Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Η χρονιά που πέρασε

Λες και δεν πέρασε ποτέ
η χρονιά η περσινή.
Φαντάζει κιόλας μακρινή.

Έμεινε μόνο ένα φύλλο
στο ημερολόγιο του τοίχου,
όπως μέσα στην οθόνη μένει
η σκηνή η τελευταία,
όπου γράφεται το «τέλος»
με μικρά ή κεφαλαία.

Θέλω τον καινούριο χρόνο
φωτεινό κι αστραφτερό,
σαν αφόρετα παπούτσια,
σαν κολλαριστό φουρό.

Τα φετινά παπούτσια…
πού θα με πάνε αλήθεια;
Ουφ, φτάνουν οι ερωτήσεις:
δρόμος μεγάλος, ανοιχτός
είν’ μόνο αυτός που πάει εμπρός!

ΤΖΑΝΙ ΡΟΝΤΑΡΙ, Χαρούμενα μαγικά Χριστούγεννα, εκδόσεις Μεταίχμιο.

Καλή εβδομάδα. Άντε να δούμε και το 2014…

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Παράκληση στον Αϊ-Βασίλη

Όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, ας ξαναθυμηθούμε ένα υπέροχο παραμύθι…
……………………………
Ο πατέρας έντυσε με τα καλά του ρουχαλάκια τον Αρτέμη, τον πήρε από το χεράκι και πήγαν στο μαιευτήριο. Θα έβλεπε ύστερα από μια βδομάδα τη μαμά του΄ είχε πάει σ’ αυτό το..πώς το λένε...το Μαιευτήριο, να γεννήσει την αδελφούλα του.

Ο Αρτέμης ήτανε μουτρωμένος.

-Τη μαμά και το αδερφάκι σου πάμε να πάρουμε. Γιατί κατέβασες τα μούτρα σου;, τον μάλωσε ο πατέρας.

Δεν ήθελε να το πει, αλλά ήταν πολύ στεναχωρημένος. Ζήλευε. Φοβόταν ότι η μαμά του θα αγαπούσε περισσότερο το μωρό. Γι’ αυτό.

Όταν έσπρωξαν την πόρτα του δωματίου της μαμάς του στην κλινική, την είδαν να κρατά στην αγκαλιά της το μωρό και να το παρατηρεί σκεφτική. Άπλωσε τα χέρια του, έτρεξε προς το κρεβάτι της, ακούμπησε το κεφαλάκι του στην αγκαλιά της και έκλαψε. Αλλά και η μαμά δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά της κι ο μπαμπάς το ίδιο΄ έκανε τάχα πως κοιτάζει αμέριμνα έξω από το παράθυρο.

Ο Αρτέμης έσκυψε να δει το προσωπάκι της αδερφής του, και τότε όλη του η ζήλια εξαφανίστηκε. Μπα! Ήταν δυνατόν ν΄ αγαπούσε η μαμά του αυτό το μωρό περισσότερο από κείνον!

-Πως είναι έτσι;, απόρησε.

-Δηλαδή;, έκανε τάχα απορημένη η μαμά του.

-Δεν είναι όμορφο...

-Έτσι είναι όλα τα μωρά όταν γεννηθούν. Θέλουν καιρό να στρώσουν.

-Σαν Κινέζα είναι, επέμενε ο Αρτέμης. Να την τσιμπήσω λιγάκι;

-Τσίμπα την αλλά ελαφρά, μην την πονέσεις.

Ο Αρτέμης θα ήθελε να της δώσει μια γερή τσιμπιά, να βγάλει το άχτι του, αλλά την τσίμπησε ελαφρά, να μην την πονέσει. Τη γαργάλησε. Την ξανατσίμπησε. Αλλά η αδερφούλα του τίποτε. Ούτε χαμογέλασε, ούτε έκλαιγε.

Και γύρισαν σπίτι...

Κι όλα άλλαξαν. Σα να μπήκε ένα γκρίζο σύννεφο στο σπίτι.

Πρώτα απ΄ όλα η μαμά του δε γελούσε όπως πριν. Τι να ‘γινε εκείνος ο ήλιος που φεγγοβολούσε στο πρόσωπό της; Η γιαγιά του έπλεκε ροζ ζαπουνάκια κι αναστέναζε. Ο μπαμπάς γύριζε συλλογισμένος από τη δουλειά κι έτρεχε να δει το μωρό στην κούνια.

Και πως το πρόσεχαν το μωρό: τρεις φορές τη μέρα, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, του έκαναν μπάνιο και του έτριβαν χέρια και πόδια.

-Αμάν πια, θα το μαδήσουν, σκεφτόταν ο Αρτέμης, που δεν το ζήλευε πια.

Αλλιώς τα φανταζόταν τα πράγματα, κι όσο περνούσε ο καιρός τίποτα απ’ όσα είχε φανταστεί δε γινόταν. Αντίθετα, πρόσεχε ότι ο κόσμος κοίταζε παράξενα την αδερφούλα του όταν την έκαναν βόλτα με το καροτσάκι. Αλλιώς χαμογελούσαν σε κείνον κι αλλιώς στο μωρό τους. Πολλοί έλεγαν "αχ, το καημένο", κι η μαμά στεναχωριόταν πολύ. Κι ο πατέρας έφερνε συνέχεια γιατρούς στο σπίτι.

Μια μέρα η μητέρα μιλούσε ψιθυριστά στο τηλέφωνο.

-Μα φυσικά έλεγε, αυτά τα παιδιά καθυστερούν σε όλα.

Δηλαδή που καθυστερούσε το μωρό τους; Ο Αρτέμης δεν μπορούσε να καταλάβει. Έπρεπε να του εξηγήσουν.

-Μαμά, που καθυστερεί το μωρό μας;, τη ρώτησε όταν τελείωσε το τηλεφώνημα.

Ήταν μια δύσκολη στιγμή για τη μητέρα του. Ο Αρτέμης το κατάλαβε γιατί έπιασε το κεφάλι της σα να ήθελε να στρώσει τα μαλλιά της κι αναστέναξε:

-Έλα, του είπε, να σου καθαρίσω ένα μανταρίνι και τα λέμε.

Πήγαν στην κουζίνα. Σοβαρή η μαμά, σοβαρός κι ο Αρτέμης.

-Η αδελφούλα σου, όπως έχεις ήδη καταλάβει, Αρτέμη μου, δεν είναι σαν και σένα. Είναι διαφορετική. Συμβαίνουν αυτά στη ζωή. Πρέπει να το παραδεχτούμε.

-Να το παραδεχτούμε, συμφώνησε ο Αρτέμης.

-Είναι όμως δύσκολο. Πρέπει να το ξέρεις. Γιατί η αδερφούλα σου μπορεί να καθυστερήσει και στο περπάτημα και στην ομιλία. Μπορεί να μην καταλαβαίνει εύκολα όσα καταλαβαίνει εσύ. Μπορεί να μην καταφέρει να διαβάσει ποτέ.

-Θα της διαβάζω εγώ, προθυμοποιήθηκε ο Αρτέμης.

-Αυτό θέλουμε κι εγώ κι ο μπαμπάς σου. Να την αγαπάς και να την βοηθάς. Όταν νιώθει την αγάπη γύρω της θα μεγαλώσει πιο εύκολα. Είναι όμως δύσκολο, επέμενε η μαμά. Πρέπει να έχεις υπομονή.

-Θα έχω, μη σκας.

Κι αποφάσισε να γίνει Ρομπέν των Δασών για την αδελφή του. Ο γενναίος κι ατρόμητος ιππότης που προστάτευε τους αδύνατους.

Καθόταν η αδελφή του στο παρκάκι της ήσυχη και αμίλητη, κι ο Αρτέμης την τρέλαινε στην κουβέντα. Τα τραγούδια που μάθαινε στο νηπιαγωγείο πρώτα σε κείνην τα τραγουδούσε. Με τα τουβλάκια μόνο δεν τα πήγαιναν καλά. Γιατί η αδερφή του δεν καταλάβαινε και τα έριχνε όλα κάτω. Τότε ο Αρτέμης την έδινε μια τσιμπιά, ελαφρά, να μην την πονέσει.

Όσο περνούσε ο καιρός και πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, μια αγωνία είχε φωλιάσει στην καρδιά του. Τεσσάρων χρονών ήταν κι αυτός. Τι να σου κάνει; "Άραγε, σκεφτόταν, ο Αϊ-Βασίλη φέρνει δώρα στα παιδιά που καθυστερούν;";

Το είπε στη γιαγιά του.

-Να προσευχηθείς, τον συμβούλεψε εκείνη.

Κι ο Αρτέμης προσευχήθηκε το ίδιο βράδυ.

-Άγιε μου Βασίλη, μην ξεχάσεις να φέρεις δώρο στην αδελφή μου. Δεν φταίει αυτή αν καθυστέρησε λιγάκι. Αυτά συμβαίνουν στην φύση. Πρέπει να το παραδεχτούμε, είπε η μαμά μου. Μην την ξεχάσεις, γιατί τώρα τελευταία άρχισε να μας χαμογελά. Μην πικραθεί. Άσε που είναι ένα πεντακάθαρο κοριτσάκι. Τρεις φορές τη μέρα της κάνουν μπάνιο΄ κι αν έχεις καμιά μαγική ένεση, δεν την φέρνεις, μήπως και γίνει καλά; Θέλω να παίζουμε τουβλάκια, αλλά μου τα ρίχνει όλα κάτω.

Αμήν...



Αγγελική Βαρελλά

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Χριστουγεννιάτικες ευχές!

Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την πας ως την άκρη του κόσμου.
Να την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα
αναμμένα για τα Χριστούγεννα –στο τζάκι του νέγρου
ή του Έλληνα χωρικού. Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά
στα παράθυρα των φυλακισμένων. Εγώ
μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο.
Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την κάνεις τις νύχτες
ορατές νότες, έγχρωμες,
στον αέρα του κόσμου.

Να την κάνεις αγάπη.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ- Το παιδί με τη σάλπιγγα

Χρόνια πολλά και καλά. Με αλήθεια στη ζωή μας, χωρίς ζήλεια, με δυναμισμό, με τα μάτια μας ανοιχτά και, επιτέλους, με δράση και αντίδραση, όχι άλλη παθητικότητα και αδιαμαρτύρητη ανοχή σε όλα :)

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

Η φάτνη

Καμιά χρονιά η μικρή φάτνη, που είχαν ετοιμάσει, με τα ίδια τους τα χεράκια, τα παιδιά, για να πουν μπροστά της την παραμονή των Χριστουγέννων, το ωραίο τραγουδάκι, που τους είχε μάθει η δασκάλα τους, δεν είχαν πετύχει σαν τούτη τη χρονιά. Σωστή φάτνη! Τα παιδάκια είχαν μαζευτεί τριγύρω της και την καμάρωναν.

Τίποτε δεν της έλειπε. Τα χοντρά ζωγραφισμένα χαρτόνια την έκλειναν ολόγυρα, σαν αληθινοί τοίχοι από πλίθες. Η σκεπή της, με το ανάριο βαμπάκι, που είχαν σκορπίσει απάνω της, φάνταζε σα χιονισμένη. Και μέσα της έβλεπε κανείς στο βάθος το παχνί των αγελάδων. Και δεν έλειπαν ούτε οι αγελάδες. Από τα παιχνίδια τους είχανε βγάλει τα παιδιά τρεις μικρές ωραίες αγελάδες, σκαλισμένες απάνω σε άσπρο ξύλο, και τις είχαν στήσει μπροστά στο παχνί. Και καθώς είχαν σκυμμένα τα κεφάλια τους, τα ωραία ζώα, απάνω στις τούφες του σανού, έλεγες πως βοσκούσαν, σα να ήταν ζωντανά. Το πάτωμα ήτανε στρωμένο παντού με σκόρπια άχυρα, που φάνταζαν, από μακριά, σα χρυσό, χνουδωτό χαλί. Κι απάνω στο παχύ αυτό χαλί είχαν ξαπλώσει τα παιδιά δυό ασπρόμαλλα προβατάκια, από πορσελάνα, που τα είχαν βρει κι αυτά στα παιχνίδια τους και, σε κάποια κόχη, κοντά στην πόρτα, ένα κουλουριασμένο μαντρόσκυλο, που έλεγες, πως ήταν αληθινό και λαγοκοιμόταν στη γωνιά του, για να φυλάει τους βοσκούς και τα ζωντανά.

Καταμεσής της φάτνης είχανε στήσει την κούνια του μικρού Χριστού. Αυτή την είχε φτιάσει η μεγαλύτερη αδερφούλα τους, με μεταξωτά και με νταντέλλες και ήτανε αληθινή κούνια για βασιλόπουλο. Δεν της έλειπαν ούτε η κουνουπιέρα, από κάτασπρο, χιονάτο τούλι. Μέσα στην κούνια κοιμότανε ο μικρός Χριστούλης, ένα ωραίο, ξανθό κουκλάκι, από πορσελάνα, ολόγυμνο. Κι απάνω του έσκυβε ένα προβατάκι, που είχαν στήσει δίπλα στην κούνια, σα να παράστεκε στον ύπνο του μικρού.

-Παιδιά, ώρα να κοιμηθείτε –τα φώναξε η μητέρα τους- για νάχετε αύριο όρεξη να πείτε το τραγουδάκι σας του μικρού Χριστού. Ελάτε.
Μα τα παιδιά είχαν ξεχάσει κάτι.

-Καλέ, παιδιά –φώναξε η μικρότερη αδερφή- ξεχάσαμε να βάλουμε τους αγγέλους απάνω στη στέγη της φάτνης. Και πώς θα γεννηθεί ο Χριστούλης, χωρίς τους αγγέλους;

-Μονάχα τους αγγέλους; της είπε ένα αδερφάκι της. Και το άστρο των μάγων; Πώς θα βρουν οι μάγοι, χωρίς το άστρο, τη φάτνη, για να φέρουν τα δώρα τους στο Χριστούλη; Θα χαθούνε μέσα στη σκοτεινή νύχτα.

Έτρεξαν αμέσως τα παιδιά, έψαξαν στα παιχνίδια τους και, σε λίγο, έφεραν δυό ωραίους άγγελους με κάτασπρες φτερούγες, από χαρτόνι κι ένα μεγάλο άστρο από χρυσόχαρτο. Έστησαν τους αγγέλους απάνω στα χιόνια της στέγης, κάρφωσαν το χρυσό άστρο στην πόρτα της φάτνης –όλα πια ήσαν έτοιμα- και πήγανε να πλαγιάσουν.

Όλοι είχαν κοιμηθεί στο ευτυχισμένο σπίτι.

Η μικρούλα, όμως, που είχε στήσει τους αγγέλους, με τις κάτασπρες φτερούγες, απάνω στη στέγη της φάτνης, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν της κολλούσε ύπνος. Σηκώθηκε κρυφά από το κρεβατάκι της και πήγε, αλαφροπατώντας στις μύτες των ποδιών της, να ξανακαμαρώσει μια φορά ακόμα, την ωραία φάτνη. Τι ήταν αυτό που είδε; Θεέ μου! Έτρεξε και ξύπνησε τα αδερφάκια της.

-Ελάτε να ιδήτε…

Έτρεξαν όλα μαζί.

Μέσα στη σκοτεινή κάμαρη, η μικρή φάτνη ήτανε φωτισμένη μ’ ένα γαλάζιο φως και μέσα στην κούνια, ο μικρός Χριστούλης –το κουκλάκι- κουνούσε τα δυό του χειλάκια, σα να είχε ξυπνήσει εκείνη τη στιγμή από τον ύπνο, και χαμογελούσε στα παιδάκια.

Τα παιδιά, που είχαν δει το θαύμα, άφηκαν μια φωνή τρομαγμένης χαράς, που σήκωσε όλο το σπίτι στο πόδι.

-Τι είναι, καλέ! Τι τρέχει;

Πρώτη έφτασε, αλαλιασμένη, με τα νυχτικά της, η μητέρα, ύστερα ο πατέρας, ύστερα τα μεγαλύτερα αδέρφια, ύστερα οι υπηρέτριες. Όλο το σπίτι βρέθηκε γύρω από τα σαστισμένα παιδιά.

-Τι είναι, καλέ; Τι πάθατε;

Τα παιδάκια έδειχναν, με το δάχτυλο, τρομαγμένα, τη φωτισμένη φάτνη και το μικρό Χριστό, που κουνούσε τα χεράκια του και χαμογελούσε. Μα οι μεγάλοι δεν έβλεπαν τίποτε. Κανείς δεν έβλεπε τίποτε.

-Πηγαίνετε γρήγορα στα κρεβάτια σας, παλιόπαιδα… τους είπε η μητέρα τους. Στο όνειρό σας θα τα είδατε αυτά που λέτε.

Μα τα παιδιά δεν τα είχαν ιδεί στο όνειρό τους αυτά, που έλεγαν. Έβλεπαν ακόμα τη φάτνη λουσμένη μέσα σ’ ένα γαλάζιο φως και το μικρό Χριστούλη, που κουνούσε τα χεράκια του και τους χαμογελούσε.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ-Μικρές ιστορίες
……………………………………………………..
Χρόνια πολλά, καλές γιορτές!

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Η διαστημική Μπεφάνα

Η Μπεφάνα από έναν μακρινό πλανήτη
ταξιδεύει μ’ έναν πύραυλο καβάλα,
πετάει από αστέρι σε κομήτη,
δώρα κουβαλάει, μικρά και μεγάλα.
Τις διευθύνσεις των καλών παιδιών
έχει στον υπολογιστή της.

Ή μάλλον όλων των παιδιών της γης
τις έχει πάντοτε μαζί της,
γιατί το ξέρουμε πια καλά
πως δεν υπάρχουν κακά παιδιά!

ΤΖΑΝΙ ΡΟΝΤΑΡΙ


Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Μία εναλλακτική χριστουγεννιάτικη ευχή με ένα παραμύθι!

Φέτος ας μην αρκεστούμε σε μία απλή χριστουγεννιάτικη κάρτα. Ο Θεοφάνης Θεοφάνους και η Αντιγόνη Καψάλη σας προτείνουν να ευχηθείτε στους φίλους σας με ένα εναλλακτικό παραμύθι. Καλές γιορτές!

Ο ΠΙΕΡΟΤΟΣ

Σύντομη περίληψη

Τα Χριστούγεννα δεν είναι μόνο λαμπιόνια. Δεν είναι μόνο ακριβά δώρα. Δεν είναι μόνο χρυσόσκονη. Είναι και κάτι άλλο. Βαθύτερο. Το μήνυμα της γέννησης του Θεανθρώπου μάς θυμίζει, πιο έντονα από κάθε άλλη περίοδο του έτους, πως κουβαλάμε στους ώμους μας μια μεγάλη ευθύνη. Το αύριο των παιδιών. Η αγκαλιά ενός γονιού απαλύνει πληγές, σταλάζει παρηγοριά. Μερικά παιδιά δεν την έχουν. Κάποιοι εν δυνάμει γονείς δεν έχουν πού να τη δώσουν. Το παραμύθι του Πιερότου ελπίζει ν΄ αποτελέσει έναν κρίκο σε αυτή την αλυσίδα αγάπης.

Μπορείτε να κατεβάσετε ΔΩΡΕΑΝ το ψηφιακό βιβλίο «ο Πιερότος» (σε μορφή .pdf) ή να το διαβάσετε, επίσης δωρεάν, σε μορφή εικονικού βιβλίου, μέσω της διεύθυνσης: http://issuu.com/theofanistheofanous


Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Χριστόψωμο

Από τα πολύ παλιά τα χρόνια, οι γυναίκες, την ημέρα των Χριστουγέννων έβγαζαν στο τραπέζι της γιορτής το Χριστόψωμο. Είναι ένα ψωμί ζυμωμένο όπως όλα τ’ άλλα, όμως είναι σε σχήμα κουλούρας.

Με πολλή τέχνη όλες οι νοικοκυρές, τις παραμονές της μεγάλης γιορτής, με ζυμάρι απ’ αυτό του ψωμιού, έφτιαχναν κάθε λογής μικρούτσικα στολίδια.

Ανάλογα με τη δουλειά που έκανε ο πατέρας της οικογένειας, η νοικοκυρά στόλιζε το Χριστόψωμο: αν ήταν δηλαδή αγρότης το στόλιζε δέντρα φορτωμένα καρπούς, κοτούλες, πουλιά, αγελάδες, το κάρο με το άχυρο, και το μποστάνι με τα λαχανικά. Αν πάλι ο πατέρας ήταν ψαράς, έφτιαχνε ψάρια κάθε λογής, τη βάρκα με τα δίχτυα της, αλλά και την αμμουδιά και τα κύματα της θάλασσας.

Έτσι, οι παραδοσιακές γυναίκες χάριζαν στην οικογένειά τους για την ημέρα των Χριστουγέννων όμορφα έργα μεγάλης τέχνης κι έκαναν μ’ αυτό τον τρόπο μιαν ευχή, ο μικρός Χριστός που μόλις είχε γεννηθεί να ευλογεί το σπίτι και τ’ αγαθά του, να χαρίζει υγεία και καλή σοδειά για το νέο χρόνο που θα ξεκινούσε.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ, Κείμενα-Εικόνες Εύα Καραντίνου, εκδόσεις Άγκυρα

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Ο μάγος των Χριστουγέννων

Αν ήμουν εγώ ο Αϊ-Βασίλης,
θα ‘φερνα ένα δέντρο γιορτινό
σε κάθε διαμέρισμα, σε κάθε σπίτι,
ψηλό απ’ το πάτωμα ως τον φεγγίτη.
Όχι όμως ψεύτικο ή πλαστικό,
μα ένα δέντρο αληθινό,
του δάσους έλατο ή πεύκο
με φρέσκο αέρα στα κλαδιά,
που να σκορπίζει ευωδιά
από ρετσίνι σε κάθε σπίτι,
φωλιά για το μικρό σπουργίτι.
Και στα κλαδιά να λάμπουν οι καρποί:
γλυκά και δώρα για κάθε παιδί!

Και με το μαγικό ραβδί μετά
στους δρόμους θα ‘κανα μαγικά!

Δέντρα θα φύτευα στις λεωφόρους,
με μπάλες, τρένα και δορυφόρους,
κούκλες μοντέρνες που λένε «μαμά»
και αυτοκίνητα τρομερά.

Και όλα τζάμπα για τα παιδιά!

Στην πλατεία Σαν Κοζιμάτο
θα φυτέψω δέντρο μαντολάτο,
μα και στην οδό Τριτόνε
το δέντρο με τα πανετόνε.
Στη λεωφόρο Μπουότσι πάλι
θα βάλω τάρτες πορτοκάλι,
και στην Αγία Σουζάνα για όποιον θέλει
δίπλες τραγανές με μέλι!

Ε, τι λέτε, προχωράμε;
Η μαγεία τώρα αρχίζει:
πάρτε θέση, ξεκινάμε,
για να στήσουμ’ ένα δέντρο
μέσα στην πλατεία Μαντσίνι,
να ευωδιάσει το ρετσίνι.

Στην οδό Κομπάνι πάλι
τ’ αεροπλάνο θα μας βγάλει.

Κάθε δρόμος κι ένα δέντρο,
στολισμένο, φωτισμένο,
με καλούδια φορτωμένο,
προσμένει απόψε τα παιδιά,
να κόψουν δώρα απ’ τα κλαδιά.

Δώρα πολλά, παιχνίδια ωραία,
άλλα παλιά και άλλα νέα,
φεύγει το ένα, φυτρώνει άλλο
πιο ωραίο ακόμα και πιο μεγάλο!

Μα και στη οδό Κοντότι λέω
να φτιάξω δέντρο ψηλό κι ωραίο,
για τους μεγάλους αυτή τη φορά,
με ρούχα, παπούτσια και παλτά!

Αν ήμουν μάγος, θα τα έκανα όλ’ αυτά.
Μα δεν είμαι, τι να κάνω;

Μόνο ευχές έχω να δώσω.
Ευχές πολλές, ευχές για όλους.
Διαλέχτε όποια σας αρέσει,
πάρτε απ’ την άκρη –ή απ’ τη μέση.

ΤΖΑΝΙ ΡΟΝΤΑΡΙ-Χαρούμενα μαγικά Χριστούγεννα, εκδόσεις Μεταίχμιο




Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Ένα Μ ά ι κ ω β ο για όλα τα παιδιά...

Πήρα τον κατηφορικό δρόμο ολομόναχος. Το βράδυ ζύγωνε με κρύα πόδια. Θα μ’ έλιωνε σαν ένα έντομο που το πέτυχε στο δρόμο νυχτιάτικα. Προχώρησα τρία βήματα και σταμάτησα. Οι δυο γέροι φίλοι μου κούτσαιναν ακόμη πάνω στο δρόμο τσάκα τσάκα κι έφευγαν κατά το χωριό τους. Θα ήταν κανένα απόμακρο χωριό με λασπένια καλυβάκια… που τα βράδια θα ‘καιε η φωτιά και θα ‘ψηνε το μαγείρεμα και τα κάστανα. Ο γεράκος έφευγε χωρίς να γυρίζει πίσω. Αν γύριζε ακόμη μια φορά πίσω, αν μου ‘λεγε ακόμη μια φορά «έλα να το πάιμε το σπίτι με το Τραγιάν…» μπορεί και να πήγαινα. Μπορεί…

Μα δεν πήγα. Έστριψα και πήρα την άλλη ψαλιδιά. Κάπου εκεί γύρω, ανάμεσα σε κάποιο δάσος θα βρισκόταν το Μάικωβο. Μπορεί να ‘χαν καιρό να πάνε παιδάκια και να ‘ταν οι δρόμοι του κλεισμένοι από βάτα. Κάπου θα έλαμπε σ’ ένα ρουμάνι από κουμαριές για να ‘χουν και το χειμώνα τα παιδάκια το φρούτο τους.

Μ ά ι κ ω β ο.

Τώρα μου φάνηκε πως πρέπει να το ‘χω δει. Α, χωρίς άλλο. Μα κι αν πάλι δεν το ‘χω δει το ίδιο, έχω δει χωρίς άλλο τα παιδιά του. Σε κάτι βιβλία της Πρωτοχρονιάς. Κάτι παιδιά κοκκινομάγουλα κάτου από καμπάνες με κορδέλες. Σπίτια χωμένα μες στα τριαντάφυλλα. Κάτι αβγά μεγάλα που κάθεται ολάκερη η φαμίλια μέσα και τραγουδάει. Και το τζάκι να μη σβήνει ποτές… Μέσα βράζουνε ζεστές σούπες και κάτι φαγιά που τα τρως και κοκκινίζουνε τα μάγουλά σου σαν μήλα. Ύστερα γλυκά… ολάκερες καραβιές γλυκά. Ναι, αυτό θα ‘ταν! Κρίμα να μην το ξέρω από τότες για να σημαδέψω το δρόμο… Τώρα…

Κάθισα σε μια πέτρα και περίμενα να περάσει κανείς να τον ρωτήσω. Μα οι περαστικοί ήταν λίγοι. Κάτι βιαστικοί βρακάδες. Άπλωναν τα χέρια τους και «ααα…» κάνανε. «Νιέ ζναμ». Ρώτησα μια γερόντισσα Βλαδοβίτισσα, κουφή. Δεν πήρε χαμπάρι τι έλεγα. Αν περίμενα έτσι θα μ’ έβρισκε το βράδυ. Ξεκίνησα λοιπόν για τον κατήφορο κι όποιον αντάμωνα. Και δε στάθηκα άτυχος. Λίγο πιο κάτου, σ’ ένα κατηφορικό περιβόλι, ένας βρακάς παππούς τρυγούσε τα κυδώνια του. Είδα τα γένια του και παρηγορήθηκα. Το ‘ξερα πια. Όλοι οι αξούριστοι μπαρμπάδες ήταν καλοί με τα παιδιά. Όπως οι εκκλησιές έχουν το σταυρό τους, έτσι κι οι γέροι έχουν το γένι τους για σημάδι της καλής τους καρδιάς.

-Καλημέρα, μπάιτσε…

Δε μ΄ άκουσε. Μουρμουρίζοντας μέσα στα γένια του ένα παλαιικό ντόπιο τραγούδι μάζευε τα κυδώνια του. Οι γέροι τραγουδάνε σαν τα μωρά. Κάνουν «α-ααα» και δεν ξεχωρίζεις τι λένε. Είναι και οι χαβάδες τους κλαψάρικοι…
-Μπάιτσε (πήδηξα το χαντάκι του). Καλησπέρα!

Ο τραγουδιστής έκοψε το τρύγημα και το τραγούδι. Με κοίταξε με το χωριάτικό του ξάφνιασμα, σαν παλιός γνώριμος του σπιτιού μας. Σβάρνισε με το δάχτυλό του τον ιδρώτα απ’ το κούτελό του και τον πέταξε στο χώμα.
-Τι χέλει, μαλέτσκο; Ντούνκι; Φάε…

Καθάρισε ένα κυδώνι απ’ το χνούδι του απάνου στο βρακί του και μου το ‘δωκε…
-Φάε…
-Όχι, μπάιτσε. Φχαριστώ.
-Γκιατί μπρε;
-Να, έτσι… Δε θέλω.
-Και τι χέλει;

Καθόμουνα και τον κοιτούσα… Αν με πιάσει στο ψιλό; Αν ο Ζλατάν ήτανε κάνας γερο-ψεύτης και μα κορόιδεψε; Μα η μέρα έφευγε. Θα με πρόφταινε η νύχτα στο δρόμο. Και τότες τι κάνουνε; Να φτάσεις νύχτα σε ξένο χωριό… Δεν κάνει… Θα μου πεις, ένα Μάικωβο δεν τα ξεσυνερίζεται κάτι τέτοια… Δε λέω… Μα πάλι… Ε, κι έπειτα; Εγώ θα τον ρωτήσω κι ό, τι γίνει έγινε!
-Μπάιτσε!

-Α…
-Μην και ξέρεις… μην άκουσες… μη
-Τι;
-Μην και ξέρεις κατά που πέφτει…
-Πχοιο;
-Μην έτυχε ν’ ακούσεις κατά πού πέφτει το… Μάικωβο;
Ο γέρος δεν πραξενεύτηκε καθόλου. Το γένι του γιόμισε γλύκα.
-Μάικωβο; Πώς, το κσέρει;
-(Αχ…) Και… πού είναι, μπάιτσε; Πού;
-Α; Κοίτακσε (ο γέρος άπλωσε τα χέρια του και τα ‘κανε δρόμους): Κοίτακσε… τα πάει… τα πάει… τα πάει… Έκει ένα χωριό. Ντεν είναι τη Μάικωβο, είναι την Όσλοβο. Τα πάει… τα πάει… τα πάει… Έχει άλλο χωριό. Ντεν είναι τη Μάικωβο, είναι τη Λέσκοβο. Τα πάει… τα πάει… τα πάει… Έκει άλλο χωριό. Είναι τη Μ ά ι κ ω β ο! (Ζεστάθηκα σαν να μου φορέσανε γούνα)!
-Φχαριστώ μπάιτσε. Και είναι μακριά, μπάιτσε; Ε; Είναι πολύ μακριά;
-Όκι. Ντυο τσιγκάρε.
-Φχαριστώ (μέσα μου θύμωσα λίγο με το γερο-Ζλατάν, τον ψεύτη). Φχαριστώ, μπάιτσε.
-Γκειάσο μαλέτσκο. Καλό στράτα. Τώρα χέλει ένα ντούνκι; Πάρ’ το ένα, το τρώει στο δρόμο.
-Φχαριστώ.
Το πήρα και ξαναπήδηξα το χαντάκι. Μα κάτι ακόμα έπρεπε να ξεκαθαρίσω , μια και τόνε βρήκα έτσι βολικό.
-Και… δε μου λες, μπάιτσε…
-Α…
-Είναι μεγάλο, ε;
-Πχοιο;
-Είναι μεγάλη πολιτεία, ε
-Πχοιο;
-Μα το Μάικωβο, ποιο άλλο;
-Πολιτεία; Αααα φα!... φα!... φα!... Πολιτεία! Ααα φα, φα, φα!... (τι άσκημος που ήταν! Είχε και κάτι σάπια δόντια…) Αα… φα, φα, φα!
-Ώστε δεν είναι έτσι… Δεν είναι μεγάλο το Μάικωβο;
-Ααα… φα, φα, φα! Μιγκάλο; Ουφτώ κούκια! (οχτώ σπίτια). Ου, ου… φα, φα, φα…
Έσφιξα τις γροθιές μου.
-Γελάς; Γελάς και δεν ντρέπεσαι;… Κρίμα στα γένια σου! Αυτό μονάχα σου λέω… Κρίμα στα γένια σου.
-Αμπρέ!
Ο γέρος έκοψε ξαφνικά το χάχανο. Απόμεινε σαστισμένος, λυπημένος’ κι άπλωνε τα χέρια του. Ήθελε να με καλοπιάσει, και δεν έβρισκε τίποτα. Μοναχά αφουγκραζότανε σαν να βούιζαν γύρω στ’ αφτιά του μέλισσες. Έκρυψε και τα σάπια του δόντια.
-Αμπρέ… αμπρέ… Ολοένα αυτό έλεγε.
-Να και το παλιοκύδωνό σου!
Το γένι του ήταν σαν μαραμένος θάμνος. Άπλωσε το χέρι του. Έβλεπα κει ένα χωριάτικο χέρι να ρωτάει.
-Αμπρέ!... Αμπρέ, μαλέτσκο… Κλαίει; Γκιάτι…

-Δε θέλω να ξέρω κανένα σας! Είσαστε όλοι… -ήμαρτον Γιοβάν- όχι δεν είναι κανείς σας γαιδούρι! Είσαστε όλοι «μπίσκες»!

Έφευγα χτυπώντας δυνατά τα πόδια μου στο χώμα. Και τα πετραδάκια τρυπούσαν τις σόλες μου σαν μερμήγκια.

Δεν ήρθε πολύ ξοπίσω μου. Έμεινε κει πάνω απ’ το χαντάκι με το χέρι του απλωμένο. Η μιλιά του κρύωσε μες στα δόντια του. Έμενε’ κι ο αέρας του ανέμιζε τα μαλλιά. Το βλέμμα του κυνηγούσε τα βήματά μου. Όχι, δεν ήθελα να ξέρω κανένα τους.

Έφευγα. Είχα κιόλας χαθεί μες στα μεγάλα δέντρα του δρόμου. Έφευγα πατώντας άτσαλα τα φύλλα. Ήμουν σαν ολομόναχο χελιδόνι που δεν πρόφτασε ν’ ακολουθήσει τ’ αδέρφια του και το πήρε ο χειμώνας. Σε λίγο θα ήταν νύχτα΄ κι έτρεμα, μες στ’ απόβραχο… Έτρεμα μα έφευγα.
Κάτου στα ριζά, η βουβάλα έχυνε το γάλα της αφριστό… Ας το ‘χυνε. Εγώ δεν ήθελα τίποτα πια τώρα. Βιαζόμουνα να προσπεράσω το σύρραχο, να πάω σ’ ένα απάγκιο, να στρώσω στα πόδια μου κείνο το Μάικωβο και να χαϊδέψω σαν ακριβό γυαλί που μου το τσάκισαν. Κι ύστερα να πασκίσω να συνταιριάξω τα κομμάτια του, να τα κολλούσα –αν κολλούσε τα σπασμένα κομμάτια με δάκρυα.

Μα σαν προσπέρασα το βουναλάκι και βγήκα στο ξέφωτο, εκεί, στο τέλος του σύθαμνου, ένας άλλος κόσμος με περίμενε. Ένας κόσμος φωτερός, κάτασπρος! Ένα μαγικό χαλί που το ξεδίπλωσαν μπρος στα πόδια μου και μ’ άφησαν βουβό. Ένας κάμπος ανοιχτός, καταγάλανος, που κολυμπούσε στην καταχνιά του απόβραδου. Καταμεσής του ένας άσπρος δρόμος τον ρίγωνε στα δυο. Είχε τα μπράτσα του τεντωμένα απ’ ανατολή σε δύση. Το ‘να ακουμπούσε στα πόδια μου. Τ’ άλλο κυλούσε ως κάτου στα πέρατα κυνηγώντας τους καπνούς. Με τύλιξε μεμιάς η μυρουδιά του, γιομάτη άχερο κι αλογίσιο ιδρώ. Σ ι γ ο υ ρ ι ά. Γιόμισ’ ο κόρφος μου. Τώρα θ’ αρπαχνόμουν απ’ αυτό το τεντωμένο σκοινί και σίγουρα –ποιος ξέρει;- μπορεί και εκεί κάτου στην άκρη του, μπορεί να ήταν σκαλωμένο το Μάικωβο.

-«Πάμε;»… Ήταν μια φωνή παλιά, συρμένη στην άπλα της δημοσιάς. Γνώριμη φωνή. Ρώτησα (τα σκονισμένα γένια του δρόμου σάλεψαν).
-Ποιος είσαι; ρώτησα. Ο μπάιτσε Γιοβάν; Ο μπάιτσε Ζλατάν;
-«Όχι»μου κάνει. «Είμαι ο μπάιτσε-Δ ρ ό μ ο ς…»
-Εσύ;… Εσύ; Ήρτες; Αλήθεια; Στάσου… άφησέ με να ψάξω τη σκόνη σου.
-«Πάμε;»
-«Ναι. Μα εγώ είμαι για το Μάικωβο. Αν συμφωνείς για το Μάικωβο…»
-«Πάμε, Κριφ… Εσένα ήρθα να πάρω».
Ένα αυλάκι καλοναρχούσε δίπλα του. Φαίνεται πως θα το ‘χε ο μπάιτσε-Δρόμος για να πλένει τα πόδια του απ’ τη σκόνη.
-«Θα ‘ρτεις;» ξαναρωτάει.
Συλλογιζόμουνα. Ένα κατσικάκι βέλαξε πίσω. Γύρισα. Ήταν βατραχάκι. Σε μεγάλο λούσο βρισκότανε. Φορούσε πλουμιστό γιλέκο και πέτσινα γάντια σταχτιά. Είχε βρει το Μάικωβό του!
-«Πάμε;», μου ξαναλέει ο δρόμος;

Μιλούσε ο Άι-Βασίλης, γερο-πλανευτής. Χρόνια τον ακολουθούσα –κι ήταν με άδεια σακούλια. Του ‘δινα το χέρι στα τυφλά, χωρίς να μου δείχνει τίποτα. Τώρα το χέρι του έδειχνε Μάικωβο.

Μ ά ι κ ω β ο ! Κάτι ασπρολόγαε στην άκρη του χεριού του. Μα η καταχνιά δε μ’ άφηνε να καλοδώ. Αχ! αν μπορούσε ο ουρανός να μου φέξει λίγο να δω πού πάω. Κι ο ουρανός μ’ ἀκουσε! Τράβηξε την κουρτινίτσα του σύννεφου και… «Ορίστε, Κριφ… μου λέει –δες…»
Είδα. Αααα!... Ναι, ναι… Αυτό ήταν. Ναι, αυτό ήταν! Να τα όλα. Τα σπίτια από φίλντισι. Θεόρατα σπίτια συννεφένια, χρυσά στο λούσιμο του ήλιου. Τζάμια που φεγγοβολούν και μου κάνουν το μάτι. Οι τρούλοι του γυαλίζουν σαν γλόμποι. Όλα είναι όπως τα ‘δειχναν τα βιβλία. Γιομάτα γιρλάντες, γιομάτα τριαντάφυλλα. Μάικωβο!... που είχε ζωή για τα παιδιά. Μάικωβο με τα μεταξωτά του. Να και μια τράνη λυγιστή γέφυρα που πέρναει σαν φέστονι πάνου απ’ το κεφάλι μας.

-«Ε, πάμε, λοιπόν, μαλέτσκο;» με ρωτάει ξανά.
Σηκώθηκα. Ήμουν τόσο ψηλός, που τα μαλλιά μου άγγιξαν την κορδέλα.
-«Πάμε;…..» με ξαναρωτάει για τελευταία φορά, και μου γαργαλάει το δάχτυλο με μια πετρίτσα. Έσφιξα το λουρί μου:
-Εντάξει!... Πάμε, μπάιτσε… Π ά μ ε!

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Συννεφιάζει








Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑ

Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ
πάνω στην καταστροφή,
δεν κοίταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους,
δεν πρόφτασα να δω πως λείπουνε
από τη συντροφιά μου,
πως έχασαν τον αέρα που εγώ αναπνέω
και πως η μουσική των λουλουδιών,
ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράματα
δεν έρχεται στ’ αυτιά τους’
ακόμα δεν χλιμίντρισαν τ’ άλογα
που θα με φέρουν πλάι τους.
Να τους μιλήσω,
να κλάψω μαζί τους
και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους’
όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος,
σαν τίποτα να μην είχε γίνει,
σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ
Καλή εβδομάδα

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Χριστούγεννα: κάντε δώρο ένα βιβλίο!


Τα Χριστούγεννα είναι ταυτισμένα με τα δώρα. Δώρα από τον Άγιο Βασίλη, από τους γονείς στα παιδιά, από τις γιαγιάδες και τους παππούδες στα εγγόνια, από τους νονούς στα βαφτιστήρια, από τους φίλους και τους συγγενείς. Βέβαια τα συχνότερα δώρα που κάνουν όλοι στα παιδιά αυτές τις μέρες είναι τα παιχνίδια.


Η δική μου πρόταση για τις φετινές γιορτές, πέρα από τα παιχνίδια που για πολλούς λόγους είναι κι αυτά απαραίτητα, είναι να προσθέσουμε στα δώρα μας και ένα βιβλίο.

Εκτός από την παιδαγωγική του αξία, που είναι αδιαμφισβήτητη, υπάρχουν δύο ακόμη θετικά στοιχεία για να το προτιμήσετε:
1. Είναι μία επιλογή οικονομική.
2.Αν το προσέξει, θα μείνει για πάντα στην βιβλιοθήκη του παιδιού.

Σας προτείνω λοιπόν δέκα βιβλία, που εγώ και τα παιδιά μου έχουμε στην βιβλιοθήκη μας και αγαπάμε ιδιαιτέρως!
...................
Περισσότερα μπορείτε να δείτε εδώ:
http://sugarmama.gr/index.php/prosopa/item/603-xristoygenna-kante-doro-ena-vivlio

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Ένα παραμύθι και ένα ποίημα για τα Παιδιά


Το πιάτο του Αλέξανδρου

Στο πιάτο του Αλέξανδρου είναι ζωγραφισμένα παιδιά. Όταν τρώει το φαί του, τα βλέπει εκεί μέσα γελαστά και χαρούμενα. Όλα αυτά τα ζωγραφιστά παιδιά είναι φίλοι του. Φορούν διαφορετικές φορεσιές, από διάφορες χώρες. Μαζί με τη μαμά του τους έχουν δώσει ονόματα. Τους μιλάνε, τους ρωτάνε αν τους αρέσει το φαγητό και περνάνε πολύ όμορφα.

Του Αλέξανδρου του αρέσει η σπανακόπιτα. Η μαμά του την κάνει πεντανόστιμη. Μα το μεγάλο γλέντι γίνεται με τη φασολάδα. Ο Αλέξανδρος καταπίνει τη ζεστή σούπα και ταΐζει τους φίλους του.

-Ένα φασόλι για τον Τζώνη.

-Ένα καρότο για τη Νατάσα.

-Μην κρύβεσαι, Αντουανέτα, τρώγε τη φασολάδα σου!

Και την τρώει όλη εκείνος…

Ένα βράδυ, την ώρα που η μάνα έστρωνε το τραπέζι, ο πατέρας άνοιξε την τηλεόραση. Ο Αλέξανδρος στρώθηκε στο φαί, μπροστά στο πιάτο του, όπου μοσχοβολούσε ένα κομμάτι σπανακόπιτα.

Ξαφνικά η τηλεόραση έδειξε μια έρημο.

Ο ήλιος έκαιγε τις πέτρες.

Πάνω στην άμμο περπατούσαν ξυπόλητα παιδιά, αγέλαστα. Με μεγάλα μάτια. Με ποδάρια λιγνά σαν καλάμια. Με χέρια σαν κλωστές.

Ο Αλέξανδρος πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε τέτοιο πράγμα.

Ένα απ’ αυτά τα παιδιά άπλωσε το χέρι κρατώντας ένα πιάτο, σαν να ήθελε να το δείξει στον Αλέξανδρο. Δεν ήταν ζωγραφισμένο. Ήταν τσίγκινο.

Δεν ήταν γεμάτο. Ήταν άδειο.

Η σπανακόπιτα περίμενε μοσκοβολώντας. Μα ο Αλέξανδρος δεν είχε πια όρεξη. Του φάνηκε πως όλη εκείνη η άμμος είχε φράξει το λαιμό του, κι ότι το σπίτι τους γέμισε άδεια τσίγκινα πιάτα.

-Φάε, Αλέξανδρε, έλεγε η μάνα.

-Δεν πεινάω, μουρμούρισε το παιδί.

Ο εκφωνητής έλεγε τα δικά του λόγια στην τηλεόραση. Κάτι, όπως: «Η βοήθεια… και η πείνα… τα παιδιά… στην Τράπεζα… όποιος θέλει να βοηθήσει να πάει στην Τράπεζα…».

Και κάτι άλλο που δεν τα καταλάβαινε. Την Τράπεζα όμως την ήξερε. Στη γωνιά του δρόμου ήταν μία. Πήγαινε με τον πατέρα του καμιά φορά.

Ώστε έτσι λοιπόν; Δεν ήταν όλα τα παιδιά γελαστά και χορτάτα, όπως έδειχνε το πιάτο του; Υπήρχαν Τζώνηδες και Νατάσες που πεινούσαν;

Η μάνα δεν επέμενε άλλο για φαγητό και πήρε το ζωγραφιστό του πιάτο και το έβαλε στο φούρνο της κουζίνας.

Την άλλη μέρα ο Αλέξανδρος ζήτησε από τη μητέρα του το πιάτο του. Την παρακάλεσε να τον πάει ως την Τράπεζα. Στην Τράπεζα δεν είχε πει ο εκφωνητής; Ε, στην Τράπεζα θα πήγαινε κι εκείνος.

Η μητέρα του του έκανε το χατίρι.

Στάθηκαν στην ουρά. Οι άλλοι γύρω έβλεπαν τον Αλέξανδρο με το πιάτο στο χέρι και χαμογελούσαν. Μα εκείνος ήταν πολύ σοβαρός.

Έφτασε στο ταμείο. Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του. Απόθεσε το πιάτο με τη σπανακόπιτα στο γκισέ κι έκανε να φύγει…

-Τι είναι αυτό; ρώτησε ξαφνιασμένος ο ταμίας.

-Είναι… (κόμπιασε το παιδί), πες μαμά… είναι για τους φίλους μου στην έρημο… Η τηλεόραση το είπε να έρθουμε στην Τράπεζα… Κι έφερα την πίτα μου.

Έκανε πάλι να φύγει.

-Στάσου, ξαναφώναξε ο ταμίας. Κι εσύ;

-Μα εγώ έχω πίτα στο σπίτι… απόρησε ο Αλέξανδρος.

Τα μάτια του ταμία γυάλισαν. Κι όλων των άλλων που περίμεναν στη σειρά. Κι έτσι, πολλά λαμπερά και συγκινημένα μάτια συνόδεψαν το παιδί, που προχωρούσε προς την έξοδο. Η μάνα του του κούμπωνε με στοργή το παλτό και του έλεγε:

-Πάμε τώρα στο σπίτι. Αλέξανδρε. Πάμε.

Αγγελική Βαρελλά

…………………………

Σεμίλα

Το ξέρω, Σεμίλα,

Ο πόλεμος τρόμαξε τη μικρή σου καρδούλα.

Το ξέρω, Σεμίλα,

ο πόλεμος μεγάλωσε τα μάτια σου.

Το ξέρω, Σεμίλα,

μέρες τώρα πεινάς.

Μην κλαις, Σεμίλα,

θα σου φέρω τον ήλιο μου.

Μην κλαις, Σεμίλα,

θα σου φέρω την αγάπη μου.

Μην κλαις, Σεμίλα,

θα σου φέρω την καρδιά μου.

Χέρι με χέρι θα διώξουμε τον πόλεμο,

χέρι με χέρι θα μοιράσουμε το ψωμί.



Μην κλαις, Σεμίλα.



Γιώτα Παρθενίου


Από το Ανθολόγιο λογοτεχνικών κειμένων για το νηπιαγωγείο, ΟΕΔΒ.

…………………………

Αφιερωμένη στα Παιδιά είναι η σημερινή μέρα. Ας διδαχτούμε από εκείνα για να δημιουργήσουμε έναν πιο δίκαιο, πιο ανθρώπινο, πιο πολύχρωμο κόσμο.

……………………….

«Η Γιούνισεφ (UNICEF) είναι μία οργάνωση του ΟΗΕ για τα παιδιά, τιμημένη το 1965 με βραβείο Νόμπελ για την προσφορά της. Ιδρύθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1946 από τη γενική συνέλευση του νεοσύστατου τότε διεθνούς οργανισμού για να βοηθήσει τα παιδιά της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Κίνας μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η ονομασία της προέρχεται από τα αρχικά των αγγλικών λέξεων United Nations International Children's Emergency Fund (Διεθνές Έκτακτο Ταμείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Παιδιά).

Το 1953 η UNICEF έγινε μόνιμο τμήμα του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών, με κεντρικά γραφεία στη Νέα Υόρκη και αποστολή την κάλυψη των μακροπρόθεσμων αναγκών των φτωχών παιδιών και των μητέρων τους στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Το 1954, ο ηθοποιός Ντάνι Κέι ανακηρύσσεται πρώτος πρεσβευτής της UNICEF, με αρμοδιότητα την ευρεία δημοσιοποίηση των αναγκών των παιδιών όλου του κόσμου. Από τότε και μέχρι σήμερα, παγκοσμίου φήμης καλλιτέχνες, αθλητές και συγγραφείς τάσσονται στην υπηρεσία της UNICEF ως «Πρεσβευτές Καλής Θέλησης» ή «Ειδικοί Εκπρόσωποι» της. Στην Ελλάδα, πρώτος πρεσβευτής καλής θέλησης υπήρξε ο συγγραφέας Αντώνης Σαμαράκης. Πρέσβειρα καλής θέλησης της UNICEF στην Ελλάδα είναι, επίσης, η ακαδημαϊκός Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ.»



Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/articles/194#ixzz2n9dhpKVK











Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Ανθρώπινα δικαιώματα και Μενέλαος Λουντέμης

Η Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 10 Δεκεμβρίου, σε ανάμνηση της υπογραφής της Παγκόσμιας Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από τη γενική συνέλευση του ΟΗΕ στις 10 Δεκεμβρίου 1948. Όραμα των εμπνευστών της, ένας κόσμος με δικαιώματα και ελευθερίες χωρίς διακρίσεις.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/worldays/81#ixzz2n5nQlVlZ
………………………..
Ο Μέλιος απ’ τη θέση του έμεινε στην αρχή άφωνος. Ύστερα, άρχισε σιγά σιγά να καταλαβαίνει… Κάποιοι άνθρωποι, που δεν ήξερε ποιοι, ούτε για ποιο λόγο, σκάβανε ανάμεσα απ’ τους ανθρώπους χαντάκια, σήκωναν αξεπέραστα βουνά. Ποιοι ήταν και γιατί το κάνανε; Ένα μόνο καταλάβαινε. Ότι σ’ αυτή τη ζωή είχε ο καθένας τη θ έ σ η του, που δεν ήταν όμοια για όλους. Τώρα, ποιος ήταν αυτός που μοίραζε τις θέσεις;… Μήπως ο θεός; Μα οι μεγάλοι, εξόν απ’ τ’ άλλα κακά που κάνανε, κάνανε και τούτο: Φκιάξανε το θεό σύμφωνα με το μπόι τους και δεν περίσσευε θεός για παιδιά.
Του ‘ρθε να ξεφωνίσει. Να ξεφωνίσει την αδικία. Ύστερα έσφιξε τα χέρια του. Και τότε, για πρώτη φορά, ανακάλυψε ότι η μόνη δύναμη, που μπορούσε να στηρίζεται, ήταν μες στα χέρια του. Ήταν ο ε α υ τ ό ς του. Ο μικρός φτωχός εαυτός του. Κανένας άλλος.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Ένα παιδί μετράει τ' άστρα


Ας μην καθίσουμε να μετρήσουμε
ποιανού δάκρυα ήταν πιο ζεστά.
Μπορεί πιο ζεστά να ‘ναι κείνα
που δε χύθηκαν ακόμη.

Ας μην καθίσουμε να ρωτήσουμε
ποιο αίμα ήταν πιο κόκκινο.
Μπορεί πιο κόκκινο να ‘ναι
κείνο που πρόκειται να χυθεί.

Ας μη ρωτήσουμε να μάθουμε
ποιανού ιδρώτας ήταν πιο καφτός.
Όλοι οι ιδρώτες έχουνε τη γέψη-
που ‘χουν τα δάκρυα.

Λοιπόν…
Ας μην πνιγόμαστε στους ορισμούς.
Στις χρονικές και κτητικές αντωνυμίες.
(«Σήμερα»… «Χτες»… «Αύριο»…)
Κλάψαμε χτες στην Αφρική
με τα βασανισμένα μάτια των Νέγρων.
Κι αύριο θα κλάψουμε στη Σαϊγκόν
με τα οργισμένα μάτια των Βιετναμέζων.
Αύριο μπορεί να πέσουμε στο Κογκό
ή να ιδρώσουμε στην Κούβα.

Γιατί είμαστε από κείνους
που ιδρώνουνε, πεθαίνουνε και κλαίνε
σε κάθε κορμί που ιδρώνει και κλαίει.
Κρυώνουμε σήμερα στη ζούγκλα.
Ιδρώνουμε αύριο στον Αρκτικό .

Το κορμί μας είναι ένας πλανήτης.
Με όλα μαζί τα κλίματα.
Πόνεσε, κλάψε, πείνα.
Μόνο μην κάνεις τον άλλον
να πονέσει και να πεινά.
Κι εσύ φημισμένε, εσύ δοξασμένε
εσύ, δυνατέ… Ένα μόνο ξέρε:
Πως όσο ψηλά κι αν ανεβείς
ποτέ δε θα φτάσεις το μπόι των χαμηλών
που θυσιάστηκαν για ψηλά πράγματα!

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ (Από Το σπαθί και το φιλί)


Το πιο πολύτιμο ρούχο μας.
Το πιο επίσημο ρούχο μας.
Το πιο εμφανίσιμο ρούχο μας.
Η χλαμύδα μας.
Το φράκο μας.
Το νυχτικό μας.

Το μόνο σωστό μας.
Το μόνο πιστό μας.
Το μόνο αιώνιο ρούχο μας
είναι το πετσί μας.

Και δεν ντρέπομαι αν είναι μαύρο,
άσπρο
ή μελαμψό.

Ντρέπομαι για κείνους που το χωρίζουν
σε μαύρο,
άσπρο
και μελαμψό.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ






Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Σ’ ένα κομμάτι
κλεμμένο χαρτί
διπλωμένο στα τέσσερα
θα σου γράψω
ένα ποίημα
με στίχους που στάζουν βροχή
και δυο στροφές
σ’ απόχρωση βαθιά μπλε

Οι λέξεις διάφανες κι απλές
-με λιγοστά εφόδια
κινούνται πια οι ποιητές-
Ριπή μες στη σιωπή
η γραφή
χωρίς ρίμα η μουσική.
Με μόνο αφιέρωση
«Στο λαθραναγνώστη της ψυχής».

Αλεξάνδρα Γαλανού
………………………………..
Καλή εβδομάδα :)

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Ένα λιοντάρι με πυρετό μαθαίνει να μην είναι κακό :το πρώτο μου παιδικό βιβλίο!

Τι γίνεται όταν ένα μικροσκοπικό περιπλανώμενο κουνούπι μεταφέρει το συνάχι του στον –μέχρι εκείνη τη στιγμή- ακλόνητο βασιλιά των ζώων; Ένας απλός πυρετός θα οδηγήσει το αγέρωχο λιοντάρι σε μία από τις βασικές αρχές της ζωής: η αγάπη και ο σεβασμός είναι αδύνατο να συνυπάρξουν με το φόβο…

Με οδηγίες για 6+1 παραμυθοπαίχνιδα (βασισμένα στη Γραμματική της Φαντασίας του Τζάνι Ροντάρι)
.........................

Το βιβλίο μπορείτε να κατεβάσετε δωρέαν από εδώ:

http://www.saitapublications.gr/2013/12/ebook.68.html


Περισσότερα: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=34962#ixzz2mb9pPBdH


Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Ματή, το μαγικό ψιθύρισμα: Ένα παραμύθι για την Παγκόσμια Ημέρα των Ατόμων με Αναπηρίες

Ο Φάνης το έγραψε με πολύ μεγάλη αγάπη και είμαστε συγκινημένοι και χαρούμενοι που βρήκε τον δρόμο του…

……………………………………

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ



Αφιερωμένο στα παιδιά όλης της γης,

στις κόρες μου,

στη Ματή και στον τρόπο που βλέπει τον κόσμο.

Τι κι αν είναι ένα κορίτσι με ειδικές ανάγκες. Είναι ίδιο με τ' άλλα.

Έχει μέσα της τους ίδιους φόβους, τις ίδιες απορίες, τις ίδιες

ανασφάλειες, την ίδια περιέργεια να ψηλαφίσει το αύριο και το

δικαίωμα για ζωή το οποίο κουβαλούν όλα τα παιδιά από

γεννησιμιού τους, ανεξαρτήτως χρώματος, φύλου, καταγωγής.

Όσο εύκολο λοιπόν είναι να βρίσκουμε διαφορές μεταξύ μας, τόσο

εύκολο είναι να ανακαλύπτουμε και ομοιότητες.

………………

Βολέψου σε μια αγκαλιά,

θα ‘ναι σαν όνειρο,

μικρή προσευχή

πριν το ταξίδι της νύχτας,

ένας άγγελος θα έρθει

να σου ψιθυρίσει το μυστικό

σσσς…. εσύ μόνο ν’ ακούς…

την καρδιά σου!

Άνοιξε την παλάμη σου,

φύσηξε λίγη αστερόσκονη και… ξεκινάμε!

……………………

1… «Δεν μπορεί να δεχτεί πως μερικές στιγμές της μέρας είναι δύσκολες,

φορτωμένες με αναποδιές, με αρρώστιες, με θλίψη. Ήρθε όμως η ώρα

να αρχίσει να λαχταρά, να πεισμώνει και να μάθει πως κάθε πρόβλημα

έχει τη λύση του.»


2. «Δεν υπάρχει μέρα που να ξημερώνει χωρίς μια

απάτητη κορυφή, ένα απόρθητο κάστρο, μια ξεχασμένη μελωδία, μια

άγνωστη λέξη, μια μυρωδιά που προσδοκά να την ανακαλύψεις, για να

υψώσεις τη δική σου σημαία. Κερδίζοντας φορά τη φορά τα λάφυρά

σου».


3. «Το ουράνιο τόξο είναι η ένωση του ήλιου με τη βροχή. Η επιβεβαίωση

πως αν προσπαθήσεις αρκετά, αψηφώντας την τεμπελιά και τη ζήλια,

θα τα καταφέρεις. Το ουράνιο τόξο περικλείει μέσα του τις

χαρούμενες φωνές των παιδιών, αγκαλιές, χάδια και τις επιθυμίες των

ονείρων μας. Το ουράνιο τόξο είναι η σφραγίδα της υπόσχεσης του

Θεού προς τον άνθρωπο. Πως μέσα από τις δυσκολίες έρχεται η

λύτρωση.»


4. «Το γλυκό κοριτσάκι έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Σάστισε αντικρίζοντας

το θαύμα! Ένιωσε για κάποια δευτερόλεπτα πως πετούσε. Έχασε τη

λαλιά της. Μόνο ένιωθε. Πρωτόγνωρα συναισθήματα, ανακούφισης και

ανυπομονησίας για το αύριο. Όχι δεν ήταν η πιο όμορφη μέρα της ζωής

της αν το αναρωτιέστε. Ακολούθησαν κι άλλες, κι άλλες που είδε,

άγγιξε, αισθάνθηκε ακόμα πιο σημαντικά πράγματα. Καμία ημέρα δεν

υπερτερεί. Σας το υπόσχομαι πως όλες ξεχειλίζουν μοναδικά μαγικές

στιγμές αρκεί να μην τις βεβηλώνουμε με ανούσιες σκέψεις. Έζησαν

αυτοί καλά και δώσε κλώτσο να γυρίσει, η ιστορία της Ματή να

ξαναρχίσει!»

………………………

Ο Θεοφάνης Θεοφάνους γεννήθηκε το 1982.

Μεγάλωσε στο Δάσος Χαϊδαρίου από Κύπριους

γονείς.

Φοίτησε στους εκπαιδευτικούς οργανισμούς

Ακμή, Δομή, ΑΤΕΙ Φλώρινας, Athenian College.

Παρακολούθησε σεμινάρια συγγραφικής τέχνης

στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.

Είναι παντρεμένος, έχει δυο κόρες: την

“Πριγκίπισσα Καπριτσιόζα”, την “Μια Σταλίτσα”,

άπειρα παραμύθια, και ζουν όλοι μαζί –έτσι, από

πείσμα- στην πόλη της Φλώρινας.

Το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο «12 Εκδοχές για

Εκείνη», τυπώθηκε από τις εκδόσεις «Περί

Τεχνών» το 2009.

Μία από τις πιο σημαντικές λογοτεχνικές

διακρίσεις του ήταν το «Βραβείο Ομήρου» από

τον «Σύλλογο Λόγου, Τέχνης και Ελληνικού

Πολιτισμού Βαυαρίας».

E-mail επικοινωνίας:

theofanis_theofanous@yahoo.gr

..........................


Η Ραφαέλα Φαντασία

γεννήθηκε στην Ιταλία και

μεγάλωσε στην Κύπρο. Είναι

φοιτήτρια στο Τμήμα

Ιατρικής του Πανεπιστημίου

Θεσσαλίας. Στον ελεύθερο

της χρόνο ασχολείται κυρίως

με τη ζωγραφική, τη μουσική

και τη λογοτεχνία.

......................

Αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο προλογίζει η υπέροχη μαμά Χριστίνα

http://www.eimaimama.gr/2012/12/oloi-eimaste-en-dynamei-amea.html


Μπορείτε να τo κατεβάσετε δωρεάν από εδώ:

http://www.saitapublications.gr/2013/12/ebook.67.html

Σύντομη περίληψη

Η αληθινή ιστορία ενός κοριτσιού που δε δάμασε τα κύματα, δεν κατατρόπωσε μυθικά τέρατα σε μια νύχτα, δε χρίστηκε ηρωίδα κανενός παραμυθιού! Απλά κατάφερε να ξεπεράσει τους φόβους και τους δισταγμούς της, βλέποντας τη ζωή όπως ακριβώς είναι… υπέροχη!


Περισσότερα: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=34945#sc#ixzz2mOzwUhfX

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

Δεκέμβρης μήνας
ο γιός του Χειμώνα
φέρνει μαζί του
τρανή γιορτή.

Δέντρα, στολίδια
φώτα κι αστέρια
μοιράζουνε λάμψεις αστραφτερές.

Η πόλη φοράει
τα γιορτινά της
βιτρίνες, παιχνίδια
γλυκές μυρωδιές.

Κι εκείνη τη νύχτα στις 25
βγαίνει έν’ αστέρι και χαμογελά.
Γεννιέται ο Χριστός μας
την αγάπη Του αφήστε
να σας χαϊδέψει την καρδιά.

Ήχοι γλυκοί
στους δρόμους χορεύουν
καμπάνες, τρίγωνα
ακορντεόν.

Φωνές παιδικές
τις πόρτες χτυπάνε.
Ελάτε, ανοίξτε
γιορτάστε λοιπόν!

Βούλα Ηλιάσκου –Καίτη Δαλμάτσου-Ζερβουδάκη, 12 μήνες τραγούδια, εκδόσεις Πατάκη.

.........................

Καλή εβδομάδα να 'χουμε :)

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ (α’ μέρος)

Όταν έρθει εκείνη η ώρα
ο Άι-Βασίλης με τα δώρα.

Τώρα η πλάση όλη ησυχάζει,
κάποιο θάμα μας ‘τοιμάζει.

Στο άγιο σπήλαιο της νυκτός,
φως, γεννήθηκε ο Χριστός.

Άρχοντες, καλήν ημέρα!
Έρχομαι απ’ το δάσος πέρα.

Από χιόνι έχω παιχνίδια
κι από κρύσταλλα στολίδια.

Μπορεί ο Δεκέμβριος να μην έχει πολλά «καλλιτεχνικά ψευδώνυμα» όπως ο προηγούμενος μήνας, όμως ο λαός δεν τον έχει αφήσει παραπονεμένο μιας και τον αποζημίωσε με ένα πλήθος παροιμιών που αναφέρονται σε αυτόν.

Ας δούμε μερικές ονομασίες και στη συνέχεια ας πάρουμε βαθιά ανάσα για να διαβάσουμε ένα ολόκληρο κατεβατό από παροιμίες για τη χάρη του!

Άσπρος μήνας ή Ασπρομηνάς (για το κρύο και τα χιόνια που φέρνει),
Νικολοβάρβαρα (για τις γιορτές των Αγίων Νικολάου και Βαρβάρας),
Χριστουγεννάς (για τα Χριστούγεννα, τη μεγάλη γιορτή της Χριστανοσύνης).

ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ
(αντιγράφω κάποιες ενδεικτικά)
«Να ‘ναι Χριστούγεννα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα, και τα Λαμπρά βρεχούμενα, τα αμπάρια γιομισμένα».
«Δεκέμβρη μου, με πάγωσες και πώς να ξεπαγιάσω».
«Δεκέμβριος, Χριστού γέννηση και καλός μας Χρόνος».
«Το τραγούδι με τον τρύγο, το Δεκέμβρη παραμύθι».
«Χιόνι του Δεκεμβρίου, χρυσάφι του καλοκαιριού».
«Αν πρωιμίσει η μυγδαλιά κι ανθίσει το Δεκέμβρη, βαρύς χειμώνας κι όψιμος θε να ‘ρθει να μας εύρει».

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΥΡΙΚΗ, Περιοδικό Παράθυρο στην Εκπαίδευση του Παιδιού, τεύχος 84, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2013.
……………………………………..
Καλό μήνα και καλό χειμώνα σε όλους!

Με χιόνια, βροχές, τσουχτερό κρύο, απανωτούς σεισμούς και στολισμό σπιτιού υποδεχτήκαμε τον Δεκέμβριο και τον χειμώνα στη Φλώρινα και στο σπίτι μας…


Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

Χειμώνας

……………….
Χιονίζει…
………………

Σ’ όλους φόρεσε ο χειμώνας
άσπρους σκούφους στο χωριό.
Έβαλε κι ένα σκουφάκι
πάνω στο καμπαναριό.

Σκούφους άσπρους και σκουφάκια
βλέπεις σ’ όλα τα δρομάκια.

Βλέπει ο ήλιος και ζηλεύει,
χαμηλώνει και γυρεύει
γρήγορα απ’ τον κυρ Χειμώνα
από χιόνι μια κορόνα.

Μα τι κρίμα, σε λιγάκι
γίναν τα σκουφιά νεράκι!

Ελένη Χριστούλα-Πατελοδήμου, Ποιήματα για το φθινόπωρο και το χειμώνα, εκδόσεις Πατάκη.
………………………………
http://www.youtube.com/watch?v=g0uhieKvRXc



Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Τα ράφια στα Κέντρα Στήριξης Παιδιού και Οικογένειας, που λειτουργεί «Το Χαμόγελο του Παιδιού» πανελλαδικά, έχουν πλέον αδειάσει...


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Aθήνα, 27 Νοεμβρίου 2013



«Το Χαμόγελο του Παιδιού» συγκεντρώνει τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης για τα χιλιάδες παιδιά και τις οικογένειες που στηρίζει καθημερινά!



«Το Χαμόγελο του Παιδιού», παρά τις δυσκολίες, συνεχίζει σταθερά το έργο του, καθημερινά και πανελλαδικά. Μια από τις σημαντικές δράσεις του, είναι η υλική, κοινωνική, ψυχολογική και ιατρική βοήθεια σε χιλιάδες παιδιά και τις οικογένειές τους που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα διαβίωσης. Το α’ εξάμηνο του 2013 στήριξε πανελλαδικά 8.910 παιδιά και τις οικογένειές τους με προβλήματα διαβίωσης.



«Το Χαμόγελο του Παιδιού» για μια ακόμα χρονιά, κινητοποιεί πολίτες και φορείς, προκειμένου να συσπειρωθεί το σύνολο της κοινωνίας και να συγκεντρωθούν όσο το δυνατό περισσότερα είδη πρώτης ανάγκης για τα παιδιά, ενόψει Χριστουγέννων, αλλά και όλο το χρόνο, αφού «Το Χαμόγελο του Παιδιού» είναι δίπλα στα παιδιά 365 μέρες το χρόνο κι όχι μόνο τις γιορτές.



Η πανελλαδική συγκέντρωση τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης είναι μια πρωτοβουλία του Οργανισμού, που καλεί όλους να τη στηρίξουν, δεδομένου ότι ο αριθμός των οικογενειών που δεν μπορούν να καλύψουν ούτε τα στοιχειώδη για τα παιδιά τους, αυξάνεται δραματικά.



Τα ράφια στα Κέντρα Στήριξης Παιδιού και Οικογένειας, που λειτουργεί «Το Χαμόγελο του Παιδιού» πανελλαδικά, έχουν πλέον αδειάσει, ως συνέπεια των δυσμενών οικονομικών συνθηκών που αντιμετωπίζουν τόσο οι πολίτες όσο και οι εταιρίες στη χώρα μας.



Φέτος τα Χριστούγεννα, ας προσφέρει ο καθένας ότι μπορεί και ας χαρίσουμε χαμόγελα σε χιλιάδες παιδιά!



Συγκεντρώνουμε τρόφιμα καθ’ όλη την διάρκεια του Δεκεμβρίου, στα Κέντρα Στήριξης Παιδιού και Οικογένειας, σε όλη την Ελλάδα.



Τα σημεία συγκέντρωσης είναι:



● Κέντρο Στήριξης Παιδιού & Οικογένειας στο Μαρούσι

Διεύθυνση: Στουντίου 1 & Γκλιάτη, Μαρούσι, Τ.Κ. 15126

Τηλ: 2106095844 - E-mail: support@hamogelo.gr



● Κέντρο Στήριξης Παιδιού & Οικογένειας στο Ίλιον

Διεύθυνση: Αγίας Ελένης & Πλήθωνος Γεμιστού, Παλατιανή Ίλιον, Τ.Κ. 13121

Τηλ: 2105781060 - 2118003075 - E-mail: ilion@hamogelo.gr



● Κέντρο Στήριξης Παιδιού & Οικογένειας στη Θεσσαλονίκη

Διεύθυνση: Παπακυριαζή 3, Θεσσαλονίκη, T.K. 54645

Τηλ.: 2310 250160 – E-mail: thessaloniki@hamogelo.gr



● Κέντρο Στήριξης Παιδιού & Οικογένειας στην Πάτρα

Διεύθυνση: Όθωνος Αμαλίας 83, Πάτρα, Τ.Κ. 26221

Τηλ: 2610332499 - E-mail: patra@hamogelo.gr



● Κέντρο Στήριξης Παιδιού & Οικογένειας στον Πύργο Ηλείας

Διεύθυνση: Αραχώβης 3, Πύργος Ηλείας, Τ.Κ. 27100

Τηλ: 26210 81040 - E-mail: pyrgos@hamogelo.gr



● Κέντρο Στήριξης Παιδιού & Οικογένειας στην Αρχαία Κόρινθο

Διεύθυνση: Θέση Θέατρο, Αρχαία Κόρινθος, Τ.Κ. 20007

Τηλ: 2741032628-30- E-mail: korinthos@hamogelo.gr



● Κέντρο Στήριξης Παιδιού & Οικογένειας στην Τρίπολη

Διεύθυνση: Ελ. Βενιζέλου 22, Τρίπολη, Τ.Κ.22100

Τηλ: 2710234154 - E- mail: tripoli@hamogelo.gr



● Κέντρο Στήριξης Παιδιού & Οικογένειας στην Χαλκίδα

Διεύθυνση: Αβάντων 65, Χαλκίδα, Τ.Κ.34100

Τηλ: 22210 79788 - E-mail: halkida@hamogelo.gr



● Κέντρο Στήριξης Παιδιού & Οικογένειας στην Κέρκυρα

Διεύθυνση: Πολυχρονίου Κωνσταντά 2ηπάροδος, Κέρκυρα, Τ.Κ. 49100

Τηλ: 26610-20890 – E-mail: info.kerkyra@hamogelo.gr



ΕΙΔΗ ΠΡΩΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΠΡΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ

● Γάλα εβαπορέ

● Ρύζι

● Όσπρια

● Αλεύρι

● Σάλτσα τομάτας

● Είδη πρωινού (κακάο, μπισκότα, κρουασάν, δημητριακά, φρυγανιές, μέλι, μαρμελάδα, μερέντα, χυμοί)

● Άνθος αραβοσίτου

● Αλάτι, Ξύδι, Μπαχαρικά

● Πουρές

● Βρεφικές κρέμες

● Βρεφικό γάλα

● Είδη βρεφικής φροντίδας (πάνες, μωρομάντηλα, σαμπουάν, αφρόλουτρα, κρέμες συγκάματος)

● Προϊόντα καθαρισμού (καθαριστικά και απολυμαντικά γενικής χρήσης, μαλακτικό ρούχων, χλωρίνη κ.λ.π)

● Είδη προσωπικής φροντίδας (σαμπουάν, αφρόλουτρα, οδοντόκρεμες, οδοντόβουρτσες)

● Είδη οικιακής χρήσης (αλουμινόχαρτο, διάφανη μεμβράνη, σακούλες απορριμμάτων)

● Χαρτικά (χαρτί υγείας, χαρτί κουζίνας)



Περισσότερες δημοσιογραφικές πληροφορίες:

κα Νάταλι Καρακιουλάφη,

210-3306140, press@hamogelo.gr



Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη συγκέντρωση τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης:

● Κέντρο Στήριξης Παιδιού & Οικογένειας, Μαρούσι, κα Σοφία Κούχη, 210-6095844, support@hamogelo.gr

● Κέντρο Στήριξης Παιδιού & Οικογένειας, Ίλιον, κα Τάνια Σχίζα, 210-5781060, ilion@hamogelo.gr

.................................

http://www.hamogelo.gr/4-1/1743/To-Xamogelo-toy-Poidioy-sygkentronei-trofima-koi-eidh-proths-anagkhs-gia-ta-xiliades-poidia-koi-tis-oikogeneies-poy-sthrizei-kathhmerina





Περισσότερα: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=34928#ixzz2m2V7XFgX

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Άστεγοι στην Αθήνα

Το είδα πριν λίγο στην ομάδα του Αλέκου Παναγούλη στο facebook, και δεν μπορώ να κλείσω τα μάτια. Όσοι είστε στην Αθήνα και μπορείτε, βοηθήστε. Ξέρω, ο πόνος, η θλίψη, οι άθλιες συνθήκες ζωής, η έλλειψη σπιτιού, οικογένειας, ζωής, δεν λύνεται έτσι εύκολα, όμως μπορούμε απλά να τους δείξουμε ότι είμαστε εκεί, ότι ακόμα υπάρχει ελπίδα... Λίγα λεπτά και κάποια είδη που σε μας δε θα κοστίσουν και πολλά, μπορεί να τους βοηθήσουν να δουν την καθημερινότητα με άλλο μάτι... Όταν το σύστημα έχει γίνει απολύτως απάνθρωπο, ας ενώσουμε εμείς τις φωνές και τις δυνάμεις μας για να το αλλάξουμε...

Καλημέρα.
..................................


Περισσότερα: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&blogger=yokor#ixzz2lvKw28Hc

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά

Πολλά χρόνια έχουν περάσει από τότε που πρωτοδιάβασα τον Βίο και την Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά και «μυήθηκα» στα βιβλία του Νίκου Καζαντζάκη. Πριν λίγες μέρες, το Έθνος, μου ξαναθύμισε τον σπουδαίο αυτόν συγγραφέα, και, με άλλη, πολύ διαφορετική ματιά, (και λόγω ηλικίας και λόγω συγκυριών), ξαναδιάβασα, «ρούφηξα» τον Ζορμπά. Πολλές φορές έχω νιώσει ότι οι λέξεις είναι φτωχές για να περιγράψουν το μεγαλείο ανθρώπων και βιβλίων και καταστάσεων. Έτσι και τώρα. Τα λόγια κολλάνε, δυσκολεύομαι να βρω την επόμενη κουβέντα μήπως και αδικήσει την γραφή του Καζαντζάκη. Γι’ αυτό θα σωπάσω και θα αφήσω να μιλήσουν οι αριθμοί, που δεν είναι βέβαια πάντα ενδεικτικοί, όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι απολύτως δικαιολογημένοι.

Ο Βίος και η Πολιτεία, λοιπόν, του Αλέξη Ζορμπά, όπως πληροφορήθηκα από την έκδοση του Έθνους και τον Νίκο Μαθιουδάκη που έκανε μία αξιοπρόσεκτη εισαγωγή, σύμφωνα και με το ΕΚΕΒΙ, «έχει ήδη καταγράψει περισσότερες από 580 εκδόσεις ξένων μεταφράσεων, σε πάνω από 40 γλώσσες διεθνώς» .

Δεν θα αναφέρω κάτι άλλο προς το παρόν, θα αφήσω να μιλήσει ο συγγραφέας, με την υπόσχεση όμως πως θα επανέλθω με ένα αφιέρωμα και στο βιβλίο, αλλά και στον αγαπημένο, λατρεμένο Καζαντζάκη.

……………………..
1.-Να ξέραμε, αφεντικό, είπε, τι λένε οι πέτρες, τα λουλούδια, η βροχή! Μπορεί να φωνάζουν, να μας φωνάζουν, κι εμείς να μην ακούμε. Να, όπως κι εμείς φωνάζουμε κι αυτά δεν ακούνε. Πότε θ’ ανοίξουν τ’ αυτιά του κόσμου, αφεντικό; Πότε θ’ ανοίξουν τα μάτια μας να δούμε; Πότε θ’ ανοίξουν οι αγκαλιές μας, πέτρες, λουλούδια και βροχή κι άνθρωποι ν’ αγκαλιαστούμε;

2….-Και ποιο ‘ναι το καλύτερό σου φαί, παππούλη;
-Όλα, όλα, παιδί μου. Είναι μεγάλη αμαρτία να λέμε: Ετούτο το φαί είναι καλό, εκείνο κακό!
-Γιατί ; Δεν μπορούμε να διαλέξουμε;
-Όχι, μαθές, δεν μπορούμε.
-Μα γιατί;
-Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που πεινούνε.
Σώπασα ντροπιασμένος. Ποτέ δεν είχε μπορέσει η καρδιά μου να φτάσει σε τόση ευγένεια και συμπόνια.

3…. «Πήρα λοιπόν το τουφέκι μου και δρόμο! Μπήκα στ’ αντάρτικα, κομιτατζής. Μια μέρα, κατά το σούρουπο, τρύπωξα σ’ ένα βουλγάρικο χωριό και κρύφτηκα σ’ ένα στάβλο. Μέσα στο ίδιο το σπίτι του Βούλγαρου παπά, άγριου αιμοβόρου κομιτατζή. Έβγαζε τη νύχτα τα ράσα, φορούσε τσοπάνικα, έπιανε τ’ άρματα και τραβούσε κατά τα ελληνικά χωριά’ το πρωί γύριζε πίσω, ξημερώματα, πλένουνταν από τις λάσπες και τα αίματα κι έμπαινε στη λειτουργία. Τις μέρες εκείνες είχε σκοτώσει έναν Έλληνα δάσκαλο, απάνω στο στρώμα του, την ώρα που κοιμόταν. Μπήκα λοιπόν στο στάβλο του παπά και, περίμενα. Ξάπλωσα τα πίστομα απάνω στην κοπριά, πίσω από τα δυο βόδια, και περίμενα. Όπου κατά το βράδυ να σου και μπαίνει ο παπάς να ταΐσει τα ζωντανά του’ πέφτω απάνω του και τον σφάζω σαν αρνί. Του ‘κοψα τ’ αυτιά και τα πήρα’ έκανα, βλέπεις, συλλογή βουλγάρικα αυτιά’ και πήρα λοιπόν τ’ αυτιά του παπά κι έφυγα.
Σε λίγες μέρες έμπαινα πάλι στο ίδιο χωριό, μέρα μεσημέρι, κι έκανα τάχατε τον πραματευτή’ είχα αφήσει στο βουνό τ’ άρματά μου και μπήκα στο χωριό ν’ αγοράσω ψωμί, αλάτι και τσαρούχια για τα παλικάρια. Όπου, απόξω από ένα σπίτι, βλέπω πέντε μαυροφορεμένα ξυπόλητα παιδιά που κρατιούνταν χέρι και ζητιάνευαν. Τρία κοριτσάκια και δυο αγοράκια’ το μεγαλύτερο θα ‘ταν ως δέκα χρονών το μικρότερο ήταν ακόμα μωρό και το κρατούσε στην αγκαλιά της η πρωτοκόρη και το φιλούσε και τα χάιδευε να μην κλαίει. Δεν ξέρω πως, Θεού φώτιση, μου ‘ρθε και τα ζύγωσα:
-Ποιανού, είστε, βρε παιδιά; τα ρωτώ βουλγάρικα.
Το μεγαλύτερο αγόρι σήκωσε το μικρό του κεφαλάκι:
-Του παπά, αποκρίθηκε, που έσφαξαν προχτές στο στάβλο.
Τα μάτια μου θόλωσαν’ η γης στριφογύρισε σα μυλόμετρα’ ακούμπησα στον τοίχο, η γης στάθηκε.
-Ζυγώστε, βρε παιδιά! Είπα’ ελάτε κοντά μου.
Έβγαλα από το σελάχι μου τη σακούλα, γεμάτη λίρες τούρκικες και μετζίτια, γονάτισα κάτω, τ’ άδειασα καταγής.
-Να, πάρτε, φώναξα, πάρτε! πάρτε!
Τα παιδιά ρίχτηκαν χάμω και μάζευαν με τα χεράκια τους τα μετζίτια και τις λίρες.
-Δικά σας, δικά σας! φώναξα’ πάρτε τα!
Άφηκα όλο το πανέρι μου με τις πραμάτειες.
-Όλα δικά σας, πάρτε τα!
Κι ευτύς το ‘βαλα στα πόδια’ βγήκα από το χωριό, άνοιξα το πουκάμισό μου, έβγαλα την Άγια-Σοφιά που ‘χα κεντήσει, την έσκισα, την πέταξα κι έτρεχα… έτρεχα…
Κι ακόμα τρέχω!
Ο Ζορμπάς ακούμπησε στον τοίχο, στράφηκε και κοίταξε:
-Έτσι γλίτωσα, είπε.
-Γλίτωσες από την πατρίδα;
-Ναι, από την πατρίδα, αποκρίθηκε ο Ζορμπάς με ήσυχη σταθερή φωνή.
Κι ύστερα από λίγο:
-Γλίτωσα από την πατρίδα, γλίτωσα από τους παπάδες, γλίτωσα από τα λεφτά, ξεκοσκινίζω. Όσο πάει και ξεκοσκινίζω’ αλαφρώνω. Πώς να σου το πω; Λευτερώνουμαι, γίνουμαι άνθρωπος.
Τα μάτια του Ζορμπά έλαμπαν, το φαρδύ του στόμα γελούσε ευχαριστημένο.
Ύστερα από λίγη σιωπή, πήρε πάλι φόρα’ η καρδιά του ξεχείλιζε, δεν μπορούσε να την κάμει κουμάντο:
-Μια φορά έλεγα: Ετούτος είναι Τούρκος και Βούλγαρος, ετούτος Έλληνας. Έχω εγώ κάμει πράματα για την πατρίδα, αφεντικό, που να σηκώνεται η τρίχα σου’ έσφαξα, έκλεψα, έκαψα χωριά, ατίμασα γυναίκες, ξεκλήρισα σπίτια… Γιατί; Γιατί, λέει, ήταν Βούλγαροι, Τούρκοι. Ου να χαθείς, παλιάνθρωπε, λέω συχνά στον εαυτό μου και τον μουντζώνω’ ου να χαθείς, κουτεντέ! Έβαλα μαθές γνώση, κοιτάζω τώρα τους ανθρώπους και λέω: Ετούτος είναι καλός άνθρωπος, εκείνος κακός. Δεν πάει να ‘ναι Βούλγαρος ή Ρωμιός; Το ίδιο μου κάνει’ είναι καλός, είναι κακός, αυτό μονάχα τώρα ρωτώ. Κι όσο γερνώ, ναι, μα το ψωμί που τρώγω, μου φαίνεται πως θ’ αρχίσω κι αυτό να μην το ρωτώ. Μωρέ, δεν πάει να ‘ταν καλός ή κακός! Όλους τους λυπούμαν, το σπλάχνο μου σκίζεται, όταν δω έναν άνθρωπο, κι ας καμώνουμαι πως δε μου καίγεται καρφί. Να, λέω, κι ο φουκαράς ετούτος τρώει, πίνει, αγαπάει, φοβάται, έχει κι αυτός το θεό του και τον αντίθεό του, θα τα κακαρώσει κι αυτός και θα ξαπλωθεί τέζα στο χώμα, θα τόνε φαν τα σκουλήκια… Ε τον κακομοίρη! Αδέρφια είμαστε όλοι… Κρέας για τα σκουλήκια!...»

4.Οι μισές δουλειές, μου ‘λεγε κάποτε, οι μισές κουβέντες, οι μισές αμαρτίες, οι μισές καλοσύνες έφεραν τον κόσμο στα σημερινά χάλια. Φτάσε, μωρέ άνθρωπε, ως την άκρα, βάρα και μη φοβάσαι! Πιο πολύ σιχαίνεται ο Θεός το μισοδιάολο παρά τον αρχιδιάολο!

5. –Μωρέ, το μηχανή είναι ο άνθρωπος! Της βάζεις ψωμί, κρασί, ψάρια, ραπανάκια, και βγαίνουν αναστεναγμοί, γέλια κι ονείρατα. Εργοστάσιο! Μέσα στο κεφάλι μας είναι, θαρρώ, ένας κινηματογράφος από κείνους που μιλούνε.

6. –Εγώ θέλω να μου πεις από πού ερχόμαστε και πού πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές’ θα ‘χεις στύψει δυο τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί’ τι ζουμί έβγαλες;
Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε’ αχ, να μπορούσα να του ‘δινα μιαν απόκριση.
Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη, μήτε η Νίκη’ μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι ‘ναι πέρα από τον ιερό τρόμο; ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρέσει.

7.-Θαρρώ, Ζορμπά, μα μπορεί να κάνω και λάθος, πως τριών λογιών είναι οι άνθρωποι: Αυτοί που βάζουν σκοπό να ζήσουν, καθώς λένε, τη ζωή τους’ να φαν, να πιούν, να φιλήσουν, να πλουτήσουν, να δοξαστούν… Έπειτα είναι αυτοί που σκοπό βάζουν όχι τη ζωή τους, παρά τη ζωή όλων των ανθρώπων νιώθουν πως όλοι οι άνθρωποι είναι ένα και μάχουνται να φωτίσουν, ν’ αγαπήσουν, να ευεργετήσουν όσο μπορούν τους ανθρώπους. Και τέλος είναι αυτοί που βάζουν σκοπό τους να ζήσουν τη ζωή του σύμπαντου’ όλοι, άνθρωποι, ζα, φυτά, άστρα, είμαστε ένα, η ίδια ουσία που μάχεται τον ίδιον φοβερόν αγώνα’ ποιόν αγώνα; να μετουσιώσει την ύλη και να την κάμει πνέμα.
Ο Ζορμπάς έξυσε το κεφάλι του:
-Είμαι ξεροκέφαλος, είπε, εύκολα δεν μπαίνω στο νόημα… Ε μωρέ αφεντικό, και να μπορούσες αυτά που λες να τα χόρευες, να τα καταλάβω
!

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, ειδική έκδοση για την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, Αθήνα, 2013.


Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

«Γυναίκες»- Διεθνής Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών

(απόσπασμα από το «Καντάτα 1960»)

“…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…
Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε
παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…”
(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1, Κέδρος)
…………………………………………………………….
Διεθνής Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών

Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, με απόφασή της στις 17 Δεκεμβρίου 1999, ανακήρυξε την 25η Νοεμβρίου ως Διεθνή Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών για να αναδείξει ένα σημαντικό πρόβλημα με παγκόσμια διάσταση. Η Ημέρα αυτή είχε καθιερωθεί ήδη από το 1981 από γυναικείες οργανώσεις, σε ανάμνηση της φρικτής δολοφονίας των τριών αδελφών Μιραμπάλ, πολιτικών αγωνιστριών από την Δομινικανή Δημοκρατία, με διαταγή του δικτάτορα Τρουχίλο.

Στατιστικά Στοιχεία για την Ελλάδα:
• Η βία κατά των γυναικών είναι κυρίως υπόθεση ενδοοικογενειακή, καθώς το 68% των γυναικών που υπέστησαν κακοποίηση είναι έγγαμες.
• Το 16% των γυναικών που απευθύνθηκαν στα Συμβουλευτικά Κέντρα είναι αλλοδαπές.
• Από το σύνολο των αλλοδαπών γυναικών - θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, περίπου τέσσερις στις δέκα προέρχονται από τα Βαλκάνια.
• Η αντίληψη ότι η κακοποιημένη γυναίκα είναι συνήθως χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και εισοδήματος, δεν επιβεβαιώνεται. 7 στις 10 γυναίκες - θύματα είναι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή και ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης. Το ίδιο ισχύει και για την οικονομική κατάσταση, καθώς 6 στις 10 γυναίκες που έχουν υποστεί κακοποίηση βρίσκονται σε μέτρια ή καλή οικονομική κατάσταση.
• Περισσότεροι από τους μισούς δράστες είναι δευτεροβάθμιας ή ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης, ενώ ένας στους δέκα εκ των δραστών είναι άνεργος.


http://www.sansimera.gr/worldays/74

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Στηρίζουμε τις Φιλιππίνες

Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Το μέγεθος της φρίκης που επικρατεί αυτή τη στιγμή στις Φιλιππίνες είναι αδιανόητο. Δέκα χιλιάδες άνθρωποι παρασύρθηκαν από ένα κύμα ύψους 7,5 μέτρων το οποίο το ωθούσαν άνεμοι που έτρεχαν με 300 χιλιόμετρα την ώρα. Μια ολόκληρη πόλη 200.000 κατοίκων μοιάζει τώρα σαν να τις έχουν ρίξει πυρηνική βόμβα. Είναι η χειρότερη θύελλα που έχει καταγραφεί ποτέ στα ανθρώπινα χρονικά και αυτή θα είναι μόνο η αρχή, εάν δεν δράσουμε άμεσα.

Αυτή τη στιγμή, απεσταλμένοι απ’όλα τα έθνη βρίσκονται σε μια παγκόσμια διάσκεψη για το περιβάλλον και συζητούν για το αν θα διαθέσουν τα δισεκατομμύρια που είχαν υποσχεθεί για να προστατεύσουν τις πιο ευάλωτες χώρες όταν εκείνες πλήττονται από κλιματικές καταστροφές. Ο Υeb Sano, ο επικεφαλής διαπραγματευτής των Φιλιππίνων, μίλησε αυτή τη βδομάδα στη διάσκεψη και με δάκρυα στα μάτια ανήγγειλε ότι ξεκινάει απεργία πείνας μέχρι να επιτευχθεί μια ουσιαστική συμφωνία η οποία θα βοηθήσει την οικογένειά του, τους συμπολίτες του και όλα τα άλλα ευάλωτα έθνη που κινδυνεύουν να πληγούν από τέτοιου είδους ακραία καιρικά φαινόμενα.

Ο Yeb βρίσκεται ολομόναχος, μέσα σε μια αίθουσα γεμάτη γραφειοκράτες που δεν κάνουν σχεδόν τίποτα για να βοηθήσουν την κατάσταση. Αν όμως εμείς φέρουμε μέσα στην αίθουσα τη δύναμη των φωνών των 29 εκατομμυρίων μελών του κινήματός μας, μπορούμε να ανατρέψουμε την κατάσταση και να πιέσουμε τις πλούσιες χώρες, οι οποίες είναι υπεύθυνες για την καταστροφή του περιβάλλοντος, να πληρώσουν τα σπασμένα.

Ο Yeb Sano, ο διαπραγματευτής των Φιλιππίνων για την κλιματική αλλαγή, πέρασε ώρες προσπαθώντας να μιλήσει με τον αδελφό του στο τηλέφωνο. Τελικά τον βρήκε σε μια ομάδα εθελοντών που μετέφεραν πτώματα ώστε να μπορέσουν τα συνεργία των διαφόρων αποστολών να καθαρίσουν τα συντρίμμια. Μετά απ’αυτό έδωσε έναν απίστευτα γενναίο λόγο στους απεσταλμένους των κρατών που παραβρίσκονται στη διάσκεψη για την κλιματική αλλαγή, λέγοντας τους:

«Μιλώ εκ μέρους της αποστολής μου, αλλά κυρίως μιλώ για όλους εκείνους τους αμέτρητους ανθρώπους που δεν μπορούν πλέον να μιλήσουν για τους εαυτούς τους αφού χάθηκαν μέσα στην καταιγίδα. Μιλώ επίσης για τα παιδιά που έχουν μείνει ορφανά από αυτή την τραγωδία. Μιλώ ακόμα για τους ανθρώπους που αυτή τη στιγμή δίνουν μάχη με τον χρόνο για να σώσουν τους επιζώντες και να ανακουφίσουν τον πόνο των ανθρώπων που επλήγησαν από την καταστροφή. Μπορούμε να λάβουμε δραστικά μέτρα τώρα για να αποτρέψουμε τους καταστροφικούς τυφώνες από το να γίνουν συνήθες φαινόμενο... Αυτό που περνάει η χώρα μου λόγω του ακραίου αυτού κλιματικού φαινομένου είναι παράλογο. Η κλιματική αλλαγή είναι παράλογη. Μπορούμε να σταματήσουμε αυτό τον παραλογισμό. Εδώ και τώρα στη Βαρσοβία.»

Όταν οι ηγέτες μας εθελοτυφλούν, εμείς οφείλουμε στα θύματα της Χαϊγιάν, και σε όλα τα εν δυνάμει θύματα τέτοιων φαινομένων, να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα στη ρίζα του. Η κλιματική αλλαγή είναι αυτή που σκότωσε τους ανθρώπους των Φιλιππίνων και πρέπει να τη σταματήσουμε. Αυτό που χρειαζόμαστε απεγνωσμένα για να σώσουμε τον πλανήτη μας είναι μια οικουμενική δέσμευση για χρηματοδότηση των προσπαθειών αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Οι πλούσιες χώρες έχουν ήδη υποσχεθεί εκατομμύρια για αυτή την προσπάθεια! Παρόλα αυτά, μέχρι σήμερα κανένα απ’αυτά τα κονδύλια δεν έχει αποδεσμευτεί, αλλά ήρθε η ώρα να γίνει. Από διαβολική σύμπτωση, ο τυφώνας σάρωσε τις Φιλιππίνες τη στιγμή που συμβαίνει η σύνοδος του ΟΗΕ για το περιβάλλον και αυτή είναι η ευκαιρία μας να φέρουμε ελπίδα μέσα απ’τα συντρίμμια που άφησε.

Ο Yeb έκλεισε την ομιλία του με μια υπόσχεση προς όλους: «Προς συμπαράσταση στους συμπατριώτες μου που αυτή τη στιγμή αγωνίζονται για να βρουν λίγη τροφή και προς τον αδελφό μου που δεν έχει φάει για τρεις ημέρες τώρα, και με όλο το σεβασμό κύριε Πρόεδρε, και χωρίς να θέλω να φανώ ασεβής προς τη θερμή φιλοξενία σας, από αυτή τη στιγμή ξεκινάω εθελοντική απεργία πείνας για το περιβάλλον. Αυτό σημαίνει ότι θα απέχω εθελοντικά από την κατανάλωση τροφίμων κατά τη διάρκεια αυτής της διάσκεψης μέχρι να βρεθεί μια ουσιαστική λύση.» Μαζί, το κίνημά μας ενωμένο, μπορεί να ανταποκριθεί στη έκκληση αυτή και να φέρει ελπίδα στον Yeb, την οικογένειά του και σε όλες τις γενιές των πιο ευπαθών πολιτών του πλανήτη μας.

Με ελπίδα και αποφασιστικότητα,

Ο Ricken και όλη η ομάδα του Avaaz

………………………………………..
https://secure.avaaz.org/el/petition/Stand_with_the_Philippines/


Παγκόσμια Ημέρα για τα Δικαιώματα του Παιδιού

Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό,
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
κι ολόκληρη τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.

Αν όλα τα παιδιά της γης
φωνάζαν τους μεγάλους
κι αφήναν τα γραφεία τους
και μπαίναν στο χορό,
ο κύκλος θα γινότανε
ακόμα πιο μεγάλος
και δυο φορές τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.

Θα `ρχόνταν τότε τα πουλιά
θα `ρχόνταν τα λουλούδια
θα `ρχότανε κι η άνοιξη
να μπει μες στο χορό,
κι ο κύκλος θα γινότανε
ακόμα πιο μεγάλος
και τρεις φορές τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

http://www.youtube.com/watch?v=EDUVCUiKa8g


Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Ο μικρός Πέδρο από τη μακρινή Αργεντινή ζήτησε απ' τον Αϊ-Βασίλη να του φέρει ένα πολύ πρωτότυπο δώρο.
Το ημερολόγιό του!
Τον έτρωγε η περιέργεια τι κάνει τους υπόλοιπους έντεκα μήνες του χρόνου και τρελάθηκε απ' τη χαρά του όταν ο Αϊ-Βασίλης του το χάρισε!
Ένα βιβλίο με δώδεκα εκπληκτικά παραμύθια τα οποία αντιστοιχούν στους δώδεκα μήνες του χρόνου και έχουν ήρωα τον αγαπημένο Άγιο των παιδιών, τον Αϊ-Βασίλη!
…………………………………………………………………………..

ΝΟΕΜΒΡΗΣ: Στο πολύχρωμο εργαστήρι

Από πολύ παλιά έβλεπα με χρώματα τις μέρες και τους μήνες.

Η Δευτέρα ας πούμε ήταν πράσινη, η Κυριακή λευκή, ο Μάρτης κίτρινος, ο Οκτώβρης γκρι. Όμως ο Νοέμβρης μου έμοιαζε πάντα πολύχρωμος. Άλλωστε μετά από τόσο νερό που έπεσε από τους ασκούς του Αιόλου δεν μένει παρά να ξεπροβάλει μεγαλοπρεπέστατα το ουράνιο τόξο. Τις πρώτες μέρες του μήνα ζωγραφίζει τον ουρανό χαρίζοντάς του ένα φυσικό πίνακα που θα ζήλευε κι ο πιο σπουδαίος ζωγράφος. Δεν κρατάει πολύ –αφού τα σύννεφα βιάζονται να πρωταγωνιστήσουν- όμως αυτό το λίγο είναι αρκετό για να μου φτιάξει το κέφι.

Έτσι ακριβώς είναι και το εργαστήρι μου. Πολύμορφο, πολυσύνθετο, πολύχρωμο! Έχει πέντε μεγάλα δωμάτια. Στο ροζ δωμάτιο κατασκευάζονται οι κούκλες και τα κουκλόσπιτα, στο γαλάζιο τα καραβάκια κι οι βαρκούλες, στο κίτρινο τα επιτραπέζια και τα παιχνίδια γνώσης, στο πράσινο τα αυτοκινητάκια και τα ποδήλατα, στο πορτοκαλί τα παιδικά βιβλία και οι εγκυκλοπαίδειες.

Το εργαστήρι έχει μια εσωτερική ξύλινη σκάλα που βγάζει σε μια μικρή σοφίτα. Αυτό είναι το κόκκινο δωμάτιο. Το δικό μου δωμάτιο. Εκεί, μόλις φτάσουν τα πρώτα γράμματα, θα σκύψω με αμέριστο ενδιαφέρον και με προσοχή θα διαβάσω αυτό που ζητάει κάθε παιδί. Τα δεκάδες γράμματα θα γίνουν εκατοντάδες, τα εκατοντάδες χιλιάδες, και τα χιλιάδες εκατομμύρια. Μέχρι που η σοφίτα θα ξεχειλίσει κι εγώ θα κολυμπάω σε πελάγη ευτυχίας…

Υπάρχουν βέβαια και κάποια γράμματα που, μα τον κόκκινό μου σκούφο, δε με γεμίζουν χαρά. Σαν κι αυτά που μου ζητούν κάποια παιδιά όπλα, σφαίρες, πυροβόλα! Τότε φουρκίζομαι και φουσκώνω από το θυμό μου σαν μπαλόνι. Αναρωτιέμαι πως είναι δυνατόν να χαίρονται τα παιδιά με τέτοια παιχνίδια που γεννούν τη βία. Δε μ’ αρέσουν τα όπλα! Μου θυμίζουν τον πόλεμο… Δε μ΄ αρέσει ο πόλεμος! Μου φέρνει πόνο…

Τα τελειόφοιτα ξωτικά, οι έμπειροι βοηθοί μου, οι αξιόλογοι συνεργάτες μου, ο Πολύγλωσσος, ο Πολύξερος, ο Επαμεινώνδας ακόμα και η Μις Ντολμά (η προσωπική μου μαγείρισσα) εργαζόμαστε σκληρά για να πάνε όλα κατ’ ευχήν. Να φανταστείτε κάνω υπερωρίες (παρόλο που είμαι προχωρημένης ηλικίας) για να ανταπεξέλθω σε κάθε ανάγκη που μπορεί να προκύψει. Είμαστε λοιπόν πολύχρωμοι, πολυάσχολοι, πολυεργατικοί!

Ο Νοέμβρης σηματοδοτεί το ξεκίνημα της μεγάλης γιορτής. Η χριστουγεννιάτικη προετοιμασία αρχίζει!

ΜΑΡΩ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ, Το ημερολόγιο του Άϊ-Βασίλη, εκδόσεις Διάπλαση (εικονογράφηση: Μιχάλης Κασάπης)



Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Το κουκί και το ρεβίθι

Στο δικό μας τον καιρό
λεν αλλιώς το παραμύθι
«το κουκί και το ρεβίθι»
στα σημερινά παιδιά.

Πύραυλος είν’ το κουκί
αστροναύτης το ρεβύθι
το φεγγάρι κολοκύθι
παίζουν την κολοκυθιά.

Πάρκο είν’ ο ουρανός
και τ’ αστέρια χαμομήλια
τρών’ οι πύραυλοι τα μίλια
είμαστε μια γειτονιά.

Στο παιχνίδι όλοι μαζί
πάνω χέρι, κάτω χέρι
το ρεβίθι σ’ ένα αστέρι
κοπανάει μια κουτουλιά.

Θέτη Χορτιάτη-Τασούλα Τσιλιμένη, Φρούλου! Φρούλου! Φρέλα! Να ‘ταν χαλβάς η τρέλα!!!, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
………………….
Καλή εβδομάδα

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ

(…μια μικρή ιστορία, φόρος τιμής στα παιδιά του Πολυτεχνείου, που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία…)

Ο θείος μου ο Γιώργος είναι ο αγαπημένος μου. Ποτέ δεν μου χαλάει χατίρι και πάντοτε μου δίνει τις καλύτερες συμβουλές. Σήμερα, 17 Νοέμβρη, έχω γενέθλια και τον περιμένω πώς και πώς. Να φανταστείτε ότι δεν πήγα στο σχολείο γιατί ο θείος μου έχει υποσχεθεί ότι θα με πάει σε ένα μέρος πολύ σπουδαίο.

Σε ένα μεγάλο σχολείο όπου τα μεγάλα παιδιά σπουδάζουν για να γίνουν σημαντικοί άνθρωποι. Σ’ αυτό το σχολείο –Πολυτεχνείο νομίζω πως το λένε- ήταν κάποτε μαθητής ο θείος μου ο Γιώργος. Και τώρα είναι μεγάλος και τρανός. Φτιάχνει τα ωραιότερα σπίτια του κόσμου!

«Έχεις γενέθλια μια από τις πιο σημαντικές ημερομηνίες που σημάδεψαν την Ελλάδα!», μου είπε μόλις ήρθε προσφέροντάς μου μια τεράστια αγκαλιά λουλούδια.

Εγώ δεν πολυκατάλαβα τι εννοούσε αλλά φαντάστηκα ότι για να το λέει ο θείος θα έχει δίκιο. Αυτό που με παραξένεψε περισσότερο ήταν ότι στο άλλο χέρι κρατούσε άλλη μια ανθοδέσμη με κόκκινα και άσπρα γαρίφαλα.

«Τούτα τα λουλούδια θα πάμε να τα αφήσουμε στο Πολυτεχνείο μαζί», μου είπε αφού είδε ότι το βλέμμα μου περιεργαζόταν με μεγάλη περιέργεια τα γαρίφαλα.

«Στο Πολυτεχνείο; Εκεί που σπούδαζες;», απόρησα.

«Ναι, εκεί. Σήμερα γίνεται μια μεγάλη γιορτή. Μαζί σου γιορτάζω κι εγώ», απάντησε χαρούμενα.

«Γιορτάζεις κι εσύ; Και τόσα χρόνια γιατί δεν μου το είπες;», ρώτησα απορώντας για όλα αυτά.

«Γιατί τότε ήσουν μικρούλα ενώ τώρα που μεγάλωσες ακόμα ένα χρόνο μπορώ να σου πω για όλα όσα έγιναν εκείνο το βράδυ», είπε όλο σοβαρότητα ο θείος, ενώ με πήρε από το χέρι για να κάτσουμε στον μεγάλο καναπέ.

Η μαμά μας έφερε κουλουράκια και πορτοκαλάδες γιατί ο θείος ήταν αποφασισμένος να κουβεντιάσουμε. Ήταν φανερό ότι σήμερα θα μάθαινα μια ιστορία αλλιώτικη.

Μια ιστορία που συνέβη τότε, πριν από σαράντα χρόνια, την ίδια ημερομηνία με τα γενέθλιά μου! Είχα μεγάλη αγωνία να ακούσω τι είχε συμβεί.

«Ήταν 17 Νοέμβρη. 17 Νοέμβρη του 1973. Στην Ελλάδα είχαμε Χούντα».

«Χούντα; Δηλαδή;», ρώτησα αμέσως.

«Δηλαδή τυραννία. Κάποιο άνθρωποι κυβερνούσαν με τυραννικό τρόπο την πατρίδα μας και δεν άφηναν τον κόσμο να νιώθει ελεύθερος. Να μιλάει ελεύθερα. Να γράφει ελεύθερα. Να τραγουδάει ελεύθερα. Ακόμα και να ζει ελεύθερα. Ήταν σαν να είχαν κλείσει τα στόματα όλων των Ελλήνων με το ζόρι».

«Όπως στην Κατοχή!», είπα, αφού θυμήθηκα όσα είχαμε πει με τη δασκάλα για την 28η Οκτωβρίου και τον φασισμό.

«Κάπως έτσι!», είπε ο θείος και συνέχισε… «Ο φασισμός είναι το χειρότερο πράγμα, παιδί μου! Είναι σαν να έχεις κάθε μέρα σκοτάδι και καθόλου φως. Σαν να αποφασίζουν άλλοι για το πώς θα ζεις, τι θα λες, πώς θα το λες και πού θα το λες».

«Δηλαδή δεν μπορεί να λες ελεύθερα τη γνώμη σου;».

«Ακριβώς! Ο φασισμός είναι ένα τέρας. Μάλιστα, τότε ήταν ένα μικρό τερατάκι που όσο περνούσε ο καιρός όλο και μεγάλωνε. Και όσο μεγάλωνε τόσο δεν άφηνε κανέναν να μιλήσει. Εκείνες τις μέρες ο φασισμός είχε μεγαλώσει πολύ! Τόσο πολύ που είχε μπει ακόμα και μέσα στα πανεπιστήμια».

«Και γιατί δεν έκανε κανένας τίποτα;», ρώτησα θυμωμένη.

«Επειδή οι περισσότεροι φοβόντουσαν! Φοβόντουσαν μη βρεθούν στη φυλακή. Ήταν ικανοί να σε φυλακίσουν για τα πιστεύω σου!».
«Μα αυτό είναι άδικο», φώναξα δυνατά.

«Φυσικά. Γι’ αυτό και οι φοιτητές αποφάσισαν να κάνουν κατάληψη μέσα στο Πολυτεχνείο. Να κάνουν μια αρχή για να διώξουνε το τέρας!».

«Τι είναι κατάληψη;», αναρωτήθηκα, αφού σήμερα μάθαινα τόσες καινούργιες λέξεις.

«Είναι όταν μια ομάδα ανθρώπων αποφασίζει να μπει και να παραμείνει σε ένα δημόσιο κτίριο μέχρι να ικανοποιήσουν το αίτημά της. Το δικό μας αίτημα ήταν να φύγει η Χούντα και να έρθει η Δημοκρατία!».

«Ήσουν κι εσύ εκεί, θείε Γιώργο;».

«Ναι, ήμουν εκεί, ε συμφοιτητές μου. Φωνάζαμε συνθήματα κατά της Χούντας! Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία!», φώναξε ο θείος και σηκώθηκε όρθιος υψώνοντας το παράστημά του.

«Και δεν φοβήθηκες, θείε, μήπως έρθουν εκείνοι που ταΐζουνε το τέρας και σας διώξουν;».

Ο θείος γέλασε δυνατά και με αγκάλιασε σφιχτά λέγοντάς μου…

«Φοβηθήκαμε λίγο, αλλά ήταν τόσο δυνατή η προσμονή μας για μια ελεύθερη Ελλάδα που δεν λυγίσαμε καθόλου. Κλειστήκαμε μέσα, πίσω από τα κάγκελα, τραγουδώντας για τη δημοκρατία ενώ ο κόσμος μας έφερνε τρόφιμα, ρούχα και φάρμακα».

«Φάρμακα; Μα γιατί;».

«Γιατί δυστυχώς, Σοφάκι μου, έξω από το Πολυτεχνείο υπήρχαν και κάποιοι που δεν δίσταζαν να ασκήσουν βία. Ακόμα και στρατιώτες έστειλαν για να μας τρομάξουν».

Τρόμαξα κι εγώ με όλα αυτά που άκουγα. Ακούς εκεί να μη σε αφήνουν να μιλήσεις! Ακούς εκεί να μη σε αφήνουν να παλέψεις για το πιο πολύτιμο αγαθό που είναι η ελευθερία. Και το χειρότερο, να προσπαθούν να σε φοβίσουν ακόμα και με όπλα.

«Τα μισώ τα όπλα!», σκεφτόμουν, ενώ ο θείος συνέχιζε την αλλόκοτη αυτή ιστορία.

«Μέσα στο Πολυτεχνείο λειτουργήσαμε και ραδιοφωνικό σταθμό. Από εκεί και με τα μεγάφωνα που βγάλαμε έξω καλούσαμε όλο τον κόσμο να αντισταθεί στη Χούντα. Ακόμα και τα αδέρφια μας τους στρατιώτες καλούσαμε να έρθουν μαζί μας. Όμως εκείνα εκτελούσαν εντολές και φοβόντουσαν πιο πολύ από εμάς! Έτσι, δεν άργησε να γίνει το κακό…».

«Ποιο κακό, θείε μου;», ρώτησα με αγωνία.

«Σοφάκι μου, παρόλο που δεν επιτρέπεται από τους κανόνες του κράτους να μπαίνεις μέσα σε πανεπιστήμια και να εισβάλλει διαλύοντας τους φοιτητές, εκείνοι που πίστευαν στον φασισμό έκαναν ακριβώς το αντίθετο».

«Δεν σεβάστηκαν τους κανόνες του κράτους, δηλαδή;».

«Ναι, Σοφάκι μου, δεν σεβάστηκαν ούτε τους νόμους της δημοκρατίας ούτε τους κανόνες του κράτους. Κι έτσι, μόλις νύχτωσε αγρίεψαν τα πράγματα. Κάποιοι πίστεψαν ότι το τέρας που μεγάλωναν τόσα χρόνια θα ζούσε για πολλά χρόνια ακόμα κυβερνώντας την πατρίδα. Έτσι, εκείνοι έδωσαν εντολή για να βγουν οι στρατιώτες με τα τανκς στους δρόμους».

«Πω πω!... Και όπλα και τανκς. Σαν να γινόταν πόλεμος!», είπα. Μα τι παράξενα που ήταν όλα αυτά. Να γίνεται πόλεμος μεταξύ Ελλήνων. Στρατιώτες να επιτίθενται με όπλα και τανκς στους φοιτητές. Τι άσχημα πράγματα!, σκέφτηκα.

«Τραγουδούσαμε όλοι μαζί ενωμένοι τον Εθνικό μας Ύμνο, όταν ξαφνικά ένα τανκ μπήκε μέσα στο Πολυτεχνείο, πλάκωσε την πόρτα, σχεδόν την έλιωσε. Μα δεν έγινε μόνο αυτό. Πίσω από την πόρτα ήταν φοιτητές σκαρφαλωμένοι στα κάγκελα. Κι η πόρτα έπεσε πάνω στα παιδιά που καταπλακώθηκαν και έχασαν τη ζωή τους! Αυτό ήταν… η αρχή του τέλους. Η αρχή για να πέσει ο φασισμός!».

«Έδωσαν ακόμα και τη ζωή τους εκείνοι οι φοιτητές για την ελευθερία…», είπα λυπημένη.

«Ναι. Χρειάστηκε αυτή η εξέγερση των φοιτητών του Πολυτεχνείου για να έχουμε σήμερα δημοκρατία.
Για να μπορείς να μιλάς και να κυκλοφορείς ελεύθερα.
Για να μπορείς να σκέφτεσαι ελεύθερα. Κατάλαβες, λοιπόν, Σοφία μου, γιατί θέλω να πάμε σήμερα εκεί μαζί να αφήσουμε λίγα λουλούδια;».

«Κατάλαβα, θείε Γιώργο. Σήμερα με τα γενέθλιά μου γιορτάζουμε και την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου!».

«Είσαι πολύ σπουδαία!», είπε ο θείος και σηκώθηκε να πιάσει μέσα από το βάζο τα γαρίφαλα.

«Όχι, θείε! Εσύ είσαι σπουδαίος! Γιατί ένωσες τη φωνή σου μαζί με τους άλλους φοιτητές για
τη δημοκρατία. Μα πάνω απ’ όλα γιατί μοιράστηκες μαζί μου αυτή την ιστορία!».

Στ’ αλήθεια νιώθω πολύ περήφανη που έχω γενέθλια μια μέρα σαν κι αυτή. Πολύ περήφανη που η 17 Νοέμβρη είναι η μέρα που έγινε η αρχή για να πέσει ο φασισμός.

Πήγαμε με τον θείο κι αφήσαμε εκείνα τα όμορφα γαρίφαλα. Κι όταν τ’ ακούμπησα έκανα μια ευχή:

Ποτέ ξανά μη ζήσει η πατρίδα μου τον φασισμό!

Ζήτω η δημοκρατία!
………………….
ΜΑΡΩ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
Περιοδικό ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ (τ. 84, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2013)



Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ ΚΑΙ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ

Η νεράιδα κάποιου δάσους έχασε μια φορά το μαγικό ραβδί της. Έψαξε, έψαξε, μα τίποτα! Το ραβδί πουθενά δε βρισκόταν. Κι η νεράιδα ήταν απαρηγόρητη, που δεν μπορούσε πια να κάνει μάγια. Ένα σπουργίτι όμως, καθώς πετούσε εδώ κι εκεί, είδε το ραβδί πεσμένο σ’ ένα χαντάκι. Πέταξε, λοιπόν, χαμηλά χαμηλά, το άρπαξε με το ράμφος του και το πήγε γρήγορα στη νεράιδα. Εκείνη, πολύ ευχαριστήθηκε που ξαναβρήκε τη δύναμή της τη μαγική και θέλησε να το ανταμείψει.
-Ζήτησέ μου, καλό σπουργίτι, κάτι που να επιθυμείς πολύ, του είπε, κι αμέσως θα γίνει.
Το σπουργίτι σκέφτηκε λίγο κι έπειτα φώναξε με λαχτάρα:
-Θα ήθελα να είχα χρυσά, ολόχρυσα φτερά!
Η νεράιδα το άγγιξε τότε με το ραβδί της, και μεμιάς τα φτερά του εξαφανίστηκαν και δυο καινούρια χρυσά, που άστραφταν και λαμποκοπούσαν, φύτρωσαν στη θέση τους!
Θαμπώθηκε από τη λάμψη τους το σπουργίτι! Δεν πίστευε στα μάτια του! Κι ετοιμάστηκε να τρέξει αμέσως, να τα δείξει σ’ όλα τα πουλιά και τα ζώα του δάσους.
-Μα, δυστυχία του!
Τα χρυσά φτερά ήταν τόσο βαριά, που δεν μπορούσε διόλου να φτερουγίσει! Ούτε να τα κουνήσει καλά καλά δε γινόταν. Άρχισε τότε να φωνάζει απελπισμένο τη νεράιδα. Κι εκείνη, καλή όπως ήταν, παρουσιάστηκε πάλι μπροστά του.
-Τι με θέλεις; ρώτησε.
-Καλή μου νεράιδα, κλαψούρισε το σπουργίτι, μετάνιωσα. Δεν τα θέλω τα χρυσά φτερά. Ωραία, βέβαια είναι, δε λέω, μα πολύ βαριά, και δεν μπορώ να πετάξω. Μήπως γίνεται να μου τα κάνεις βελουδένια;
-Μετά χαράς, αποκρίθηκε η νεράιδα.
Και στη στιγμή, τα χρυσά φτερά εξαφανίστηκαν και στη θέση τους φύτρωσαν δυο άλλα από παχύ παχύ βελούδο.
Τρελάθηκε από τη χαρά του το σπουργίτι! Τ’ ανοιγόκλεισε περήφανα, έκανε μια βόλτα, να τα δοκιμάσει, κι έπειτα έτρεξε στο δάσος, για να τα δουν και να τα θαυμάσουν όλα τα ζώα και τα πουλιά.
Όμως, ξαφνικά, χοντρές στάλες βροχής άρχισαν να πέφτουν. Και σε λίγο ξέσπασε μια μπόρα γερή. Το σπουργίτι δεν πρόφτασε να κρυφτεί… Και τα βελουδένια φτερά του έγιναν μούσκεμα!
Όταν σταμάτησε η βροχή και βγήκε ο ήλιος, βρεγμένο καθώς ήταν, στάθηκε σ’ ένα κλαράκι κι άπλωσε τα φτερά του, να τα στεγνώσει. Μα τι φτερά ήταν τούτα! Το βελούδο είχε χαλάσει, κι η γυαλάδα του είχε φύγει. Δεν ήταν τώρα παρά ένα άθλιο πανί.
Το σπουργίτι απελπισμένο άρχισε πάλι να φωνάζει τη νεράιδα. Κι εκείνη, που είχε χρυσή καρδιά, έτρεξε πρόθυμα κοντά του.
-Μετάνιωσα, νεράιδά μου! μουρμούρισε. Κοίταξε με τη βροχή πως κατάντησαν τα βελουδένια φτερά μου! Μήπως γίνεται να μου τα κάνεις μεταξένια; Το μετάξι, έχω ακούσει πως δε χαλάει από τη βροχή.
-Και βέβαια, αποκρίθηκε η νεράιδα.
Και στο λεπτό, το σπουργίτι απόκτησε δυο κατακόκκινα μεταξωτά φτερά.
-Α, μα τούτα τα θαυμάσια φτερά πρέπει να τα δει ο κόσμος όλος, φώναξε το πουλί.
Και πέταξε ψηλά, να πάει στην πόλη.
Είχε φτάσει κοντά στα πρώτα σπίτια, όταν το είδαν μερικά παιδιά που πήγαιναν σχολείο.
-Ένα πουλάκι με κόκκινα φτερά! φώναξαν απορημένα.
-Α, τι ωραίο!
-Και τι παράξενο που είναι! Θα πρέπει να είναι σπάνιο!
-Ελάτε να το πιάσουμε, να το βάλουμε σ’ ένα κλουβί!
Κι όλα μαζί άρχισαν να το κυνηγούν. Κάποιο μάλιστα έλεγε πως θα ήταν καλύτερα να το χτυπήσουν με σφεντόνα κι έπειτα να το βαλσαμώσουν!
Τρομάρα που την πήρε το καημένο το πουλί! Και τι τρεχάλα έκανε για να ξεφύγει! Πέταξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και γύρισε στο δάσος. Στάθηκε λαχανιασμένο σ’ ένα κλαράκι, να ξανασάνει κι έπειτα –τι να κάνει;- φώναξε πάλι τη νεράιδα.
-Συγχώρα με, που όλο σε φωνάζω, καλή μου φίλη, της είπε σαν παρουσιάστηκε, μα πάλι το μετάνιωσα. Ωραία έγιναν τα φτερά μου, μα έτσι κατακόκκινα και γυαλιστερά καθώς είναι, με κάνουν να φαντάζω πολύ. Οι άνθρωποι νομίζουν πως είμαι πουλί σπάνιο! Με κυνηγούν και θέλουν να με πιάσουν!
-Αποφάσισε, λοιπόν, σαν τι φτερά θα ήθελες να έχεις επιτέλους! άρχισε να χάνει την υπομονή της η νεράιδα.
Το σπουργίτι στάθηκε κάμποσο σκεφτικό και στο τέλος είπε:
-Απ’ ό, τι βλέπω, τα δικά μου φτερά πρέπει να προτιμήσω, νεράιδά μου. Τι τα θέλω εγώ τα μεγαλεία! Με τα δικά μου πετώ μια χαρά! Είναι ελαφριά, γερά, η βροχή δεν τα καταστρέφει, κι οι άνθρωποι το βλέπουν πως είμαι σπουργίτι και μ’ αφήνουν να πετώ ελεύθερα. Δώσε μου, λοιπόν, πάλι τα δικά μου τα φτερά, και σου υπόσχομαι τίποτε πια να μην ξαναζητήσω.
Κι η νεράιδα η καλή έκανε το θέλημά του. Έτσι, το μικρό πουλί έμεινε με τα φτερά του. Και χαιρότανε πολύ, λεύτερα, το πέταγμά του.

Λότη Πέτροβιτς- Ανδρουτσοπούλου


Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Μην κλαις, φθινόπωρο

-Μην κλαις, φθινόπωρο,
μην είσαι λυπημένο,
γέμισε πάλι
του σχολειού μας η αυλή.
Άκου τα γέλια,
τα τραγούδια, τη χαρά μας,
γέλα κι εσύ!

-Μα ποιος το λέει
ότι είμαι λυπημένο
και κάποιο βάρος
μου σκεπάζει την ψυχή;
Την ομπρελίτσα που ‘χεις
μέσα στο ντουλάπι
πώς θα τη βγάλεις
να χαρείς, χωρίς βροχή;

Ελένη Χριστούλα-Πατελοδήμου, Ποιήματα για το φθινόπωρο και το χειμώνα, εκδόσεις Πατάκη
……
Καλημέρα και καλή εβδομάδα, από μια φθινοπωρινή, μαγευτικά όμορφη, μα πάντα ξεχασμένη Φλώρινα...

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Η Χρονιά του Μικρού Πρίγκιπα

Επειδή έχουμε ακόμα καιρό για να γίνει ο... απολογισμός της "Χρονιάς του Μικρού Πρίγκιπα", ας κάνω την αρχή με ένα αρκετά ενδιαφέρον άρθρο(που επικεντρώνεται στον Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ), που "έκλεψα" στο Facebook από την Λήδα Βαρβαρούση!...

.................................................

Αντουάν Ντε Σαίντ-Εξυπερύ, μια εκπληκτική ζωή γεμάτη αναζήτηση



''Δεν βλέπεις καθαρά παρά μόνον με την καρδιά. Το ουσιώδες είναι αόρατο για τα μάτια''..




Στις αρχές του 20ου αιώνα οι αδελφοί Ράιτ πραγματοποιούν την πρώτη πτήση στους ουρανούς. Την ίδια εποχή γεννιέται ένα παιδί στη Λυών της Γαλλίας που έμελλε να μαγευτεί από τα αεροπλάνα απογειώνοντας εκατομμύρια ανθρώπους με τα ταξίδια της αναζήτησης του «μικρού πρίγκιπα».



Εκείνος ζει από τότε στον πλανήτη της παιδικής του ηλικίας, στη πιο όμορφη χώρα του κόσμου. Εκεί που οι μεγάλοι δύσκολα φτάνουν, μα κι όταν φτάνουν χρειάζεται να κοπιάσουν, για να καταφέρουν να δουν τα μικρά και μεγάλα μυστικά που κρύβει αυτός ο υπέροχος κόσμος.

Από μικρός αγαπούσε πολύ τα παραμύθια. Το 1904 σε ηλικία 4 μόλις ετών έχασε τον πατέρα του. Η μητέρα του, τα τέσσερα αδέρφια του, τα λουλούδια στις αυλές, ο ουρανός και τ’ άστρα, το φεγγάρι, τα πουλιά, οι γρύλλοι που πάλευε να εκγυμνάσει, έγιναν μια μεγάλη οικογένεια που τον τύλιγε κάθε νύχτα με σεντόνι το φεγγάρι κι όνειρα, για ταξίδια μακρινά σε κόσμους που ακόμα και σήμερα δεν έχουν αποκαλυφθεί.



Ήθελε να πετάξει. Και βρήκε τον τρόπο! Το αγόρι, που πετούσε καθημερινά με τις λέξεις και τους στίχους στον ουρανό της φαντασίας, έντυσε το ποδήλατό του με μεγάλα πανιά κι έφτασε τόσο μακριά που δεν πρόφτασε κι ο ίδιος να μας πει. Το ταξίδι της αναζήτησης, το ταξίδι του μικρού πρίγκιπα, ξεκίνησε την μέρα που το ποδήλατο του Αντουάν φόρτωσε τα πανιά του με άνεμο κι υψώθηκε προς τα σύννεφα. Κι ύστερα ήρθε εκείνος ο Ναζί που πετούσε τυχαία στα ίδια μέρη. Και πυροβόλησε. Γιατί ο Ναζί δεν «πετάει στα σύννεφα». Σκοτώνει τα σύννεφα κι ό,τι ακόμα ζει κοντά τους.



Πέρασε πολύς καιρός μέχρι να τυλίξουν τα δίχτυα ενός ψαρά τα σίδερα του αεροπλάνου που πήρε μαζί του τον Αντουάν στη Μεσόγειο. Ο αριθμός του δεν άφηνε περιθώρια για αμφιβολίες. Πέρασαν ακόμη περισσότερα χρόνια για να μιλήσει ο Ναζί, που μετάνιωσε λέει, γιατί δεν ήξερε οτι ήταν ο συγγραφέας του «μικρού πρίγκιπα» μέσα στο αεροπλάνο που είχε καταρρίψει. Τον είχε διαβάσει λέει κι εκείνος. Ανάθεμα όμως αν μίλησε ποτέ μαζί του. Ανάθεμα αν κατάλαβε ποτέ τί έκανε, κι αυτός και τόσοι άλλοι ακόμα σε εκείνο το μακελειό, στο ανθρωποσφαγείο που προκάλεσαν οι Ναζί στο Β’ Παγκόσμιο.



Εκεί ψηλά, στον ουρανό, σε ένα απίστευτο ύψος, έπιασε την πένα του για πρώτη φορά ο Αντουάν κι αποφάσισε να μας μιλήσει. «Ήμουν φτιαγμένος για να γίνω κηπουρός» έγραφε και μετά «Ζω, σημαίνει γεννιέμαι αργά».



Το 1912 σε ηλικία 12 χρονών πέταξε ψηλά με αεροπλάνο για πρώτη φορά. Το ποδήλατο άλλαξε μορφή. Τα πανιά που το σήκωναν στους ουρανούς με την βοήθεια του ανέμου αντικαταστάθηκαν με έλικες και μια θορυβώδη μηχανή που μπορούσε να σε κάνει να πλησιάσεις τα αστέρια. Τώρα πλέον όλα ήταν δυνατά.



Στα δεκαεφτά του έχασε τον καλύτερο του φίλο. Ο «μηχανικός» του, ο Φρανσουά, ο μικρότερος αδερφός του Αντουάν, έφυγε για ένα μεγάλο ταξίδι. Το ταξίδι όπου το σώμα δεν επιστρέφει ποτέ.



Ο Αντουάν κατατάχθηκε στο στρατό. Όχι για να πολεμήσει. Ούτε γιατί του άρεσε η «τάξις και η ασφάλεια». «Η τάξη» έγραφε, «είναι σταμάτημα της ζωής». Δεν ζητούσε την αναγνώριση μέσα από τα υφάσματα της στολής κι απ’ τα καρφιτσωμένα παράσημα ανδρείας. Όλα αυτά δεν είχαν καμία μα καμία σημασία για τον Αντουάν. Αντίθετα μισούσε τη στρατιωτική θητεία.



«Παρακαλώ πολύ να μη χρησιμοποιείται τον τίτλο κόμης στα γράμματα που μου στέλνεται» έγραφε στη αγαπημένη του μητέρα. Η οικογένεια του είχε αριστοκρατική «ρίζα» αλλά δεν ήταν αυτό που συνηθίζουμε να λέμε «ευκατάστατη».







Ένα χρόνο έπειτα από το χαμό του Φρανσουά αρραβωνιάστηκε μια οικογενειακή φίλη, η οποία τον εγκατέλειψε μερικά χρόνια αργότερα. Στα εικοσιένα του πέφτει με το αεροπλάνο του, σε ένα τρομερό ατύχημα στο Λε Μπουρζέ, όπου τραυματίζεται βαριά αλλά σαν από θαύμα ξεφεύγει απ’ το θάνατο. Αφού ολοκλήρωσε τη θητεία του με το βαθμού του ανθυποσμηναγού, παίρνοντας παράλληλα το πτυχίο του πιλότου μαχητικών, άλλαξε διάφορα επαγγέλματα. Εμπορικός αντιπρόσωπος, υπάλληλος σε αεροπορική εταιρεία και υπεύθυνος αργότερα στην αεροπορική ταχυδρομική γραμμή στο Μπουένος Άιρες. Αυτή, η τελευταία, ήταν μια δουλειά που τον είχε ενθουσιάσει. Ταυτόχρονα γράφει τα βιβλία «Ο Πιλότος», «Ο Ταχυδρόμος του Νότου» και την «Νυχτερινή πτήση» που αποσπά λογοτεχνικό βραβείο.



Στα 1930 αναζητά έναν φίλο του που είχε χαθεί στις Άνδεις. Το αεροπλάνο του Γκιγιωμέ είχε γίνει συντρίμμια στα βουνά κι ο Αντουάν προσέτρεξε σε βοήθεια, αναζητώντας τον φίλο. Μαχητής κι εκείνος! Παρά την καταστροφή δεν το έβαλε κάτω. Ο Γκιγιωμέ πίστεψε πως θα πεθάνει αλλά ήθελε να ζήσει τόσο ώστε να πεθάνει όπως ήθελε ο ίδιος. Έτσι κατάφερε, αφού περιπλανήθηκε για μέρες σαν αγρίμι στις Άνδεις, να κατέβει προς τις πεδιάδες ελπίζοντας να φτάσει κάπου όπου θα μπορούσε να βρεθεί το πτώμα του, για να μπορέσει η σύζυγος του να εισπράξει την αποζημίωση της ασφαλιστικής εταιρείας από το ατύχημα που του είχε συμβεί. Να μη θεωρηθεί δηλαδή αγνοούμενος.



Την ίδια εποχή γνώρισε την Κονσουέλο με την οποία και παντρεύτηκε.



Επιδιώκοντας να σπάσει ένα ρεκόρ δοκίμασε να πετάξει από το Παρίσι στη Σαϊγκόν, όμως το ταξίδι δεν είχε την κατάληξη που θα περίμενε. Είχε μια διαφορετική πλοκή την οποία και θα αναγνωρίσετε, πιστεύω! Το καραβάνι που έσωσε τον Αντουάν στην έρημο της Λιβύης είχε γλιτώσει απ’ τον θάνατο έναν άνθρωπο, γεννώντας την ίδια στιγμή έναν ακόμη. Μικρό αλλά γνωστό μας πλέον. Ο μικρός πρίγκιπας είχε ήδη προσγειωθεί κι ας μην είχε γραφτεί ούτε μισή λέξη ακόμα για τις περιπέτειές του. Αυτές… τις ζούσε ήδη ο Αντουάν.



Τα οικονομικά του δεν ήταν καθόλου καλά και δυσκόλεψαν ακόμα περισσότερο με το ξέσπασμα της μεγάλης οικονομικής κρίσης, που συγκλόνισε και τότε τον κόσμο. Η επιτυχία της «Νυχτερινής πτήσης» όμως και ιδίως η μεταφορά της στον κινηματογράφο με έναν πιο… εμπορικό τίτλο, που της έδωσαν οι χολιγουντιανοί, με πρωταγωνιστή τον Κλαρκ Γκαίημπλ καθώς και η μεταφορά στην μεγάλη οθόνη δύο ακόμα κειμένων του Αντουάν, την «Αν-Μαρί» και το «Σαββατοκύριακο στο Αλγέρι» βελτιώνουν αισθητά την οικονομική του κατάσταση.



Τα σύννεφά περιμένουν κι εκείνος δεν έχει παρά να ανταποκριθεί στο κάλεσμα τους. Παρά το γεγονός πως τα χρόνια περνούν και ειδικά τα χρόνια για έναν αεροπόρο-εκείνη την περίοδο μάλιστα-που έτσι κι αλλιώς περιορίζονται από τα προβλήματα και την καταπόνηση που γεννά στον ανθρώπινο οργανισμό η πτήση, ο Αντουάν μοιάζει να αψηφά τον κίνδυνο. Έτσι, αναλαμβάνει πολεμικός ανταποκριτής γαλλικών εφημερίδων στον Ισπανικό εμφύλιο όπου και παίρνει ανοιχτά θέση υπέρ των δυνάμεων της δημοκρατίας κι εναντίον του δικτάτορα Φράνκο.





Ένα νέο ατύχημα τον συναντά στην πτήση Νέα Υόρκη-Γη του πυρός, απ’ όπου βγαίνει ζωντανός αλλά βαριά τραυματισμένος. Τα βιβλία του όπως «η γη των ανθρώπων» αγκαλιάζονται από τους φίλους της λογοτεχνίας κι ο Αντουάν ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει το Ναζισμό που έρχεται με ορμή να σκεπάσει ολόκληρο τον κόσμο με αίμα. Θέλει να καταταγεί. Να πολεμήσει κι αυτός το τέρας, όμως οι ιθύνοντες τον τοποθετούν σε μονάδα αναγνωρίσεως κάτι που δεν μπορεί να δεχτεί. Ζητά επίμονα να μετατεθεί σε μάχιμη μονάδα κι έπειτα από μεγάλη πίεση το καταφέρνει. Φίλοι του που φοβούνταν για την εύθραυστη υγεία του προσπαθούν να τον μεταπείσουν. Του προτείνουν άλλες θέσεις σε γραφεία μα ο Αντουάν τούς απαντά: «Δεν σκοπεύω να γίνω ένας από αυτούς τους χαρτογιακάδες που μένουν στις αποθήκες για να φαγωθούν μετά τον πόλεμο σαν βάζα μαρμελάδας αραδιασμένα στα ράφια».



Τα γεγονότα παίρνουν την γνωστή, άσχημη, τροπή. Η γραμμή Μαζινό δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στη ναζιστική προέλαση. Πολλοί λένε ότι έχει ισχυρή υποστήριξη ο ναζί μέσα στη χώρα, σε πολιτικούς, στρατιωτικούς και οικονομικούς κύκλους οι οποίοι συντελούν στην σχεδόν αμαχητί παράδοση της Γαλλίας. Ο Αντουάν διαπίστωσε σύντομα, πετώντας, πως μια νέα γενιά μαχητικών αεροσκαφών που θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στη ναζιστική επίθεση είχαν μείνει καθηλωμένα στο έδαφος, γιατί ποτέ δεν δόθηκε εντολή απογείωσης.



Η κατάρρευση του στρατού, το χάος που ακολούθησε, η σφαγή παιδιών και γυναικών από την ναζιστική αεροπορία, τα ταρατατζούμ και οι παράτες των κατακτητών, ήταν λες και κατέβηκαν ιπτάμενοι βόες στη γη, που κατάπιναν ανθρώπους στο πέρασμά τους.



Ο κόσμος νύχτωνε τώρα κι η αίσθηση της προδοσίας έζωνε την ατμόσφαιρα.



Η κυβέρνηση του Βισύ, η οποία συνθηκολογεί και συνεργάζεται με τους Ναζί μεταθέτει τον Αντουάν στο Μπορντώ, μα εκείνος δεν έχει καμιά διάθεση να μείνει στην υπηρεσία μιας ναζιστικής μαριονέτας. Αρνείται και αμέσως μετά δραπετεύει από τη Γαλλία. Οι συνεργάτες των Χιτλερικών, απαγορεύουν τα βιβλία του. Καταφεύγει στις ΗΠΑ όπου και γράφει το βιβλίο «Πιλότος πολέμου».



Ο φίλος του ο Γκιγιωμέ που βγήκε ζωντανός από το ατύχημα στις Άνδεις χάνει τη ζωή του από ναζιστικό βλήμα. Οι σύμμαχοι αποβιβάζονται στη Β. Αφρική. Ο κόσμος ολόκληρος πλέον είναι τυλιγμένος στη φωτιά του πολέμου. Ο Αντουάν δεν μπορεί να κρατηθεί. Θέλει να πολεμήσει, θέλει να πετάξει ξανά. Τα 44 χρόνια του κάνουν την πτήση πολύ επικίνδυνη υπόθεση.



Με παρέμβαση φίλων του, αξιωματούχων της αμερικανικής κυβέρνησης, θα τον αφήσουν να πετάξει ξανά. Έτσι επιστρέφει στο παλιό του σμήνος, όμως τώρα νέες αντιθέσεις έχουν προκύψει. Ο ανταγωνισμός του Ντε-Γκωλ με άλλες ομάδες συμφερόντων της στρατιωτικής, πολιτικής και οικονομικής ελίτ της Γαλλίας απαιτεί, από τον διάσημο πλέον συγγραφέα Αντουάν, να ταχθεί με τη μεριά του ενός ή του άλλου. Εκείνος αρνείται να πάρει οποιαδήποτε τέτοια θέση κι έτσι βρίσκεται εν μέσω πυρών. Οι φιλοναζιστές τον μισούν γιατί τους πολέμησε με την «Αστραπή»- έτσι ονόμαζε ο Αντουάν το αεροπλάνο του- αλλά και κυρίως με τη πέννα του και τον κατηγορούν για πατριώτη. Οι νέοι «πατριώτες» του Ντε Γκώλ, τον απεχθάνονται γιατί έχει το θάρρος της γνώμης του και δεν δέχεται να παίξει στα παιχνίδια εξουσίας, που βρίσκονταν σε εξέλιξη κι επίσης τον κατηγορούν για φιλοναζισμό!!




Το αποτέλεσμα; Ο Ντε Γκώλ απαγορεύει τα βιβλία του Αντουάν στη Γαλλία. Σύννεφα λύπης πυκνώνουν στον ουρανό του Αντουάν. Ο ατρόμητος αεροπόρος που αναζητούσε τα νοήματα των ταξιδιών και τον σκοπό του ουρανού στα κύματα της θάλασσας, έτσι όπως την έβλεπε από ψηλά, χανόταν αρχικά μέσα στις αγκαλιές των συμπολεμιστών του κι αμέσως μετά εισέπραττε την επιφυλακτικότητα και την απομόνωση.



Μοιάζει η Μεσόγειος σαν να τάχθηκε σε έναν ρόλο για τον Αντουάν. Να γίνει η δική του πατρίδα, η πατρίδα της μοναξιάς καθώς ο μικρός πρίγκιπας κουράστηκε και ζήτησε λίγο να ξαποστάσει.



Το αεροπλάνο που κατέρριψε ο Ναζί στις ακτές της Τουλόν, λένε πως ήταν του Αντουάν. Μα κι εγώ κι εσύ και πολλοί ακόμα ξέρουμε πως ο πιλότος της «Αστραπής» ζει για πάντα μέσα σε κάθε τριαντάφυλλο της ψυχής μας. Κι όσο το ποτίζεις ανθίζει. Όσο το εγκαταλείπεις, μαραίνεται.



Ίσως από εκεί, ίσως από τα βάθη της θάλασσας, εκεί που βρέθηκε η «Αστραπή» παρέα με Ποσειδώνια και άνθη του βυθού, μας μιλά ακόμα εκείνη η φωνή. Η φωνή που βγαίνει απ’ τον πλανήτη της παιδικής μας της ψυχής… η φωνή που, πολλές φορές, ξεχνάμε πως υπάρχει…





πηγή εδώ , του Χρήστου Τσαντή.


............................

http://www.thessalonikiartsandculture.gr/blog/texnopersona/antouan-de-saint-eksypery-mia-zoi-anazitisi#.Un9Yc66TuP8


Περισσότερα: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=34839#ixzz2kEfhtw2u