Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Συννεφιάζει

Πόση δύναμη, πόση αμεσότητα και πόση αλήθεια μπορεί να διαθέτει η πένα ενός συγγραφέα;

Όσες φορές κι αν διαβάσω το ίδιο κείμενο,χρόνια τώρα, γεννιούνται στην ψυχή μου τα ίδια ακριβώς συναισθήματα...

Αυτός είναι ο Μενέλαος Λουντέμης. Κι αυτό είναι απόσπασμα από το λατρεμένο "Συννεφιάζει".

............................................................................

Χύθηκε ο Σουκρής ξοπίσω στο τρένο, σαν χηνάρι που τρέχει να προφτάσει την αρμαθιά τ΄ αδερφάκια του. Μα ο «χαμάλης» είναι τόσο άπονος… «Πουφ! πουφ!» κείνος τη δουλειά του. Ο Σουκρής τσιρίζει σπαραχτικά.

-Άνάαα… ντουρ! Ανατζίιιικ… ντουρ… ντουρ… (Μάναα… Μανούλα… Σταμάτα!)

Άρχισε το κυνηγητό.

-Α! Σουκρή! φώναζαν απ΄ όλα τα βαγόνια… όλος ο κόσμος κρεμασμένος. Η μάνα άπλωνε τα χέρια της σαν κλαδιά που τα δέρνει ο αγέρας.

-Α, γιαβρούμ… Α, τζιερίμ!... (Α, λατρεία μου… Α, σπλάχνο μου!)

Όλοι χτυπούσανε τα κάγκελα.

-Χ-α!... Χ-α!...

-Α, Σουκρή! Α! καπλάν!... Χ-α!

Γέροι και νιοι απλώνανε χέρια, απλώνανε ζουνάρια, Η βάβω του τραβούσε τους χαλκάδες του τρένου για να το σταματήσει, και το περικαλούσε, και το μάλωνε:

-Ντουρ μπρε! Ντουρ μπρε! (Στάσου βρε! Στάσου!)

Σπαραγμός…

Μα ήθελε δεν ήθελε ο «χαμάλης» έκοψε για μια στιγμή τη φόρα του –όχι από καλοσύνη, μα να, γιατί είχε φτάσει στα ψαλίδια΄ χρειάζεται προσοχή εκεί. Ο Σουκρής τον έφτασε. Άπλωσε κιόλας τα μαύρα του χεράκια να γαντζώσει. Μα δεν τ΄ αξιώθηκε. Σφυριγματιές ακούστηκαν μεμιάς. Κι ένα στρίγκλισμα φοβερό… από χίλιες φωνές μαζί.

-Ααααααα!!!


…Ο «χαμάλης» έφυγε μακριά. Κι ένα άλλο τρένο έμπαινε στο σταθμό, με ματωμένες ρόδες… Ματωμένες απ΄ τα κρεατάκια ενός παιδιού, ενός δεκάχρονου τουρκόπουλου, που δεν ήταν πια τουρκόπουλο, δεν ήταν πια παιδί… παρά λίγο αίμα στις ρόδες ενός περαστικού τρένου.

Ο Δημητρός, ο μπερδεμένος, ο χαζολογάς, σκουπίζει με το μανίκι τον ιδρώτα του και –κρυφά κρυφά για να μην τον πάρω χαμπάρι- το περνάει κι απ΄ τα μάτια του. Αχ, γιατί να ‘ναι τόσο άπονα τα τρένα.

Τώρα η βάβω δε θ΄ ανασαίνει πια. Τώρα η μάνα θα μοιρολογάει… Θα περπατάει το μοιρολόι της πάνω στις γραμμές. Και δε θα τη νοιάζει καθόλου αν το τρένο φεύγει, που πάει,… κι αν κάποτε θα φτάσει, και που… Τώρα η ψυχή της απόμεινε πίσω στο Βερτεκόπι, να ξεσκίζεται πάνω σε κάτι μαυριδερά λιωμένα κρεατάκια (τζιερίμ… τζιερίμ…). Κι ο «χαμάλης» θα σφυράει… Θα σφυράει και θα τρέχει σαν στοιχειό που το κάψανε τα ξόρκια, και θα ουρλιάζει και θα σούρνεται στους κάμπους να βρει συχώρεση. Και θα ουρλιάζει και θα σούρνεται, ώσπου να σκάσει…

Κι εγώ… (αχ…) εγώ, που ζύμωσα τα πικρά μικράτα μου, τ΄ αδύναμα αλαφρά όνειρά μου μ΄ ένα τουρκάκι της Καρατζόβας, κάθομαι, ώρες τώρα –κρεμασμένο κουρελάκι- πάνω στα κάγκελα του σταθμού, και δε βλέπω τίποτα μπροστά μου, τίποτα, γιατί όλα είναι ένα κλάμα…

Λένε… πως τα παιδιά, σαν είναι άκακα εδώ στη γης και καλόγνωμα, σαν φτάσουνε στον ουρανό γίνονται άγγελοι. Μα ο Θεός τους, ο τούρκος, τώρα έφυγε, και ποιος θα του ανοίξει του Σουκρή που δεν ξέρει καιτη γλώσσα;

Σε παρακαλώ, παππού Θεέ… α δεις να τριγυρνάει όξω απ΄ το παλάτι σου ένα μαυριδερό τουρκάκι, είναι ο φίλος μου ο Σουκρής. Πάρ΄ το μέσα. Σε περικαλώ και να το συχωρέσεις που έχει λίγο άσκημα χείλια και μην το κακοκαρδίζεις γι΄ αυτό. Σε περικαλάει ένας μικρός μικροπουλητής του σταθμού που δρόσιζε τον κόσμο. Αν ήσουνα καμιά φορά περαστικός από κει θα τον θυμάσαι. Ήταν ένα κουτσό αγόρι. Σ΄ ευχαριστώ….

....................................................................

δε βλέπω τίποτα μπροστά μου, τίποτα, γιατί όλα είναι ένα κλάμα…

Δεν υπάρχουν σχόλια: