Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Άννα Αχμάτοβα:μια παράξενη και πονεμένη μορφή (μέρος α΄)


Η Άννα Αχμάτοβα, που το πραγματικό της όνομα ήταν Άννα Αντρέγιεβνα Γκορένκο, γεννήθηκε στις 25 Ιουνίου 1889, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, κοντά στην Οδησσό, στο Μπαλσόι Φοντάν. Ο πατέρας της ήταν μηχανικός και καθηγητής μαθηματικών στις σχολές του πολεμικού ναυτικού.

Η μητέρα της, που αρχικά οι γονείς της την είχαν εξαναγκάσει να παντρευτεί, σε ηλικία δεκαέξι ετών, έναν πενηντάχρονο κτηματία, τον είχε εγκαταλείψει για να ξαναπαντρευτεί, αυτή την φορά από έρωτα, με τον Αντρέι Αντόνοβιτς Γκορένκο. Ανήκε στην επαναστατική ομάδα «Η θέληση του λαού». Η Αχμάτοβα μιλούσε γι΄ αυτό με περηφάνια: ήταν ένα σημάδι τόλμης για μια νεαρή γυναίκα. Η Άννα είχε δύο αδελφές και δύο αδελφούς.

Έναν χρόνο μετά τη γέννησή της, η οικογένεια εγκαταλείπει τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας για να εγκατασταθεί στο Τσάρσκογιε Σελό, στα περίχωρα της Αγίας Πετρούπολης. «Οι πρώτες μου αναμνήσεις», λέει η Αχμάτοβα, «είναι από το Τσάρσκογιε Σελό: η πράσινη και υγρή μεγαλοπρέπεια των πάρκων, τα λιβάδια όπου με πήγαινε η νιάνια μου, ο ιππόδρομος όπου κάλπαζαν μικρόσωμα ποικιλόχρωμα αλογάκια, ο παλιός σιδηροδρομικός σταθμός». Επρόκειτο να μείνει εκεί μέχρι τα δεκαέξι της χρόνια, περνώντας τα καλοκαίρια στα περίχωρα της Σεβαστούπολης, στις ακρογιαλιές του όρμου Στρέλτσι, όπου σύμφωνα με τη δική της έκφραση, γίνεται φίλη με τη θάλασσα. Οι πιο δυνατές εντυπώσεις είναι εκείνες που της άφησε η Χερσόνησος, αρχαία ελληνική πόλη. «Η παιδική μου ηλικία ήταν παγανιστική», λέει σ΄ ένα σχέδιο αυτοβιογραφίας.

Σε ηλικία πέντε ετών, ακούγοντας τα μαθήματα που ο καθηγητής έκανε στα μεγαλύτερα παιδιά, αρχίζει να μιλάει γαλλικά. Στα εφτά της χρόνια μαθαίνει ανάγνωση από το αλφαβητάριο του Τολστόι. Στα έντεκά της χρόνια γράφει το πρώτο ποίημά της με τίτλο «Φωνή». Σε ηλικία δεκατριών χρονών γνώριζε ήδη από το πρωτότυπο τον Μπωντλαίρ, τον Βερλαίν και άλλους Γάλλους καταραμένους ποιητές.

Το πρώιμο ταλέντο της ευνοείται από το περιβάλλον στο οποίο ζει. Η ποίηση για αυτήν δεν αρχίζει με τον Πούσκιν ή τον Λέρμοντοβ, όπως συνήθως, αλλά με τον Ντερζάβιν και τον Ντεκράσοβ, των οποίων τα ποιήματα η μητέρα της ήξερε από μνήμης. Τα πρώτα κείμενά της δεν έχουν διασωθεί.

Η Άννα Αχμάτοβα σπουδάζει στο λύκειο θηλέων του Τσάρσκογιε Σελό. «Στν αρχή δεν τα πήγαινα καλά, μετά κάπως καλύτερα, πάντα, ωστόσο, απρόθυμα», ομολογεί.

Το 1905 οι γονείς της χωρίζουν, ο πατέρας παίρνει τη σύνταξή του και η μητέρα εγκαθίσταται με τα πέντε παιδιά στην Ευπατόρια της Κριμαίας. «Νοσταλγούσα το Τσάρσκογιε Σελό κι έγραφα αναρίθμητους κακούς στίχους». «Φτώχεια», προσθέτει σε παρένθεση, στο ίδιο σχέδιο αυτοβιογραφίας. Το 1906 πηγαίνει στο Κίεβο, σε μια ξαδέλφη της για να τελειώσει τις δευτεροβάθμιες σπουδές της κι έπειτα να σπουδάσει Νομικά. Ομολογεί ότι προτιμούσε την ιστορία του δικαίου και κυρίως τα λατινικά και όχι τα αμιγώς νομικά μαθήματα.

[…]

Στην Πετρούπολη, όπου παρακολουθεί μαθήματα ανώτατων λογοτεχνικών και ιστορικών σπουδών, επιλέγει οριστικά την ποίηση, «Ξεχνάω τα πάντα» διαβάζοντας την Κυπαρισσένια κασετίνα του ποιητή Ι. Άννεσκι, «που τον θεωρώ δάσκαλό μου», θα πει αργότερα. Τον Μάρτιο του 1910 παντρεύεται τον Νικολάι Γκουμιλιόφ και το νεαρό αντρόγυνο εγκαθίσταται αρχικά στο Τσάρσκογιε Σελό.

Στο Παρίσι, όπου είχε περάσει έναν μήνα το 1910, και όπου ξαναγύρισε την άνοιξη του 1911, η Αχμάτοβα υπήρξε μάρτυς των πρώτων θριάμβων του Ρωσικού Μπαλέτου και συνδέθηκε φιλικά με τον ζωγράφο Αμεντέο Μοντιλιάνι. Παθιασμένος με την Αίγυπτο, ο Μοντιλιάνι σχεδιάζει το κεφάλι της Αχμάτοβα με το χτένισμα των βασιλισσών και των χορευτριών του Νείλου. Της προσφέρει δεκαέξι παραλλαγές των σχεδίων του που αυτή τις πηγαίνει στο σπίτι της στο Τσάρσκογιε Σελό΄ θα χαθούν όλες, εκτός από μία, στα πρώτα χρόνια της Επανάστασης.

Κάνουν περιπάτους στον Κήπο του Λουξεμβούργου, στο Καρτιέ Λατέν. «Απαγγέλαμε από μνήμης, και οι δυό μαζί, τους στίχους του Βερλαίν και χαιρόμασταν που γνωρίζαμε τα ίδια ποιήματα». Η Αχμάτοβα ήξερε από μνήμης πολλούς άλλους στίχους Γάλλων ποιητών, Μπωντλαίρ, Λαφόργκ, Μαλαρμέ. «Ο Μοντιλιάνι είναι αυτός που μ΄ έκανε να γνωρίσω το αληθινό Παρίσι», γράφει στ΄ απομνημονεύματά της.

Από τον Απρίλιο του 1911 τα ποιήματά της αρχίζουν να δημοσιεύονται στα λογοτεχνικά περιοδικά και πρωτίστως στο Απόλλων.

Το 1912 δημοσιεύεται η πρώτη της συλλογή Βράδυ, με εισαγωγή του ποιητή Μιχαήλ Κουζμίν, σε τριακόσια αντίτυπα. «Η κριτική υπήρξε καλοπροαίρετη», λέει με μετριοφροσύνη, όμως εμείς ξέρουμε ότι ο Βιάτσεσλαβ Ιβάνοβ, μυστικιστής ποιητής και «επικεφαλής» των λογοτεχνικών κύκλων της Πετρούπολης, χαιρέτισε τη συλλογή σαν «ένα γεγονός στη ρωσική ποίηση».

[…]

Η Αχμάτοβα συχνάζει στα σαλόνια, στις λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές λέσχες της Πετρούπολης και ιδιαίτερα το υπόγειο καμπαρέ «Ο Αδέσποτος σκύλος», που συγκέντρωνε όλους εκείνους που αντιπροσώπευαν τη νέα ρωσική λογοτεχνία στις παραμονές του πολέμου.

[…]

«Εδώ ερχόταν η Άννα Αχμάτοβα –νέα, με μαύρο φόρεμα, με εκείνη τη χαρακτηριστική κίνηση των ώμων της και την ιδιαίτερη στάση του κεφαλιού της. Όχι, δεν ήταν καλλονή, αλλά ήταν κάτι περισσότερο από καλλονή», γράφει ο Γκεόργκι Αντάμοβιτς. «Το πρόσωπό της, όπου κι αν εμφανιζόταν, ανάμεσα στις πιο ωραίες γυναίκες, ξεχώριζε με την δύναμη της έκφρασης, με τον αέρα της αυθεντικής έμπνευσης, που αμέσως τραβούσε την προσοχή. Αργότερα η τραγική χροιά στην όλη της εμφάνιση εντάθηκε ακόμη περισσότερο. Όταν όρθια στην εξέδρα διάβαζε τα ποιήματά της, έμοιαζε να εξευγενίζει τα πάντα γύρω της».

Έγινε περισσότερο διάσημη με το δεύτερο βιβλίο της Κομποσκοίνι, που κυκλοφόρησε το 1914 και εξαντλήθηκε πολύ σύντομα. «Θα έλεγε κανείς ότι η μικρή συλλογή ερωτικών ποιημάτων μιας πρωτοεμφανιζόμενης ποιήτριας έπρεπε να καταποντιστεί λόγω γεγονότων παγκόσμιας σημασίας. Ο χρόνος αποφάσισε διαφορετικά». Και, πράγματι, συγκαταλέγεται στους ποιητές που διαβάζονται περισσότερο στην εποχή της και έχουν τους πιο πολλούς μιμητές. Αναλογιζόμενη τους μέτριους μαθητές της, που είχαν μετατρέψει το ύφος της σε μανιέρα, θα διαπιστώσει ειρωνικά: «Έμαθα τις γυναίκες να μιλούν. Αλλά πώς να τις αναγκάσω, θεέ μου, να σωπάσουν;».

Για πολλά χρόνια, πολλές γενεές αναγνωστών θ΄ αγαπήσουν, θα υποφέρουν, θα χαρούν διαβάζοντας ή ακούγοντας στίχους της Αχμάτοβα.

[…]

Η επόμενη συλλογή της είναι το Λευκό Σμήνος. Εκδίδεται τον Σεπτέμβριο του 1017, έτος της Επανάστασης. Και περιλαμβάνει 83 ποιήματα, χρονολογούμενα σχεδόν όλα από το 1914 μέχρι το 1917. «Τυπωμένη σε κακής ποιότητας χαρτί, σε χίλια αντίτυπα, η Τρίτη αυτή συλλογή δεν είχε σπουδαία απήχηση στον τύπο», παραδέχεται η Αχμάτοβα. Καθώς η αναστάτωση και η πείνα μεγάλωναν, οι μεταφορές παρέλυαν, περιοδικά και εφημερίδες διέκοπταν την κυκλοφορία τους. Η συλλογή δεν μπορούσε ούτε καν να σταλεί στη Μόσχα. Όλα τα αντίτυπα εξαντλήθηκαν στην Πετρούπολη».

Κι έρχεται η Οκτωβριανή Επανάσταση, με τον παλιό κόσμο να καταρρέει, χωρίς κανείς να ξέρει πως θα είναι ο καινούριος. Η Αχμάτοβα γράφει πάντα για τους έρωτές της, τις χαρές της και τις αγωνίες της, κάτι που δεν την εμποδίζει να μετέχει στην κοινή αγωνία. Μετά την επανάσταση ακολουθεί ο εμφύλιος πόλεμος και πολλοί συγγραφείς φεύγουν απ΄ τη φλεγόμενη Ρωσία. Η ίδια επέλεξε να παραμείνει στη χώρα της και να μοιραστεί με τον λαό της όλα όσα έμελλε να του συμβούν.

[…]

Τον Αύγουστο του 1918 χωρίζει με τον Γκουμιλίοφ. Ξαναπαντρεύεται αμέσως τον Β.Κ.Σιλέικο, διακεκριμένο ανατολιστή, ειδικό στη Βαβυλωνία και τη σφηνοειδή γραφή. Ακόμα ένας παράξενος άντρας, σωματικά και ψυχικά΄ πραγματικά σοφός των παραμυθιών του Χόφμαν. Ποιητής και αυτός. Αλλά ένας σύζυγος απαράδεκτος. Η συμβίωση δεν διαρκεί ούτε τρία χρόνια.

Τον Απρίλιο του 1921 εκδίδεται το Πεντάνευρο, η μικρότερη συλλογή, τόσο από απόψεως διαστάσεων, όσο και για το περιεχόμενό της (38 ποιήματα). Ένα αριστούργημα της τυπογραφίας σε 1000 αντιτύπα.

[…]

Η συμμετοχή του δεύτερου συζύγου της σε μία «σκοτεινή υπόθεση» και η εκτέλεσή του γίνεται σε κείνη και στον γιό της ένα αφόρητο βάρος.

Από τότε χρονολογούνται και οι χαρακτηρισμοί που θα την καταδίωκαν για τόσα πολλά χρόνια: «ποιήτρια της κρεβατοκάμαρας»(χαρακτηρισμός του Μαγιακόφσκι), «αντιλαϊκή», «παρακμιακή» κλπ.

Ωστόσο διατηρούσε και ένθερμους θαυμαστές ακόμα και μεταξύ των πιο φλογερών επαναστατών.

[…]

Η έκδοση της πέμπτης της συλλογής Anno Domini M-CMXXI που κυκλοφόρησε το 1922 σε 2000 αντίτυπα, δημιουργεί κάποιο θόρυβο. Ένας σύντροφος του Λένιν, ο κριτικός της λογοτεχνίας Ν. Οσίνσκι, την προσέχει αμέσως και δηλώνει ότι η Αχμάτοβα «έχει φτάσει στο ζενίθ των δημιουργικών της δυνάμεων», και, ότι, μετά τον θάνατο του Μπλοκ, σε αυτήν, «πρώτης τάξεως λυρική ποιήτρια, ανήκει η πρώτη θέση μεταξύ των Ρώσων ποιητών». Την συγχαίρει που δεν έφυγε από την Ρωσία και υπογραμμίζει ότι είναι «λόγω πατριωτισμού και όχι λόγω πεποιθήσεως ως προς την επανάσταση», διότι «δεν ανήκει στους δικούς μας»΄όμως «έχει το σημαντικότερο προσόν για έναν ποιητή, καθαρότητα ψυχής και συνείδηση πολίτη».

Ο Ν.Ολίνσκι πλήρωσε ακριβά το θάρρος του: κατηγορήθηκε ότι πρόδωσε την επαναστατική ιδεολογία και το άρθρο του δεν χρησίμευε παρά στο να τραβήξει ακόμα περισσότερο την προσοχή των κακόβουλων στην Αχμάτοβα.

Οι νεαροί αναγνώστες της καινούριας Ρωσίας, κυρίως οι κοπέλες και οι γυναίκες, είχαν κι εκείνες διαβάσει τις κομψές, μικρές, λευκές συλλογές της Άννα Αχμάτοβα, που είχαν εξακολουθήσει, παρόλα αυτά, να περνούν από χέρι σε χέρι, τα φοβερά αυτά χρόνια. Αυτή η τόσο απλή και ευκολονόητη λυρική ποίηση συγκινούσε τις αναγνώστριες της, αλλά προκαλούσε συγχρόνως ταραχή και ανησυχία.

[…]

«Κάθε σελίδα της είναι ένα ολόκληρο βιβλίο για τη γυναικεία ψυχή. Ένας και μόνος δικός της σαφής στίχος μας δίνει με ανάγλυφη ακρίβεια περισσότερα από τους πολυάριθμους τόμους των ψυχολογικών μυθιστορημάτων πολλών σύγχρονων συγγραφέων».

Όμως αυτές οι ευνοϊκές φωνές σπανίζουν. Ο Τρότσκι κατατάσσει την Αχμάτοβα στην «ετοιμοθάνατη, ευγενική και ωραία παράταξη», αν και δεν δέχεται το ταλέντο της.

Στην αρχή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, η Αχμάτοβα ήταν μέλος της διεύθυνσης της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων στο Λένινγκραντ, όμως οι πόρτες των εκδοτικών οίκων και των περιοδικών άρχιζαν να κλείνουν για αυτήν. Από τη μία πλευρά δεν υπήρχε η ανάγκη για λυρική ποίηση, από την άλλη δεν ήθελαν να εκτεθούν, δημοσιεύοντας τα έργα της γυναίκας (έστω και αν δεν ήταν παρά η πρώην γυναίκα) ενός εκτελεσθέντος.

Το 1925, μια πρώτη απόφαση του κόμματος της απαγορεύει να δημοσιεύει. Και η Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια χαρακτηρίζει την «παραγωγή» της σαν ένα «χτυπητό παράδειγμα της ποίησης την εποχή που καταστρέφονταν οι φωλιές των ευγενών».

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 45, Αθήνα, Δεκέμβριος, 2008.

Δεν υπάρχουν σχόλια: