Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ο γάιδαρος με το τομάρι του λιονταριού

Μια φορά ένας γάιδαρος βρήκε το τομάρι ενός λιονταριού, το φόρεσε και πήγε στο δάσος. Κατατρομαγμένα τα ζώα τρέχανε να κρυφτούνε. Μόνο μια αλεπού ξεπρόβαλε από την τρύπα της και του είπε:
«Θα σε φοβόμουνα κι εγώ αν δεν σ΄ είχα ακούσει να γκαρίζεις!»

Αισώπου μύθοι, εκδόσεις Πεχλιβανίδης (διασκευή Γεωργίας Ταρσούλη)

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Φρούλου!Φρούλου!Φρέλα!

Χορεύουνε τα δάχτυλα
στις τρύπες της φλογέρας
μπαίνει και βγαίνει αέρας.

Φρούλου, φρούλου, φρέλα!
Να ‘ταν ψωμί η τρέλα!

Γέλιο, τραγούδι, σφύριγμα
ηχώ, πουλιά ως πέρα
άνθρωποι, καλημέρα!

Φρούλου, φρούλου, φρέλα!
Να ‘ταν χαλβάς η τρέλα!

Η αυγή με γέλιο ρόδινο
καρφίτσωσε στη μερα
τον ήλιο μπουτονιέρα!

Φρούλου, φρούλου, φρέλα!
Γλυκός χαλβάς η τρέλα!

Θέτη Χορτιάτη-Τασούλα Τσιλιμένη, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα

Καλή εβδομάδα :)


Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Ώρα για ένα παιχνιδάκι!

Αντιγράφω από το facebook, από τις εκδόσεις Ωκεανίδα

«Στο τέλος σκέφτηκα: μήπως το σκυλί έμεινε κοντά στις νερόκοτες;

Είναι η παγκόσμια εβδομάδα βιβλίου και παίζουμε ένα παιχνίδι. Άρπαξε το πρώτο βιβλίο που θα βρείς μπροστά σου, πήγαινε στη σελίδα 52, και αντίγραψε την πέμπτη ολοκληρωμένη φράση, μαζί και με τους κανόνες αυτούς εδώ, στο στάτους σου. Μην αναφέρεις τον τίτλο του βιβλίου...»

Τι κάθεστε; Δε θέλω τεμπελιές…

Να και το δικό μου: από ένα που υπάρχει στη βιβλιοθήκη, αλλά δεν το έχω διαβάσει.

"Γέλασε τ΄ αφεντικό κι είπε μια λέξη όπως τις συνηθούσε -έτσι τα διηγήθηκε ο χαντζής."

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Δυο κατσίκες σ΄ ένα γεφύρι

Δυο κατσίκες ανταμώθηκαν μια φορά επάνω σ΄ ένα στενό γεφύρι.
Η μία είπε:
-Κάμε τόπο να περάσω εγώ!
-Εσύ να πας πίσω και ν΄ αφήσεις να περάσω εγώ πρώτα! αποκρίθηκε η άλλη θυμωμένη.
-Πως είπες; φώναξε η πρώτη. Εγώ να κάμω τόπο να περάσεις εσύ; Είσαι στα σωστά σου;
-Έτσι; φώναξε τότε η άλλη. Δοκίμασε λοιπόν να περάσεις!
Το μάλωμα βάσταξε αρκετή ώρα με πολύ πείσμα.
Τέλος χύθηκαν η μία επάνω στην άλλη με μεγάλη ορμή. Χτυπούσαν τα κέρατά τους άγρια και θυμωμένα. Αλλά το γεφύρι ήταν στενό και γκρεμίστηκαν κι οι δυο τους.
Κάτω ήταν ποτάμι με βαθιά νερά. Οι δυο κατσίκες θα πνίγονταν το δίχως άλλο. Για καλή τους τύχη όμως, τις είδε ο βοσκός, έτρεξε, και με πολλά βάσανα κατόρθωσε να τις γλιτώσει.

ΑΡ.Π.ΚΟΥΡΤΙΔΗ

Αφιερωμένο...


Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Στην υγειά μας, αδέρφια!

Απόψε να ρθεις κι εσύ. Ετοιμάζω μυστικό δείπνο.
Έστρωσα το τραπέζι της γης κι άνοιξα τα παράθυρα
να δούνε το φως να πλησιάσουνε όλα,
ν΄ αχτιδίζουν τ΄ αστέρια στα πρόσωπα και τα χέρια
των καλεσμένων μου, να πηδούν στα ποτήρια.
Έβαλα την ψυχή μου σε σταμνιά πήλινα, σε κανάτια.
Μυρίζει κέδρο το κρασί κι είναι σαν πασχαλιά το χρώμα του.
Στην υγειά μας, αδέρφια!
Έχω καλέσει τα παιδιά των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ.
Έστειλα στον Παντίτ Νεχρού μιαν αμαξοστοιχία λουλούδια
να μου τα στείλει στολισμένα. Κι έστειλα μήνυμα
στο Μάο Τσε Τουνγκ, να τους δώσει,
να φέρουν μαζί τους σα νιφάδες χιονιού
δυο χιλιάδες κινέζικα τραγουδάκια.
Στον Πικάσσο να μετρήσει πόσες χιλιάδες
περιστέρια περίπου έχει αζωγράφιστα μες στην ψυχή του.
Να μου τα στείλει όπως είναι να στολίσω τους ώμους
και τα χέρια των καλεσμένων μου.
Βγήκε τρέχοντας, φεύγει ο Χριστός΄ πάει να φέρει
μια αγκαλιά λεμονάνθια να βάλει στα βάζα μου.
Η μητέρα μου ζύμωσε στη μεγάλη μας σκάφη
μαύρο ψωμί με γλυκάνισο και σουσάμι.
Τα παιδιά ξεκινήσανε. Σχηματίσανε κιόλας
πάνω στη γη
τον ποταμό
γαλαξία.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ- Μυστικός δείπνος

Καλή εβδομάδα :)



Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Τρία χτυπήματα στην πόρτα

Τάκου τάκου!
-Ποιος είναι, παρακαλώ;
-Με συγχωρείτε… μπορώ να μπω; είμαι ο Βοριάς. Πέρασα πάνω από θάλασσες, σήκωσα κύματα βουνό, πέρασα πάνω από κάμπους και ξερίζωσα δέντρα. Είμαι πολύ κουρασμένος, να μπω λίγο να ξεκουραστώ;
-Θα μας παγώσεις… μα αφού είσαι κουρασμένος, μπες απ΄ όπου μπορείς.
Κα μπήκε ο κρύος Βοριάς απ΄ τις χαραμάδες, τρύπωσε κάτω απ΄ την πόρτα και πάγωσε το σπίτι. Η μητέρα άναψε τη θερμάστρα κι έριξε μάλλινες κουβέρτες στα κρεβάτια των παιδιών.
-Τάκου τάκου.
-Ποιος είναι, παρακαλώ;
-Με συγχωρείτε… μπορώ να μπω; είμαι η Βροχή. Έρχομαι από πολύ ψηλά. Με κατάπιαν οι θάλασσες και τα ποτάμια, χώθηκα βαθιά μες στη γη, χτυπήθηκα πάνω στις πέτρες, ξέπλυνα τους δρόμους σας και τις αυλές. Είμαι πολύ κουρασμένη… μπορώ λίγο να ξεκουραστώ;
-Θα μας κάνεις κακό, μα αφού είσαι κουρασμένη, μπες απ΄ όπου μπορείς.
Κι όρμησε η Βροχή απ΄ τις γρίλιες των παραθυριών κι απ΄ το σπασμένο τζάμι, έβρεξε τις κουρτίνες και τους τοίχους και μούσκεψε το πάτωμα και το χαλάκι. Η μητέρα μάζεψε μ΄ ένα σφουγγάρι τα νερά και φώναξε έναν άνθρωπο να περάσει καινούριο τζάμι.
-Τάκου τάκου.
-Ποιος είναι, παρακαλώ;
-Με συγχωρείτε… μπορώ να μπω; Είμαι ο Ήλιος. Έρχομαι από πολύ ψηλά. Έριξα χρυσά παπλώματα στις σκεπές, ζέστανα όλα τα νερά και τα ποτάμια, έβαλα φύλλα στα δέντρα και χρυσά καπέλα στα λουλούδια, είμαι πολύ κουρασμένος. Μπορώ να μπω λίγο, να ξεκουραστώ;
-Έλα, έλα! είπαν όλοι, κι άνοιξαν πόρτες και παράθυρα.
Και μπήκε ο Ήλιος κι έδιωξε τη θερμάστρα, κάθισε πάνω στις καρέκλες και τις πολυθρόνες, κι έστρωσε χρυσά χαλάκια στα πατώματα.
Και τώρα λάμπει όλο το σπίτι, λάμπουν κι οι καρδιές.

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΙΟΥ

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Ήλιος κι ο Αέρας


Ο Αέρας θύμωσε,
με τον Ήλιο μάλωσε.
Ο Αέρας έλεγε:
«Είμαι δυνατότερος!»
Και ο Ήλιος έλεγε:
«Σε περνώ στη δύναμη!»
Ένας γέρος άνθρωπος
με τη μαύρη κάπα του
στο χωράφι πήγαινε.
Ο Αέρας λάλησε:
«Όποιος έχει δύναμη
παίρνει από το γέροντα
τη χονδρή την κάπα του!»
Φύσηξε, ξεφύσηξε,
έσκασε στο φύσημα’
άδικος ο κόπος του.
Κρύωσεν ο γέροντας
και διπλά τυλίχθηκε
στη χονδρή την κάπα του!
Και ο Ήλιος λάλησε:
«Όποιος έχει δύναμη
παίρνει από το γέροντα
τη χονδρή την κάπα του!»
Έφεξεν ολόλαμπρος’
καλοσύνη σκόρπισεν,
έβγαλεν ο γέροντας
τη χονδρή την κάπα του.
Πάλι ξαναλάλησε:
«Άκουσε και μάθε το’
σε περνώ σε δύναμη,
γιατί πας με το κακό
κι εγώ πάω με το καλό!»

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Παροιμίες

Σύμφωνα με το Λεξικό αναπτυγμένων εννοιών των Χατζηθωμά και Αλέφαντου (εκδόσεις Φίλιππος), παροιμία «είναι η σύντομη λαϊκή φράση, που εκφράζει αλληγορικά, μεταφορικά ή και ειρωνικά μιαν αλήθεια για τη ζωή, που αποκτήθηκε από την πολύχρονη πείρα».

«Κύριο χαρακτηριστικό της παροιμίας είναι η αλληγορία, η μεταφορά, η συντομία, η εξυπνάδα, η δηκτικότητα και η ειρωνική διάθεση. Την παροιμία την διακρίνει ακόμα το θυμοσοφικό, το ευτράπελο πνεύμα (χιούμορ), η φαντασία, η σαφήνεια και η αλήθεια που περιέχει και η οποία είναι αποτέλεσμα της πείρας του λαού μέσα στην καθημερινή ζωή».

Σύμφωνα με το ίδιο βιβλίο «Ο Αριστοτέλης πρώτος άρχισε τη συστηματική επιλογή των αρχαίων ελληνικών παροιμιών, τις οποίες ερμήνευσε»

Είμαι λάτρης των παροιμιών. Τρελαίνομαι να ανακαλύπτω κάποια που δεν ήξερα. Τις χρησιμοποιώ συχνά στον λόγο μου, και λυπάμαι όταν νεότερα άτομα τις αγνοούν ή τις σνομπάρουν…

Για όσους τις αγαπούν, όπως εγώ, ενδεικτικά παραθέτω κάποιες από τον πίνακα που υπάρχει στο παραπάνω βιβλίο. Και περιμένω να προσθέσουμε κι άλλες…

-Αγάλια αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι
-Αργυρό το μίλημα και χρυσό το σιώπα
-Βρόντα αν θέλεις να σ΄ ανοίξουνε
-Βάστα με να σε βαστώ ν΄ ανεβούμε στο βουνό
-Η ομόνοια σπίτια χτίζει κι η διχόνοια τα γκρεμίζει
-Άσκεπος νους διπλός κόπος
-Αν γειτονέψεις με κουτσό θα μάθεις να κουτσαίνεις
-Δούλευε στα νιάτα σου να χεις στα γηρατειά σου
-Όποιος κυνηγά πολλούς λαγούς δεν πιάνει κανένα
-Όποιος βιάζεται σκοντάφτει
-Άναβε το λυχνάρι σου προτού σε βρει η νύχτα
-Κόπο θέλει το πριόνι κι όποιος το κρατεί ιδρώνει
-Μάζευε κι ας είν’ και ρόγες
-Σταλαματιά σταλαματιά γεμίζ΄ η στάμνα η πλατιά
-Το να χέρι νίβει τ΄ άλλο και τα δυο το πρόσωπο
-Φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι


Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Βρεμένα ‘ναι για ξερά;


Μιαν φορά ήταν ένας τεμπέλης, από τους πιο μεγάλους τεμπέληδες του κόσμου. Ο αθεόφοβος εφοβούντον τη δουλειά όσο δεν εφοβούντον το διάολο. Αν τον έδινες ψωμί, έτρωε, αν δεν τον έδινες εμπορούσε να ψοφιάσει από την πείνα. Μιαν ημέραν, ήταν βασιλεμένος ο ήλιος κι αυτός δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα του. Την άλλη μέρα για να μην τόνε βιάσει η πείνα να δουλέψει, εσκέφτηκε να κάμει τον πεθαμένο στα ψέματα. «Πιο καλά να με θάψουνε», είπε μέσα του, «παρά να με δώκουν δουλειά». Τον είδαν οι γειτόνοι ξαπλωμένο στη στρώση του και σκεβρωμένο, τον εθάρρεψαν για νεκρόν κι εφώναζαν τους παπάδες να τον πάρουνε. Στο δρόμο που πήγαινεν το λείψανον του τεμπέλη, μια γυναίκα είδεν τον πεθαμένον, τον ελυπήθηκε κι είπεν από το παναθύρι της: «Ο κακόμοιρος! Από την πείναν του θα πέθανεν! Που να το ‘ξερα εχτές να τόνε στείλω κάμποσα παξουμάδια που ‘χω». Ο τεμπέλης από το σεντούκι του από μέσα, σαν άκουσεν τα λόγια της καλόκαρδης γυναίκας, άνοιξεν τα μάτια του κι ερώτηξεν: «Βρεμένα ‘ναι τα παξουμάδια για ξερά;» «Ξερά», τον λέει η γυναίκα. «Ε, τότες ψάλλετε παπάδες, ψάλλετε», λέει ο τεμπέλης και σφαλά τα μάτια του. Ο γουρσούζης επροτίμησεν να θαφτεί ζωντανός, παρά να κάμει τον κόπο να μουσκέψει τα παξουμάδια.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ-Ελληνικά λαικά παραμύθια (βιβλίο πρώτο), Εκδόσεις Ποταμός

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Καρτούν στο… απόσπασμα


Είναι απίστευτο τι μπορεί να βρει κανείς όταν τακτοποιεί τους φακέλους του…

Είναι ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 6-7 Μαΐου το 2006.

Αντιπαρέρχομαι την αγάπη της Παναγιώτας για τον Μπομπ Σφουγγαράκη και μπαίνω στον πειρασμό να δακτυλογραφήσω ένα τμήμα του
και να το μοιραστώ μαζί σας….
…………………………………………………………………………………………………………………
Πονοκέφαλο προκαλεί στους γονείς η υποψία και μόνο ότι μπορεί τα κινούμενα σχέδια να «περνάνε» στα παιδιά ιδέες αντισυμβατικές ή επικίνδυνες όπως η βία, η αδικία και η εγκληματικότητα

Καρτούν στο… απόσπασμα

Κατηγορούνται ότι προβάλλουν βίαια και αντικοινωνικά πρότυπα!

Ο Τεν Τεν είναι μισογύνης, ακραίος αντικομμουνιστής και διακατέχεται από φασιστικές ιδέες. Ο Ντόναλτ είναι απατεώνας και τεμπέλης. Ο Ποπάι χρησιμοποιεί υπέρμετρα βία. Τώρα ήλθε η σειρά του Μπομπ του… Σφουγγαράκη να κατηγορηθεί –όπως έχει γίνει στο παρελθόν και με τον Μπάτμαν- ότι έχει ομοφυλοφιλικές τάσεις.

ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΝΩΛΑΣ

Ο Μπομπ είναι ένα από τα δέκα πιο δημοφιλή κινούμενα σχέδια όλων των εποχών. Κάθε φορά που μεταδίδεται ένα επεισόδιο, τα μονοψήφια ποσοστά θεαματικότητας του σταθμού που το προβάλλει υπερδιπλασιάζονται. Κι όμως, ο Μπομπ κατηγορείται ότι προβάλλει ομοφυλοφιλικά πρότυπα. Οι πολέμιοί του ισχυρίζονται ότι είναι γκέι, καθώς συγκατοικεί με τον φίλο του Πάτρικ με τον οποίο εμφανίζεται συνήθως πιασμένος χεράκι χεράκι και του συμπεριφέρεται σα να διατηρούν σχέση, ενώ απουσιάζουν οι θηλυκές φιγούρες.

ΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΕΣ ΤΑ ΕΒΑΛΑΝ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΟΜΠ ΣΦΟΥΓΓΑΡΑΚΗ

Πρωτοπόροι της σταυροφορίας εναντίον του Σφουγγαράκη είναι ο Αμερικανοί συντηρητικοί θρησκευτικοί κύκλοι και κυρίως οι Ευαγγελιστές. Υπάρχουν μάλιστα και ιστοσελίδες στο Διαδίκτυο με τίτλους όπως «Ο Μπομπ Σφουγγαράκης και η ομοφυλοφιλία». Σε αυτές υπάρχουν –λίγα- μηνύματα ακόμα και από Έλληνες τηλεθεατές. Σύμφωνα με τους εγχώριους επικριτές του, ο Μπομπ έχει «μαλακό» χαρακτήρα –«απαράδεκτο πρότυπο σε μια τόσο σκληρή κοινωνία όπως είναι η δική μας», λένε- ενώ ο κόσμος του είναι υπερβολικά φανταχτερός. «Ο Μπομπ μπορεί να είναι ιδιαίτερος, όμως δεν σχεδιάστηκε ως γκέι χαρακτήρας», απαντά ο δημιουργός του.

……………………………………………………………………………………………………..

Όπως πάντα, η απάντησή μου είναι υπερβολές, υπερβολές, υπερβολές….
Δεν τρελαίνομαι για Μπομπ Σφουγγαράκη, το παιδί δεν αποκομίζει κάτι ιδιαίτερο, είναι όμως πολύ ευχάριστο και αστείο και ίσως γι΄ αυτό να αρέσει στους μπόμπιρες! Η Παναγιώτα πάντως τρελαίνεται, το ευχαριστιέται πάρα πολύ και γελάει με την ψυχή της (η Αναστασία προτιμάει την Ντόρα την εξερευνήτρια και το κλαμπ του Μίκυ Μάους).
Αν με ρωτάτε, ένας από τους πιο αντιπαθητικούς παιδικούς ήρωες κατά τη γνώμη μου είναι ο Μπαγκς Μπάννυ. Πάντα κινείται με μοχθηρία και σχεδόν ποτέ δεν τον έχω δει να κάνει μια καλή πράξη. Χρησιμοποιεί την εξυπνάδα του μόνο όταν είναι να κάνει κάτι άσχημο. Επίσης, ο Τουίτι, ο Τζέρι και το Μπιπ Μπιπ δεν είναι και τα πιο γλυκά πλάσματα… Αυτό όμως δε σημαίνει τίποτα για μένα.

Ας μην τα υπεραναλύουμε πια όλα... Υπάρχει και κάτι που λέγεται διασκέδαση σ΄ αυτή τη ζωή...

:)))







Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Το κουτσό λελέκι

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας φτωχός γεωργός. Είχε ένα μικρό χωραφάκι, και μέρα νύχτα δούλευε σ΄ αυτό, για να μπορέσει να ζήσει.

Μια ανοιξιάτικη μέρα, καθώς όργωνε τη γη, βλέπει να πετάει ίσια καταπάνω του ένα κάτασπρο λελέκι. Πετούσε, όμως, κάπως περίεργα, θαρρείς και τρέμαν τα φτερά του. Ο γεωργός παραξενεύτηκε, παράτησε τη δουλειά του και το κοίταζε. Ξαφνικά το πουλί δίπλωσε τις φτερούγες του κι έπεσε δίπλα του σαν πέτρα.

Ο φτωχός γεωργός πλησίασε προσεκτικά το λελέκι και είδε πως η μια φτερούγα του ήταν σπασμένη. Λυπήθηκε το δύστυχο πουλί, το πήγε στο σπίτι του, άλειψε την πληγή με αλοιφή και έδεσε τη φτερούγα.

Το λελέκι άρχισε να συνέρχεται. Κάποια μέρα, ένιωσε τις δυνάμεις του να ξαναγυρνούν κι άρχισε να φτερουγίζει. Τότε ο φτωχός γεωργός το πήγε στο χωράφι, το άφησε και είπε:

«Πέτα, άσπρο λελέκι, ας είσαι ελεύθερο και ευτυχισμένο!»

Πέρασε ένας χρόνος. Ο γεωργός και πάλι δούλευε στο χωράφι του. Σε μια στιγμή είδε ξανά το άσπρο λελέκι. Εκείνο τον πλησίασε πετώντας και του έριξε τρία σπόρια από καρπούζι.

Ο φτωχός γεωργός φύτεψε τους σπόρους και γρήγορα φύτρωσαν οι καρπουζιές. Αυτό είναι το δώρο του άσπρου λελεκιού, σκεφτόταν καθώς καμάρωνε τα όμορφα φυντάνια.

Το καλοκαίρι πέρασε μέσα σε δουλειές. Ωρίμασαν και τα καρπούζια. Τρία ήταν όλα κι όλα, όμως έγιναν τόσο πελώρια που δεν μπορούσες να τ΄ αγκαλιάσεις και με τα δυο χέρια. Προσπάθησε ο γεωργός να σηκώσει ένα καρπούζι, μα ήταν ασήκωτο, δεν μπορούσε να το ξεκολλήσει απ΄ τη γη.

Τότε πήρε ένα καροτσάκι, φόρτωσε σ΄ αυτό και τα τρία καρπούζια και τα πήγε στο σπίτι. Με τέτοια καρπούζια, σκέφτηκε, πρέπει να καλέσω τους γείτονες, να τους κεράσω. Μαζεύτηκαν οι καλεσμένοι γείτονες, συγγενείς και παιδιά από τους γύρω δρόμους. Ο νοικοκύρης άρχισε να κόβει το καρπούζι. Δεν κοβόταν όμως. Δοκίμασε να κόψει το δεύτερο καρπούζι, ύστερα το τρίτο, μα δεν κόβονταν με κανέναν τρόπο.

Σήκωσε τότε το χέρι του και μ΄ όλη του τη δύναμη έδωσε μια με το μαχαίρι. Το καρπούζι έτριξε, άνοιξε στα δύο, κοιτάνε μέσα και τι να δουν: γεμάτο χρυσά νομίσματα! Μείναν όλοι με μ΄ ανοιχτό το στόμα. Ο νοικοκύρης άνοιξε και τ΄ άλλα δυο καρπούζια’ και σ΄ αυτά υπήρχε χρυσάφι. Γεμάτος χαρά, το μοίρασε σχεδόν όλο στους καλεσμένους του. Εκείνοι, ικανοποιημένοι, γύρισαν στα σπίτια τους.

Δίπλα στο γεωργό ζούσε ένας πλούσιος που ήταν μεγάλος πλεονέκτης. Σκέφτηκε λοιπόν: ο γείτονάς μου ήταν όλη του τη ζωή φτωχός και ξαφνικά πλούτισε σε μια μέρα. Πρέπει να μάθω πιο είναι το μυστικό των καρπουζιών του.

Έτσι, μια και δυο, ο άπληστος πλούσιος πηγαίνει επίσκεψη στο γείτονα.

«Πες μου, καλέ μου φίλε», του λέει, «πως πλούτισες, ποιο είναι το μυστικό των καρπουζιών σου; Πες μου, μη μου το κρύβεις, βλέπεις εμείς οι δυο είμαστε γείτονες, κι από δω και στο εξής θα γίνουμε και καλοί φίλοι.»

Ο γεωργός δεν έκρυψε τίποτα. Του τα διηγήθηκε όλα, όπως ακριβώς έγιναν.

Ο πλούσιος γύρισε τρέχοντας στο σπίτι του. Εγώ πρέπει να ‘χα τέτοιες καρπουζιές, σκεφτόταν. Εγώ θα ΄ξερα καλά τι να τις κάνω, και με κανέναν δε θα μοιραζόμουν το χρυσάφι!

Νωρίς το άλλο πρωί πήγε στο χωράφι του και είδε το άσπρο λελέκι. Στεκόταν στο ένα του πόδι και λαγοκοιμόταν ήσυχα.

Πρέπει να το γιατρέψω, σκέφτηκε ο πλούσιος. Δεν είναι όμως πληγωμένο… Τι να κάνω; … Θα του σπάσω το πόδι κι ύστερα θα το κάνω καλά!

Πήρε ο πλούσιος ένα μακρύ ραβδί, κρυφοζύγωσε προσεκτικά το λελέκι και το χτύπησε με το ξύλο στο πόδι. Το λελέκι έπεσε κάτω. Το άρπαξε ο πλούσιος στην αγκαλιά του και το πήγε στο σπίτι του. Εκεί, άλειψε με αλοιφή το τραύμα του κι έδεσε το σπασμένο του πόδι.

Πέρασε καιρός. Το λελέκι έγινε καλά, άρχισε να περπατάει, όμως κούτσαινε.

Ο πλούσιος το πήγε στο χωράφι, το άφησε, κι εκείνο πέταξε ψηλά. Ο πλούσιος του φώναξε:

«Γύρνα την άνοιξη και φέρε τρεις σπόρους καρπουζιού, μην τον ξεχνάς: εγώ σ΄ έκανα καλά!».

Όταν μπήκε η άνοιξη ο πλούσιος πήγαινε κάθε μέρα στο χωράφι και περίμενε το άσπρο λελέκι. Όμως αυτό δε φαινόταν πουθενά. Ο πλούσιος άρχισε να θυμώνει:

«Άδικα το ‘κανα καλά αυτό το ανόητο πουλί! Και ξόδεψα και τόση τροφή!»

