Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Άννα Αχμάτοβα:μια παράξενη και πονεμένη μορφή (μέρος α΄)


Η Άννα Αχμάτοβα, που το πραγματικό της όνομα ήταν Άννα Αντρέγιεβνα Γκορένκο, γεννήθηκε στις 25 Ιουνίου 1889, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, κοντά στην Οδησσό, στο Μπαλσόι Φοντάν. Ο πατέρας της ήταν μηχανικός και καθηγητής μαθηματικών στις σχολές του πολεμικού ναυτικού.

Η μητέρα της, που αρχικά οι γονείς της την είχαν εξαναγκάσει να παντρευτεί, σε ηλικία δεκαέξι ετών, έναν πενηντάχρονο κτηματία, τον είχε εγκαταλείψει για να ξαναπαντρευτεί, αυτή την φορά από έρωτα, με τον Αντρέι Αντόνοβιτς Γκορένκο. Ανήκε στην επαναστατική ομάδα «Η θέληση του λαού». Η Αχμάτοβα μιλούσε γι΄ αυτό με περηφάνια: ήταν ένα σημάδι τόλμης για μια νεαρή γυναίκα. Η Άννα είχε δύο αδελφές και δύο αδελφούς.

Έναν χρόνο μετά τη γέννησή της, η οικογένεια εγκαταλείπει τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας για να εγκατασταθεί στο Τσάρσκογιε Σελό, στα περίχωρα της Αγίας Πετρούπολης. «Οι πρώτες μου αναμνήσεις», λέει η Αχμάτοβα, «είναι από το Τσάρσκογιε Σελό: η πράσινη και υγρή μεγαλοπρέπεια των πάρκων, τα λιβάδια όπου με πήγαινε η νιάνια μου, ο ιππόδρομος όπου κάλπαζαν μικρόσωμα ποικιλόχρωμα αλογάκια, ο παλιός σιδηροδρομικός σταθμός». Επρόκειτο να μείνει εκεί μέχρι τα δεκαέξι της χρόνια, περνώντας τα καλοκαίρια στα περίχωρα της Σεβαστούπολης, στις ακρογιαλιές του όρμου Στρέλτσι, όπου σύμφωνα με τη δική της έκφραση, γίνεται φίλη με τη θάλασσα. Οι πιο δυνατές εντυπώσεις είναι εκείνες που της άφησε η Χερσόνησος, αρχαία ελληνική πόλη. «Η παιδική μου ηλικία ήταν παγανιστική», λέει σ΄ ένα σχέδιο αυτοβιογραφίας.

Σε ηλικία πέντε ετών, ακούγοντας τα μαθήματα που ο καθηγητής έκανε στα μεγαλύτερα παιδιά, αρχίζει να μιλάει γαλλικά. Στα εφτά της χρόνια μαθαίνει ανάγνωση από το αλφαβητάριο του Τολστόι. Στα έντεκά της χρόνια γράφει το πρώτο ποίημά της με τίτλο «Φωνή». Σε ηλικία δεκατριών χρονών γνώριζε ήδη από το πρωτότυπο τον Μπωντλαίρ, τον Βερλαίν και άλλους Γάλλους καταραμένους ποιητές.

Το πρώιμο ταλέντο της ευνοείται από το περιβάλλον στο οποίο ζει. Η ποίηση για αυτήν δεν αρχίζει με τον Πούσκιν ή τον Λέρμοντοβ, όπως συνήθως, αλλά με τον Ντερζάβιν και τον Ντεκράσοβ, των οποίων τα ποιήματα η μητέρα της ήξερε από μνήμης. Τα πρώτα κείμενά της δεν έχουν διασωθεί.

Η Άννα Αχμάτοβα σπουδάζει στο λύκειο θηλέων του Τσάρσκογιε Σελό. «Στν αρχή δεν τα πήγαινα καλά, μετά κάπως καλύτερα, πάντα, ωστόσο, απρόθυμα», ομολογεί.

Το 1905 οι γονείς της χωρίζουν, ο πατέρας παίρνει τη σύνταξή του και η μητέρα εγκαθίσταται με τα πέντε παιδιά στην Ευπατόρια της Κριμαίας. «Νοσταλγούσα το Τσάρσκογιε Σελό κι έγραφα αναρίθμητους κακούς στίχους». «Φτώχεια», προσθέτει σε παρένθεση, στο ίδιο σχέδιο αυτοβιογραφίας. Το 1906 πηγαίνει στο Κίεβο, σε μια ξαδέλφη της για να τελειώσει τις δευτεροβάθμιες σπουδές της κι έπειτα να σπουδάσει Νομικά. Ομολογεί ότι προτιμούσε την ιστορία του δικαίου και κυρίως τα λατινικά και όχι τα αμιγώς νομικά μαθήματα.

[…]

Στην Πετρούπολη, όπου παρακολουθεί μαθήματα ανώτατων λογοτεχνικών και ιστορικών σπουδών, επιλέγει οριστικά την ποίηση, «Ξεχνάω τα πάντα» διαβάζοντας την Κυπαρισσένια κασετίνα του ποιητή Ι. Άννεσκι, «που τον θεωρώ δάσκαλό μου», θα πει αργότερα. Τον Μάρτιο του 1910 παντρεύεται τον Νικολάι Γκουμιλιόφ και το νεαρό αντρόγυνο εγκαθίσταται αρχικά στο Τσάρσκογιε Σελό.

Στο Παρίσι, όπου είχε περάσει έναν μήνα το 1910, και όπου ξαναγύρισε την άνοιξη του 1911, η Αχμάτοβα υπήρξε μάρτυς των πρώτων θριάμβων του Ρωσικού Μπαλέτου και συνδέθηκε φιλικά με τον ζωγράφο Αμεντέο Μοντιλιάνι. Παθιασμένος με την Αίγυπτο, ο Μοντιλιάνι σχεδιάζει το κεφάλι της Αχμάτοβα με το χτένισμα των βασιλισσών και των χορευτριών του Νείλου. Της προσφέρει δεκαέξι παραλλαγές των σχεδίων του που αυτή τις πηγαίνει στο σπίτι της στο Τσάρσκογιε Σελό΄ θα χαθούν όλες, εκτός από μία, στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης.

Κάνουν περιπάτους στον Κήπο του Λουξεμβούργου, στο Καρτιέ Λατέν. «Απαγγέλαμε από μνήμης, και οι δυό μαζί, τους στίχους του Βερλαίν και χαιρόμασταν που γνωρίζαμε τα ίδια ποιήματα». Η Αχμάτοβα ήξερε από μνήμης πολλούς άλλους στίχους Γάλλων ποιητών, Μπωντλαίρ, Λαφόργκ, Μαλαρμέ. «Ο Μοντιλιάνι είναι αυτός που μ΄ έκανε να γνωρίσω το αληθινό Παρίσι», γράφει στ΄ απομνημονεύματά της.

Από τον Απρίλιο του 1911 τα ποιήματά της αρχίζουν να δημοσιεύονται στα λογοτεχνικά περιοδικά και πρωτίστως στο Απόλλων.

Το 1912 δημοσιεύεται η πρώτη της συλλογή Βράδυ, με εισαγωγή του ποιητή Μιχαήλ Κουζμίν, σε τριακόσια αντίτυπα. «Η κριτική υπήρξε καλοπροαίρετη», λέει με μετριοφροσύνη, όμως εμείς ξέρουμε ότι ο Βιάτσεσλαβ Ιβάνοβ, μυστικιστής ποιητής και «επικεφαλής» των λογοτεχνικών κύκλων της Πετρούπολης, χαιρέτισε τη συλλογή σαν «ένα γεγονός στη ρωσική ποίηση».

[…]

Η Αχμάτοβα συχνάζει στα σαλόνια, στις λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές λέσχες της Πετρούπολης και ιδιαίτερα το υπόγειο καμπαρέ «Ο Αδέσποτος σκύλος», που συγκέντρωνε όλους εκείνους που αντιπροσώπευαν τη νέα ρωσική λογοτεχνία στις παραμονές του πολέμου.

[…]

«Εδώ ερχόταν η Άννα Αχμάτοβα –νέα, με μαύρο φόρεμα, με εκείνη τη χαρακτηριστική κίνηση των ώμων της και την ιδιαίτερη στάση του κεφαλιού της. Όχι, δεν ήταν καλλονή, αλλά ήταν κάτι περισσότερο από καλλονή», γράφει ο Γκεόργκι Αντάμοβιτς. «Το πρόσωπό της, όπου κι αν εμφανιζόταν, ανάμεσα στις πιο ωραίες γυναίκες, ξεχώριζε με την δύναμη της έκφρασης, με τον αέρα της αυθεντικής έμπνευσης, που αμέσως τραβούσε την προσοχή. Αργότερα η τραγική χροιά στην όλη της εμφάνιση εντάθηκε ακόμη περισσότερο. Όταν όρθια στην εξέδρα διάβαζε τα ποιήματά της, έμοιαζε να εξευγενίζει τα πάντα γύρω της».

Έγινε περισσότερο διάσημη με το δεύτερο βιβλίο της Κομποσκοίνι, που κυκλοφόρησε το 1914 και εξαντλήθηκε πολύ σύντομα. «Θα έλεγε κανείς ότι η μικρή συλλογή ερωτικών ποιημάτων μιας πρωτοεμφανιζόμενης ποιήτριας έπρεπε να καταποντιστεί λόγω γεγονότων παγκόσμιας σημασίας. Ο χρόνος αποφάσισε διαφορετικά». Και, πράγματι, συγκαταλέγεται στους ποιητές που διαβάζονται περισσότερο στην εποχή της και έχουν τους πιο πολλούς μιμητές. Αναλογιζόμενη τους μέτριους μαθητές της, που είχαν μετατρέψει το ύφος της σε μανιέρα, θα διαπιστώσει ειρωνικά: «Έμαθα τις γυναίκες να μιλούν. Αλλά πώς να τις αναγκάσω, θεέ μου, να σωπάσουν;».

Για πολλά χρόνια, πολλές γενεές αναγνωστών θ΄ αγαπήσουν, θα υποφέρουν, θα χαρούν διαβάζοντας ή ακούγοντας στίχους της Αχμάτοβα.

[…]

Η επόμενη συλλογή της είναι το Λευκό Σμήνος. Εκδίδεται τον Σεπτέμβριο του 1017, έτος της Επανάστασης. Και περιλαμβάνει 83 ποιήματα, χρονολογούμενα σχεδόν όλα από το 1914 μέχρι το 1917. «Τυπωμένη σε κακής ποιότητας χαρτί, σε χίλια αντίτυπα, η Τρίτη αυτή συλλογή δεν είχε σπουδαία απήχηση στον τύπο», παραδέχεται η Αχμάτοβα. Καθώς η αναστάτωση και η πείνα μεγάλωναν, οι μεταφορές παρέλυαν, περιοδικά και εφημερίδες διέκοπταν την κυκλοφορία τους. Η συλλογή δεν μπορούσε ούτε καν να σταλεί στη Μόσχα. Όλα τα αντίτυπα εξαντλήθηκαν στην Πετρούπολη».

Κι έρχεται η Οκτωβριανή Επανάσταση, με τον παλιό κόσμο να καταρρέει, χωρίς κανείς να ξέρει πως θα είναι ο καινούριος. Η Αχμάτοβα γράφει πάντα για τους έρωτές της, τις χαρές της και τις αγωνίες της, κάτι που δεν την εμποδίζει να μετέχει στην κοινή αγωνία. Μετά την επανάσταση ακολουθεί ο εμφύλιος πόλεμος και πολλοί συγγραφείς φεύγουν απ΄ τη φλεγόμενη Ρωσία. Η ίδια επέλεξε να παραμείνει στη χώρα της και να μοιραστεί με τον λαό της όλα όσα έμελλε να του συμβούν.

[…]

Τον Αύγουστο του 1918 χωρίζει με τον Γκουμιλίοφ. Ξαναπαντρεύεται αμέσως τον Β.Κ.Σιλέικο, διακεκριμένο ανατολιστή, ειδικό στη Βαβυλωνία και τη σφηνοειδή γραφή. Ακόμα ένας παράξενος άντρας, σωματικά και ψυχικά΄ πραγματικά σοφός των παραμυθιών του Χόφμαν. Ποιητής και αυτός. Αλλά ένας σύζυγος απαράδεκτος. Η συμβίωση δεν διαρκεί ούτε τρία χρόνια.

Τον Απρίλιο του 1921 εκδίδεται το Πεντάνευρο, η μικρότερη συλλογή, τόσο από απόψεως διαστάσεων, όσο και για το περιεχόμενό της (38 ποιήματα). Ένα αριστούργημα της τυπογραφίας σε 1000 αντιτύπα.

[…]

Η συμμετοχή του δεύτερου συζύγου της σε μία «σκοτεινή υπόθεση» και η εκτέλεσή του γίνεται σε κείνη και στον γιό της ένα αφόρητο βάρος.

Από τότε χρονολογούνται και οι χαρακτηρισμοί που θα την καταδίωκαν για τόσα πολλά χρόνια: «ποιήτρια της κρεβατοκάμαρας»(χαρακτηρισμός του Μαγιακόφσκι), «αντιλαϊκή», «παρακμιακή» κλπ.

Ωστόσο διατηρούσε και ένθερμους θαυμαστές ακόμα και μεταξύ των πιο φλογερών επαναστατών.

[…]

Η έκδοση της πέμπτης της συλλογής Anno Domini M-CMXXI που κυκλοφόρησε το 1922 σε 2000 αντίτυπα, δημιουργεί κάποιο θόρυβο. Ένας σύντροφος του Λένιν, ο κριτικός της λογοτεχνίας Ν. Οσίνσκι, την προσέχει αμέσως και δηλώνει ότι η Αχμάτοβα «έχει φτάσει στο ζενίθ των δημιουργικών της δυνάμεων», και, ότι, μετά τον θάνατο του Μπλοκ, σε αυτήν, «πρώτης τάξεως λυρική ποιήτρια, ανήκει η πρώτη θέση μεταξύ των Ρώσων ποιητών». Την συγχαίρει που δεν έφυγε από την Ρωσία και υπογραμμίζει ότι είναι «λόγω πατριωτισμού και όχι λόγω πεποιθήσεως ως προς την επανάσταση», διότι «δεν ανήκει στους δικούς μας»΄όμως «έχει το σημαντικότερο προσόν για έναν ποιητή, καθαρότητα ψυχής και συνείδηση πολίτη».

Ο Ν.Ολίνσκι πλήρωσε ακριβά το θάρρος του: κατηγορήθηκε ότι πρόδωσε την επαναστατική ιδεολογία και το άρθρο του δεν χρησίμευε παρά στο να τραβήξει ακόμα περισσότερο την προσοχή των κακόβουλων στην Αχμάτοβα.

Οι νεαροί αναγνώστες της καινούριας Ρωσίας, κυρίως οι κοπέλες και οι γυναίκες, είχαν κι εκείνες διαβάσει τις κομψές, μικρές, λευκές συλλογές της Άννα Αχμάτοβα, που είχαν εξακολουθήσει, παρόλα αυτά, να περνούν από χέρι σε χέρι, τα φοβερά αυτά χρόνια. Αυτή η τόσο απλή και ευκολονόητη λυρική ποίηση συγκινούσε τις αναγνώστριες της, αλλά προκαλούσε συγχρόνως ταραχή και ανησυχία.

[…]

«Κάθε σελίδα της είναι ένα ολόκληρο βιβλίο για τη γυναικεία ψυχή. Ένας και μόνος δικός της σαφής στίχος μας δίνει με ανάγλυφη ακρίβεια περισσότερα από τους πολυάριθμους τόμους των ψυχολογικών μυθιστορημάτων πολλών σύγχρονων συγγραφέων».

Όμως αυτές οι ευνοϊκές φωνές σπανίζουν. Ο Τρότσκι κατατάσσει την Αχμάτοβα στην «ετοιμοθάνατη, ευγενική και ωραία παράταξη», αν και δεν δέχεται το ταλέντο της.

Στην αρχή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, η Αχμάτοβα ήταν μέλος της διεύθυνσης της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων στο Λένινγκραντ, όμως οι πόρτες των εκδοτικών οίκων και των περιοδικών άρχιζαν να κλείνουν για αυτήν. Από τη μία πλευρά δεν υπήρχε η ανάγκη για λυρική ποίηση, από την άλλη δεν ήθελαν να εκτεθούν, δημοσιεύοντας τα έργα της γυναίκας (έστω και αν δεν ήταν παρά η πρώην γυναίκα) ενός εκτελεσθέντος.

Το 1925, μια πρώτη απόφαση του κόμματος της απαγορεύει να δημοσιεύει. Και η Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια χαρακτηρίζει την «παραγωγή» της σαν ένα «χτυπητό παράδειγμα της ποίησης την εποχή που καταστρέφονταν οι φωλιές των ευγενών».

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 45, Αθήνα, Δεκέμβριος, 2008.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Το στοίχημα

Τώρα θα σας διηγηθώ μια ιστορία που μου την είπαν όταν ήμουνα μικρό παιδάκι. Κάθε φορά που έρχεται στο μυαλό μου αυτή η ιστορία, τη βρίσκω όλο και πιο ελκυστική. Γιατί με τις ιστορίες γίνεται συχνά ό, τι γίνεται και με πολλούς ανθρώπους: όσο περνά ο καιρός και μεγαλώνουν, τόσο γίνονται καλύτεροι.
Ας πούμε λοιπόν, πως βρισκόμαστε στην εξοχή μπροστά σ΄ ένα πολύ παλιό εξοχικό σπιτάκι με αχυρένια στέγη. Άγρια χόρτα έχουν φυτρώσει πάνω στη στέγη. Στην κορυφή της είναι μια φωλιά πελαργών: Μην ξεχνάτε, πως εμείς χωρίς τους πελαργούς δεν μπορούμε να κάνουμε. Οι τοίχοι του σπιτιού έχουν χαλάσει σε πολλά μέρη και τα παράθυρα είναι χαμηλά και μόνο το ένα απ΄ αυτά είναι καμωμένο ν΄ ανοίγει. Η κουφοξυλιά απλώνει τα κλαδιά της πάνω από τα παλούκια του φράχτη. Στα πόδια του φράχτη είναι μια μικρή στέρνα και μέσα κολυμπούν μερικές πάπιες. Υπάρχει κι ένας μαντρόσκυλος, που γαβγίζει, όποιον πλησιάσει.
Απαράλλαχτα ένα τέτοιο σπιτάκι βρισκόταν στην εξοχή και σ΄ αυτό κατοικούσαν δυο γέροι –ένας γέρος χωρικός με τη γριά γυναίκα του. Ήσαν φτωχοί, δεν είχαν πολλά πράματα. Ανάμεσα στα άλλα είχαν κι ένα άλογο. Μα δεν τους ήταν διόλου απαραίτητο. Το άλογο ζούσε από το χόρτο που έβρισκε μόνο του στις άκρες του δρόμου.
Ο γερο-χωρικός πήγαινε στην πόλη καβάλα στο άλογο αυτό και συχνά οι γείτονές του του το ζητούσαν δανεικό και για αντάλλαγμα του έκαναν κάποια δουλειά που χρειαζόταν.
Μα ο χωρικός και η γυναίκα του σκέφτηκαν πως θα ‘ταν καλύτερα να πουλήσουν το άλογο ή να το ανταλλάξουν με κάτι, που θα μπορούσε να τους είναι πιο χρήσιμο. Τι θα ήταν όμως αυτό το «κάτι»;
-Εσύ ξέρεις καλύτερα, γέρο μου, του είπε η γυναίκα. Σήμερα γίνεται στην πόλη πανηγύρι και θα μαζευτούν πολλοί έμποροι και χωρικοί. Πήγαινε, λοιπόν, στην πόλη και πούλησε το άλογο ή κάνε το ανταλλαγή με κάτι καλό. Ό, τι κι αν κάνεις, για μένα θα είναι σωστό. Πήγαινε στην ευχή του Θεού.
Και του έδεσε το μαντήλι στο λαιμό, γιατί ήξερε καλύτερα από αυτόν να το δέσει. Και το έδεσε δυο κόμπους, γιατί μπορούσε να το δένει πολύ κομψά. Ύστερα σκούπισε καλά το καπέλο του γύρω γύρω με την παλάμη του χεριού της και τον φίλησε.
Κι έτσι ο γερο-χωρικός ξεκίνησε καβάλα στο άλογό του και πήγαινε να το πουλήσει ή να το κάνει ανταλλαγή με κάτι άλλο. Ναι, ήταν έξυπνος και καλός και ήξερε τι θα έκανε.
Ο ήλιος ήταν πολύ ζεστός και ούτε ένα συννεφάκι δεν υπήρχε στον ουρανό. Ο δρόμος ήταν κατασκονισμένος, γιατί πήγαινε στην πόλη πολύς κόσμος. Άλλοι πήγαιναν καβάλα, άλλοι με αμάξι ή με το κάρο τους και άλλοι περπατώντας. Πουθενά δεν υπήρχε μέρος για να βρει κανείς λίγη σκιά.
Ανάμεσα στους άλλους βάδιζε με κάποιο κόπο κι ένας άλλος χωρικός που πήγαινε να πουλήσει την αγελάδα του, μια πολύ όμορφη αγελάδα.
«Είμαι σίγουρος πως θα βγάζει περίφημο γάλα, σκέφτηκε ο γερο-χωρικός. Θα ήταν πολύ καλή ανταλλαγή για μένα να δώσω το άλογό μου και να την πάρω.»
-Ε, εσύ με την αγελάδα! φώναξε. Να σου προτείνω κάτι; Φαντάζομαι πως ένα άλογο στοιχίζει περισσότερο από την αγελάδα, μα αυτό δε με νοιάζει εμένα. Η αγελάδα θα μου ήταν πιο χρήσιμη. Αν συμφωνείς, αλλάζουμε.
-Γιατί όχι; απάντησε ο άλλος. Κι έτσι το ζήτημα τελείωσε και ο γερο-χωρικός θα μπορούσε να γυρίσει στο σπίτι του, αφού είχε πραγματοποιήσει το σκοπό του. Μα μια και είχε αποφασίσει να πάει στο πανηγύρι σκέφτηκε να προχωρήσει, για να ρίξει μια ματιά. Συνέχισε λοιπόν το δρόμο του με την αγελάδα.
Περπατούσε ευχαριστημένος. Σε λίγο συνάντησε κάποιον που πήγαινε στην αγορά να πουλήσει το αρνί του. Ήταν ένα καλό, παχύ αρνί με ωραίο μαλλί.
«Πολύ θα ήθελα να το είχα το αρνί αυτό, σκέφτηκε ο γερο-χωρικός. Θα έβρισκε όσο χορτάρι ήθελε στο φράχτη μας και το χειμώνα θα μπορούσαμε να το έχουμε μαζί μας μέσα στο σπίτι. Ίσως θα ήταν πιο πρακτικό να πάρω το αρνί και να δώσω την αγελάδα».
-Ε! εσύ με το αρνί. Θέλεις να μου δώσεις το αρνί και να σου δώσω την αγελάδα;
Ο άλλος δέχτηκε με μεγάλη του χαρά και η συμφωνία έκλεισε. Ο γερο-χωρικός έδωσε την αγελάδα, πήρε το αρνί και εξακολούθησε το δρόμο του.
Λίγο παρακάτω συνάντησε έναν άλλο χωρικό, που ερχόταν από το χωράφι του και πήγαινε να πουλήσει τη χήνα του, μια μεγάλη καλοθρεμμένη χήνα.
-Τι μεγάλη είναι η χήνα που κρατάς! Έχει όμορφα φτερά και είναι παχιά παχιά. Τι ωραίο που θα ήταν αν κολυμπούσε στη στέρνα μας. Πολύ θα ευχαριστιόταν η καλή μου η γυναίκα. Πολύ συχνά την άκουσα να λέει: «Αν είχαμε μια χήνα!»
-Θέλεις να μου τη δώσεις; ρώτησε τον άνθρωπο με τη χήνα. Θα σου δώσω το αρνί μου γι΄ αντάλλαγμα και θα σου πω κι ευχαριστώ.
Ο άλλος δεν είχε την παραμικρή αντίρρηση. Και, αφού συμφώνησαν, έκαναν την αλλαγή και ο γερο-χωρικός έγινε ιδιοκτήτης της χήνας.
Βρισκόταν πια πολύ κοντά στην πόλη. Ο κόσμος στο δρόμο γινόταν όλο και περισσότερος. Άνθρωποι και ζώα σπρώχνονταν μεταξύ τους. Πολλοί μάλιστα έμπαιναν και στα χωράφια, για να μπορέσουν να προσπεράσουν. Εκεί κοντά ήταν ένα χωράφι σπαρμένο πατάτες, χτήμα του εισπράκτορα του φόρου. Ο εισπράκτορας στεκόταν στην είσοδο της πόλης και εισέπραττε τα διόδια. Μέσα στο χωράφι του τριγύριζε καμαρωτή μια κότα, δεμένη με ένα σπάγκο, για να μην τρομάζει από την κίνηση και φύγει. Αυτή η κότα είχε κοντή ουρά και, καθώς ανοιγόκλεινε και τα δυο της μάτια, φαινόταν πολύ πονηρή. «Κο-κο-κόοο!», είπε η κότα.
Τι εννοούσε όταν έλεγε «κο-κο» δεν είμαι σε θέση να σας πω, μα ο καλός μας γερο-χωρικός μόλις την είδε σκέφτηκε: «Είναι η ωραιότερη κότα που έχω δει στη ζωή μου! Είναι καλύτερη και από την κλώσσα που έχει ο παπάς μας. Στη τιμή μου, πολύ θα ήθελα να την είχα. Μια κότα πάντα βρίσκει κάτι να φάει και ζει σχεδόν με το δικό της ιδρώτα. Νομίζω πως θα ήταν μεγάλη επιτυχία αν μπορούσα να την ανταλλάξω με τη χήνα μου.»
-Θέλεις να κάνουμε ανταλλαγή; Να σου δώσω τη χήνα και να μου δώσεις την κότα; ρώτησε τον εισπράκτορα των φόρων.
-Να κάνουμε ανταλλαγή; Μα δε θα ήταν και άσχημα, του απάντησε ο εισπράκτορας.
Έκαναν λοιπόν ανταλλαγή. Ο εισπράκτορας κράτησε τη χήνα και ο γερο-χωρικός πήρε μαζί του την κότα.
Είχε κουραστεί πολύ μ’ όλες αυτές τις δουλειές, που έκανε στο δρόμο το και τώρα ήθελε να αναπαυθεί λίγο και να δροσιστεί. Στάθηκε, λοιπόν, μπροστά στο πρώτο πανδοχείο που συνάντησε, για να φάει κάτι και να πιει ένα ποτηράκι κρασί.
Ήταν έτοιμος να μπει μέσα όταν φάνηκε στην πόρτα ο υπηρέτης του ξενοδόχου. Αυτός φρόντιζε για τα ζώα. Κρατούσε στον ώμο του ένα σακί.
-Τι έχεις μέσα στο σακί; ρώτησε ο γερο-χωρικός.
-Σάπια μήλα, απάντησε ο άλλος. Ένα γεμάτο σακί. Αρκετά για να χορτάσουν οι χοίροι μας.
-Τι λες, παιδί μου; Αυτό είναι σπατάλη! Πολύ θα ήθελα να τα πάω στη γυναίκα μου. Πέρσι η γέρικη μηλιά μας έκανε μόνο ένα μήλο κι εμείς το φυλάξαμε μέσα στο ντουλάπι, ώσπου σάπισε. Η γυναίκα μου έλεγε: «Κάτι είναι κι αυτό που έχουμε!»
Μα, αυτό εδώ είναι ολόκληρο σακί! Πόσο θα χαρεί η γυναίκα μου να της τα πάω, αφού νομίζει πως κάτι αξίζουν τα σάπια μήλα.
-Ναι, πολύ θα χαρεί. Θέλεις να μου τα δώσεις;
-Και τι θα μου δώσεις; είπε ο υπηρέτης.
-Τι θα σου δώσω; Θα σου δώσω γι΄ αντάλλαγμα την κότα μου.
Κι έτσι συμφώνησαν. Κι έδωσε την κότα και πήρε τα μήλα. Τα έβαλε στον ώμο του και μπήκε στο πανδοχείο. Ακούμπησε το σακί με προσοχή κοντά στη σόμπα και πλησίασε στο τραπέζι. Μα η σόμπα ήταν ζεστή –αυτό δεν το είχε σκεφθεί.
Στο πανδοχείο ήσαν πολλοί ξένοι. Διάφοροι έμποροι, που πήγαιναν στο πανηγύρι. Ανάμεσα σ΄ αυτούς ήσαν και δυο Εγγλέζοι. Ήσαν πολύ πλούσιοι. Οι τσέπες τους ήταν γεμάτες χρυσά νομίσματα. Και μάλιστα έβαζαν στοιχήματα, όπως θ΄ ακούσετε τώρα.
-Φσ-σς! Φσ-σ-σς! Τι ήταν αυτό; Τα μήλα είχαν αρχίσει να ψήνονται. Ήσαν πολύ κοντά στην αναμμένη σόμπα.
-Τι είναι μέσα στο σακί;
-Να, ξέρετε… άρχισε ο φίλος μας, ο γερο-χωρικός. Και τους διηγήθηκε όλη την ιστορία. Πως ξεκίνησε με το άλογό του και το άλλαξε με την αγελάδα και όλα τα υπόλοιπα ως τα σάπια μήλα.
-Ε, λοιπόν, η γυναίκα σου θα σε διορθώσει όταν γυρίσεις στο σπίτι, είπε ο ένας απ΄ τους Εγγλέζους. Θα γίνει μεγάλος καβγάς.
-Τι; Θα με διορθώσει η γυναίκα μου; Θα γίνει μεγάλος καβγάς; Λάθος κάνετε, μεγάλο λάθος. Θα με φιλήσει και θα πει: «Ό, τι κάνει ο γέρος μου είναι σωστό».
-Βάζουμε στοίχημα; είπε ο Εγγλέζος. Στοιχηματίζουμε εκατό χρυσές λίρες;
-Όχι τόσα πολλά, απάντησε ο γερο-χωρικός, γιατί εγώ είμαι φτωχός. Θα βάλω το σακί με τα μήλα και τον εαυτό μου και τη γυναίκα μου. Και θαρρώ πως έτσι ισοφαρίζω με τις λίρες σας.
-Σύμφωνοι! είπε Εγγλέζος.
Κι έβαλαν το στοίχημα. Ευθύς ετοιμάστηκε το αμάξι του ξενοδόχου και μπήκανε μέσα οι δυο Εγγλέζοι και ο γερο-χωρικός. Σε λίγο έφτασαν εμπρός στο σπιτάκι του.
-Καλησπέρα, γυναίκα.
-Καλησπέρα, γέρο μου.
-Έκανα την ανταλλαγή.
-Ναι, εσύ κάνεις πάντα το σωστό, είπε η γυναίκα του,
Και τον φίλησε με αγάπη χωρίς να δώσει προσοχή στους παράξενους επισκέπτες και στο σακί.
-Πήρα μια αγελάδα και έδωσα το άλογό μας, είπε ο γερο-χωρικός.
-Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Θεού! Θα έχουμε μπόλικο γάλα τώρα και βούτυρο και τυρί! Ήταν περίφημη η εκλογή σου!
-Ναι, αλλά την έδωσα την αγελάδα και πήρα ένα παχύ αρνί.
-Α, ακόμα καλύτερα! φώναξε η γυναίκα του. Πάντα τα σκέπτεσαι όλα. Έχουμε τώρα αρκετή βοσκή. Γάλα και τυρί από προβατίνα και μάλλινα ρούχα και κάλτσες! Η αγελάδα δεν μπορεί να μας δώσει τέτοια πράματα. Πόσο φρόνιμος και προνοητικός είσαι!
-Μα άλλαξα το πρόβατο με μια χήνα.
-Τότε θα έχουμε φέτος τα Χριστούγεννα ψητή χήνα, καλέ μου άντρα. Ποτέ δεν ξεχνάς να μου προσφέρεις κάποια ευχαρίστηση. Πόσο με συγκινεί αυτή σου η καλοσύνη. Θα δέσουμε τη χήνα μ΄ ένα σπάγκο και θα την τρέφουμε και θα παχύνει καλά ως τα Χριστούγεννα.
-Όμως την έδωσα τη χήνα και πήρα μια κότα, είπε ο γερο-χωρικός.
-Μια κότα; Αυτή ήταν σπουδαία ιδέα! Η κότα θα κάνει αυγά και θα κλωσσήσει και θ΄ αποκτήσουμε κοτόπουλα. Θα κάνουμε ολόκληρο ορνιθοτροφείο! Ω, αυτή ήταν πάντα η μεγαλύτερη επιθυμία μου.
-Ναι, μα άλλαξα την κότα μ΄ ένα σακί σάπια μήλα.
-Τι; Μα τότε πρέπει να σε φιλήσω! φώναξε η γυναίκα του. Αγαπημένε, καλέ μου άντρα! Θα σου πω, λοιπόν, κάτι. Ξέρεις, μόλις έφυγες το πρωί άρχισα να σκέφτομαι τι θα μπορούσα να σου ετοιμάσω για το βράδυ, που θα γύριζες. Ήθελα κάτι που να σου αρέσει. Βρήκα πως καλύτερα θα ήταν να σου κάνω τηγανίτες με μυρωδάτα χόρτα. Είχα αυγά και χοιρινό, μου έλειπαν όμως τα χόρτα. Πήγα λοιπόν στο σπίτι του γείτονα του δάσκαλου, που ξέρω πως έχει χόρτα. Μα η γυναίκα του είναι δύστροπη και ας φαίνεται ευγενική. Την παρακάλεσα να μου δανείσει λίγα χόρτα. «Να σου δανείσω;» μου απάντησε. Τίποτα δεν υπάρχει στον κήπο μας, ούτε ένα σάπιο μήλο. Ούτε κι ένα σάπιο μήλο δεν έχω να σου δανείσω, καλή μου γειτόνισσα.
Και τώρα εγώ μπορώ να δανείσω σ΄ αυτήν δέκα , είκοσι σάπια μήλα ναι, και ολόκληρο το σακί αν θέλει. Πόσο χαίρομαι. Μου έρχεται να γελάσω με την καρδιά μου.
Και λέγοντας αυτά του έδωσε ένα δυνατό φιλί.
-Αυτό είναι θαυμάσιο! φώναξαν και οι δυο μαζί οι Εγγλέζοι. Να χάνεις ολοένα κι όμως να είσαι χαρούμενος κι ευχαριστημένος! Μα την αλήθεια, άξιζε τον κόπο να χάσουμε το στοίχημα.
Κι έτσι έδωσαν μια ολόκληρη περιουσία από χρυσές λίρες στο γερο-χωρικό, που όχι μόνο δεν τον μάλωσε η γυναίκα του, παρά και τον φίλησε δείχνοντάς του έτσι πόσο τον αγαπούσε και σεβόταν τη γνώμη του.
Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία μου. Την άκουσα όταν ήμουνα ακόμα παιδάκι. Και τώρα την ακούσατε και σεις και θα ευχαριστηθήκατε, πιστεύω, πολύ.

ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΕΝ, Τα παραμύθια του Άντερσεν, εκδόσεις Ατλαντίς, μετάφραση Ν.Βοστατζής, Δ.Στυλιανοπούλου-Βοστατζή.

ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ!!

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

«Κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να ενδιαφέρεται για την Ποίηση. Άπαξ όμως κι ενδιαφέρεται, είναι υποχρεωμένος "να γνωρίζει να μεταβαίνει" σ΄ αυτή τη δεύτερη κατάσταση, να περπατεί και στον αέρα και στο νερό.»

Οδυσσέας Ελύτης

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Η Αίθουσα του θρόνου


Δεν μου αρέσει καθόλου να μιλάω για βιβλία που με απογοήτευσαν, που δε μου άρεσαν. Ξέρω πολύ καλά ότι με τον Φάνη έχουμε παντελώς διαφορετικά κριτήρια σε οποιαδήποτε μορφή τέχνης. Σπάνια συμφωνούμε. Και, έτσι, παρά τις διθυραμβικές κριτικές και το μέγεθος του συγγραφέα, ήμουν λίγο επιφυλακτική στην πρότασή του να διαβάσω την Αίθουσα του θρόνου.

Με κούρασε.
Με κούρασε.
Με κούρασε.

Και δε με ευχαρίστησε καθόλου.

Και νευριάζω πολύ όταν «χάνω» τον χρόνο μου με βιβλία που δεν είναι του γούστου μου.

Κουραστικοί, προβλέψιμοι ήρωες, και έβλεπαν πολλά, πολλά προφητικά όνειρα ρε παιδί μου…

Για να το ξεκαθαρίσουμε όμως:

Αυτό βέβαια, η δική μου δηλαδή αντίληψη για το βιβλίο, δεν μειώνει με τίποτα την αξία του ή την αξία του Τάσου Αθανασιάδη ως λογοτέχνη. Απλά –όπως ξανάγραψα παραπάνω- δεν είναι του γούστου μου(γιατί ούτε να τα παρατήσω θέλω ούτε να συνεχίσω να τα διαβάζω όμως και να σέρνομαι και τα διλήμματα δεν μου ταιριάζουν). Προτιμώ πιο απλά λόγια και πιο ξεκάθαρα νοήματα, που μιλάνε κατευθείαν στην καρδιά, στην ψυχή και στο μυαλό μου. (Να, για παράδειγμα, όπως την Φάρμα των Ζώων, που διαβάζω αυτές τις μέρες…)
Παρόλο που το έχουν χαρακτηρίσει ως «ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά μυθιστορήματα» και «μία κατάκτηση της νεοελληνικής λογοτεχνίας», λοιπόν, λυπάμαι, μα δεν με έπεισε… : (

Νομίζω πως δεν θα το ξαναδιαβάσω στο μέλλον, όπως κάνω με τα περισσότερα βιβλία, απλά ίσως κρατήσω στη μνήμη μου τα παρακάτω:

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

-Αγαπώ πολύ την εποχή μου… την αντίσκοψε με γέλιο. Είναι ο χιτώνας μου, κι ας με καίει συχνά. Καθένας μας έχει χρέος να γίνεται στρατιώτης της εποχής του. Μονάχα έτσι εξελίσσεται η ανθρωπότητα. Κι αυτό είναι από τα πιο θετικά…

-…πίσω απ΄ το απρόοπτο ο Θεός παραμονεύει.

-Ώρες ώρες νομίζω πως η σιωπή είναι η πιο εκπληκτική μα έκφραση…

-Με τη σκέψη μας τα κάνομε όλα πολύπλοκα, ευτυχώς που τα μάτια μας τ΄ απλοποιούνε…

-Όλοι είμαστε μόνοι. Φτάνει να μπορεί κανείς να διατάζει τη μοναξιά του, για να ‘ρχεται όποτε τη χρειάζεται.

-Ένας άνθρωπος πλάι μας είναι κάποτε όλος ο κόσμος.
………………………..
Ο καλός μου, επίσης, με πληροφόρησε πως είχε γυριστεί και σε τηλεοπτική σειρά. Για όποιον ενδιαφέρεται, εδώ το τρέιλερ:

http://www.youtube.com/watch?v=oIWQwzk8RhQ&feature=related

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Λευκό σμήνος

[1913]
Το άσπρο σου σπίτι με τον κήπο ας χάσω.
Μια φωτεινή κι άδεια ζωή τώρα μου φτάνει.
Με τους στίχους μου εσένα, εσένα θα δοξάσω,
όπως καμιά δεν το έχει κάνει.
Τη λατρευτή, που, για τα ωραία της μάτια,
παράδεισο έκτισες, θα την θυμάσαι τώρα.
Και θα πουλάω εγώ την πιο ακριβή πραμάτεια-
της τρυφερής αγάπης σου τα δώρα.

[1922]
Ωραία είναι εδώ: το θρόισμα, ο τριγμός,
κάθε αυγή η παγωνιά να μεγαλώνει,
ο θάμνος που απαυγάζει σαν πυρσός
και απ΄ τον πάγο ροδάνθιστος κυρτώνει.
Και ίχνη από σκι, που φέρει του χιονιού,
σαν θύμηση παλιά, ο λαμπρός χιτώνας,
ότι μια μέρα αιώνα αλλοτινού
περάσαμε από εδώ, μαζί, οι δυο μας.

[1946]
Το ξέρεις, να δοξάσω δεν σκοπεύω
τη μέρα που ανταμώσαμε πικρά.
Τι θα θελες για ενθύμιο; Όχι, πιστεύω,
τη σκιά μου. Σου είναι τίποτα αυτή η σκιά;
Μια αφιέρωση σε δράμα; Ξέχασέ το,
μήτε η στάχτη του υπάρχει, το έχω κάψει.
Το οικτρό χριστουγεννιάτικο πορτραίτο,
που απ΄ το κάδρο θα βγει, να με τρομάξει;
Τον ψίθυρο που ακούω απ΄ τη γωνία,
όταν σβήνει σημύδας ανθρακιά;
Ή μια, ξένης αγάπης, ιστορία,
που όλη δεν μου την είπαν τελικά;

[1946]
Μήτε ρουφήξαμε υπνοφόρες παπαρούνες
και σε τι φταίξαμε, όποιος ξέρει, ας μας το πει.
Κάτω από ποιους αστερισμούς, σε ποιες φουρτούνες,
γεμάτες θλίψη, έχουμε οι δυο μας γεννηθεί;

Τι το αξεδιάλυτο μας είχε μαγειρέψει
το γεναριάτικο σκοτάδι, το βαθύ;
Και ποια αίγλη αδιόρατη μας είχε σαγηνέψει
τόσο που χάσαμε το νου ως την αυγή;

ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ, Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 45, Αθήνα, Δεκέμβριος 2008.
Μετάφραση από τα ρωσικά: Απόστολος Καρούλιας
Λογοτεχνική απόδοση: Κάρολος Τσίζεκ

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Συννεφιάζει

Πόση δύναμη, πόση αμεσότητα και πόση αλήθεια μπορεί να διαθέτει η πένα ενός συγγραφέα;

Όσες φορές κι αν διαβάσω το ίδιο κείμενο,χρόνια τώρα, γεννιούνται στην ψυχή μου τα ίδια ακριβώς συναισθήματα...

Αυτός είναι ο Μενέλαος Λουντέμης. Κι αυτό είναι απόσπασμα από το λατρεμένο "Συννεφιάζει".

............................................................................

Χύθηκε ο Σουκρής ξοπίσω στο τρένο, σαν χηνάρι που τρέχει να προφτάσει την αρμαθιά τ΄ αδερφάκια του. Μα ο «χαμάλης» είναι τόσο άπονος… «Πουφ! πουφ!» κείνος τη δουλειά του. Ο Σουκρής τσιρίζει σπαραχτικά.

-Άνάαα… ντουρ! Ανατζίιιικ… ντουρ… ντουρ… (Μάναα… Μανούλα… Σταμάτα!)

Άρχισε το κυνηγητό.

-Α! Σουκρή! φώναζαν απ΄ όλα τα βαγόνια… όλος ο κόσμος κρεμασμένος. Η μάνα άπλωνε τα χέρια της σαν κλαδιά που τα δέρνει ο αγέρας.

-Α, γιαβρούμ… Α, τζιερίμ!... (Α, λατρεία μου… Α, σπλάχνο μου!)

Όλοι χτυπούσανε τα κάγκελα.

-Χ-α!... Χ-α!...

-Α, Σουκρή! Α! καπλάν!... Χ-α!

Γέροι και νιοι απλώνανε χέρια, απλώνανε ζουνάρια, Η βάβω του τραβούσε τους χαλκάδες του τρένου για να το σταματήσει, και το περικαλούσε, και το μάλωνε:

-Ντουρ μπρε! Ντουρ μπρε! (Στάσου βρε! Στάσου!)

Σπαραγμός…

Μα ήθελε δεν ήθελε ο «χαμάλης» έκοψε για μια στιγμή τη φόρα του –όχι από καλοσύνη, μα να, γιατί είχε φτάσει στα ψαλίδια΄ χρειάζεται προσοχή εκεί. Ο Σουκρής τον έφτασε. Άπλωσε κιόλας τα μαύρα του χεράκια να γαντζώσει. Μα δεν τ΄ αξιώθηκε. Σφυριγματιές ακούστηκαν μεμιάς. Κι ένα στρίγκλισμα φοβερό… από χίλιες φωνές μαζί.

-Ααααααα!!!


…Ο «χαμάλης» έφυγε μακριά. Κι ένα άλλο τρένο έμπαινε στο σταθμό, με ματωμένες ρόδες… Ματωμένες απ΄ τα κρεατάκια ενός παιδιού, ενός δεκάχρονου τουρκόπουλου, που δεν ήταν πια τουρκόπουλο, δεν ήταν πια παιδί… παρά λίγο αίμα στις ρόδες ενός περαστικού τρένου.

Ο Δημητρός, ο μπερδεμένος, ο χαζολογάς, σκουπίζει με το μανίκι τον ιδρώτα του και –κρυφά κρυφά για να μην τον πάρω χαμπάρι- το περνάει κι απ΄ τα μάτια του. Αχ, γιατί να ‘ναι τόσο άπονα τα τρένα.

Τώρα η βάβω δε θ΄ ανασαίνει πια. Τώρα η μάνα θα μοιρολογάει… Θα περπατάει το μοιρολόι της πάνω στις γραμμές. Και δε θα τη νοιάζει καθόλου αν το τρένο φεύγει, που πάει,… κι αν κάποτε θα φτάσει, και που… Τώρα η ψυχή της απόμεινε πίσω στο Βερτεκόπι, να ξεσκίζεται πάνω σε κάτι μαυριδερά λιωμένα κρεατάκια (τζιερίμ… τζιερίμ…). Κι ο «χαμάλης» θα σφυράει… Θα σφυράει και θα τρέχει σαν στοιχειό που το κάψανε τα ξόρκια, και θα ουρλιάζει και θα σούρνεται στους κάμπους να βρει συχώρεση. Και θα ουρλιάζει και θα σούρνεται, ώσπου να σκάσει…

Κι εγώ… (αχ…) εγώ, που ζύμωσα τα πικρά μικράτα μου, τ΄ αδύναμα αλαφρά όνειρά μου μ΄ ένα τουρκάκι της Καρατζόβας, κάθομαι, ώρες τώρα –κρεμασμένο κουρελάκι- πάνω στα κάγκελα του σταθμού, και δε βλέπω τίποτα μπροστά μου, τίποτα, γιατί όλα είναι ένα κλάμα…

Λένε… πως τα παιδιά, σαν είναι άκακα εδώ στη γης και καλόγνωμα, σαν φτάσουνε στον ουρανό γίνονται άγγελοι. Μα ο Θεός τους, ο τούρκος, τώρα έφυγε, και ποιος θα του ανοίξει του Σουκρή που δεν ξέρει καιτη γλώσσα;

Σε παρακαλώ, παππού Θεέ… α δεις να τριγυρνάει όξω απ΄ το παλάτι σου ένα μαυριδερό τουρκάκι, είναι ο φίλος μου ο Σουκρής. Πάρ΄ το μέσα. Σε περικαλώ και να το συχωρέσεις που έχει λίγο άσκημα χείλια και μην το κακοκαρδίζεις γι΄ αυτό. Σε περικαλάει ένας μικρός μικροπουλητής του σταθμού που δρόσιζε τον κόσμο. Αν ήσουνα καμιά φορά περαστικός από κει θα τον θυμάσαι. Ήταν ένα κουτσό αγόρι. Σ΄ ευχαριστώ….

....................................................................

δε βλέπω τίποτα μπροστά μου, τίποτα, γιατί όλα είναι ένα κλάμα…

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2012


Η φιλία του Λουντέμη και η αγάπη στον άνθρωπο πάνω απ΄ όλα Κώστα Βάρναλη, τον οδήγησε να γράψει το βιβλίο Ο Κονταρομάχος. Δε θα πω περισσότερα. Αφήνω να μιλήσουν τα αποσπάσματα που επέλεξα από το γραπτό του αγαπημένου μου Μενέλαου προς τον αγαπημένο του κυρ-Κώστα.
……………………………………………………………………………
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ

«Υπάρχουν βιβλία γραμμένα απ΄τον Κώστα Βάρναλη. Πολλά. Δεν υπάρχει όμως κανένα βιβλίο για τον Κώστα Βάρναλη.
Ο Βάρναλης σαν ποιητής και προπάντων ο Βάρναλης σαν άνθρωπος δεν έγινε ακόμα βιβλίο. Να!... Αυτό το χρέος και, μαζί, αυτήν την αποστολή έρχομαι να εκπληρώσω σήμερα. Να δώσω δηλαδή στους ανθρώπους τον ά ν θ ρ ω π ο.
Τα βιβλία ενός ποιητή διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται. Εκδίδονται και επανεκδίδονται. Τον άνθρωπο τον ίδιο όμως ποτέ δεν μπορείς να τον επανεκδώσεις. Έχει μια και μόνη έκδοση. Την εξαντλεί και φεύγει.
Να γιατί καταπιάστηκα μ΄ αυτό το γραφτό. Θέλω να επαναλάβω τον άνθρωπο. Να τον χαρίσω στους ανθρώπους. Σ΄ όσους δεν τον γνώρισαν. Να τους κεράσω την απλότητά του, τη σεμνή του παλληκαριά και τη λαϊκή του σοφία.
Ο ποιητής πια πάει, κατοχυρώθηκε, θα μείνει. Δεν είναι όμως κρίμα να χαθεί ο άνθρωπος;
[…]
Διάβασα κάπου ότι ως και τα ξεκινήματα του Βάρναλη δεν ήταν απ΄ τα συνηθισμένα, ήταν κι αυτά πρωτότυπα. Πήρε την ποίηση λέει για παιχνίδι, ήταν δα από έφηβος «πειραχτήριο». Πολύ αργότερα… έγινε ο κοινωνικός «ταραξίας» που άρχιζε ν΄ απασχολεί πια και τις Αστυνομίες. Το πρώτο του ψευδώνυμο ήταν… Δήμος Τανάλιας. Σαν του το θύμισα κάποτε ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια.
-Σώπα… μου λέει. Για να ξέρεις γλύτωσα από χειρότερα…. Στην αρχή ήθελα να το κάνω Σφύρος Δρεπάνης. Αλλά πρόφτασε ένας βλάμης και μου είπε: Κάντο «Τανάλιας» και σώθηκα. Δηλαδή τι σώθηκα…
Αν τον εξετάσεις στο βάθος ο Βάρναλης δεν ήταν ποτέ πρωτολειακός. Μ΄ άλλα λόγια δεν έχει «νεανικά αμαρτήματα». Η ποίησή του δε μύριζε ποτέ γάλα. Μύριζε απ΄ την αρχή μπαρούτι. Κατέβηκε δηλαδή στο στίβο χωρίς πάρα πολλά «γυμνάσματα» και δοκιμές και περιπλανήσεις στους «λειμώνες των ασφοδέλων»… Μ΄ άλλα λόγια χωρίς αυτές τις πεισιθάνατες κραυγές που έβγαζαν όλοι οι λυρικοί του καιρού του. Όχι. Η ποίηση του Βάρναλη ήταν απ΄ την αρχή αρσενική, λάσια, μια βολίδα που πεσε μες στα στεκούμενα νερά του μελίπηχτου λυρισμού.
[…]
Ποιητής καθάριος, λαϊκός. Ποιητής των πικραμένων, των φουρκισμένων, των «αβόλευτων», είναι ο Βάρναλης. Ένας ποιητής που –για πρώτη φορά στην ιστορία της ποίησης μας- απαγγέλθηκε από εργατικά χείλη, μπήκε στις φτωχογειτονιές, κατέβηκε στα υπόγεια ταβερνάκια.

Η ΠΡΩΤΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΥΝΤΕΜΗ

Κάθομαι τώρα και σκέφτομαι και βασανίζω τη μνήμη μου. Που τον πρωτογνώρισα; Γιατί το παράξενο είναι ότι δεν θυμούμαι ποτέ που να μην τον γνώρισα. Κι ίσως να ναι και λίγο φυσικό αυτό. Γιατί –όταν μπήκα κι εγώ στον τυραννικό κόσμο των στίχων –τ΄ όνομα «Βάρναλης» ήταν πια κατακυρωμένο.
Πρώτα, φυσικά, είδα κάτι φωτογραφίες του, πιο σωστά κάτι σκίτσα του. Προεξείχε το σήμα κατατεθέν –το αφτί στην παλάμη. Έπειτα εκείνη η μορφή με την οικεία πνευματικότητα του λαϊκού ανθρώπου –όχι του ανθρώπου που ξεκίνησε απ΄ τον ποιητή, αλλά του ποιητή που ξεκίνησε απ΄ τον άνθρωπο. Σύνθεση σπάνια και εξαίσια ελληνική. Αλλά ό, τι γνώρισα ως τότε ήταν ριγμένο στο χαρτί. Σκίτσα και ποιήματα. Πίσω απ΄ αυτά χάνονταν, ή, μόλις μαντεύονταν ο άνθρωπος.
Κανείς ποτέ μέσα στο στενό κόσμο που κινούμουν κείνον τον καιρό –δεν το ήξερε… Το ότι δεν χρειάζονταν παρά να κατέβω μερικά σκαλοπάτια, να μπω σε κάποια λαϊκή ταβέρνα για να τον συναντήσω ανάμεσα στους απλούς και καλόγνωμους ανθρώπους, να τσιμπολογά μια μαρίδα και να ρουφάει γλυκά και συσταζούμενα το κρασί του… αυτό ποτέ δεν το διανοήθηκα.
Το λάθος μου ήταν ότι τον ζητούσα σε άλλες σφαίρες, στους κύκλους των ποιητών. Ποτέ δε μου πέρασε απ΄ το νου –αν συνέχιζα να τον αναζητώ σ΄ αυτούς τους κύκλους- δεν θα τον εύρισκα ποτέ.
Ήμουν τότε πολύ νέος, πολύ άμαθος για να πιστέψω ότι έναν ποιητή –και τέτοιον ποιητή- θα μπορούσα να τον βρω στον περίβολο των ταπεινών. Πίστευα ότι μόνο… σε ουράνια δώματα θα τον αντάμωνα, να μιλά μ΄ ονειροπόλα μάτια και μεθυστική φωνή για ό, τι ευγενικό κι εξαίσιο έχει μέσα του αυτός ο κόσμος.
Ε!... Εκεί τον πρωτόδα; Όχι φυσικά. Τον πρωτόδα σ΄ ένα παλιό, βαρύ, άχαρο θέατρο.
Χρονιά; Δεν την πολυθυμάμαι. Θαρρώ 1935. Τόπος το θέατρο «Κεντρικό» της πλατείας Κολοκοτρώνη. Οι εφημερίδες έλεγαν ότι θα μιλούσαν δεν… θυμούμαι ποιοι. Το ποιοι ήσαν το μαθα πια την επομένη. Ήταν και δύο γυναίκες. Η Γαλάτεια Καζαντζάκη κι η Ελένη Ουράνη (Άλκης Θρύλος). Έπειτα… ο Στρατής Σωμερίτης, ο Βάρναλης, ο Βεάκης, και δε θυμάμαι και ποιοι άλλοι ούτε το θέμα θυμάμαι ακριβώς. Μου φαίνεται για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα… Η αίθουσα ήταν ασφυχτικά γεμάτη. Άκουα –χωρίς να βλέπω- χωμένος κάπου στο καπνιστήριο. Απ΄ όλη αυτή την ιστορία μόνο ένα πράμα θυμάμαι. Ότι σε κάποια στιγμή ξέσπασαν στην αίθουσα τέτοια ξεφωνητά και χειροκροτήματα που παραλίγο να πεφτε το παμπάλαιο και άχαρο κείνο θέατρο.
(Ο συγγραφέας περιγράφει στη συνέχεια ότι προσπαθούσε να μάθει ποιος ήταν ο ομιλητής, κάποιος του είπε ένας Τούρκος, Αβράμ Αλής, ρώτησε κι άλλους, ώσπου στο τέλος διαπίστωσε ντροπιασμένος ότι επρόκειτο για τον Βάρναλη)
Το φιάσκο αυτό ακόμη το φυσάω και δεν κρυώνει.
Κι έτσι έχασα τη μοναδική ευκαιρία να τον δω.
Από τότε δεν άφηνα διάλεξη για διάλεξη. Φιλολογικές γιορτές στον Παρνασσό… Ρεσιτάλ ποίησης. Τίποτα. Κείνη η εμφάνισή του στο «Κεντρικό» ήσαν, καθώς φαίνεται, η πρώτη και η τελευταία δημόσια εμφάνιση του ποιητή.
[…]Μισοθυμάμαι θαμπά, ένα χλιαρό βράδυ της κατοχικής, πεινασμένης Αθήνας. Ένας φίλος, ένας άνθρωπος θυσιασμένος στη φιλία μου –ο Γιώργος Λιαρομάτης- έτρεχε όλη την ημέρα να με βρει αφήνοντας παντού παραγγελία: «Πέρνα το βράδυ απ΄ το σπίτι. Μην αμελήσεις. Θα σε φουρνίσω». Απ΄ αυτό έβγαινε ότι είχε ψωμί.
Ανησύχησα μη δε προλάβω κι έτρεξα. Σαν έμπαινα είχε πέσει πια η νύχτα. Το σπίτι όμως από μέσα ήταν φωτισμένο από κάτι λάμπες του παλιού αιώνα. Ένα τραπέζι στο βάθος του σαλονιού… Κουταλοπήρουνα, και στη μέση –ουρανοί!- μια πιατέλα μ΄ αχνιστά φασόλια! Ξαναζωντάνεψαν οι περασμένες εποχές των μεγάλων θαυμάτων. Ποιο χώμα ευλογημένο ζέστανε, επώασε και γέννησε αυτόν τον «άρτο» των Ελλήνων.
Στο τραπέζι δεν ήμουν ο μόνος καλεσμένος. Κάπου ήταν ένα πλάσμα ανάμεσα σε τρεις ηλικίες. Και λίγο πιο πέρα ένας στυφόγλυκος άνθρωπος με το χέρι στ΄ αφτί. Ήταν ασπρομάλλης, αδύνατος, ωραίος στον τύπο του.
-Γιώργο, λέω στον οικοδεσπότη, αν αυτός δεν είναι ο Βάρναλης θα σηκωθώ να φύγω και θα μείνω νηστικός.
(Έτσι έγινε η πρώτη γνωριμία τους, που έμελλε να εξελιχθεί σε μία στενή σχέση και φιλία)

Ο ΒΑΡΝΑΛΗΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΛΟΥΝΤΕΜΗ

…Είπαμε ότι ανάμεσα στους υπερασπιστές μου ήταν κι ο Δάσκαλος. Αλλά, πως ήρθε! Δεν είχε την υπομονή να περιμένει να τον ειδοποιήσουν. Μόλις το πληροφορήθηκε απ΄ τις εφημερίδες ντύθηκε τα γιορτινά του κι ήρθε μόνος του. Δε λογάριασε ούτε γηρατειά, ούτε φόβο, ούτε κρύο. Διέσχισε τα πυκνά στίφη των πραιτωριανών (που χανε κυκλώσει ολόκληρο το τετράγωνο) και μπήκε στην αίθουσα.
-Κωνσταντίνος Βάρναλης… φώναξε ο κλητήρας.
Ο Δάσκαλος τον κοιτούσε με χλευαστική απάθεια.
-Δάσκαλε… Εσένα φωνάζουν… του πε ο Νίκος Παππάς.
-Εμένα; Τότε τι «Κωνσταντίνος» λέει αυτός ο… άντε ας μην το πω.
-Περάστε κ. Βάρναλη… του είπε ο Εισαγγελέας Κατεβαίνης, που κανε τον διανοούμενο.
Ο Δάσκαλος πλησίασε κάτω απ΄ την έδρα με το χέρι στ΄ αφτί. Ο Πρόεδρος ρωτά:
-Πιο δυνατά! φώναξε ο Βάρναλης.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έστω. Είναι ένοχος ο κατηγορούμενος;
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (Με έμφαση): Ένοχος; Όχι! Για να ναι ένοχος ένας Συγγραφέας πρέπει να δίνει αρνητικές απαντήσεις στις τρεις παρακάτω ερωτήσεις; Πρώτον: Ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή με τους αδικημένους; Δεύτερο: Αν ο Λαός πέσει στα δεσμά της τυραννίας με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο; Και τρίτο και τελευταίο: Αν η Πατρίδα πάει σ΄ εθνική σκλαβιά ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους; Δηλαδή με τους κιοτήδες θα πάει ή με τα παλικάρια; Γνωρίζω τον κατηγορούμενο από έφηβο. Τον γνωρίζω σαν συγγραφέα, και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηματικά: Και στις τρεις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος έδωσε αυτές τις απαντήσεις. Δεν είναι ένοχος.
[…]
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Εις ένα από τα υπό κατηγορίαν κείμενά του και συγκεκριμένα εις το υπό τον τίτλον «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό»…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ε;…
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Ο Συγγραφεύς -δια να σώσει την τρυφεράν Ειρηνούλαν από την βουλιμίαν των αφεντικών της- την παραδίδει εις τας χείρας των εργατών.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Καλά κάνει.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Δε θα μπορούσε , έξαφνα, να την παραδώσεις εις χείρας εκείνων οίτινες είναι εντεταλμένοι για την φρούρησιν της τιμής των…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ποιονών. Των χωροφυλάκων;
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Βεβαίως.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Όχι! Θα την πουλούσαν στο μπουρδέλο.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Κύριε Βάρναλη…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Τη γνώμη μου δε ζητήσατε; Τη γνώμη μου είπα. Ξέρω, εσείς έχετε άλλην γνώμη. Αλλά δεν είσθε σεις ο μάρτυρας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τίποτε άλλο κ. Βάρναλη. Μπορείτε ν΄ αποσυρθείτε.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (δυνατά): Κοιτάξτε μην τύχει και τον αθωώσετε «λόγω αμφιβολιών»! Αν οι Νόμοι σας καταδικάζουν αυτές τις αρετές καταδικάστε τον! Δεν έχει κανένα ελαφρυντικό. Κανένα! Σας το λέω εγώ!

ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ

…Κάτι γλυκοχάραζε στον ορίζοντα. Οι φίλοι του Δάσκαλου, τα πνευματικά σωματεία, οι Δήμοι της Αθήνας και του Πειραιά… ετοίμαζαν μια Βαρναλική μέρα. Τα πενήντα χρόνια της πνευματικής του δημιουργίας.
Το μαθαίνει κείνος και βγαίνει απ΄ τα ρούχα του. Σηκώνεται και –μια και δυο- τραβάει ολόισα στα Γραφεία της Εταιρείας Λογοτεχνών.
-Έφτασαν στ΄ αφτιά μου κάτι άσκημες φήμες… λέει στον Κουκούλα που κείνον των καιρό ήταν πρόεδρος.
-Ουφ… τις φήμες ακούς καημένε Δάσκαλε;
-Όπου βγαίνει καπνός δε λείπει η φωτιά. Έννοια σου συ.
-Ε, καλά. Πες μας… Τι λένε αυτές οι φήμες;
-Ότι κάτι σκαρώνετε πίσω απ΄ την πλάτη μου. Γιορτές ή μνημόσυνα… κάτι τέτοιο. Για κοιτάτε καλά! Θα βγω να σας καταγγείλω! Δεν δέχομαι διασυρμούς.
-Μα τι διασυρμούς Δάσκαλε; Εσύ τι ανάμιξη έχεις; Εμείς τα ετοιμάζουμε αυτά.
-Άσε και ξέρω γω πως τα ετοιμάζουνε όλα αυτά τα μασκαραλίκια.
-Εδώ είναι η Επιτροπή Εορτασμού.
-Ξέρω. Προβάλλεται η Επιτροπή Εορτασμού για να μη φανεί ο τιμώμενος που τρώει τα λυσσακά του για να επιδειχθεί. Έτσι γίνονταν πάντα!
-Να μα τώρα που δε γίνεται.
-Ποιος θα το πιστέψει ότι εγώ είμαι αθώος του εγκλήματος; Δε νομίζετε ότι πριν απ΄ την οργάνωση όλης αυτής της δυσφημιστικής εκστρατείας έπρεπε να ρωτηθεί και το…θύμα; […] Περιμένετε να πεθάνω μωρέ κι ύστερα κάνετε ό, τι θέλετε. Τότε δε θα μπορώ να σας εμποδίσω. Τώρα μπορώ. Και σας εμποδίζω!
Ο Κουκούλας προσπαθούσε να τον καλμάρει.
-Άκου Δάσκαλε. Θα σου πω κάτι που, φυσικά, το ξέρεις. Και το ξέρει κι ο κόσμος όλος. Ότι δε σ΄ αρέσουν τα τέτοια. Ότι δεν είσαι καθόλου –όπως λέει ο Λαός- «φιγουρατζής». Συνεπώς θα το καταλάβει ότι πραγματικά, εσύ δεν είχες καμία ανάμιξη.
-Χμ… ξέρει αυτό, αλλά ξέρει και κάτι άλλο. Ότι καμία τέτοια τιμητική γιορτή δεν έγινε ποτέ χωρίς ο τιμώμενος να χει χώσει το χεράκι του. Γι΄ αυτό δε θα πιάσει. Άσε. Η καλύτερη λύση είναι να περιμένετε να πεθάνω. Τότε κανένας δε θα στάξει το φαρμάκι του –όσο κακή γλώσσα κι αν έχει.
[…]
-Είδες τι ρεζιλίκια μου σκαρώσανε… μου λέει με παράπονο.
-Τα είδα και γέμισε η καρδιά μου αγαλλίαση.
-Έτσι; Καλά… Θα σε συγυρίσω κι εσένα. Αλλά τώρα δε σηκώνει ο τόπος.
Άρχισε η γιορτή σε ατμόσφαιρα αγάπης, πάθους και λατρείας λαϊκής.
Σε μια γωνιά φαινόταν καθισμένος κι εκείνος ν΄ ακούει (ευτυχώς… να μην ακούει) τα όσα του ξομπλιάζανε. Ένα έχω να συστήσω στους μελλοντικούς φίλους του. Να μην αρχίζουνε μπροστά του τα παινέματα. Θα τους βρίσει, θα τους κατσαδιάσει, και θα φύγει. Δε λέω υπερβολές.
Τέλος οι πανηγυρισμοί κάποτε πήραν τέλος. Και, στη σκηνή, κλήθηκε ο τιμώμενος –ίσα ίσα την ώρα που… το ‘σκαζε. Με τραβολογήματα τον γύρισαν πίσω και τον ανέβασαν απάνω. Τι ήταν εκείνο!... Τι σάστισμα… Τι ντροπαλοσύνη… Τι αμηχανία αγνού ανεπιτήδευτου ανθρώπου, και τι κάκιωμα μικρού παιδιού!
[…]
-Ακούστε… λέει στο κοινό σα ζεματισμένος. Εγώ… Εγώ δεν τα ήθελα αυτά. Τσακώθηκα και μαζί τους, τους φοβέρισα. Αν θέλετε ρωτήστε τους. Γιατί μου τα κάνανε όλα αυτά; Εγώ ακόμα ζω. Πάνε δηλαδή με το ζόρι να με κάνουνε «μεταστάντα»;
-Για να σε τιμήσουμε το κάναμε Δάσκαλε… λέει δυνατά απ΄ τη θέση του Προεδρείου ένα μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής. Να τιμήσουμε το ζωντανό έργο ενός ζωντανού ανθρώπου.
-Και τότες γιατί βάλατε τη λέξη «πενηντάχρονα»! Όλοι αυτοί εκεί κάτω ξέρουνε αριθμητική και θα με βγάλουνε… γέρο!
Ήταν τόσο ειλικρινής… τόσο αγνός κι απροσποίητος στο παράπονό του που ολόκληρο το ακροατήριο σηκώθηκε όρθιο και τον χειροκροτούσε με λατρεία.
-Να τους πείτε να αναγνωρίσουν το λάθος τους… λέει στο κοινό δείχνοντας την Οργανωτική Επιτροπή. Έχω αρκετά δικά μου λάθη. Δε χρειάζεται να πληρώνω και ξένα. Εγώ ξέρω ότι το χρεός του ποιητή δεν είναι ν΄ ανεβαίνει στα παλκοσένικα και να κορδακίζεται σαν πυγμάχος. Είναι να βάζει τα δυνατά του ν΄ ανεβάσει τη ζωή ένα σκαλί πιο πάνω.

Ο ΒΑΡΝΑΛΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Ο Δάσκαλος δεν έκανε καμία απολύτως προσπάθεια –ίσα ίσα για ν΄ αποκρύψει την «κλίση» του στο θήλυ, κλίση απαρομοίαστα σφοδρή.
Πόσοι δεν πάσκισαν να γαντζωθούν απ΄ αυτό και να τον διασύρουν, να τον μειώσουν, για ν΄ ανακόψουν –έτσι νόμιζαν- την πλημμυρίδα του λαού που μαγνητιζόταν απ΄ τη λαϊκή του προσωπικότητα.
«Ε δεν είναι ντροπή σε μιαν τέτοιαν ηλικία ν΄ αγαπά;» ήταν η πληκτική και ανόητη επωδός κάποιων ξεπλυμένων τύπων που η μόνη τους δραστηριότητα ήταν να κατηγορούν την δραστηριότητα των άλλων.
Αλλά αυτό, ούτε λίγο ούτε πολύ, ήταν η αναγνώριση ότι ξόφλησαν. Ο Έρωτας είναι παράπτωμα; Ο Έρωτας είναι ντροπή; Μα… αρνούμαι να αγαπώ θα πει αρνούμαι να ζήσω. Εφόσον η ψυχή του ανθρώπου φέγγει η όψη του κόσμου οφείλει να είναι ηλιόλουστη. Μ΄άλλα λόγια ερωτευμένη. Ως πότε; Ώσπου να σβήσει –όχι το φως- το φως θα φέγγει- μα ώσπου να σβήσει ο άνθρωπος. Μερικοί προσπάθησαν να «διαιρέσουν» το Βάρναλη -να καταδικάσουν τον μισό, και τον άλλον μισό να τον δοξάσουν. Κακορίζικη διαίρεση. Ήταν κι άλλοι που τον καταδίκαζαν χοντρικά όλον. Και άλλοι πάλι τον αθώωναν χοντρικά όλον.
Δε θέλω να περάσω από τέτοιες λογιστικές κατατάξεις. Επειδή όμως στο κεφάλαιο αυτό τον αδίκησαν πολύ, πλήγωσαν τον άνθρωπο, θα προσπαθήσω ν΄ ασχοληθώ με τον άνθρωπο.
Μια μέρα μια κοπέλα που ήξερε ότι τον είχα φίλο ήρθε να με βρει. Ήταν γεμάτη παράπονο. Ο ποιητής μας την απογοήτευσε.
-Συγνώμη… τη διέκοψα. Ο ποιητής ή ο άνθρωπος;
-Μα… δεν είναι το ίδιο;
Υποχρεώθηκα να της κάνω μια μικρή διάλεξη.
-Όχι, της είπα. Ο ποιητής είναι αυτός που ήθελε να είναι. Ο άνθρωπος είναι εκείνος που μ π ο ρ ε ί να είναι. Η ποίηση είναι αγώνας να γίνεις καλύτερος. Γιατί δεν εκτιμάται αυτόν τον ευγενικό αγώνα; Όσο κακός κι αν σας φάνηκε ο Βάρναλης τον σώζει κάτι: Η δίψα να γίνει καλύτερος. Προσέξτε όμως. Αν νικήσει χάθηκε. Θα ψευτίσει. Θα γίνει τ έ λ ε ι ο ς. Δεν το ξέρετε; Καλοσύνη δεν υπάρχει. Καλοσύνη είναι ο αγώνας να γίνεις καλός. Αλλά τι κακό σας έκανε αυτός ο άνθρωπος και σας απογοήτεψε;
-Μου έκανε… «κρούσεις». Καταλαβαίνετε τι είδους.
-Ερωτικές. Μα τότε θα πρεπε να σας απογοητέψει σαν άντρας, όχι σαν ποιητής.
[…]
-Σας ρωτώ όμως. Επιτρέπεται στην ηλικία του να χει έναν τέτοιον ερωτικό πληθωρισμό;
Άρχισα τα γέλια.
-Απευθυνθείτε στη μητέρα Φύση, της λέω. Και…συγχαρείτε την. Ως τώρα όλα τα «ασθενή» σημεία του Βάρναλη περιορίσθηκαν στο σ θ έ ν ο ς του. Κανένας δεν τον είπε «ιδιοτελή», «άρπαγα», «συκοφάντη», «μικροπρεπή», «ύπουλο», «μικρόψυχο». Κανείς. Όλοι τον είπαν «ερωτιάρη». Και νομίζουν ότι μ΄ αυτό ξοφλούν! Τι να κάνουν οι καημένοι; Έπρεπε να βρισκαν κι αυτοί κάτι. Αν δεν έβρισκαν θα μεναν απαρηγόρητοι. […] Αλλά για πέστε μου… θυμώσατε πολύ που σας έκανε αυτές τις… κρούσεις;
-Δε θύμωσα. Απογοητεύτηκα. Ένας τόσο μεγάλος ποιητής να φέρεται όπως ένας μανάβης.
-Θα θελα να ξέρω… τόσο διαφορετικοί ανατομικά είναι ένας ποιητής κι ένας μανάβης; Έίσθε σκληρή κοπέλα! Θα πρεπε λοιπόν να είναι «ανάπηρος» ένας ποιητής για να μη σας απογοητέψει;

«ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ»

…Δεν υπήρχαν τερτίπια της ταβέρνας, νόμοι του κρασιού, που να μην τα ξερε. Και γι΄ αυτό σ΄ όλη του τη ζωή δεν υπέκυψε ποτέ. Δεν παραπάτησε, δεν μπέρδεψε τη γλώσσα του, ούτε τα βήματά του. Γνώρισα ανθρώπους με θλιβερά γεράματα. Άλλους μ΄ αισιόδοξα ή με γκρινιάρικα. Τα σφριγηλά όμως και θυμοειδή γεράματα του Βάρναλη δεν τα γνώρισα σε κανέναν. Δεν ήταν σε τίποτα αναρχούμενος. Ούτε και μισοήξερε κάτι. Ή το ξερε ή το αγνοούσε. Ήταν όμως και μερικά πράγματα που τα αγνοούσε θεληματικά. Βαριόταν να τα μάθει, γιατί τα θεωρούσε αδιαφόρετα «νερομπούλια». Κείνος αναζητούσε πάντα την ουσία των πραγμάτων, την ψίχα τους. Και δεν την γευόταν μόνο με το στόμα. Την έπαιρνε με όλες του τις αισθήσεις, και με μία επιπλέον. Δεν γνώρισα ακόμα άνθρωπο που να χαράμισε λιγότερο τη ζωή. Και πως; Ψιλοβελονιά, με αργό και μερακλίδικο ρυθμό. Αργυραμοιβός του πάθους του. Μεράκι και στα ελάχιστα, σεβντάς και στα παραμικρά. Και στο τάβλι, και στο κουβεντολόι, και στην Τέχνη, και στη Γυναίκα.
Αποστρεφόταν πάντα τη δεύτερη ποιότητα. Άμα δεν είχε ψωμί έτρωγε «παντεσπάνι», δεν έτρωγε κουραμάνα. Το ίδιο έκανε και με την παρέα του. Δεν συναναστρεφόταν ποτέ μυξολόγιους. Ή θα ήταν αληθινοί λόγιοι ή θα ταν Λαός, αμόλευτος, χωρίς πασαλείμματα. Μεγαλύτερη ακαταστασία και μεγαλύτερη πληγή στη ζωή θεωρούσε την ημιμάθεια. Αποστρεφόταν φανατικά τους φανφαρόνους, τους ξιπασμένους, τους βερμπαλιστές, τους κούφιους ωραιολόγους και τους κακορίζικους. Σιχαινότανε προπάντων τους «αριστοκρατίζοντες» φτωχούς καθώς και του «πτωχοπροδρομικούς» αριστοκράτες.
[…]
Παστρικά λόγια, λαγαρές καταστάσεις, χωρίς ψευδώνυμα.

«ΚΛΕΙΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΚΡΑΤΗΣΕ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΗ…»

…Μερικοί απρόσεχτοι τον είπαν «ευδαιμονιστή», «φίλαυτο» (Κώστας κερνά-Κώστας πίνει). Θα τους φανεί πολύ απροσδόκητη αυτή η αποκάλυψη.
Μόνο στους βιαστικούς κι επιπόλαιους φαίνονταν έτσι. Αλλά –κι αυτοί- αναγνώριζαν τη «μαστοριά» του στο στίχο. Ηλιθιότητα. Σα να ταν τυχαία η μαστοριά, κάτι θεόπεμπτο και όχι προϊόν της τυράγνιας, της υπομονής και της αγρύπνιας. Αλλά ξέρω τι ήθελαν. Ήθελαν να βλέπουν τον Βάρναλη «ποιητή» και στην ταβέρνα, ποιητή και στο δρόμο, ποιητή και στις παρέες. Αλλά ο Βάρναλης όταν έβγαινε έξω άφηνε τον ποιητή στο σπίτι. Και κυκλοφορούσε με τον Κώστα, τον Κωσταντή (γεια σου Κωσταντή βαρβάτε!). Κυκλοφορούσε με τον απλό, λαϊκό πολίτη. Σαν τον έβλεπαν μερικοί που τον αγνοούσαν φυσιογνωμικά απόμεναν. «Αυτός είναι ο Βάρναλης; έλεγαν. Αδύνατο!»
Πως έπρεπε να είναι; Να χει δηλαδή τη «σφραγίδα» του θεού; Αυτό έπαθε κι ο Σικελιανός και σιγά σιγά έχασε το όνομά του. Όλοι τον έλεγαν «Ποιητή». Ο Σικελιανός δεν ήξερε να διχαστεί. Κάποτε βρέθηκε στο σταυροδρόμι… Ανακάλυψε ότι δε μπορούσε να ζει και με τις δύο μαζί ιδιότητες. Και πέταξε τη μία. Έμεινε ποιητής. Στο ίδιο σταυροδρόμι βρέθηκε κι ο Βάρναλης. Κάποιον έπρεπε να μανταλώσει. Από κάποιον ν΄ απαλλαγεί. Και δεν άργησε να διαλέξει. Κλείδωσε τον ποιητή και κράτησε τον πολίτη.

ΒΑΡΝΑΛΗΣ vs ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

…Ο Βάρναλης δεχόταν την ποίηση του Σικελιανού, δεχόταν τον Σικελιανό αλλά δε τον θαύμαζε. Ο Σικελιανός όμως δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς θαυμασμό. Ε, αυτό ήταν το μυστικό.
-Είναι καμπανιστή…, έλεγε, περίτεχνη (εννοούσε τη Σικελιανή ποίηση), παίρνει πόζα. Ας κάτσει ήσυχα. Δε θα γίνει και Αισχύλος.
[…]
-Ήταν αριστοκράτης! φώναξε μια μέρα ο Βάρναλης.
-Γιατί; ρώτησα.
-Φαντάσου… Δεν είπε ποτέ τη λέξη «ρε». Φτουραίνει ποτές άνθρωπος που δεν ξέρει να βρίσει; Πόσο είχε δίκιο! Τόσα χρόνια και μόνο τότε το ανακάλυψα. Ο Σικελιανός δεν έβρισε ποτέ. Κοίτα ανακάλυψη! Και ποτέ δεν του φυγε απ΄ τα χείλη του κάτι αγοραίο. Ίσως όχι γιατί το αποστρεφόταν μόνο. Αλλά ίσως και να το αγνοούσε.

Η «ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΗ» ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΑΡΝΑΛΗ

…Ο Δάσκαλος -τώρα που γράφω- είναι πολύ μακριά. Δεν ξέρω την στάση του. Υπάρχουν όμως άνθρωποι για τους οποίου και μόνη η αμφιβολία αποτελεί βρισιά. Για το Βάρναλη δεν έχουμε δικαίωμα ν΄ αμφιβάλλουμε. Δεν είναι βαρήκοος ο ίδιος. Είναι βαρήκοα τα αφτιά του. Η συνείδησή του ποτέ. Φτάνει να σκεφτεί κανείς ότι ενώ γι΄ άλλους η «τοποθέτησή» τους στάθηκε σωτήρια… Κι έδρεψαν απ΄ την έπαλξή τους πλούσιους καρπούς, και στεφάνους, και υμνολόγια… Ο Βάρναλης είχε μόνο παραμερισμούς, φαρμάκια και, πολλές, «τυχαίες»- αλλά όχι και τόσο αθώες- παρασιωπήσεις.
Όταν βγήκε η συλλογή του «Ελεύθερος Κόσμος» το 1966, απλώς συνεχίσθηκαν οι υστερικοί πανηγυρισμοί γύρω από ένα άλλο –το αιώνια και αηδιαστικά μονότονα προβαλλόμενο απ΄ την Αριστερά όνομα. Ο Βάρναλης τυλίχθηκε στα υφάδια της «διακριτικής» σιωπής. Και χρειάστηκε να υψώσουμε φωνή απ΄ την αφανή γωνιά μας εμείς οι ξενιτεμένοι για να τους υπομνήσουμε την παρουσία του πατριάρχη…ανάμεσά τους.
Σίγουρα δεν θα τολμούσαν να καταπιούν τη γλώσσα τους αν ο Βάρναλης ήταν από κείνους που συνηθίζουν να ξεσπαθώνουν σαν τους τρώνε το δικό τους δίκιο. Αλλά ήξεραν. Ο Βάρναλης δεν είναι ούτε από κείνους που κάνουν παφλασμούς γύρω από την «αφάνειά» τους. Ο Βάρναλης δεν καταδέχτηκε ποτέ να γίνει «πλασιέ» της δικής του αξίας. Κι αυτή τη στάση την κράτησε με συνέπεια απ΄ την χοχλακιασμένη νιότη του ως τα τιμημένα και άσπιλα γεράματά του.
[…]
Ο Ποιητής μας δεν ικέτεψε, δεν κολάκεψε, δεν κλαψούρισε. Έμεινε ως το τέλος αυτό που ήταν και έπρεπε να είναι: Ο ακέραιος, ο αδιάφθορος, ο αναπαλλοτρίωτος.
[…]
(Ο κόσμος του) ήταν και έμεινε ο κόσμος των χαμηλών σπιτιών και των ταπεινών κρασοπουλιών –όπου μοιράζουν το κρεμμύδι και την ελιά στη μέση. Κι απ΄ τις νοθείες που υπάρχουν στον κόσμο τέσσερις μόνο δε δέχθηκε. Τη νοθεία στην Ιδέα, στο κρασί, στον Έρωτα και στην Ποίηση. Γι΄ αυτό όταν λέμε ποιητής δεν εννοούμε «ένας ακόμα ποιητής». Εννοούμε ο ποιητής. Ο ποιητής του Λαού, ο βάρδος, ο πρώτος μέσα σ΄ όλους τους βάρδους, υμνωδούς, μαστόρους και πελεκητές του. Και –το λέω άλλη μια φορά- δεν θα χρειαστούν αιώνες για να πάρει τη θέση του στη Λυρική μας πινακοθήκη. Είναι από τώρα βαλμένος εκεί πλάι στους κλασικούς και ανέσπερους όλης της πατρίδας μας.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, Ο Κονταρομάχος (Κ. Βάρναλης), Εκδόσεις Δωρικός.

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Η γύρη της ποίησης

Κάποτε ο Χρόνος είχε 13 μήνες. Θα μου πείτε, πώς γίνεται αυτό. Κι όμως γίνεται. Αντί για 12, οι μήνες ήταν 13. Τον 13ο μήνα τον ‘λέγαν Ιάκωβο. Και ήταν ο πιο χαϊδεμένος και ονειροπόλος γιός του Χρόνου. Μόνο που ήταν πολύ αφηρημένος και αδέξιος. Με τα χίλια ζόρια και τα χίλια παρακάλια του πατέρα τους, τον έπαιρναν πότε η μία και πότε η άλλη εποχή και άρον άρον τον έστελναν πίσω. Κι ο Ιάκωβος κάθε φορά έβαζε τα κλάματα. Τον λυπόταν ο Χρόνος και παρακαλούσε πάλι τις εποχές να τον πάρουν μαζί τους να τις βοηθάει.
Μια φορά αρρώστησε ο Γενάρης.
-Άντε, Ιάκωβε, του είπε ο Χειμώνας. Πήγαινε εσύ στη θέση του. Μόνο πρόσεχε, να χεις το μυαλό σου στη δουλειά, κι όχι στα όνειρα και στις φαντασίες. Πρέπει να φυλάξεις τον ήλιο μέσα στις καταχνιές, για να μη βγει και ζεστάνει τον καιρό και λιώσουν οι πάγοι.
Ο Ιάκωβος, όμως, όπως συνήθως, είχε αλλού το νου του και ξέχασε τι του είπε ο Χειμώνας. Έτσι αντί να φυλάει τον ήλιο, πήγε και φύλαγε την παγωνιά στη σπηλιά της.
-Χριστιανέ μου, άφησέ με να βγω, του φώναξε εκείνη. Έχω να γυαλίσω τα κρύσταλλα των πάγων στις στέγες των σπιτιών και στα κλαδιά. Έχω τα χιονοσέντονά μου απλωμένα στα λαγκάδια και στις ρεματιές, έχω τα ζώα μου σε χειμερία νάρκη. Θα ξυπνήσουν και θα ψοφήσουν από την πείνα. Μπα, σε καλό σου!
-Όχι, δεν μπορώ να σ΄ αφήσω, απάντησε ο Ιάκωβος. Μου είπε να σε φυλάω ο Χειμώνας.
Και κλείδωσε την παγωνιά στη σπηλιά της.
Έτσι αντί να βγει η παγωνιά, βγήκε ο ήλιος και τρύπησε τα χιονοσέντονα, ξέσκισε τα άσπρα βελούδα στις πλαγιές των βουνών, ράγισε τα κρύσταλλα στις λίμνες. Ο κόσμος σάστισε, πέταξε τα παλτά, έβγαλε τις ζακέτες, έσβησε τις σόμπες, το ‘ριξε στις εκδρομές. Φύτρωσαν καρποί στα δέντρα, βγήκαν τα κεράσια, βγήκαν τα καρπούζια, βγήκανε τα παγωτά. Που μυαλό για μαθήματα!
-Πατέρα, είπε ο Χειμώνας στον Χρόνο. Πάρε πίσω τον Ιάκωβο. Δεν τον θέλω. Είναι εντελώς ανίκανος!
-Γιατί παιδί μου δε μαζεύεις τα μυαλά σου στη δουλειά; Τι θα σε κάνω τώρα; Δε σε θέλει πια κανείς!
Ο Ιάκωβος έβαλε τότε τα κλάματα. Ο Χρόνος τον λυπήθηκε γιατί του είχε αδυναμία.
-Καλά, μην κλαις. Θα παρακαλέσω το Καλοκαίρι να σε πάρει μαζί του, τον παρηγόρησε και του σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια.
-Τι να τον κάνω, πατέρα, φώναξε το Καλοκαίρι, όταν το άκουσε. Αυτός είναι μόνο για ζημιές. Είναι πολύ αφηρημένος και ανίκανος.
Όμως ο Χρόνος επέμενε τόσο πολύ που στο τέλος το Καλοκαίρι υποχώρησε.
-Καλά, του είπε. Για χάρη σου θα τον πάρω. Αν όμως κάνει πάλι καμιά ζημιά, θα στον στείλω πίσω αμέσως!
Μετά φώναξε τον Ιούλη:
-Ιούλη, πάρε μαζί σου τον Ιάκωβο. Βάλτον στις αποθήκες του ουρανού, να φυλάει τις συννεφιές.
Πραγματικά ο Ιούλης πήρε μαζί του τον Ιάκωβο και τον έβαλε να φυλάει τα σύννεφα, για να μη βγουν και χαλάσουν τις καλοκαιριάτικες λιακάδες.
Στην αρχή ο Ιάκωβος ήταν πολύ προσεκτικός. Μετά από λίγες μέρες όμως άρχισε πάλι να ξεχνιέται. Άφησε τις αποθήκες ξεκλείδωτες και τα σύννεφα γλίστρησαν αθόρυβα στον ουρανό. Μέσα σε λίγα λεπτά, ο ουρανός σκοτείνιασε. Ξέσπασε μπόρα, έπιασε βροχή, σηκώθηκε τρικυμία στη θάλασσα. Βούλιαξαν οι βάρκες, τρόμαξαν οι κολυμβητές, μάζεψαν τα πράγματά τους, φόρεσαν αδιάβροχα, φόρεσαν κασκόλ, άνοιξαν τις ομπρέλες τους. Η ομίχλη τύλιξε τα καλοκαιρινά τοπία.
-Βρήκα τον μπελά μου με σένα, φώναξε θυμωμένο το Καλοκαίρι κι έδιωξε τον Ιάκωβο. Άντε να πας πίσω στον πατέρα μας, γιατί είσαι ανίκανος κι ονειροπαρμένος.
Για να μη σας τα πολυλογώ, ο Ιάκωβος έκανε τα ίδια με όλες τις εποχές. Με την αφηρημάδα του χάλασε την ισορροπία της φύσης. Την Άνοιξη ξεχνούσε τις παγωνιές και το Φθινόπωρο ξεχνούσε τις λιακάδες. Ο κόσμος άρχισε πια να χάνει τη σειρά του. Είδε κι απόειδε ο Χρόνος και δεν ξανάστειλε τον μικρό του γιο στον κόσμο.
-Κάτσε, παιδί μου, εδώ στο σπίτι, τον συμβούλεψε. Εσύ δεν κάνεις για τούτες τις δουλειές. Καλύτερα να μείνεις κοντά μου, να φροντίζεις τον κήπο και να μου κρατάς συντροφιά.
Ο Ιάκωβος έσκυψε το κεφάλι του και δεν μίλησε. Βγήκε στον κήπο και κάθισε σε μια πέτρα λυπημένος. Τον πήρε το παράπονο κι άρχισε να κλαίει. Τον είδε το φεγγάρι που έβγαινε εκείνη τη στιγμή και τον λυπήθηκε.
-Γιατί κλαις, Ιάκωβε;, τον ρώτησε.
-Γιατί είμαι άχρηστος και ανίκανος, είπε εκείνος με παράπονο.
-Μην το ξαναπείς αυτό, του φώναξε τότε το φεγγάρι με μια παράξενη κραυγή.
-Άκου, θα σου κάνω ένα δώρο. Εδώ που κύλησαν τα δάκρυά σου θα φυτρώσει το πιο θαυμαστό λουλούδι του κόσμου. Από τη γύρη αυτού του λουλουδιού θα γεννιέται η ποίηση. Κοιμήσου απόψε και αύριο το πρωί, όταν ξυπνήσεις, θα το δεις!
Πραγματικά, εκείνη τη νύχτα ο Ιάκωβος κοιμήθηκε ανάλαφρα και το πρωί ξυπνώντας είδε ένα καινούριο λουλούδι στην αυλή του. Είχε τεράστια ασημένια πέταλα που έλαμπαν στον ήλιο και ήταν φορτωμένο με μια μαύρη γύρη. Ο αέρας φυσούσε και έπαιρνε από τη γύρη και τη σκόρπιζε πάνω απ΄ τον κόσμο. Κι όσοι ανέπνεαν τη μαγική γύρη, έγραφαν στίχους και ποιήματα και γίνονταν ποιητές.
Το λουλούδι αυτό το ονόμασαν λουλούδι της ποίησης. Ο Ιάκωβος το πότιζε και το φρόντιζε κάθε μέρα. Και εκείνο δεν μαραινόταν ποτέ, αλλά ήταν πάντα γεμάτο από τη μαγική του γύρη.
Έτσι ο Ιάκωβος έγινε φύλακας του θαυμαστού λουλουδιού της ποίησης κι έζησε έξω από τον κύκλο του χρόνου.

Κατερίνα Καριζώνη-Χεμίκογλου
18 ιστορίες που ξεχωρίζουν-Εκδόσεις Γνώση

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Η Μάνα

Από το 2004 υπήρχε στη βιβλιοθήκη μας, τώρα αξιώθηκα να το διαβάσω. Πίστευα ότι θα είναι άλλο ένα κουραστικό πολιτικό μυθιστόρημα και δίσταζα. Κι όμως. Ο Γκόρκι είναι εκπληκτικός στην αφήγηση, τις περιγραφές και τους διαλόγους του. Οι χαρακτήρες είναι απλοί και ανθρώπινοι. Καμία δυσκολία, δεν υπάρχει ούτε ένα σημείο στο βιβλίο που να «κολλάει» ο λόγος και να γίνεται ακαταλαβίστικος. Λυπάμαι που δεν το είχα διαβάσει νωρίτερα, σίγουρα θα το ξαναδιαβάσω και στο μέλλον πολλές ακόμα φορές. Αξίζει να διαβαστεί από όλους, ειδικά στην εποχή μας και στον τόπο μας. Πιο επίκαιρο από ποτέ.

Η έκδοση που διάβασα είναι από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σε μετάφραση του Απόστολου Κοτσιώλη.

Αποσπάσματα από τον πρόλογο του μεταφραστή:

Ο Γκόρκι έγραψε το έργο του Η Μάνα στα 1906, στην Αμερική, όπου είχε πάει για να συγκεντρώσει χρήματα για βοήθεια προς τη ρωσική επανάσταση. Από τότε Η Μάνα έγινε το επιτραπέζιο βιβλίο των εργατών όλου του κόσμου.
[…]
Είναι το βιβλίο του αγώνα της εργατικής τάξης ενάντια στην απολυταρχία και τον καπιταλισμό, για την απελευθέρωση των εργαζομένων, για το σοσιαλισμό. Το βιβλίο παρουσιάζει την πορεία της εργατικής τάξης από τη βουβή δυσαρέσκεια για τη ζωή της ως τη διαμαρτυρία, από την ακαθόριστη, την αυθόρμητη αγανάκτηση ως τη συνειδητή πολιτική πάλη, με ηγέτη το μπολσεβίκικο κόμμα.
[…]
Το βιβλίο του Γκόρκι υπογραμμίζει ότι ο δρόμος της επαναστατικής πάλης είναι ο δρόμος για την απελευθέρωση της πατρίδας, για το σοσιαλισμό σε όλο τον κόσμο. Σ΄ αυτό τον αγώνα ο άνθρωπος βρίσκει το νόημα της ζωής του, αντλεί δυνάμεις, καλλιεργείται, διαμορφώνει την προσωπικότητά του. Άχαρη ήταν η ζωή της Πελαγέα Νίλοβνα, ο φόβος αποτελούσε το κύριο συστατικό της ζωής της, η υποταγή ήταν η προκαθορισμένη μοίρα της. Βήμα προς βήμα μπαίνει η Νίλοβνα στον επαναστατικό αγώνα, ο ευγενικός σκοπός ξυπνάει μέσα της μια πρωτόφαντη δραστηριότητα. Η Νίλοβνα αγαπούσε κι αγαπάει το γιο της, τώρα όμως αγαπάει σαν μάνα όλους τους καταπιεσμένους, νιώθει τον εαυτό της μάνα μιας γιγάντιας οικογένειας, ολόκληρης της εργατικής τάξης, καταλαβαίνει πως είναι χρήσιμη στη μεγάλη υπόθεση του αγώνα. Και βήμα προς βήμα ξεπερνάει το φόβο, από δυστυχισμένη και απόλυτα υποταγμένη γυναίκα γίνεται ατρόμητη αγωνίστρια, ζει μια ζωή που καταλαβαίνει το νόημά της.
[…]
Το πρώτο μέρος του βιβλίου δημοσιεύτηκε στα 1906, αλλά κατασχέθηκαν τα περιοδικά που το είχαν δημοσιεύσει, ενώ το νομαρχιακό δικαστήριο της Πετρούπολης έδωσε στις εφημερίδες την παρακάτω ανακοίνωση: «…καταζητείται ο ελαιοχρωματιστής Αλεξέι Μαξίμοβιτς Πεσκόφ (Μαξίμ Γκόρκι)…». Ο Γκόρκι ζούσε τότε στην Ιταλία κι ο τόπος διαμονής του ήταν γνωστός στις τσαρικές αρχές, που όμως ήθελαν να κρατήσουν όλες τις γραφειοκρατικές διατυπώσεις για τον καταζητούμενο «ελαιοχρωματιστή». Κατηγορούσαν τον Γκόρκι για τη συγγραφή και τη δημοσίευση έργου που «…καλλιεργούσε την εχθρότητα των εργατών κατά των εύπορων τάξεων του πληθυσμού και ωθούσε σε εξέγερση…»
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου δημοσιεύτηκε με μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις της τσαρικής λογοκρισίας. Ολόκληρο το μυθιστόρημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη Ρωσία το 1917.


Αποσπάσματα από το βιβλίο:

-«Μόνο το μυαλό θα λευτερώσει τον άνθρωπο!» είπε σταθερά ο Πάβελ.
«Το μυαλό δύναμη δε δίνει!» τον αντέκρουσε ο Ρίμπιν δυνατά κι επίμονα. «Η καρδιά δίνει τη δύναμη κι όχι το κεφάλι, μάλιστα!»

-«Μην κλαίτε!» είπε ο χαχόλος απαλά και σιγανά. «Εσείς δε μπορούσατε να ζήσετε αλλιώτικα κι όμως το καταλαβαίνετε πως ζήσατε μια παλιοζωή! Χιλιάδες άνθρωποι μπορούν να ζήσουν καλύτερα από σας κι όμως ζουν σαν τα ζώα και μάλιστα καμαρώνουν ότι ζουν καλά! Που τη βλέπουν την καλή ζωή; Επειδή σήμερα δούλεψαν και φάγαν; Και το ίδιο αυτό, μια ολόκληρη ζωή, δουλειά και φαί; Ανάμεσα σ΄ αυτά τα δυο γεννούν και παιδιά, στην αρχή παίζουν μαζί τους, κι ύστερα, σαν μεγαλώνουν και θέλουν μπόλικο φαί, θυμώνουν, τα βρίζουν, τραβάτε, τους λένε, αχόρταγα παλιόπαιδα, καιρό πια να δουλέψετε για να φάτε! Και θα το θελαν να τα φτιάξουν τα παιδιά τους οικιακά ζώα, αλλά εκείνα αρχίζουν να δουλεύουν για τη δική τους κοιλιά και σέρνει ο γάιδαρος το κάρο στον ανήφορο! Μια ολόκληρη ζωή! Πραγματικά άνθρωποι είναι μόνο εκείνοι που σπάζουν τις αλυσίδες απ΄ το ανθρώπινο μυαλό.»

-«Ξέρετε, καμιά φορά νιώθεις ένα πράμα στην καρδιά πολύ παράξενο! Σου φαίνεται πως όπου κι αν πας, παντού βρίσκεις συντρόφους, όλους τους καίει η ίδια φλόγα, όλοι τους κεφάτοι, καλόκαρδοι, εξαίρετοι. Χωρίς λόγια νιώθουν ο ένας τον άλλο… Ζουν όλοι μαζί σαν χορωδία, αλλά ξ κάθε καρδιά τραγουδάει το δικό της τραγούδι. Κι όλα τα τραγούδια, σαν τα ρυάκια, τρέχουν, χύνονται σ΄ ένα ποτάμι πλατιά κι ελεύθερα στη θάλασσα της φωτεινής χαράς της νέας ζωής.»

-«Το ξέρω πως αν λογοφέρεις με τον άνθρωπο, σε μια ώρα που απ΄ την καρδιά του όλες οι γρατσουνιές στάζουν αίμα, τον λαβώνεις χειρότερα.»

-«Όταν δεν καίει δυνατή φλόγα στην καρδιά, μαζεύεται πολλή καπνιά μέσα της.»

-«Όταν ήμουνα μικρός, κάπου στα δέκα μου χρόνια, θέλησα να πιάσω τον ήλιο στο ποτήρι. Πήρα, λοιπόν, ένα ποτήρι, ζύγωσα κλεφτά στον τοίχο και, μπατς στον τοίχο! Έκοψα το χέρι μου και τις έφαγα κι από πάνω. Κι αφού με δείραν, βγήκα στην αυλή, είδα τον ήλιο σε μια λακκούβα γεμάτη νερό και δώς του να τον ποδοπατάω. Βουτήχτηκα στη λάσπη ολόκληρος, και τις έφαγα ξανά… Τι άλλο να κανα; Άρχισα κι εγώ να βρίζω τον ήλιο: Δεν πόνεσα, παλιοήλιε κοκκινοτρίχη, δεν πόνεσα! Κι όλο του βγαζα τη γλώσσα μου. Αυτό με παρηγορούσε.»

-«Τα παιδιά μας, τα πολυτιμότερα κομμάτια της καρδιάς μας δίνουν τη λευτεριά και τη ζωή τους, χάνονται χωρίς λύπηση για τα νιάτα τους, τι θες, λοιπόν, να κάνω εγώ, η μάνα;»

-«Είναι μεγάλη δουλειά αυτή να συγγενέψεις τους ανθρώπους αναμεταξύ τους! Όταν το ξέρεις έτσι πως εκατομμύρια θέλουν αυτό που θέλουμε κι εμείς, καλοσυνεύει η καρδιά σου. Και η καλοσύνη έχει μεγάλη δύναμη»

-«Ξεσηκώθηκαν όλα μαζί τα παιδιά! Να τι είν΄ αυτό που καταλαβαίνω, όλα μαζί τραβάν τα παιδιά σ΄ όλους τους τόπους, όλοι, από παντού για τον ίδιο σκοπό! Προχωράν με καλύτερες καρδιές, τα τίμια μυαλά τραβάν από παντού καταπάνω σε κάθε κακία, προχωράν, ποδοπατάν το ψέμα με γερά ποδάρια. Νέοι, γέροι, δίνουν την ακατανίκητη δύναμή τους όλοι για ένα σκοπό, για το δίκιο! Προχωράν για να νικήσουν όλα τα κακά της ανθρωπότητας, για να καθαρίσουν τις αδικίες όλης της γης ξεσηκώθηκαν. Ορμάν να νικήσουν καθετί το αδιάντροπο και θα το νικήσουν! Θ΄ ανάψουμε καινούργιο ήλιο, μου λεγε ένας τους, και σίγουρα θα τον ανάψουν! Θα ενώσουμε τις κομματιασμένες καρδιές, μου λεγε, και θα τις ενώσουν όλες μαζί σε μια καρδιά!»

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Ἄχ, ποὖσαι νιότη, ποὔδειχνες πῶς θὰ γινόμουν ἄλλος!

Πάλι μεθυσμένος εἶσαι, δυόμιση ὥρα τῆς νυχτός.
Κι ἂν τὰ γονατά σου τρέμαν, ἐκρατιόσουνα στητὸς
μπρὸς στὸ κάθε τραπεζάκι.«-Γειά σου Κωσταντὴ βαρβᾶτε!»
«-Καλησπερούδια, ἀφεντικά, πῶς τὰ καλοπερνᾶτε;»

Ἕνας σοὔδινε ποτήρι κι ἄλλος σοὔδινεν ἐλιά.
Ἔτσι πέρασες γραμμὴ τῆς γειτονιᾶς τὰ καπελιά.
Κι ἂν σὲ πείραζε κανένας - ἂχ ἐκεῖνος ὁ Τριβέλας!-
ἔκανες πὼς δὲν ἔνιωθες καὶ πάντα ἐγλυκογέλας.

Χτὲς καὶ σήμερα ἴδια κι ὅμοια, χρόνος μπρός, χρόνια μετά...
Ἡ ὕπαρξή σου σὲ σκοτάδια ὅλο πηχτότερα βουτᾷ.
Τάχα ἡ θελησή σου λίγη, τάχα ὁ πόνος σου μεγάλος;
Ἄχ, ποὖσαι νιότη, ποὔδειχνες πῶς θὰ γινόμουν ἄλλος!

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