Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Έμιλυ Ντίκινσον: η ανέραστη ποιήτρια του έρωτα


Πριν αρκετά χρόνια, διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον ένα αφιέρωμα του περιοδικού Βήμαdonna στην άγνωστη ως τότε για μένα ποιήτρια Έμιλυ Ντίκινσον. Πριν λίγες μέρες, διαβάζοντας το βιβλίο Ξένοι Λυρικοί, από τις εκδόσεις Ποταμός, διάβασα αρκετά από τα ποιήματά της και ξαναθυμήθηκα εκείνο το παλιό άρθρο. Το βρήκα, λοιπόν, και νομίζω πως (αν και σε μερικά σημεία ο δημοσιογράφος με εκνευρίζει με τους χαρακτηρισμούς και την ειρωνεία του) αξίζει να το μοιραστώ μαζί σας(δυστυχώς δεν μπορώ να μοιραστώ τις φωτογραφίες από το σπίτι, το γραφείο της, από πρόσωπα κλπ., που πλαισιώνουν το άρθρο)!

Έμιλυ Ντίκινσον

Η ανέραστη ποιήτρια του έρωτα

Έζησε μια ζωή μοναχική, αφιερωμένη στον Θεό και στη ρουτίνα της υπαίθρου. Και μόνον όταν πέθανε αποκαλύφθηκε στον κόσμο η «μητέρα» της σύγχρονης ποίησης. Σήμερα αποκαλύπτουμε ξανά το έργο της μέσα από μια συλλογή ποιημάτων της που κυκλοφόρησε πρόσφατα.

ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΟΡΤΩ

Πολύ συχνά σε συζητήσεις ανάμεσα σε φιλότεχνους και μη προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: «Ποια είναι η χρησιμότητα της τέχνης;». Η τέχνη υπάρχει για να κάνει τη ζωή μας ομορφότερη, θα απαντήσετε ορισμένοι από εσάς. Και θα έχετε δίκιο. Ή ότι η τέχνη προκύπτει από το ψυχικό πλεόνασμα του καλλιτέχνη, ως απόσταγμα των εμπειριών του, της επαφής του με άλλους ανθρώπους, της ευτυχίας του ή της δυστυχίας του και μας βοηθάει να κατανοούμε καλύτερα τη ζωή, τον έρωτα, τους ανθρώπους και τον εαυτό μας. Πάλι δίκιο θα έχετε. Υπάρχει όμως και μία Τρίτη, σπάνια και «σκοτεινή» εκδοχή. Ένα είδος τέχνης, συχνά συγκλονιστικής, που υπήρξε, σε δεδομένη χρονική στιγμή, η μοναδική διέξοδος του δημιουργού της: ήταν η ίδια του η ζωή. «Το καταφύγιο που φθονούμε» κατά τον Καρυωτάκη, «ο κόσμος της τέχνης, ο μόνος υπαρκτός», σύμφωνα με τον Προυστ. Αλήθεια, όμως, πόσο δυστυχισμένος πρέπει να είναι κάποιος ώστε όλη του τη ζωή να κατοικεί στην τέχνη του και πουθενά αλλού; Και τι ψυχικά αποθέματα απαιτούνται, έτσι ώστε, παρ΄ όλη τη δυστυχία και χωρίς την αναγνώριση ενός Πικάσσο, ας πούμε, ή ενός Έλιοτ, η ζωή αυτή να αποκρυσταλλωθεί σε τέχνη που συγκινεί αιωνίως; Ας μιλήσουμε λοιπόν για την Έμιλι Ντίκινσον.

Η Έμιλι γεννιέται στο Άμερστ της Μασαχουσέτης το 1830. Ο πατέρας της, ένας αυστηρός καλβινιστής δικηγόρος, υποθηκάριος πανεπιστημίου και μετέπειτα βουλευτής, προσφέρει στην ίδια και στα αδέλφια της την καλύτερη δυνατή μόρφωση. Η Έμιλι σπουδάζει στην Ακαδημία του Άμερστ και στο Κολλέγιο του Χόλι Οουκ. Αλλά το 1854 μια ξαφνική αδιαθεσία θα την οδηγήσει πίσω στην πατρική εστία. Θα περάσει εκεί το υπόλοιπο της ζωής της, με μοναδική εξαίρεση ένα ταξίδι στην Ουάσιγκτον το 1864, όπου θα συμβουλευτεί έναν γιατρό για την επιδείνωση της όρασής της. Κατά τα άλλα, ως τον θάνατό της από νεφροπάθεια το 1886, η κυρία (ή μάλλον η δεσποινίς) Ντίκινσον δεν θα ξεμυτίζει από το παιδικό δωμάτιο παρά μόνο για να περιποιείται τον κήπο της και για να αγοράζει κλωστές για τα κεντήματά της. Σπανίως δέχεται επισκέψεις από τα αδέλφια της, τον εφημέριο του Άμερστ και ελάχιστους οικογενειακούς φίλους –ανάμεσά τους ο εκδότης Σάμιουελ Μπόουλς. Ο τελευταίος μάλιστα θα είναι ο παραλήπτης τεσσάρων ή πέντε λυρικών ποιημάτων για τη φύση, τα οποία η Έμιλι είχε συνθέσει στον άπειρο ελεύθερο χρόνο της.
Η ζωή που μόλις περιέγραψα στοιχειοθετεί το βιογραφικό σημείωμα μιας θλιβερής γεροντοκόρης. Και πράγματι εξ όψεως η δεσποινίς Ντίκινσον ήταν αυτό ακριβώς: μια μοναχική ερημίτισσα της αμερικανικής υπαίθρου, μονίμως λευκοντυμένη, με τη χριστιανική εγκράτεια της επιβεβλημένης παρθενίας, ίδια και απαράλλαχτη ως τον θάνατο με τη μοναδική, αγέλαστη φωτογραφία της, τραβηγμένη στα 16 χρόνια της. Τα αναγνώσματά της; Η Βίβλος, φυσικά με έμφαση στην Αποκάλυψη, και η γλυκανάλατη, φυσιολατρική ποίηση του Κιτς. Σε πείσμα ωστόσο του σεφερικού στερεότυπου, που αποκλείει τη δημιουργία τέχνης από αυτιστικούς καλλιτέχνες σε αποστειρωμένες σοφίτες, σε πείσμα όσων φαντάζονται τις επαναστάσεις ηχηρές και τους επαναστάτες οργιάζοντες, όταν η αδελφή της, Λαβίνια, ανοίγει το γραφείο της μακαρίτισσας Έμιλι, αυτό ξεχειλίζει στην κυριολεξία από κιτρινισμένα χαρτιά ραμμένα με κλωστές, που περιέχουν ίσαμε 2000 ποιήματα. Ποιήματα που όταν αρχειοθετούνται και δημοσιεύονται κλονίζουν συθέμελα την ομηρική τέχνη. Που η άναρχη ρίμα τους, οι διακεκομμένοι στίχοι και οι μυστηριώδεις μεταφυσικοί συμβολισμοί τους παραπέμπουν σε μία ψυχική άβυσσο που κανείς δεν φανταζόταν ότι έκρυβε η αθόρυβη γεροντοκόρη. Αρκεί η παράθεση του πρώτου τετράστιχου ενός από τα γνωστότερα ποιήματά της για να νιώσει κανείς το βάθος που κρύβεται πίσω από μια φαινομενικά άβαθη ύπαρξη: «Καθώς δεν πρόφταινα ν΄ αράξω για τον Χάρο/Μου ‘κανε Αυτός ευγενική χειρονομία/ Μέσα στην άμαξα καθόμασταν οι δυο μας/ Και η αθανασία». Οπότε ίσως αξίζει να εξετάσουμε την περίπτωση της δεσποινίδος Έμιλι από την αρχή.

Κατ΄ αρχάς ας ξεμπερδέψουμε με τον σκόπελο της εικαζόμενης παρθενίας. Πόσες γυναίκες άλλωστε της αστικής τάξης του 19ου αιώνα, αναθρεμμένες με αυστηρά χριστιανικά ήθη, μπορούσαν να συνάψουν σχέσεις με κάποιον άνδρα χωρίς να παντρευτούν; Και άραγε πέρασε ποτέ η σκέψη αυτή από το μυαλό της Έμιλι; Τα ελάχιστα ιστορικά στοιχεία μαρτυρούν ότι μάλλον πέρασε, και μάλιστα αρκετές φορές. Φαίνεται λοιπόν ότι ο εφημέριος Τσαρλς Γουάντσγουορθ, αν και επισκεπτόταν το Χόουμστεντ, το σπίτι των Ντίκινσον, αγαθή τη προθέσει, είχε εξάψει στη νεαρή τότε Έμιλι σκέψεις που φέρνουν στο νου πουλιά που πεθαίνουν τραγουδώντας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι, από την εποχή των συχνών επισκέψεων του εφημέριου και των μακροσκελών συζητήσεών του με την Έμιλι για την ερμηνεία της Αγίας Γραφής, χρονολογείται ένα από τα πλέον ερωτικά ποιήματα της, που βρίθει λάγνων συμβολισμών: «Νωρίς, και με τον σκύλο μου/ Πήγαμε στην ακτή./ Κάθε γοργόνα απ΄ το κελάρι/ βγήκε να μας δει/ Κι απ΄ τις φρεγάτες στα ψηλά/ κλώνοι έφταναν σχοινένιοι,/ Θαρρώντας με για ποντικό/ Στην αμμουδιά χωμένη, / Μα άγγιγμα από άνδρα, ούτε ένα,/ Ώσπου η παλίρροια σπρώχνει/ Ζώνη, ποδιά και χώνεται/ Στις νυχτικιάς τη λόγχμη,/ Κι έκανε όπως αν μ΄ έτρωγε/ Σαν μια δροσοσταλιά/ Στις πικραλίδας τον ανθό/ Τότε έφυγα μακριά/ Μα εκείνος, στο κατόπι μου/ Το αργυρό του βήμα/ Ένιωσα, και στο πέδιλο/ Μαργαριτάρια κύμα».

Δεν χρειάζεται να έχει κάνει κάποιος σχετικές σπουδές για να καταλάβει τον πόθο που κρύβεται πίσω απ΄ αυτούς τους στίχους. Πώς θα μπορούσε όμως μια δειλή ψυχή, ισοπεδωμένη από τα δεσμά της θρησκείας και της πατρικής σκιάς, να εκφράσει ποτέ τέτοια αισθήματα σε έναν ιερωμένο; Και το τραγικότερο: ο εφημέριος Γουάντσγουορθ θα πεθάνει λίγους μήνες μετά τη δημιουργία αυτού του τόσο ερωτικού αφιερώματος. Γενικώς πάντως από τα χιλιάδες μικροσκοπικά, άτιτλα ποιήματα που έμελλε να αποκαλύψουν μετά θάνατον τον εσωτερικό θησαυρό της Έμιλι Ντίκινσον, ένας τεράστιος αριθμός έχει ως θέμα του, σχεδόν ως εμμονή, τον θάνατο. Η Έμιλι ωστόσο δεν ανήκε στη γενιά των ρομαντικών που κυνηγούσαν τον θάνατο. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν άτυχη. Ότι της συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο: ο θάνατος την κυνηγούσε, αφαιρώντας κάθε τόσο από τη στερημένη ζωή της τους πιο αγαπημένους ανθρώπους.

Δεύτερος στη σειρά των ανεκπλήρωτων ερώτων της θα βρεθεί ο δικαστής Οτις Λορντ. Στενός φίλος του πατέρα της –και αφότου ο δεύτερος πέθανε, πιθανόν το…υποκατάστατό του-, ο Λορντ έδωσε νέα πνοή και ελπίδα στην κατά πολύ νεότερή του Έμιλι. Αλλά ποιες είναι οι πιθανότητες για έναν έρωτα που δεν τον αφήνουν να ανθήσει, αφενός οι τύποι και η συστολή, αφετέρου ο χρόνος; Ο δικαστής πεθαίνει και αυτός. Και η Έμιλι, που γνωρίζει από χρόνια ότι μοναδική διέξοδός της είναι τα ποιηματάκια που σκαρώνει (στιχάκια που η ίδια θεωρεί άτεχνα, γι΄ αυτό και τα κρύβει τόσο επιμελώς), φθάνει στα όρια της παραφροσύνης από τη μελαγχολία: «Μια ψαλιδιά ένιωσα στο νου/ Σαν να ‘χε χωριστεί./ Πήγα να τον μπαλώσω/ Μα δεν ταίριαζε η κλωστή». Εδώ ίσως αξίζει να κάνουμε μια παρένθεση (κυριολεκτική και σκανδαλοθηρική) όπως συνήθως συμβαίνει με τους «καλλιτέχνες της παρθενίας», και να εικάσουμε, βασισμένοι σε προσφάτως ταυτοποιηθείσες επιστολές αλλά και σε γεγονότα αναντίρρητα, μιαν άλλη εκδοχή για την «κατεψυγμένη» σεξουαλικότητα της μητέρας του μοντερνισμού που την ήθελε –φαινόμενο πολύ συχνό στις μεγαλωμένες με τον τρόμο του άνδρα-τιμωρού θρησκευόμενες γυναίκες- λάτρι του γυναικείου φίλου. Και εν προκειμένω της ενσάρκωσής της στην αποδέκτρια του «Πέθανα για την ομορφιά» καθώς και πλήθους άλλων ερωτικών ποιημάτων της, εφηβική φίλη της Ντίκινσον, Σούζαν. Η αξεπέραστη αυτή καθήλωση μιας «ερμαφρόδιτης» φιλίας φαίνεται πως στοίχειωνε την ποιήτρια ως την ωριμότητά της, καθώς χάρη σε δικές της επίμονες «ενορχηστρώσεις» η αγαπημένη της φίλη παντρεύτηκε τελικά τον αδελφό της Όστιν μένοντας κοντά της –στο διπλανό οίκημα- έστω και με την ιδιότητα της «νύφης». Πιο εσωστρεφής και απόμακρη από ποτέ, προδομένη οριστικά αππο τη μοιρά της, στρέφεται με ακόμη μεγαλύτερη αφοσίωση στην τέχνη της, σε αυτήν που η ίδια κατασκευάζει και εν συνεχεία αποσύρει σιωπηλά, σαν εργόχειρο.

Τότε είναι κυρίως που αρχίζει να υποπτεύεται τη σημασία της ποίησης στη ζωή της. Και χάρη στη γνωριμία της με τον Σάμιουελ Μπόουλς αποφασίζει να εκδώσει ανώνυμα τρία από τα ποιήματά της. Ο εκδότης του περιοδικού «Springfield Republican», ενθουσιασμένος, της ζητάει και άλλα, την επισκέπτεται, προσπαθεί να κερδίσει τη φιλία της. Η Έμιλι τον βαπτίζει «μοναδικό της γήινο φίλο» και αλληλογραφεί μαζί του, ενώ φαίνεται πως αυτή η νέα σχέση, έστω και εξ αποστάσεως, δίνει νέα πνοή στην ίδια και στην τέχνη της. Από την περίοδο αυτή άλλωστε χρονολογείται ο μεγαλύτερος όγκος των ποιημάτων της. Έχει ωστόσο πληγωθεί πολύ στη ζωή της για να προχωρήσει περισσότερο. Αρνείται να βγει από τον κόσμο των στίχων της, αρνείται και να δημοσιεύσει περισσότερους. Και ας πλημμυρίζει τον κύριο Μπόουλς με ποιήματα στα γράμματα που του στέλνει. Φοβισμένη και καχύποπτη ύστερα από τα απανωτά χτυπήματα του πεπρωμένου, μοιάζει να φλερτάρει με την ιδέα ενός ακόμη έρωτα, αλλά μονάχα στα ποιήματά της: «Πέθανε η ζωή μου δυο φορές/ Μένει λοιπόν να δω/ Αν έχει η αθανασία/ Κι ένα τρίτο μυστικό./ Τόσο πελώριο όσο αυτά/ Με τόση απελπισία./ Παράδεισος ή Κόλαση/ Είναι μόνο η απουσία».

Η Έμιλι δεν θέλει να δοκιμάσει την τύχη της. Την τρίτη φορά, ύστερα από μακρόχρονη ασθένεια, θα είναι εκείνη που θα φύγει πρώτη. Το πνευματικό της εργόχειρο θα της εξασφαλίσει μια θέση στην Ιστορία, ίσως τη σπουδαιότερη μεταξύ όλων των ποιητών της Αμερικής. Χιλιάδες δημιουργοί στο μέλλον θα αντλήσουν έμπνευση και θάρρος από τη ρηξικέλευθη τεχνική της και ακόμη περισσότεροι αναγνώστες θα βρουν στα ποιήματά της τη δικαίωση του έρωτα, της μοναξιάς ή της απελπισίας τους. Ας μην κλείσουμε όμως σε τόνο λυπητερό. Ακόμη κι αν έζησε στερημένη και δυστυχισμένη, ακόμη και αν όλη της η ύπαρξη χωρούσε σε μικρά τετράστιχα τρυπημένα με κλωστές, η δεσποινίς Ντίκινσον γνώριζε καλά τους δρόμους της καρδιάς, αυτούς που οδηγούν στην ευτυχία.
«Πρώτα η καρδιά ζητά ηδονή/ Κι ύστερα από τον πόνο/ Την άδεια, και παυσίπονα/ Που τα μαρτύρια διώχνουν».

Στο τέλος του άρθρου ο δημοσιογράφος μας προτείνει το βιβλίο «44 ποιήματα και 3 γράμματα» της Έμιλι Ντίκινσον (που από καιρό έχω βάλει στο μάτι για να αποκτήσω), σε μετάφραση, σχολιασμό και επίμετρο Ερρίκου Σοφρά, εκδόσεις Ροδακιό, 2005.

Δεν υπάρχουν σχόλια: