Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Το στοίχημα

Τώρα θα σας διηγηθώ μια ιστορία που μου την είπαν όταν ήμουνα μικρό παιδάκι. Κάθε φορά που έρχεται στο μυαλό μου αυτή η ιστορία, τη βρίσκω όλο και πιο ελκυστική. Γιατί με τις ιστορίες γίνεται συχνά ό, τι γίνεται και με πολλούς ανθρώπους: όσο περνά ο καιρός και μεγαλώνουν, τόσο γίνονται καλύτεροι.
Ας πούμε λοιπόν, πως βρισκόμαστε στην εξοχή μπροστά σ΄ ένα πολύ παλιό εξοχικό σπιτάκι με αχυρένια στέγη. Άγρια χόρτα έχουν φυτρώσει πάνω στη στέγη. Στην κορυφή της είναι μια φωλιά πελαργών: Μην ξεχνάτε, πως εμείς χωρίς τους πελαργούς δεν μπορούμε να κάνουμε. Οι τοίχοι του σπιτιού έχουν χαλάσει σε πολλά μέρη και τα παράθυρα είναι χαμηλά και μόνο το ένα απ΄ αυτά είναι καμωμένο ν΄ ανοίγει. Η κουφοξυλιά απλώνει τα κλαδιά της πάνω από τα παλούκια του φράχτη. Στα πόδια του φράχτη είναι μια μικρή στέρνα και μέσα κολυμπούν μερικές πάπιες. Υπάρχει κι ένας μαντρόσκυλος, που γαβγίζει, όποιον πλησιάσει.
Απαράλλαχτα ένα τέτοιο σπιτάκι βρισκόταν στην εξοχή και σ΄ αυτό κατοικούσαν δυο γέροι –ένας γέρος χωρικός με τη γριά γυναίκα του. Ήσαν φτωχοί, δεν είχαν πολλά πράματα. Ανάμεσα στα άλλα είχαν κι ένα άλογο. Μα δεν τους ήταν διόλου απαραίτητο. Το άλογο ζούσε από το χόρτο που έβρισκε μόνο του στις άκρες του δρόμου.
Ο γερο-χωρικός πήγαινε στην πόλη καβάλα στο άλογο αυτό και συχνά οι γείτονές του του το ζητούσαν δανεικό και για αντάλλαγμα του έκαναν κάποια δουλειά που χρειαζόταν.
Μα ο χωρικός και η γυναίκα του σκέφτηκαν πως θα ‘ταν καλύτερα να πουλήσουν το άλογο ή να το ανταλλάξουν με κάτι, που θα μπορούσε να τους είναι πιο χρήσιμο. Τι θα ήταν όμως αυτό το «κάτι»;
-Εσύ ξέρεις καλύτερα, γέρο μου, του είπε η γυναίκα. Σήμερα γίνεται στην πόλη πανηγύρι και θα μαζευτούν πολλοί έμποροι και χωρικοί. Πήγαινε, λοιπόν, στην πόλη και πούλησε το άλογο ή κάνε το ανταλλαγή με κάτι καλό. Ό, τι κι αν κάνεις, για μένα θα είναι σωστό. Πήγαινε στην ευχή του Θεού.
Και του έδεσε το μαντήλι στο λαιμό, γιατί ήξερε καλύτερα από αυτόν να το δέσει. Και το έδεσε δυο κόμπους, γιατί μπορούσε να το δένει πολύ κομψά. Ύστερα σκούπισε καλά το καπέλο του γύρω γύρω με την παλάμη του χεριού της και τον φίλησε.
Κι έτσι ο γερο-χωρικός ξεκίνησε καβάλα στο άλογό του και πήγαινε να το πουλήσει ή να το κάνει ανταλλαγή με κάτι άλλο. Ναι, ήταν έξυπνος και καλός και ήξερε τι θα έκανε.
Ο ήλιος ήταν πολύ ζεστός και ούτε ένα συννεφάκι δεν υπήρχε στον ουρανό. Ο δρόμος ήταν κατασκονισμένος, γιατί πήγαινε στην πόλη πολύς κόσμος. Άλλοι πήγαιναν καβάλα, άλλοι με αμάξι ή με το κάρο τους και άλλοι περπατώντας. Πουθενά δεν υπήρχε μέρος για να βρει κανείς λίγη σκιά.
Ανάμεσα στους άλλους βάδιζε με κάποιο κόπο κι ένας άλλος χωρικός που πήγαινε να πουλήσει την αγελάδα του, μια πολύ όμορφη αγελάδα.
«Είμαι σίγουρος πως θα βγάζει περίφημο γάλα, σκέφτηκε ο γερο-χωρικός. Θα ήταν πολύ καλή ανταλλαγή για μένα να δώσω το άλογό μου και να την πάρω.»
-Ε, εσύ με την αγελάδα! φώναξε. Να σου προτείνω κάτι; Φαντάζομαι πως ένα άλογο στοιχίζει περισσότερο από την αγελάδα, μα αυτό δε με νοιάζει εμένα. Η αγελάδα θα μου ήταν πιο χρήσιμη. Αν συμφωνείς, αλλάζουμε.
-Γιατί όχι; απάντησε ο άλλος. Κι έτσι το ζήτημα τελείωσε και ο γερο-χωρικός θα μπορούσε να γυρίσει στο σπίτι του, αφού είχε πραγματοποιήσει το σκοπό του. Μα μια και είχε αποφασίσει να πάει στο πανηγύρι σκέφτηκε να προχωρήσει, για να ρίξει μια ματιά. Συνέχισε λοιπόν το δρόμο του με την αγελάδα.
Περπατούσε ευχαριστημένος. Σε λίγο συνάντησε κάποιον που πήγαινε στην αγορά να πουλήσει το αρνί του. Ήταν ένα καλό, παχύ αρνί με ωραίο μαλλί.
«Πολύ θα ήθελα να το είχα το αρνί αυτό, σκέφτηκε ο γερο-χωρικός. Θα έβρισκε όσο χορτάρι ήθελε στο φράχτη μας και το χειμώνα θα μπορούσαμε να το έχουμε μαζί μας μέσα στο σπίτι. Ίσως θα ήταν πιο πρακτικό να πάρω το αρνί και να δώσω την αγελάδα».
-Ε! εσύ με το αρνί. Θέλεις να μου δώσεις το αρνί και να σου δώσω την αγελάδα;
Ο άλλος δέχτηκε με μεγάλη του χαρά και η συμφωνία έκλεισε. Ο γερο-χωρικός έδωσε την αγελάδα, πήρε το αρνί και εξακολούθησε το δρόμο του.
Λίγο παρακάτω συνάντησε έναν άλλο χωρικό, που ερχόταν από το χωράφι του και πήγαινε να πουλήσει τη χήνα του, μια μεγάλη καλοθρεμμένη χήνα.
-Τι μεγάλη είναι η χήνα που κρατάς! Έχει όμορφα φτερά και είναι παχιά παχιά. Τι ωραίο που θα ήταν αν κολυμπούσε στη στέρνα μας. Πολύ θα ευχαριστιόταν η καλή μου η γυναίκα. Πολύ συχνά την άκουσα να λέει: «Αν είχαμε μια χήνα!»
-Θέλεις να μου τη δώσεις; ρώτησε τον άνθρωπο με τη χήνα. Θα σου δώσω το αρνί μου γι΄ αντάλλαγμα και θα σου πω κι ευχαριστώ.
Ο άλλος δεν είχε την παραμικρή αντίρρηση. Και, αφού συμφώνησαν, έκαναν την αλλαγή και ο γερο-χωρικός έγινε ιδιοκτήτης της χήνας.
Βρισκόταν πια πολύ κοντά στην πόλη. Ο κόσμος στο δρόμο γινόταν όλο και περισσότερος. Άνθρωποι και ζώα σπρώχνονταν μεταξύ τους. Πολλοί μάλιστα έμπαιναν και στα χωράφια, για να μπορέσουν να προσπεράσουν. Εκεί κοντά ήταν ένα χωράφι σπαρμένο πατάτες, χτήμα του εισπράκτορα του φόρου. Ο εισπράκτορας στεκόταν στην είσοδο της πόλης και εισέπραττε τα διόδια. Μέσα στο χωράφι του τριγύριζε καμαρωτή μια κότα, δεμένη με ένα σπάγκο, για να μην τρομάζει από την κίνηση και φύγει. Αυτή η κότα είχε κοντή ουρά και, καθώς ανοιγόκλεινε και τα δυο της μάτια, φαινόταν πολύ πονηρή. «Κο-κο-κόοο!», είπε η κότα.
Τι εννοούσε όταν έλεγε «κο-κο» δεν είμαι σε θέση να σας πω, μα ο καλός μας γερο-χωρικός μόλις την είδε σκέφτηκε: «Είναι η ωραιότερη κότα που έχω δει στη ζωή μου! Είναι καλύτερη και από την κλώσσα που έχει ο παπάς μας. Στη τιμή μου, πολύ θα ήθελα να την είχα. Μια κότα πάντα βρίσκει κάτι να φάει και ζει σχεδόν με το δικό της ιδρώτα. Νομίζω πως θα ήταν μεγάλη επιτυχία αν μπορούσα να την ανταλλάξω με τη χήνα μου.»
-Θέλεις να κάνουμε ανταλλαγή; Να σου δώσω τη χήνα και να μου δώσεις την κότα; ρώτησε τον εισπράκτορα των φόρων.
-Να κάνουμε ανταλλαγή; Μα δε θα ήταν και άσχημα, του απάντησε ο εισπράκτορας.
Έκαναν λοιπόν ανταλλαγή. Ο εισπράκτορας κράτησε τη χήνα και ο γερο-χωρικός πήρε μαζί του την κότα.
Είχε κουραστεί πολύ μ’ όλες αυτές τις δουλειές, που έκανε στο δρόμο το και τώρα ήθελε να αναπαυθεί λίγο και να δροσιστεί. Στάθηκε, λοιπόν, μπροστά στο πρώτο πανδοχείο που συνάντησε, για να φάει κάτι και να πιει ένα ποτηράκι κρασί.
Ήταν έτοιμος να μπει μέσα όταν φάνηκε στην πόρτα ο υπηρέτης του ξενοδόχου. Αυτός φρόντιζε για τα ζώα. Κρατούσε στον ώμο του ένα σακί.
-Τι έχεις μέσα στο σακί; ρώτησε ο γερο-χωρικός.
-Σάπια μήλα, απάντησε ο άλλος. Ένα γεμάτο σακί. Αρκετά για να χορτάσουν οι χοίροι μας.
-Τι λες, παιδί μου; Αυτό είναι σπατάλη! Πολύ θα ήθελα να τα πάω στη γυναίκα μου. Πέρσι η γέρικη μηλιά μας έκανε μόνο ένα μήλο κι εμείς το φυλάξαμε μέσα στο ντουλάπι, ώσπου σάπισε. Η γυναίκα μου έλεγε: «Κάτι είναι κι αυτό που έχουμε!»
Μα, αυτό εδώ είναι ολόκληρο σακί! Πόσο θα χαρεί η γυναίκα μου να της τα πάω, αφού νομίζει πως κάτι αξίζουν τα σάπια μήλα.
-Ναι, πολύ θα χαρεί. Θέλεις να μου τα δώσεις;
-Και τι θα μου δώσεις; είπε ο υπηρέτης.
-Τι θα σου δώσω; Θα σου δώσω γι΄ αντάλλαγμα την κότα μου.
Κι έτσι συμφώνησαν. Κι έδωσε την κότα και πήρε τα μήλα. Τα έβαλε στον ώμο του και μπήκε στο πανδοχείο. Ακούμπησε το σακί με προσοχή κοντά στη σόμπα και πλησίασε στο τραπέζι. Μα η σόμπα ήταν ζεστή –αυτό δεν το είχε σκεφθεί.
Στο πανδοχείο ήσαν πολλοί ξένοι. Διάφοροι έμποροι, που πήγαιναν στο πανηγύρι. Ανάμεσα σ΄ αυτούς ήσαν και δυο Εγγλέζοι. Ήσαν πολύ πλούσιοι. Οι τσέπες τους ήταν γεμάτες χρυσά νομίσματα. Και μάλιστα έβαζαν στοιχήματα, όπως θ΄ ακούσετε τώρα.
-Φσ-σς! Φσ-σ-σς! Τι ήταν αυτό; Τα μήλα είχαν αρχίσει να ψήνονται. Ήσαν πολύ κοντά στην αναμμένη σόμπα.
-Τι είναι μέσα στο σακί;
-Να, ξέρετε… άρχισε ο φίλος μας, ο γερο-χωρικός. Και τους διηγήθηκε όλη την ιστορία. Πως ξεκίνησε με το άλογό του και το άλλαξε με την αγελάδα και όλα τα υπόλοιπα ως τα σάπια μήλα.
-Ε, λοιπόν, η γυναίκα σου θα σε διορθώσει όταν γυρίσεις στο σπίτι, είπε ο ένας απ΄ τους Εγγλέζους. Θα γίνει μεγάλος καβγάς.
-Τι; Θα με διορθώσει η γυναίκα μου; Θα γίνει μεγάλος καβγάς; Λάθος κάνετε, μεγάλο λάθος. Θα με φιλήσει και θα πει: «Ό, τι κάνει ο γέρος μου είναι σωστό».
-Βάζουμε στοίχημα; είπε ο Εγγλέζος. Στοιχηματίζουμε εκατό χρυσές λίρες;
-Όχι τόσα πολλά, απάντησε ο γερο-χωρικός, γιατί εγώ είμαι φτωχός. Θα βάλω το σακί με τα μήλα και τον εαυτό μου και τη γυναίκα μου. Και θαρρώ πως έτσι ισοφαρίζω με τις λίρες σας.
-Σύμφωνοι! είπε Εγγλέζος.
Κι έβαλαν το στοίχημα. Ευθύς ετοιμάστηκε το αμάξι του ξενοδόχου και μπήκανε μέσα οι δυο Εγγλέζοι και ο γερο-χωρικός. Σε λίγο έφτασαν εμπρός στο σπιτάκι του.
-Καλησπέρα, γυναίκα.
-Καλησπέρα, γέρο μου.
-Έκανα την ανταλλαγή.
-Ναι, εσύ κάνεις πάντα το σωστό, είπε η γυναίκα του,
Και τον φίλησε με αγάπη χωρίς να δώσει προσοχή στους παράξενους επισκέπτες και στο σακί.
-Πήρα μια αγελάδα και έδωσα το άλογό μας, είπε ο γερο-χωρικός.
-Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Θεού! Θα έχουμε μπόλικο γάλα τώρα και βούτυρο και τυρί! Ήταν περίφημη η εκλογή σου!
-Ναι, αλλά την έδωσα την αγελάδα και πήρα ένα παχύ αρνί.
-Α, ακόμα καλύτερα! φώναξε η γυναίκα του. Πάντα τα σκέπτεσαι όλα. Έχουμε τώρα αρκετή βοσκή. Γάλα και τυρί από προβατίνα και μάλλινα ρούχα και κάλτσες! Η αγελάδα δεν μπορεί να μας δώσει τέτοια πράματα. Πόσο φρόνιμος και προνοητικός είσαι!
-Μα άλλαξα το πρόβατο με μια χήνα.
-Τότε θα έχουμε φέτος τα Χριστούγεννα ψητή χήνα, καλέ μου άντρα. Ποτέ δεν ξεχνάς να μου προσφέρεις κάποια ευχαρίστηση. Πόσο με συγκινεί αυτή σου η καλοσύνη. Θα δέσουμε τη χήνα μ΄ ένα σπάγκο και θα την τρέφουμε και θα παχύνει καλά ως τα Χριστούγεννα.
-Όμως την έδωσα τη χήνα και πήρα μια κότα, είπε ο γερο-χωρικός.
-Μια κότα; Αυτή ήταν σπουδαία ιδέα! Η κότα θα κάνει αυγά και θα κλωσσήσει και θ΄ αποκτήσουμε κοτόπουλα. Θα κάνουμε ολόκληρο ορνιθοτροφείο! Ω, αυτή ήταν πάντα η μεγαλύτερη επιθυμία μου.
-Ναι, μα άλλαξα την κότα μ΄ ένα σακί σάπια μήλα.
-Τι; Μα τότε πρέπει να σε φιλήσω! φώναξε η γυναίκα του. Αγαπημένε, καλέ μου άντρα! Θα σου πω, λοιπόν, κάτι. Ξέρεις, μόλις έφυγες το πρωί άρχισα να σκέφτομαι τι θα μπορούσα να σου ετοιμάσω για το βράδυ, που θα γύριζες. Ήθελα κάτι που να σου αρέσει. Βρήκα πως καλύτερα θα ήταν να σου κάνω τηγανίτες με μυρωδάτα χόρτα. Είχα αυγά και χοιρινό, μου έλειπαν όμως τα χόρτα. Πήγα λοιπόν στο σπίτι του γείτονα του δάσκαλου, που ξέρω πως έχει χόρτα. Μα η γυναίκα του είναι δύστροπη και ας φαίνεται ευγενική. Την παρακάλεσα να μου δανείσει λίγα χόρτα. «Να σου δανείσω;» μου απάντησε. Τίποτα δεν υπάρχει στον κήπο μας, ούτε ένα σάπιο μήλο. Ούτε κι ένα σάπιο μήλο δεν έχω να σου δανείσω, καλή μου γειτόνισσα.
Και τώρα εγώ μπορώ να δανείσω σ΄ αυτήν δέκα , είκοσι σάπια μήλα ναι, και ολόκληρο το σακί αν θέλει. Πόσο χαίρομαι. Μου έρχεται να γελάσω με την καρδιά μου.
Και λέγοντας αυτά του έδωσε ένα δυνατό φιλί.
-Αυτό είναι θαυμάσιο! φώναξαν και οι δυο μαζί οι Εγγλέζοι. Να χάνεις ολοένα κι όμως να είσαι χαρούμενος κι ευχαριστημένος! Μα την αλήθεια, άξιζε τον κόπο να χάσουμε το στοίχημα.
Κι έτσι έδωσαν μια ολόκληρη περιουσία από χρυσές λίρες στο γερο-χωρικό, που όχι μόνο δεν τον μάλωσε η γυναίκα του, παρά και τον φίλησε δείχνοντάς του έτσι πόσο τον αγαπούσε και σεβόταν τη γνώμη του.
Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία μου. Την άκουσα όταν ήμουνα ακόμα παιδάκι. Και τώρα την ακούσατε και σεις και θα ευχαριστηθήκατε, πιστεύω, πολύ.

ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΕΝ, Τα παραμύθια του Άντερσεν, εκδόσεις Ατλαντίς, μετάφραση Ν.Βοστατζής, Δ.Στυλιανοπούλου-Βοστατζή.

ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ!!

Δεν υπάρχουν σχόλια: