσεις, για να μπορείς να παίξεις με τον αδερφό σου, του έλεγε κάθε τόσο η μαμά του. Μόλις μάθεις να τρέχεις, θα παίξετε χιονοπόλεμο, κυνηγητό και κρυφτό.
Ο Φλεβάρης, ωστόσο, αργούσε να μάθει να τρέχει. Ούτε να περπατήσει καλά καλά δεν μπορούσε. Το γιατί δεν το είχε προσέξει κανείς στην αρχή. Έπειτα, πρώτος το παρατήρησε ο πατέρας του, ο Χειμώνας.
-Γυναίκα, είπε στην Παγωνιά. Το παιδί μας το δεύτερο θαρρώ πως γεννήθηκε λίγο κουτσό. Να δεις που δε θα μπορέσει να τρέξει ένας μήνας κανονικός…
-Να φωνάξουμε γρήγορα ένα γιατρό!, ανησύχησε η Παγωνιά. Να φέρουμε τον καλύτερο!
Έτσι, ο Χειμώνας φώναξε τον πατέρα του, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει πως ο πιο καλός γιατρός είν΄ ο Χρόνος.
-Μην ανησυχείτε, είπε ο παππούς Χρόνος, σαν είδε του Φλεβάρη τα πόδια. Ο Φλεβάρης μπορεί να είναι λίγο κουτσός, αλλά δε θ΄ αργήσει να μάθει να περπατάει. Κι αν δεν μπορέσει να τρέξει όσο οι άλλοι, ε, δεν πειράζει… Έχει άλλα χαρίσματα. Γεννήθηκε για να κάνει τον κόσμο να χαίρεται και να ναι κι ο ίδιος ευτυχισμένος!
-Κυνηγητό και κρυφτό θα μπορεί να παίξει;, ρώτησε ανήσυχος ο Γενάρης.
-Θα μπορεί!, βεβαίωσε ο Χρόνος. Μόνο που θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια.
Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει, έτρεχε όμως η σκέψη του. Κατάλαβε, λοιπόν, τι συλλογιζόταν ο αδερφός του και είπε:
-Θέλεις να παίξουμε χαρτοπόλεμο αντί χιονοπόλεμο;
-Δηλαδή;, δεν κατάλαβε ο Γενάρης.
-Θα δεις, έκανε κείνος όλο μυστήριο. Και φώναξε τον Άνεμο που περνούσε απέξω.
-Ε, φίλε, του είπε. Μπορείς να μας κάνεις μια χάρη;
-Ουουουου!, σφύριξε ο Άνεμος με χαρά.
-Μας χρειάζονται χρωματιστά χαρτιά, εξήγησε ο Φλεβάρης.
Σε λίγη ώρα το σπίτι του Χειμώνα και της Παγωνιάς είχε γεμίσει με λογής λογής πολύχρωμα χαρτιά.
Ο Φλεβάρης δεν μπορούσε, βέβαια, να παίξει όσα παιχνίδια χρειάζονταν τρέξιμο, μπορούσε όμως να σκαρώσει εύκολα παιχνίδια που χρειάζονται φαντασία. Πήρε, λοιπόν, ένα ψαλίδι με μύτες στρογγυλεμένες, για να μην τρυπηθεί, κι έκοψε από τα χαρτιά ένα σωρό χάρτινες κορδέλες. Ύστερα, βάλθηκε να κόβει μια μια τις κορδέλες σε μικρά μικρά κομματάκια. Όταν γέμισε με τα χαρτάκια δυο μεγάλες σακούλες, άφησε στην άκρη όσες κορδέλες περίσσεψαν και είπε στον αδερφό του:
-Έτοιμοι για χαρτοπόλεμο!
Ο Γενάρης κατάλαβε στη στιγμή πως παίζεται αυτό το παιχνίδι.
Πήρε, λοιπόν, τη μια σακούλα, έδωσε στον αδερφό του την άλλη κι άρχισαν να ρίχνουν ο ένας στον άλλο χούφτες χούφτες χαρτάκια πολύχρωμα. Κι έγινε ένα παιχνίδι τόσο τρελό, με τόσα γέλια και τέτοιες φωνές, που ξεσηκώθηκε ο κόσμος στο πόδι.
-Τι φασαρία είν΄ αυτή;, παραξενεύτηκε ο Χειμώνας, που ήταν με την Παγωνιά στο εργαστήρι τους κι έφτιαχναν κρύσταλλα για την πλάση.
-Πάω στο σπίτι να δω τι τρέχει, σηκώθηκε η γυναίκα του ανήσυχη.
