Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη

-Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη

-Κλείνομαι μες στο σώμα μου τις νύχτες
κυοφορώντας το δικό σου σώμα.
Μα πώς να πλάσω μέλη που ποθώ
που βλέπω μα δεν άγγιξα ποτέ μου.

Τυφλός κι από τα δυο μου χέρια.

-Σε πλάθω λίγο λίγο κάθε νύχτα.
Έρχεται η μέρα και γκρεμίζομαι μαζί σου.

Ολόκληρη δεν θα σε δω ποτέ.
Ούτε θα σ΄ έχω. Κάθε φορά
πρωτόπλαστα τα μέλη σου και σκόρπια.
Έγινα παντοδύναμος για χάρη σου
δεν έγινα θεός.
Τι να την κάνω τόση παντοδυναμία
όταν απαγορεύεται το θαύμα.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ, Παραλογή, Εκδόσεις Καστανιώτη

Αφιερωμένο σε όλους όσους έζησαν (ή ζουν) έναν δυνατό ανεκπλήρωτο έρωτα…


Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

ΣΚΑΛΑ

Μπορεί να παίζεις πιάνο’
εγώ θα τριγυρνώ στις λαικές
με πάνινα παπούτσια.

Μπορεί να τρως σ΄ ακριβά εστιατόρια’
εγώ θα πίνω τον καφέ σε ξεχασμένες καφετέριες.

Μπορεί να κερνάς πούρα Αβάνας τους καλεσμένους
σου’
εγώ θα καπνίζω στριφτά τσιγάρα με φίλους.

Τα σκαλοπάτια σου σαπίζουν.
Μπορώ να τ΄ ανέβω’
εσύ δεν μπορείς πια να τα κατέβεις.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΑΚΑΛΗΣ-Κίβδηλος καιρός, εκδόσεις Πλανόδιον

Επαναλαμβάνομαι, αλλά είναι παντώς καιρού ποίημα
Καλή εβδομάδα :)

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Ο ΟΔΗΓΗΤΗΣ

Αντιπαρέρχομαι τον εθνικισμό(και λαϊκισμό)της ημέρας με ένα αγαπημένο (και –πάντα-επίκαιρο) ποίημα του Κώστα Βάρναλη. Αυτό είναι το δικό μου μήνυμα για την επέτειο του ΟΧΙ.
………………………………………………………………………………………………………………….

Ο ΟΔΗΓΗΤΗΣ

Δεν είμ΄ εγώ σπορά της Τύχης
ο πλαστουργός της νιάς ζωής.
Εγώ ‘μια τέκνο της Ανάγκης
κι ώριμο τέκνο της Οργής.

Δεν κατεβαίνω από τα νέφη,
γιατί δε μ΄ έστειλε κανείς
Πατέρας, τάχα, παρηγόρια
για σένα σκλάβε που πονείς.

Ουράνιες δύναμες, αγγέλοι
κρίνα, πουλιά και ψαλμουδιές-
τίποτα! Εμένα παραστέκουν
οι θυμωμένες σας καρδιές.

Εγώ του καραβιού γοργόνα
στ΄ ορθόπλωρο καράβι μπρος.
Απάνω μου σπάνε φουρτούνες
κι άγριος ενάντια μου καιρός.

Μέσα στο νου και στην καρδιά μου
αιώνων φουντώσανε ντροπές
και την παλάμη μου αρματώνουν
με φλογισμένες αστραπές.

Ένας δεν είμαι, μα χιλιάδες!
Όχι μονάχα οι ζωντανοί-
κι οι πεθαμένοι μ΄ ακλουθάνε
σε μιαν αράδα σκοτεινή.

Μα κι όσο αγέννητοι, χιλιάδες
άπλαστοι ακόμα με βλογούν
κι όλοι ακουμπάνε τα σπαθιά τους
απάνω μου και τα λυγούν.

Δεν δίνω λέξεις παρηγόρια,
δίνω μαχαίρι σ΄ ολουνούς
καθώς το μπήγω μες στο χώμα
γίνεται φως, γίνεται νους.

Άκου, πως παίρνουν οι αγέρες
χιλιάδων χρόνων τη φωνή!
Μέσα στο λόγο το δικό μου
όλ΄ η ανθρωπότητα πονεί.

Ω! πως τον παίρνουν οι αγέρες
και πως φωνάζουνε μετά
άβυσσοι μάβροι, τάφοι μάβροι,
ποτάμια γαίματα πηχτά!

Όθε περνά, γκρεμίζει κάτου
σαν το βοριά, σαν το νοτιά
όλα τα φονικά ρηγάτα
θεμελιωμένα στην ψευτιά.

Κ’ ένα στηλώνει κι ανασταίνει,
το να βασίλειο της Δουλείας,
(Ειρήνη! Ειρήνη!) το βασίλειο
της Παναθρώπινης Φιλίας.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Η μάνα των παραμυθιών

Μια φορά κι έναν καιρό λένε πως ζούσε σ΄ έναν τόπο ένα ζευγάρι που δεν ήταν σαν τα άλλα. Ζούσαν αυτοί μονάχοι μέσα στο ξέφωτο ενός δάσους μακριά από τους ανθρώπους κι είχανε παρέα για γειτόνους τους τ΄ αγρίμια. Έβλεπαν από το παραθύρι της καλύβας τους να περνάνε οι μέρες, οι βδομάδες και οι μήνες. Την άνοιξη έρχονταν τα πουλιά κι έφτιαχναν τις φωλιές τους. Το δάσος γινόταν καταπράσινο και παντού τριγύρω αντίκριζες λουλούδια μ΄ όλων των λογιών τα χρώματα και αγριοβότανα που σκορπούσαν αυτά όλων των λογιών τις μυρωδιές. Τα ζώα άρχιζαν να βγαίνουν από τις φωλιές τους κι η πλάση ξυπνούσε από τον ύπνο του χειμώνα. Κι ύστερα, νά σου το καλοκαίρι. Τα δέντρα έβγαζαν καρπούς και τα χορτάρια έπαιρναν να χρυσίζουν στο φως του ήλιου. Και μετά ερχόταν το φθινόπωρο. Τα πουλιά ετοιμάζονταν να πετάξουν σε τόπους πιο ζεστούς, τα δέντρα έριχναν τα φύλλα τους κόκκινα και πορτοκαλιά, κι όλο το δάσος στρωνόταν μ΄ ένα κίτρινο χαλί. Μετά ήταν η σειρά του χειμώνα. Έφερνε τις βροχές και τα κρύα και το χώμα σκεπαζόταν από τα χιόνια. Μονάχα τα χνάρια από καμιά αλεπού φαίνονταν δω και κει ανάμεσα στα δέντρα.

Η γυναίκα, λένε, είχε μια μεγάλη στεναχώρια. Απόμενε μονάχη κάθε μέρα, γιατί ο άντρας της έφευγε νωρίς νωρίς για τη δουλειά του. Μα δεν ήταν ούτε η μοναξιά ούτε πως κάθε μέρα που περνούσε έκανε τα ίδια και τα ίδια. Ο άντρας της κάθε απόγευμα που γύρναγε από το δάσος –κι ήτανε ξυλοκόπος η δουλειά του- είχε την κακιά συνήθεια να τη χτυπάει με μια μαγκούρα. Καθόταν αυτή να τον παραφυλάει από το παράθυρο να φανεί να έρχεται μέσα από το μονοπάτι. «Νταπ-ντουπ, νταπ-ντουπ» ακουγόταν η πατημασιά του στο χώμα. Έφτανε αυτός, χειρότερος από τα αγρίμια, με την καρδιά του πιο σκληρή κι από τα γένια του, με τα γένια του πιο σκληρά από την καρδιά του, έξω από την πόρτα της καλύβας του, έριχνε μια κλωτσιά «γκαπ», άνοιγε την πόρτα, άφηνε το τσεκούρι του πίσω από αυτήν, κρεμούσε το πανωφόρι του στο καρφί, κι ύστερα…. Κι ύστερα έπαιρνε μια μαγκούρα κι άρχιζε να χτυπάει τη γυναίκα του, να τη χτυπάει, να τη χτυπάει. Μέχρι που χόρταινε και της φώναζε: «Βάλε μου τώρα να φάω, γυναίκα!». Λένε πως ίσως να ήταν ο μόνος τρόπος που ήξερε να λέει «σ΄ αγαπώ». Κι αυτή δεν μιλούσε παρά μονάχα απόμενε να κάνει κουράγιο.
Και σαν ερχόταν το άλλο πρωί, αυτός κινούσε να πάει ξανά στο δάσος να κόψει ξύλα, γιατί ήταν ξυλοκόπος η δουλειά του, κι η γυναίκα τον έβλεπε από το παράθυρο να ξεμακραίνει. Πέρναγαν οι ώρες, κι ερχόταν το απόγευμα, κι η γυναίκα ξανά καθόταν και τον περίμενε στο παράθυρο να φανεί στο μονοπάτι. Τον έβλεπε με το τσεκούρι του στον ώμο και «Νταπ-ντουπ, νταπ-ντουπ» ακουγόταν η πατημασιά του στο χώμα. Έφτανε να, αυτός πάλι, με την καρδιά του πιο σκληρή από τα γένια του, με τα γένια του πιο σκληρά από την καρδιά του, έξω από την πόρτα της καλύβας του. Έριχνε μια κλωτσιά «γκαπ», άνοιγε την πόρτα, άφηνε το τσεκούρι του πίσω από αυτήν, έβγαζε το πανωφόρι του και το κρεμούσε στο καρφί, κι ύστερα όπως το χε κακό συνήθειο, έπαιρνε μια μαγκούρα κι άρχιζε να χτυπάει τη γυναίκα του, να τη χτυπάει, να τη χτυπάει. Και σαν χόρταινε, της φώναζε: «Βάλε μου τώρα φαί, γυναίκα, και γρήγορα!».

Κανένας δεν ξέρει πόσος καιρός πέρασε, γιατί είναι παραμύθι, μα ήρθε , λένε, ένα πρωί κι ήταν καλοκαίρι. Η γυναίκα είδε εκείνο το θεριό τον άντρα της τον ξυλοκόπο να ξεμακραίνει στο μονοπάτι και να χάνεται ανάμεσα στα δέντρα του ξέφωτου με το τσεκούρι του ριγμένο στον ώμο. Την ώρα που τον κοίταζε λένε πως ένιωσε κάτι να κουνιέται μέσα της. Ακούμπησε τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της. Κατάλαβε πως ήταν ένα παιδί που σάλευε μέσα στα σπλάχνα της. Ήταν η πρώτη φορά που η γυναίκα χαμογέλασε. Κι είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που χαμογέλασε για τελευταία φορά. Κι άρχισε να τραγουδάει και να χορεύει γύρω από το τραπέζι, κι άρχισε να ονειρεύεται. Μα ξαφνικά το χαμόγελό της πάγωσε στα χείλη της, η καρδιά της σφίχτηκε και η χαρά χάθηκε. Γιατί στο νου της ήρθε εκείνο το θεριό, ο άντρας της, ο ξυλοκόπος, που θα φαινόταν το απόγευμα, όπως κάθε φορά με το τσεκούρι στον ώμο του, που θα έδινε μια στην πόρτα, θα κρέμαγε το πανωφόρι του στο καρφί, θα άρπαζε τη μαγκούρα και θα την έδερνε μέχρι να χορτάσει. Και το παιδί της; Θα έκανε κακό στο παιδί, στο δικό της παιδί, αυτό που της έφερε τη χαρά! Και βάλθηκε τώρα αυτή να σκαρφίζεται τρόπους να γλιτώσει το παιδί της από το θεριό, που δεν θα αργούσε να ακουστούν οι πατημασιές τους στο μονοπάτι «Νταπ-ντουπ, νταπ-ντουπ, νταπ-ντουπ».

Στάθηκε και παραφύλαξε δίπλα στο παράθυρό της κι η ώρα πέρασε, το απόγευμα έφτασε κι οι πατημασιές ακούστηκαν ξανά στο μονοπάτι. Τον είδε να έρχεται με τα μούτρα του σκοτεινιασμένα, τα γένια του πιο σκληρά από την καρδιά του, την καρδιά του πιο σκληρή από τα γένια του, το τσεκούρι του στον ώμο. Σίμωσε αυτός στην πόρτα, έδωσε μια κλωτσιά «γκαπ», μπήκε μέσα, έβγαλε το πανωφόρι του, το κρέμασε στο καρφί, άρπαξε τη μαγκούρα και τη σήκωσε να χτυπήσει τη γυναίκα του, κι εκείνη, την ώρα που είδε τη μαγκούρα να τρέμει πάνω από το κεφάλι της, φώναξε: «Μη! Μη με χτυπάς, άντρα μου! Άκου μια ιστορία που έφτιαξα σήμερα για σένα!». Και ξεκίνησε να του λέει μια ιστορία. Κι άνοιξε το στόμα της και κύλησαν οι λέξεις σαν νερό, κι οι λέξεις έγιναν εικόνες κι οι εικόνες μάγεψαν το μυαλό κείνου του θεριού. Κι έλεγε κι έλεγε κι έλεγε η γυναίκα ιστορίες χωρίς σταματημό και το θεριό γούρλωνε τα μάτια κι άφηνε το στόμα του ανοιχτό να χάσκει κι απόμενε με τη μαγκούρα σηκωμένη ψηλά, ασάλευτη πάνω από το κεφάλι της γυναίκας. Κι η γυναίκα έλεγε όλη τη νύχτα ιστορίες και σαν έφεγγε το πρώτο φως της νέας μέρας έπεφτε σε σιωπή. Το θεριό, ο ξυλοκόπος κατέβαζε τότε τη μαγκούρα του, πήγαινε στο καρφί, έπαιρνε το πανωφόρι του, το φορούσε, έβαζε το τσεκούρι του στον ώμο, έκλεινε την πόρτα με δύναμη πίσω του κι έβγαινε στο μονοπάτι να πάει να κόψει ξύλα μέσα στο δάσος.

Και την άλλη μέρα το απόγευμα ξανά τα ίδια. Στεκόταν μπροστά στη γυναίκα του με τη μαγκούρα σηκωμένη έτοιμος να τη χτυπήσει, κι εκείνη φώναξε ξανά: «Στάσου, άντρα μου, ν΄ ακούσεις, γιατί σήμερα με χτυπάς!». Κι άρχιζε ξανά μια καινούρια ιστορία, και το θεριό απόμενε με το μυαλό του μαγεμένο, τα μάτια ορθάνοιχτα, το στόμα να χάσκει, και πάλι αυτός να κρέμεται από το στόμα της γυναίκας και να ονειρεύεται τις ιστορίες που άκουγε, και η μαγκούρα έμενε ακίνητη στον αέρα μες στο τρεμάμενο χέρι του. Κι η γυναίκα έλεγε κι έλεγε όλη τη νύχτα χωρίς σταματημό, μέχρι που φάνηκε το πρώτο φως της καινούριας αυγής. Τότε έπεφτε στη σιωπή. Κι αυτό συνεχίστηκε για εννιά ολάκερους μήνες.
Ύστερα από εννιά μήνες γεννήθηκε ένα μωρό, που έφερε την αγάπη σε κείνο το ζευγάρι, και οι ιστορίες που έλεγε η γυναίκα που το κουβαλούσε σκορπίστηκαν σε ανατολή και δύση, σε βορρά και νότο κι απλώθηκαν παντού.

Ευλογημένη να είσαι, μάνα των παραμυθιών, γιατί αν δεν ήσουν εσύ κι οι ιστορίες σου, μπορεί σ΄ αυτόν εδώ τον κόσμο, το λόγο να είχαν μονάχα οι μαγκούρες…

(Γαλλία)

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Β. ΠΡΟΥΣΑΛΗΣ-Παραμύθια των παραμυθάδων, Εκδόσεις Απόπειρα


Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Τι είναι ευτυχία;

«…Είναι ευτυχία
ν΄ απλώνεις τις πετσέτες του φαγητού
μπρος στον Ήλιο
να προσεύχεσαι όταν περνά έγκυος
γυναίκα
να κρατάς την τελευταία κουταλιά
για τη συμβία σου
να προλαβαίνεις τα παιδάκια που τρέχουν
προς το γκρεμό

να μοιράζεις τα σύννεφα δυο-δυο
σε κάθε ουρανό
να επιστρέφεις τον Ήλιο με το ένα σου
δάχτυλο στην ανατολή του όπως
στα ρολόγια του παλιού καιρού
να χαίρεσαι που δεν είσαι μόνος
που δεν είσαι εσύ το κέντρο του κόσμου
που καταλαβαίνεις τι σου ζητούν
που δεν μετράς τι προσφέρεις,
που δεν είναι για πάντα
το καλύτερο για σένα
είναι ευτυχία…»

ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΛΟΥΣΤΑΣ-Ποιήματα (1986-1997), Εταιρία γραμμάτων και Τεχνών, Φλώρινα, 1997

Ένα εκπληκτικό ποίημα… Για καλή εβδομάδα…
(Να μας επαναφέρει. Κι ας προσπαθήσουμε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι… Έστω και λίγο λίγο λίγο καλύτεροι…)

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Η βελανιδιά και η φραουλιά

Μια μεγάλη βελανιδιά, κοιτάζοντας από ψηλά μια ταπεινή φραουλιά, της είπε: «Σε λυπάμαι! Είσαι τόσο μικρή, τόσο εύθραυστη … δίνεις τόσο λίγους καρπούς. Εγώ, αντίθετα, όχι για να το παινευτώ, αλλά με τα βελανίδια μου μπορώ να χορτάσω ολόκληρα κοπάδια γουρουνιών!»
«Έχεις δίκιο αγαπητή μου», απάντησε η φραουλιά. «Είναι αλήθεια ότι είμαι μικρή, αλλά είμαι περήφανη. Οι εκλεκτοί καρποί μου αρέσουν στους εξευγενισμένους ανθρώπους, ενώ οι δικοί σου χορταίνουν μόνο τα γουρούνια».

Παραμύθι από την Ισπανία
Κάθε μέρα κι ένα παραμύθι, εκδοτικός οίκος Π.Τραυλος

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

ΑΝΑΜΕΣΑ

Πάνω τ΄ ασήμια
και προς τα ψηλά όλο
το οπάλιο φως
στο νέο φεγγάρι.
Πιο κάτω εγώ.

Κι ανάμεσα
το σύννεφο το μαύρο εκείνο
που μουντζουρώνει την ελπίδα.

ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΛΟΥΣΤΑΣ,Ποιήματα (1986-1997), Εταιρία γραμμάτων και Τεχνών, Φλώρινα, 1997.

Η ελπίδα μουντζουρώνεται καθημερινά. Από ανθρώπους ανάξιους που όχι απλά δεν παράγουν και παρασιτούν, αλλά εμποδίζουν και τους άξιους να προσφέρουν… Η ελπίδα μουντζουρώνεται καθημερινά από ανθρωπάκια της δεκάρας που αν δουν τον εαυτό τους στον «καθρέφτη» θα τρομάξουν… Η ελπίδα μουντζουρώνεται καθημερινά, αλλά δεν σβήνεται και δεν πεθαίνει, γι΄ αυτό ακόμα δεν καταθέτω τα όπλα…

Καλή εβδομάδα

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Το μυρμήγκι και το άγριο περιστέρι

Διψασμένο το μυρμήγκι κατέβηκε στην πηγή να πιει νερό. Μα, καθώς έσκυβε, το πήρε το ρέμα και κόντευε να πνιγεί. Το είδε ένα άγριο περιστέρι που έτυχε να κάθεται σ΄ ένα δέντρο. Έκοψε ένα φύλλο και τ΄ άφησε να πέσει στο νερό. Το μυρμήγκι σκαρφάλωσε στο φύλλο και σώθηκε.
Σε λίγο ένας κυνηγός άπλωσε τα δίχτυα του για να πιάσει το αγριοπερίστερο. Τον είδε το μυρμήγκι και τον τσίμπησε στην φτέρνα. Ο άνθρωπος από τον πόνο άφησε να του πέσουν τα δίχτυα κι έτσι το αγριοπερίστερο βρήκε καιρό να πετάξει μακριά…

Αισώπου μύθοι, εκδόσεις Πεχλιβανίδης (διασκευή Γεωργίας Ταρσούλη)


Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Ο τενεκές

Σ΄ έναν κήπο μια χαρά
κι από λούλουδα σπαρμένο
επετάξαν μια φορά
έναν τενεκέ σπασμένο.

Μαραθήκαν οι μοσκιές,
εξεράθηκαν και οι κρίνοι,
μα ο καλός σου τενεκές
πάντα… τενεκές θα μείνει.

Δ.Γρ. Καμπούρογλου

Καλή εβδομάδα