Να, όμως που ένα πρωινό φάνηκε το άσπρο λελέκι. Πετώντας πλησίασε τον πλούσιο και του έριξε τρεις σπόρους καρπουζιού. Η καρδιά του πλούσιου πήγε να σπάσει από τη χαρά του: τώρα θα γίνω ο πιο πλούσιος απ΄ όλους στα μέρη μας, σκέφτηκε.

Φύτεψε τους σπόρους στη γη. Μετά από λίγο ξεπρόβαλαν τα βλαστάρια, βγήκαν τα κοτσάνια, άνθισαν τα λουλούδια… Κι ήρθε ο καιρός που τα καρπούζια ωρίμασαν. Τρία ήταν όλα κι όλα, όμως ήταν τόσο πελώρια που και με τα δυο χέρια δεν μπορούσες να τ΄ αγκαλιάσεις. Φόρτωσε ο πλούσιος και τα τρία καρπούζια σ΄ ένα καροτσάκι και τα πήγε στο σπίτι του.

Όμως όχι, εγώ δεν θα καλέσω κόσμο είπε στον εαυτό του. Κανείς δε θα δει πόσο χρυσάφι έχω!...

Στο σπίτι έκλεισε τις πόρτες, πήρε ένα τεράστιο μαχαίρι και το έμπηξε με ορμή στο πιο μεγάλο καρπούζι. Έτριξε το καρπούζι, άνοιξε στα δύο κι από μέσα ξεχύθηκε ένα σμάρι σφήγκες που βούιζαν αγριεμένες. Όρμηξαν στον πλούσιο, τον κύκλωσαν από παντού κι άρχισαν να τον τσιμπάνε! Ο πλούσιος άρχισε να χτυπιέται, φώναζε, βρήκε με δυσκολία την πόρτα, μόλις και μετά βίας τράβηξε τον σύρτη, πετάχτηκε στο δρόμο και, τρέχοντας σαν τρελός, πήρε των ομματιών του.
Για πολύ καιρό μετά απ΄ αυτό θυμόταν το κουτσό λελέκι.

Όσο για το γείτονά του, εκείνος ζούσε με άνεση, όμως δεν ξεχνούσε την περασμένη του ζωή και πάντα βοηθούσε τους φτωχούς.

Απόδοση: Μ. Βατάγκιν
Λαικά παραμύθια των Ουζμπέκων, Το κουτσό λελέκι, Εκδόσεις Μάλις και Σύγχρονη Εποχή, 1989.
<
div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on">

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Δε μ΄ ακούς;


Έρχομαι μαζί με τα κιτρινισμένα φύλλα.
Έλα, έλα, κοριτσάκι,
μυρίζω νοτισμένο χώμα, μελάνι και γομολάστιχα.
Έλα, έλα αγοράκι,
κάτσε σ΄ ένα ιπτάμενο φύλλο να φύγουμε μαζί,
φτιάξε χάρτινες βαρκούλες να τις πάρει η βροχή.
Σ΄ αρέσει η καινούρια σου τσάντα;
Για κοίτα πόσο ψήλωσε η Βάνα!
Έρχομαι μαζί με τα πρωτοβρόχια.
Τρέξε, τρέξε να ψήσουμε κάστανα
γέμισαν πάλι τ΄ ανθοπωλεία πολύχρωμα
χρυσάνθεμα.
Πως οργώνουν τα χωράφια τα τρακτέρ!
Πάτα, πάτα το μούστο καλά,
βάλε και μπόλικο σουσάμι στη μουσταλευριά.
Έρχομαι μαζί με τη βαριά μυρουδιά των σταφυλιών
του τρύγου.
Έλα, έλα, αγοράκι,
έλα, έλα, κοριτσάκι.
Δε μ΄ ακούς;
Είμαι το Φθινόπωρο.

ΜΑΡΩ ΛΟΙΖΟΥ