Όταν αντίκρισε το σπιτικό της η Παγωνιά, παραλίγο να λιποθυμήσει.
-Εγώ φταίω!, φώναξε ο Φλεβάρης. Δική μου ιδέα ήταν ο χαρτοπόλεμος!
-Όποιος και να το σκέφτηκε, απάντησε η Παγωνιά, εγώ ένα ξέρω: πως πρέπει να καθαρίσετε αμέσως το σπίτι, για να μη σας τις βρέξω. Όταν γυρίσω από τη δουλειά μου, θέλω να λάμπει ο τόπος.
Ο Φλεβάρης φώναξε πάλι τον Άνεμο, που περνούσε απ΄ έξω.
-Ε, φίλε! Μήπως μπορείς να ρθεις να μαζέψεις τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο που έχουμε σκορπίσει στο σπίτι;
-Ουουου!, έκανε ο Άνεμος πρόθυμα.
Τέντωσε, λοιπόν, ο Φλεβάρης την πόρτα και τα παράθυρα, για να μπει ο Άνεμος απ΄ όπου τον βόλευε περισσότερο. Έτσι, ο Άνεμος μπήκε από τα παράθυρα, στέγνωσε τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο, τα μάζεψε όλα καλά καλά και τα έβαλε στις μεγάλες του τσέπες. Ύστερα βγήκε από την πόρτα σφυρίζοντας ευχαριστημένος, που είχε βοηθήσει τους φίλους του. Μόνο που ξέχασε πως οι τσέπες του ήταν αέρινες. Έτσι, μόλις βγήκε στο δρόμο, ξαμολήθηκαν οι κορδέλες και ξεχύθηκε ο χαρτοπόλεμος κάτω στη γη!...
-Πάει, τρελάθηκε ο κόσμος, γυναίκα!, είπε στην Παγωνιά ο Χειμώνας, που είδε από το εργαστήρι τους τι γινόταν. Οι άνθρωποι, κάτω στη γη, στολίζουν τους δρόμους και τις πλατείες τους με κορδέλες και γεμίζουν τον κόσμο με χαρτοπόλεμο!...
-Θα πεταχτώ ξανά μια στιγμή ως το σπίτι, μουρμούρισε εκείνη, σίγουρη πως οι γιοί της κάτι πάλι θα είχαν σκαρώσει.
Τα δυο αδέρφια, που χάζευαν από το μπαλκόνι του κρυστάλλινου σπιτιού τους τα κατορθώματα του Ανέμου, όταν είδαν την Παγωνιά να έρχεται αγριεμένη, κοκάλωσαν!
-Τώρα θα μας τις βρέξει, φοβήθηκε ο Γενάρης. Πρέπει να τρέξουμε να κρυφτούμε…
Ο Φλεβάρης, βέβαια, δε γινόταν να τρέξει για να κρυφτεί, ο νους του όμως έτρεχε διαρκώς στο παιχνίδι. Είπε λοιπόν:
-Εγώ λέω καλύτερα να παίξουμε ένα κρυφτό αλλιώτικο, που το σκέφτηκα τώρα δα.
-Τι σόι κρυφτό;, ρώτησε δύσπιστα ο Γενάρης.
-Έλα μαζί μου και μη ρωτάς, είπε ο Φλεβάρης όλο μυστήριο.
Βγήκαν λοιπόν, από την πίσω πόρτα και μια και δυό πήγαν στο σπίτι του παππού τους, του Χρόνου.
-Μπα! Καλώς τα εγγόνια μου, ξαφνιάστηκε ο Χρόνος. Πως από δω;
-Παππού, μας αφήνεις να μπούμε στην αποθήκη σου;, ρώτησε ο Φλεβάρης.
-Τι να κάνετε στην αποθήκη μου;, έσμιξε τα φρύδια ο παππούς.
-Θέλουμε να βρούμε παλιές φορεσιές, από εποχές περασμένες, να παίξουμε ένα κρυφτό διαφορετικό, του εξήγησε γελαστός ο Φλεβάρης.
«Καλά το έλεγα εγώ πως αυτό το παιδί θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια και θα ναι πάντα χαρούμενο», συλλογίστηκε ο παππούς. Ξέσμιξε, λοιπόν, τα φρύδια και είπε:
-Σας αφήνω. Ορίστε και τα κλειδιά.
Σε λίγη ώρα ο Φλεβάρης βγήκε από την αποθήκη μασκαρεμένος με τα ρούχα του Καλοκαιριού. Κι ο Γενάρης με τα ρούχα του Φθινοπώρου!
-Τι σας έπιασε και μασκαρευτήκατε;, παραξενεύτηκε ο παππούς.
Όταν του είπαν τι έγινε με τα χαρτιά και πως γέμισε ο κόσμος κορδέλες και χαρτοπόλεμο, γέλασε ο Χρόνος και είπε:
-Έγιναν όλα όπως έπρεπε! Το έλεγα εγώ πως ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο. Πάμε τώρα στη μάνα σας, και μη φοβάστε! Δεν πρόκειται να σας τις βρέξει, έτσι το λέει… Η Παγωνιά, άλλωστε, δεν είναι η Βροχή…
Ξεκίνησαν λοιπόν κι οι τρεις, χωρίς να θυμηθούν να κλείσουν την πόρτα της αποθήκης.
Ο Άνεμος, που έψαχνε από ώρα να ξαναβρεί τους φίλους του, σαν είδε την αποθήκη του Χρόνου ανοιχτή, μπήκε να ρίξει κι εκεί μια ματιά.
-Ουουουου!, έκανε σαν είδε τις παλιές φορεσιές. Τι πολλά και παράξενα ρούχα! Σίγουρα δεν τα χρειάζεται κανείς πια, για να είναι εδώ πεταμένα. Ας τα πάω στους φίλους μου να παίξουμε.
Σήκωσε, λοιπόν, όλες τις παλιές φορεσιές, τις έβαλε στις θεόρατες τσέπες του κι έφυγε σφυρίζοντας ικανοποιημένος. Μόνο που ξέχασε πάλι πως οι τσέπες του ήταν αέρινες και, μόλις βγήκε στο δρόμο, του έπεσαν όλες οι φορεσιές κάτω στη γη.
Όταν τις βρήκαν οι άνθρωποι, σάστισαν στην αρχή. Έπειτα, όμως, φόρεσαν ο καθένας από μία κι άρχισαν να χορεύουν και να γλεντούν.
Ο Χρόνος σταμάτησε κι άρχισε να χαζεύει κι εκείνος το πανηγύρι στη γη. Τόσο, λοιπόν, του άρεσε, που πήρε τα εγγόνια του, μασκαρεμένα όπως ήταν, και κατέβηκαν στη γη, για να γλεντήσουν παρέα με τους ανθρώπους. Και θα έμεναν στο γλέντι ως το βράδυ, αν ξάφνου δε θυμόταν ο παππούς Χρόνος πως περίμενε από ώρα σε ώρα τη θυγατέρα του.
-Ποπό!, έκανε. Πρέπει ν΄ ανέβουμε στη χώρα μας γρήγορα! Όπου να ναι θα έρθει να μου κάνει επίσκεψη και θα τα βάλει πάλι μαζί μας. Πρέπει να της μηνύσουμε πως το σπίτι θέλει σιγύρισμα! Πρέπει να τρέξουμε!
Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει. Δεν ξεχνούσε, ωστόσο, πως είχε ένα φίλο που μπορούσε να τους συντρέξει σε δύσκολη ώρα. Έτσι, φώναξε πάλι τον Άνεμο, του σφύριξε στ΄ αυτί τι ζητούσε, κι εκείνος του έφερε γρήγορα χαρτιά, κορδέλες, σπάγκο κι ένα ψαλίδι. Και τότε ο Φλεβάρης έφτιαξε στη στιγμή ένα μεγάλο χαρταετό με ουρά φουντωτή κι έγραψε πάνω ένα μήνυμα για τους γονείς του.
-Μπορείς τώρα να τον σηκώσεις ψηλά τον χαρταετό μου;, είπε στον Άνεμο.
-Ουουουου!, έκανε ο Άνεμος και πήρε μαζί του το χαρταετό στον αιθέρα.
Έτσι η Παγωνιά, που έψαχνε ακόμα για τα παιδιά της, είδε το χαρταετό, διάβασε το μήνυμα και κατάλαβε πως οι γιοί της ήταν καλά. Σκέφτηκε ακόμα πως ο Φλεβάρης της, που δε γινόταν να τρέξει, σίγουρα εκείνος είχε φτιάξει κάτι που να πετάει. Φόρεσε ύστερα τα γυαλιά τα κρυστάλλινα που είχε για μακριά και ξαναδιάβασε προσεχτικά το μήνυμα που ήταν γραμμένο στο χαρταετό, για να βεβαιωθεί πως δεν έκανε λάθος.
Το μήνυμα του Φλεβάρη έλεγε:
«Ο Γενάρης κι ο Φλεβάρης πέρασαν καλά.
Ο Χρόνος γυρίζει.
Ετοιμαστείτε! Έρχεται η Άνοιξη!»

ΛΟΤΗ ΠΕΤΡΟΒΙΤΣ-ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Η Δίκη

Αυτή την εβδομάδα είπα να διαβάσω ένα βιβλίο που πολύ καιρό είχα στο πρόγραμμα. Την Δίκη του Κάφκα. Παρόλο που ο συγγραφέας είναι πασίγνωστος και τα βιβλία του κατατάσσονται στα καλύτερα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, δεν είχε τύχει ή απλά είχα παραμελήσει να το κάνω.

Το βιβλίο αρχικά μου φάνηκε ψιλοπαράλογο. Να συλλαμβάνουν έναν άνθρωπο μέσα στο ίδιο του το σπίτι, χωρίς να του λένε για ποιο πράγμα είναι ένοχος. Και έπειτα να συνεχίζει κανονικότατα τις δραστηριότητές του με κάποια διαλείμματα για να πάει σε ανακρίσεις, και πάλι όμως χωρίς να μαθαίνει για ποιο λόγο δικάζεται. Σιγά σιγά άρχισα να μπαίνω στο νόημα, να αντιλαμβάνομαι τους συμβολισμούς του και να περιμένω με αγωνία την συγκλονιστική συνέχεια, που κορυφώνεται στο τέλος. Σε κάποια σημεία ομολογώ βέβαια ότι με κούρασε, όμως αδιαμφισβήτητα θαύμασα τον συγγραφέα για την εξαιρετική του ιδέα και την απόδοσή της.

Κατατοπιστικότατο σχετικά με το περιεχόμενο και το κεντρικό μήνυμα της Δίκης είναι το άρθρο από την Βικιπαίδεια:

«Κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος είναι ο τραπεζοϋπάλληλος Γιόζεφ Κ. (το επώνυμο δεν αναφέρεται ποτέ), ενός συνηθισμένου ανθρώπου ανίκανου για οποιαδήποτε έξαρση και στου οποίου τη ζωή δεν συμβαίνει τίποτα το εξαιρετικό.
Ξαφνικά η ισορροπία της ζωής του ανατρέπεται όταν δύο άγνωστοι χτυπούν την πόρτα του και του ανακοινώνουν ότι ήρθαν να τον οδηγήσουν στον ανακριτή. Σίγουρα θα επρόκειτο για παρεξήγηση, είναι αδύνατον να έχει κάνει κάτι κακό ο Γιόζεφ Κ. Μετά την ανάκριση αφήνεται προσωρινά ελεύθερος, ωστόσο έχει χάσει πια την ηρεμία του. Δεν τον έχουν κατηγορήσει φανερά για τίποτα, όμως έχει την αίσθηση ότι τον θεωρούν ένοχο.
Όταν μετά από λίγες μέρες τον καλούν και πάλι για ανάκριση, ο Γιόζεφ Κ. βρίσκεται σ' ένα τεράστιο μουντό δικαστήριο, αντιμέτωπος με μία ομάδα από γέρους δικαστές που τον τυραννούν με τις ερωτήσεις τους. Απόλυτα βέβαιος για την αθωότητά του προσπαθεί με όσες δυνάμεις διαθέτει να υπερασπιστεί τον εαυτό του και φεύγει από το δικαστήριο με την εντύπωση ότι τους έχει πείσει.
Είναι αδύνατον πια να νιώσει ήσυχος και πιστεύει πως ένας δικηγόρος θα μπορούσε να αποδείξει ότι είναι άσχετος με την κατηγορία την οποία ακόμη δεν γνωρίζει. Όμως ο δικηγόρος, όργανο της εξουσίας ο ίδιος, σπρώχνει τον Γιόζεφ Κ. βαθύτερα στο λαβύρινθο που έχει μπλεχτεί. Αναζητά τότε τη βοήθεια ενός φίλου του ζωγράφου αλλά επικαλείται κι έναν ιερέα μήπως θα μπορούσαν λόγω της ιδιότητάς τους να επηρεάσουν ευνοϊκά τους δικαστές, μάταια όμως.
Ούτε η επιστήμη, ούτε η τέχνη, ούτε η θρησκεία μπορούν να τον βοηθήσουν. Ολόκληρο το περιβάλλον του, ολόκληρος ο κόσμος γίνεται προέκταση του δικαστηρίου. Στον κάθε συμπολίτη του βλέπει κι έναν δικαστή, στο κάθε βλέμμα και μια κατηγορία. Αρχίζει να πιστεύει πως όλοι τον κατασκοπεύουν, ψάχνοντας να βρουν ακόμη και στις πιο απλές πράξεις του αποδείξεις ενοχής. Σιγά σιγά βεβαιώνεται πως η δίκη ήδη γίνεται, με κατηγορούμενο τον ίδιο, για ένα έγκλημα που δεν γνωρίζει. Βλέποντας πως καμία προσπάθειά του δεν καρποφορεί, περιμένει υπομονετικά τη μέρα που θα μάθει την ποινή που θα του επιβάλουν.
Ένα βράδυ δύο μαυροντυμένοι άνδρες του ζητούν να τους ακολουθήσει ως την άκρη της πόλης. Ανίκανος πια να καταλάβει αλλά και να αντιδράσει, ο Γιόζεφ Κ. τους ακολουθεί σ' ένα έρημο λατομείο, για να εκτελεστεί σε λίγο ψυχρά και απάνθρωπα με μια μαχαιριά στο στήθος.
Η δίκη και η καταδίκη του Γιόζεφ Κ. για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε ή τουλάχιστον που δεν γνώριζε ότι διέπραξε, είναι μια ανοιχτή κριτική του συγγραφέα προς τη δύναμη της εξουσίας, αυτής που δίνει την αίσθηση στον κάθε πολίτη ότι όλα είναι πιο δυνατά απ' αυτόν και ότι κάθε αντίσταση είναι περιττή. Όπως ο Γιόζεφ Κ. έτσι κι ο κάθε άνθρωπος αφήνεται να παρασυρθεί από την εξουσία που τον απογυμνώνει από τα δικαιώματά του, του στερεί τη διάθεση για αντίσταση, αχρηστεύει κάθε νόμο και στο τέλος τον συνθλίβει.
Λογοτεχνικά Η Δίκη είναι ένα αρκετά "δύσκολο" έργο, σε πολλά δε σημεία του δείχνει ακατανόητο. Με βάση το βιβλίο γυρίστηκαν αργότερα και 2 ταινίες. Το 1962 από τον Όρσον Ουέλς με τον αγγλικό τίτλο The Trial και πρωταγωνιστή τον Άντονι Πέρκινς και το 1993 με τον ίδιο τίτλο από τον Ντέιβιντ Χιουζ και πρωταγωνιστή τον Άντονι Χόπκινς.»

Η έκδοση που έχω είναι της Ελευθεροτυπίας, του 2006, σε μετάφραση του Γιάννη Βαλούρδου. Παραθέτω τμήμα από την εισαγωγή της:

Ο Φραντς Κάφκα γεννήθηκε το 1883 στην Πράγα και πέθανε το 1924 στη Βιέννη. Δεδομένου ότι ήταν γιός εύπορου εμπόρου της γερμανόφωνης εβραϊκής μειονότητας της Πράγας, ο Κάφκα ένιωσε βαθιά την απομόνωση που δημιουργούσαν αυτές οι συνθήκες. Γράφτηκε στο πανεπιστήμιο της Πράγας (1901), αναγορεύτηκε διδάκτορας της νομικής (1906) και διορίστηκε κατόπιν (1908) σε μια ασφαλιστική εταιρεία. Λόγω της καταθλιπτικής επιβολής που του ασκούσε η ισχυρή προσωπικότητα του πατέρα του (Γράμμα στον πατέρα, 1919), αλλά και εξαιτίας της εσωτερικής αδυναμίας του να δημιουργήσει δική του οικογένεια και ζωή, παραιτήθηκε δύο φορές από την ιδέα του γάμου του με τη Φελίτσια Μπάουερ. Από την περίοδο εκείνη χρονολογούνται ορισμένα από τα πιο αγωνιώδη κείμενά του, όπως Η μεταμόρφωση(1916) και Η δίκη(1925). Το 1917 η βεβαιότητα ότι ήταν φυματικός τον απέσπασε ακόμα περισσότερο από τη φυσιολογική ζωή΄ η δουλειά του στο γραφείο εναλλασσόταν με μακρές περιόδους διαμονής στη Βοημία και στα βουνά Τάτρα. Ύστερα από άλλη μία αισθηματική αποτυχία του με τη δημοσιογράφο Μιλένα Γιεσένσκα (τα Γράμματα στη Μιλένα δημοσιεύτηκαν αρκετά μετά το θάνατό του, το 1952), ο Κάφκα βρήκε κάποιο νόημα ζωής κοντά στη Ντόρα Ντίμαντ, με την οποία εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο (1923). Όμως, μια επιδείνωση της ασθένειάς του διέκοψε αυτή την εύθραυστη ισορροπία, και λίγο αργότερα τον οδήγησε στον θάνατο.
Όσο ζούσε δημοσίευσε ελάχιστα έργα του και πάντα με τη στοργική φροντίδα του Μαξ Μπροντ΄ ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζουν Η κρίση (1913), Η μεταμόρφωση (1916), Στην αποικία των τιμωρημένων (1919). Στον Μπροντ και στον Πούλιτζερ οφείλεται εξάλλου η δημοσίευση μετά το θάνατό του, παρά την αντίθετη γνώμη που είχε εκφράσει, όλων των έργων του.
Η αρνητική στάση του απέναντι στα έργα του είναι χαρακτηριστική της προσωπικότητάς του και προέρχεται από την οδυνηρή του αδυναμία να δεχτεί τη ζωή με όλες της τις εκδηλώσεις. Πολλές φορές ταυτίζει το πρόβλημα της εκλογής με την αγωνιώδη αναζήτηση της ελευθερίας. Ο άνθρωπος του Κάφκα βρίσκεται μετέωρος μπροστά στο άλυτο αυτό πρόβλημα της εκλογής, όπου η ελευθερία και η φυλακή συμπίπτουν. Είναι λοιπόν πάντα ένοχος, σύμφωνα με μια δικαιοσύνη που του είναι ακατανόητη και την απονέμει μια γραφειοκρατία, η οποία του φαίνεται αποκρουστική και μικρόψυχη.
[…]
Στο έργο του έχουν δοθεί πολλές ερμηνείες΄ θεολογικές, φιλοσοφικές, ιστορικο-κοινωνικές και ψυχαναλυτικές. Καμία όμως δε θα μπορέσει ίσως να εξαντλήσει ένα πρόβλημα της υπαρξιακής αγωνίας και του άγχους του σύγχρονου ανθρώπου.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Τέσσερα ποιήματα της Έμιλυ Ντίκινσον

1.Μήτε τη θάλασσα είδα
μήτε έρημο ποτέ μου.
Μα ξέρω τι είν΄ το κύμα,
το βουητό του ανέμου.

Με το Θεό στα ουράνια
δεν έχω κουβεντιάσει,
όμως το μέρος ξέρω
χάρτη ως να χα διαβάσει.

Καθόλου δεν είν΄ εύκολο
τη μοίρα να υποτάξεις.
Δεν είν΄ η νίκη χάρισμα,
πρέπει να την αδράξεις

με κόπο, ώρα την ώρα.
Κι έτσι έκπληκτη η ψυχή σου
θα ζήσει, ώσπου το δρόμο
να βρει του Παραδείσου.

2.Είναι η ελπίδα ένα πουλί
που στην ψυχή έχω κλείσει
και δίχως λόγια τραγουδά
χωρίς να σταματήσει.

Άσπλαχνη θα ‘ν’ η θύελλα
που πάει να το σκοτώσει,
αυτό που βρίσκουν ζεστασιά
στο φτέρωμά του τόσοι.

Το άκουσα μες στην παγωνιά,
στου πέλαγου τη δίνη,
μα δε μου ζήτησε ποτέ
ψίχουλο ελεημοσύνη.

3.Είμαι η καμία! Ποιος είσαι εσύ;
Είσαι κι εσύ κανείς;
Τότε οι δυο ταιριάξαμε.
Πουθενά μην το πεις.

Τι φριχτό να σαι κάποιος!
Σαν βάτραχος που κροάζει
τ΄ ονομά του στον όχλο
να λες, που σε θαυμάζει!

4.Τη μέλισσα δε νοιάζει
η γενεαλογία.
Γι΄ αυτήν το απλό τριφύλλι
είναι αριστοκρατία.

(μετάφραση Γ.Νίκας)