Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Ανυπόταχτη πολιτεία (απόσπασμα)

«Η ποίηση του Ρίτσου (γεν. το 1909) είναι πολυφωνική και πολύμορφη. Κύρια χαρακτηριστικά της ο όγκος, η πολυμέρεια, ο πληθωρικός λυρισμός και ο προβληματισμός που αναφέρεται στην κοινωνική δράση των ανθρώπων και στις ιδέες τους. Επίσης στον εσωτερικό κόσμο του ατόμου, στα συναισθήματα και τις αντιδράσεις του, όπως εντάσσονται στη σφαίρα της συλλογικής (εθνικής και παγκόσμιας) αλληλεγγύης. Οι οραματισμοί του ποιητή για έναν κόσμο καλύτερο, θα τονώσουν ακόμη περισσότερο την πίστη του στον άνθρωπο και θα μπολιάσουν την ποίησή του με μια κατά βάση ηρωική αισιοδοξία και αγωνιστική διάθεση. Την ποίησή του θα τη χρησιμοποιήσει ως όπλο στον αγώνα για ελευθερία, ισότητα και ειρήνη. Κέντρο της ποίησής του θα παραμένει πάντα ο άνθρωπος.
Η Ανυπόταχτη πολιτεία γράφτηκε από τον Αύγουστο του 1952 ως το Φεβρουάριο του 1953, όταν ο Ρίτσος επέστρεψε απ΄ τον Αι- Στράτη, όπου είχε εξοριστεί. Ο ποιητής επιστρέφοντας νιώθει ένα οδυνηρό ξάφνιασμα από τη μορφή που πάει να πάρει η «ανυπόταχτη πολιτεία», η ηρωική Αθήνα. Η πολιτεία, διόλου ανυπόταχτη τώρα, συνεχίζει τη ζωή της μέσα στις καινούριες συνθήκες, όπου τίποτε δε θυμίζει τους νωπούς αγώνες, τίποτε δε δικαιώνει τις θυσίες. Η εικόνα αυτή κάνει τον ποιητή επιθετικό και ειρωνικό απέναντι στους συμβιβασμένους, τους βολεμένους. Η λήθη των μεγάλων αγώνων, οι αμβλυμένες συνειδήσεις, η προσαρμογή στη νέα κατάσταση, η ξενοκρατία και η φαυλότητα εξοργίζουν τον ποιητή, που δεν παύει ωστόσο να κηρύττει την αγάπη, ούτε παραιτείται από τον οραματισμό του και τον πόθο του για ειρήνη, για «ένα τραγούδι που θα κάνει ελεύθερο τον κόσμο», όπως γράφει σ΄ ένα του στίχο»

Κείμενα νεοελληνικής λογοτεχνίας, ΟΕΔΒ, Αθήνα,1998 (στ΄ έκδοση)

ΙΙ
Η πολιτεία περνάει μέσ΄ απ΄ τα φώτα της.
Η πολιτεία ανάβει τις φουφούδες της μεσοκαλόκαιρα στις γωνίες
των δρόμων.
Η πολιτεία μοσκοβολάει ψημένο καλαμπόκι.

Α, πολιτεία, αγαπημένη μου,
με τους κεραυνούς σου μυστικά αποθηκευμένους στους υπόνομους
κάτου στα υπόγεια, βαθιά βαθιά, με το χτικιό, με τη φτώχεια,
με την τρέλα.

Α, πολιτεία μου του τίμιου ιδρώτα,
η νύχτα σου με το εκδρομικό σακίδιο στον ώμο της
γυρνώντας απ΄ την Κυριακή προς τη Δευτέρα, με τις πευκοβε-
λόνες στα μαλλιά της
και με το κοκκινόχωμα στα χέρια της –Ανυπόταχτη, ανυπό-
ταχτη, ανυπόταχτη,
σπιθίζοντας την οργή σου κάτου απ΄ τ΄ άπληστα ρουθούνια των
εμπόρων
φτιάχνοντας σκάλες με τα δεκανίκια των ανάπηρων
για ένα πολύ ψηλό σπίτι
για ένα πολύ ψηλό βουνό
για έναν πολύ ψηλό ουρανό
να φτάσεις το πόμολο του ήλιου
και ν΄ ανοίξεις την πόρτα στον κόσμο.
Ακούστε αυτό το τρίξιμο της πόρτας
μέσα σ΄ όλη την έκταση της νύχτας
πάνου απ’ τους γλόμπους των θυρωρείων, πάνου απ΄ τις πινακίδες
όπου χασμουριούνται τα κλειδιά των απόστρατων.

Αχ πολιτεία αλλοπαρμένη με τα ροζιασμένα χέρια σου.
Ακούστε αυτό το τρίξιμο της πόρτας.

Δυο εργάτες με τις φόρμες τους περνούν πιασμένοι σβέρκο σβέρκο.
Ένα κορίτσι αφήνει χάμου τους κουβάδες του για να μπορέσει να
χαμογελάσει.
Οι στύλοι του τηλέγραφου δρασκελούν με τα μακριά τους πόδια
το σκοτάδι.

Άνθρωποι με σκυφτό κεφάλι γυρνούν κοιτάζοντας το χώμα
σαν να μετράν τη γη και το μάκρος των τάφων και το μάκρος του
ίσκιου τους
σα να ψάχνουν για το κλειδί του σπιτιού τους και για την καρδιά
τους.
Ο αγέρας μιας πυρκαγιάς φουσκώνει τα σκισμένα τους πουκάμισα.

Α, πολιτεία, πολιτεία. Έχετε δει μια πολιτεία πιο γυμνασμένη
στο θυμό και στην πείνα και στον έρωτα;
Μια πολιτεία πιο αγαπημένη;
Πολιτεία μου,
οι ταμπέλες στα σταυροδρόμια σου δεν είναι πια γερμανικές,
αμερικάνικες είναι. Πότε λοιπόν θα διαβάσουμε τα ονόματα των
οδών σου στη γλώσσα μας;


Όλα τα παράθυρα προσηλωμένα στο ρολόι της καρδιάς σου –
ποιάν ώρα περιμένουν; ποιο δευτερόλεπτο;
ποια μυστική προθεσμία περιμένουν;

Ναι, θα τον ρίξουμε μια μέρα ανάσκελα τον πόνο.

Ακούστε αυτό το τρίξιμο της πόρτας. Ελάτε
να βοηθήσουμε την πολιτεία που κοιλοπονάει τα μετάλλινα παιδιά
της.
Εσύ είμαι εγώ.
Εσύ κι εγώ, είμαστε εμείς.
Οι άξονες έχουν πολύ τεντωμένα τα νεύρα τους
κι έχουν πολλά τραγούδια που δεν τα ‘παν ακόμα.
Ποιος φταίει που λείπει το τραγούδι μας;
Εσύ κι εγώ κι εμείς.

Πολιτεία του κατραμιού και του θυμού και του ασβέστη, φταίμε
εμείς.
Ακούστε το τρίξιμο της πόρτας. Ελάτε.
…………………………………………………………………
Χρωστάω ένα αφιέρωμα στον σπουδαίο μας ποιητή Γιάννη Ρίτσο, ελπίζω κάποια στιγμή να καταφέρω να το κάνω.

Καλή (και σε εγρήγορση)εβδομάδα σε όλους :)

«Ακούστε το τρίξιμο της πόρτας. Ελάτε.»



Δεν υπάρχουν σχόλια: