Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΚΑΜΠΑΝΑΣ

Έξω από το δάσος, στα ριζά του βουνού, ήταν κάποτε ένα όμορφο χωριό, με τα δέντρα του, τα νερά του και την εκκλησία του με το ψηλό καμπαναριό. Και πάνω στο καμπαναριό ήταν η μεγάλη καμπάνα που χτυπούσε γλυκά-γλυκά κι ακουγόταν μακριά, ως πέρα.
Ο Χάρης την αγαπούσε πολύ. Πρωί-πρωί τις Κυριακές και τις γιορτές, έτρεχε πρώτος να τραβήξει το σκοινί της κι άκουγε χαρούμενος τη ζεστή και δυνατή φωνή της.
-Ντάν – ντάν- ντάν! Καλημέρα – καλημέρα! Καλημέρα σ΄ όλους σας!
Και το δείλι, που έγερνε ο ήλιος πίσω από το βουνό, ο Χάρης χτυπούσε την καμπάνα ευτυχισμένος. Κι η καλή καμπάνα αντηχούσε ως πέρα μακριά.
--Ντάν – ντάν- ντάν! Καληνύχτα, χωριανοί! Καληνύχτα! Περνούσε έτσι ο καιρός κι ο Χάρης έγινε παλικαράκι. Και χτυπούσε τόσο όμορφα την καμπάνα, βράδυ και πρωί, όσο κανένας άλλος μέσα στο χωριό.
Ήταν μια γλυκιά και ζεστή μέρα του καλοκαιριού κι ο Χάρης βγήκε έξω στο δάσος να σεργιανίσει. Σε λίγο έφτασε κάτω από τα δέντρα, στην πυκνή και δροσερή σκιά τους. Και κει, καθώς περπατούσε χαρούμενος, ακούει δίπλα του κάτι μικρά φτερουγίσματα. Γυρίζει το κεφάλι του και βλέπει ένα μικρό πουλάκι πιασμένο στην παγίδα, να φτερουγίζει μ΄ όλη του τη δύναμη, για να μπορέσει να ελευθερωθεί και να πετάξει. Το πουλάκι, μόλις είδε το Χάρη, του φώναξε.
-Καλό μου παιδί, γλίτωσέ με! Έχω πέντε μικρούλια στη φωλιά μου και περιμένουν να τους πάω φαί. Κι ύστερα η ζωή είναι τόσο ωραία! Μη μ΄ αφήσεις να χαθώ!
Και τον κοίταζε με τα μαύρα στρογγυλά ματάκια του, που παρακαλούσαν.
Ο Χάρης γέλασε.
-Θα σ΄ έπαιρνα εγώ να σε ψήσω, είπε, μα είσαι μια σταλιά. Ούτε μια μπουκιά δε θα βγάλεις. Κι έπειτα, ένα μονάχα, τι να σε κάνω; Να ‘σαστε τουλάχιστο καμιά δεκαριά!...
Κι έφυγα. Πέρασε το δάσος κι έφτασε σ΄ ένα μικρό και φτωχό κάμπο, ξερό από τη λαύρα του ήλιου. Σ΄ ένα χωραφάκι με αδύνατη γη, γεμάτη πέτρες κι αφάνες, ένας γεροντάκος σκυφτός κι αδύνατος, με άσπρα μαλλιά, μάζευε μια-μια τις πέτρες και τις πήγαινε στην άκρη του χωραφιού.
-Γεια σου, παππούλη, του είπε ο Χάρης. Τι κάνεις με τέτοιο λιοπύρι;
-Καλώς το παιδί, είπε ο γέρος. Δε βλέπεις; Καθαρίζω το χωράφι μου για να το σπείρω μεθαύριο κριθάρι.
Και σκούπισε τον ιδρώτα του, που έτρεχε στο ζαρωμένο πρόσωπό του.
-Καλό μου παιδί, είπε σε λίγο, μου κάνεις μια χάρη; Πας ως την πηγή να μου γεμίσεις νερό το φλασκί μου; Απόστασα απ΄ τη δουλειά και δε βαστάνε τα πόδια μου ν΄ ανηφορίσω.
-Που να ξαναγυρίζω πίσω! αποκρίθηκε ο Χάρης. Εγώ πάω κάτω, στην ακροθαλασσιά.
Κι έφυγε. Περπάτησε κάμποση ώρα, ώσπου έφτασε στην ακροθαλασσιά. Κι όπως ήτανε γεμάτος ιδρώτα και σκόνες, έπεσε μέσα στη θάλασσα και δροσίστηκε και ξεκουράστηκε από το δρόμο. Κοντά στα βράχια ήτανε μια μικρή καλυβούλα και στο κατώφλι της καθόταν ένας γέρος ψαράς και μπάλωνε τα δίχτυα του. Ο Χάρης πήγε κοντά του. Ο ψαράς χάρηκε που τον είδε. Ζούσε καταμόναχος ο καημένος κι ήθελε συντροφιά. Κάθισε λοιπόν το παιδί κοντά του κι άρχισαν να κουβεντιάζουν, να λένε το ένα και το άλλο, ώσπου η ώρα πέρασε κι ήρθε το δείλι. Και τότε, από πέρα, μακριά, πίσω από το δάσος, έφτασε ο ήχος μιας καμπάνας.
Του Χάρη τα μάτια άστραψαν.
-Η καμπάνα του χωριού μας! είπε. Δεν ήξερα πως ακούγεται ως εδώ.
-Ακούγεται, παιδί μου, είπε ο γέρος. Πρωί και βράδυ ταχτικά.
-Αλήθεια; φώναξε ο Χάρης. Εγώ τη χτυπάω, παππούλη.
-Έτσι; Μα τότε πρέπει να ‘σαι καλό παιδί.
-Γιατί, παππούλη;
-Δεν ξέρεις, τι λένε γι΄ αυτή την καμπάνα;
-Όχι. Δεν ξέρω. Για πες μου.
Ο γερο-ψαράς άφησε τα δίχτυα του, κοίταξε το Χάρη κι είπε:
«Αυτή η καμπάνα, παιδί μου, ήτανε φτιαγμένη σε χρόνια παλιά κι ήτανε στημένη στο καμπαναριό μιας πλούσιας και μεγαλοπρεπούς πολιτείας. Όμως οι άνθρωποί της σιγά-σιγά με τον καιρό, άρχισαν να παίρνουν τον κακό δρόμο. Έπιναν και μεθούσαν στα καπηλειά και βρίζονταν και τσακώνονταν αναμεταξύ τους. Άνοιγαν κι έκλεβαν τα σπίτια και τα μαγαζιά, ληστές παραφύλαγαν στους δρόμους και λήστευαν τους διαβάτες και το σκότωναν. Οι τίμιοι άνθρωποι δεν τολμούσαν πια να βγουν από τα σπίτια τους τη νύχτα. Μα και την ημέρα ακόμα κινδύνευαν. Η κατάσταση όσο πήγαινε και χειροτέρευε κι οι καλοί και ήσυχοι πολίτες ήταν απελπισμένοι.
Μια μέρα ένας άγιος πατέρας, γέροντας και σοφός, έτυχε να ‘ρθει περαστικός για πρώτη φορά σ΄ εκείνη την πολιτεία. Και καθώς ήταν αποσταμένος από το δρόμο, μπήκε σ΄ ένα πανδοχείο, να φάει κάτι και να ξεκουραστεί. Γύρω του, στα τραπέζια, κάθονταν άνθρωποι κι έπιναν το ένα ποτήρι ύστερ’ από τ΄ άλλο, κι άλλοι τραγουδούσαν τραγούδια άσκημα, άλλοι έπαιζαν χαρτιά και τσακώνονταν και βλαστημούσαν. Σηκώθηκαν οι τρίχες του άγιου πατέρα, μόλις είδε αυτή την κατάσταση. Κι αργότερα που ανέβηκε στην κάμαρά του να κοιμηθεί, μίλησε για όλ’ αυτά στον ξενοδόχο.
-Αχ, καλέ μου γέροντα, είπε αυτός. Το κακό παράγινε πια στην πολιτεία μας κι είναι αργά για να διορθωθεί.
-Ποτέ δεν είναι αργά για να γίνει ένα καλό, παιδί μου.
Το άλλο πρωί, ο άγιος πατέρας, βγήκε στην πολιτεία και περιδιάβασε εδώ κι εκεί ως αργά τη νύχτα. Και την άλλη μέρα τα ίδια. Γύρισε παντού σ’ όμορφες πλατείες και σε σοκάκια, μπήκε μέσα σε μαγαζιά, σε ταβέρνες και σ΄ εργαστήρια, κι εκείνα που είδε κι άκουσε, γέμισαν απελπισία την καρδιά του. Κίνησε τότε και πήγε να βρει τον άρχοντα. Και τον βρήκε στον πύργο του, καθισμένον σ΄ ένα πλούσιο τραπέζι, να τρωγοπίνει με άλλους άρχοντες, ξένοιαστος κι ευχαριστημένος.
-Τι θέλει;, καλέ μου γέροντα; τον ρώτησε μόλις τον είδε.
Κι ο άγιος πατέρας του μίλησε ώρα πολλή για τους ανθρώπους της πολιτείας του και ζήτησε τη βοήθειά του, για να μπορέσει να διορθώσει το κακό.
-Οι φυλακές μου είναι γεμάτες, άγιε πατέρα, απάντησε ο άρχοντας. Και κάθε μέρα κλείνω μέσα κι άλλους καινούριους. Δεν ξέρω πως αλλιώς μπορώ να σε βοηθήσω. Κάτσε, καλύτερα, να φας και να πιείς και μη χαλάς την καρδιά σου.
Ο γέροντας έφυγε, ακόμα πιο λυπημένος από πρώτα. Και μη ξέροντας τι άλλο να κάνει, πήγε στην εκκλησία και προσευχήθηκε.
-Θεέ μου, είπε, κάνε το θαύμα σου! Δείξε μας πώς να ξεχωρίσουμε, μέσα σε τούτο το ανακάτωμα, τους καλούς ανθρώπους από τους κακούς!
Κι ο καλός Θεός άκουσε τον άγιο πατέρα.
Η άλλη μέρα ήταν Κυριακή κι ο κωδωνοκρούστης, πρωί-πρωί, βγήκε να χτυπήσει τη μεγάλη καμπάνα της εκκλησίας. Μα η καμπάνα δε χτύπησε. Έμεινε βουβή, όσο κι αν τραβούσε το σκοινί της. Κάμποσοι διαβάτες που περνούσαν από κει, στάθηκαν και κοίταζαν σαστισμένοι. Κι όταν στο τέλος έφυγαν, το είπαν και σε άλλους.
Το νέο μαθεύτηκε γρήγορα στην πολιτεία κι όλοι οι άνθρωποι μαζεύτηκαν έξω από την εκκλησία. Όλοι έβλεπαν τον κωδωνοκρούστη να τραβάει μ’ όλη τη δύναμή του το σκοινί της καμπάνας κι αυτή να μη βγάζει κανέναν ήχο. Ο άγιος πατέρας είχε τρέξει κι εκείνος εκεί και κοίταζε κατάπληκτος αυτό το πράγμα. Σε λίγο όμως τα μάτια του άστραψαν. Κοίταξε γύρω του κι είδε να στέκει κοντά του ένας άντρας με πρόσωπο άγριο και κακό.
-Καλέ μου άνθρωπε, του είπε, πας και συ να χτυπήσεις την καμπάνα;
-Και δεν πάω; έκανε αυτός και γέλασε. Τι έχω να χάσω;
Πήγε λοιπόν και πήρε το σκοινί και το τράβηξε. Μα και πάλι η καμπάνα έμεινε σιωπηλή. Ο γέροντας τότε διάλεξε έναν άλλο και τον έστειλε να χτυπήσει την καμπάνα κι ύστερα άλλον κι άλλον. Κανένας όμως δεν κατάφερε τίποτα. Και τελευταία ο άγιος πατέρας έστειλε ένα παιδάκι. Το παιδάκι έτρεξε χαρούμενο, έπιασε το σκοινί με τα μικρά του χεράκια και το τράβηξε. Κι αμέσως η καμπάνα άρχισε να χτυπά δυνατά και γλυκά, όπως πρώτα.
Ο άγιος πατέρας είδε το σημάδι του Θεού. Μπήκε λοιπόν τρέμοντας στην εκκλησιά κι έπεσε γονατιστός και προσευχήθηκε.
-Σ΄ ευχαριστώ, Θεέ μου, είπε με δάκρυα στα μάτια. Σ’ ευχαριστώ για το θαύμα που έκανες!
Κι ύστερα πήγε στον πύργο του άρχοντα και του μίλησε κάμποση ώρα. Ο άρχοντας άκουσε τα λόγια του και πρόσταξε να μαζευτούν όλοι οι κάτοικοι της πολιτείας μπροστά στην εκκλησία. Οι άνθρωποι σάστισαν, όταν τ΄ άκουσαν, δεν ήξεραν γιατί, όμως υπάκουσαν στην προσταγή του. Σχημάτισαν λοιπόν μια μεγάλη σειρά, που τριγύριζε δυό και τρεις φορές την πολιτεία, κι ένας-ένας πήγαινε και τραβούσε το σκοινί της καμπάνας. Κι αυτή στα χέρια των καλών ανθρώπων χτυπούσε δυνατά, μα στα χέρια των κακών δεν έβγαζε κανέναν ήχο.
Μάζεψαν τότε όλους τους κακούς ανθρώπους και τους πήγαν μακριά, σ’ έναν έρημο τόπο, κι ο άγιος πατέρας πήγε μαζί του. Και τους μιλούσε με υπομονή, τους φερόταν με καλοσύνη και τους δίδασκε το καλό! Και λένε πως σιγά-σιγά, με τον καιρό, κατάφερε να τους φέρει στον ίσιο δρόμο. Γύρισαν τότε πίσω στην πολιτεία τους κι έζησαν καλά και δίκαια. Κι η καμπάνα δεν έπαψε ποτέ να χτυπά. Αυτή λένε πως είναι η ιστορία της καμπάνας, παιδί μου».
Ο Χάρης άκουγε με τα μάτια καρφωμένα στο γερο-ψαρά. Κι όταν αυτός τελείωσε, τον ρώτησε παραξενεμένος.
-Και πως βρέθηκε στο χωριό μας, παππούλη;
-Πέρασαν πολλά-πολλά χρόνια, παιδί μου, και κάποτε μπήκαν κατακτητές στην πολιτεία, που δεν πίστευαν στο δικό μας το Θεό. Κάποιοι τότε πρόφτασαν και την πήραν και την έφεραν εδώ, για να γλιτώσει. Κι από τότε έμεινε.
-Ωραία η ιστορία σου, παππούλη, είπε ο Χάρης. Σ΄ ευχαριστώ που μου την είπες. Μα βράδιασε πια και πρέπει να γυρίσω στο χωριό. Καληνύχτισε λοιπόν το γερο-ψαρά κι έφυγε.
Την άλλη μέρα σηκώθηκε νωρίς-νωρίς κι έτρεξε να χτυπήσει την καμπάνα, όπως έκανε κάθε πρωί. Έπιασε το σκοινί, το τράβηξε, όμως δεν ακούστηκε κανένας ήχος. Η καμπάνα έμεινε σιωπηλή, σα να μη την είχε αγγίξει τίποτα. Ο Χάρης κοίταξε ψηλά παραξενεμένος. Και ξανατράβηξε μ’ όλη τη δύναμή του το σκοινί. Το γλωσσίδι κουνήθηκε πέρα-δώθε, χτύπησε το χαλκό, μα η καμπάνα δεν έβγαλε ήχο.
-Δε χτυπάει! ψιθύρισε ο Χάρης. Δε χτυπάει!
Κι ο τρόμος τον κυρίευσε ολόκληρο. Βάλθηκε τότε να τραβά, να τραβά σαν τρελός το σκοινί. Μα η καμπάνα έμεινε βουβή και πάλι.
Ο Χάρης έγινε κατακίτρινος κι άρχισε να τρέμει σαν το φύλλο. Κι άξαφνα έτρεξε κι άρχισε ν΄ ανεβαίνει γρήγορα-γρήγορα στο καμπαναριό και σε λιγάκι βρέθηκε δίπλα στην καμπάνα.
-Καλή μου καμπάνα, της είπε, γιατί δε χτυπάς; Τι κακό έκανα; Ούτε μέθυσα, ούτε λήστεψα, ούτε αδίκησα κανένα. Κανένα, καλή μου καμπάνα, σου τ’ ορκίζομαι. Χτύπησε σε παρακαλώ!
Και κατέβηκε κάτω και τράβηξε πάλι το σκοινί. Η καμπάνα δε χτύπησε ούτε κι αυτή τη φορά. Τότε ο Χάρης, με την απελπισία στην καρδιά, βγήκε έξω από το χωριό και πήγε στη μοναξιά, στο δάσος, και κάθισε συλλογισμένος σε μια πέτρα. Προσπαθούσε να βρει τι κακό είχε κάνει κι είχε θυμώσει η καμπάνα μαζί του, μα δεν έβρισκε τίποτα και σιγά-σιγά τον πήραν τα κλάματα. Έκλαψε, έκλαψε κάμποσην ώρα, κι ύστερα είπε μέσα του.
Θα πάω να βρω το γερο-ψαρά και θα του ιστορήσω τι έγινε. Μπορεί αυτός να ξέρει τίποτα να μου πει.
Σηκώθηκε λοιπόν από την πέτρα κι άρχισε να περπατάει ανάμεσα στα δέντρα. Όπου, εκεί περπατούσε, άκουσε δίπλα του φτερουγίσματα και γύρισε το κεφάλι. Και δες, το πουλάκι ήταν ακόμα ζωντανό, στην παγίδα του. Δεν είχε όμως δύναμη τώρα να φτερουγίζει, όπως χτες, και τα ματάκια του, που τον κοίταζαν, ανοιγόκλειναν και φαίνονταν πως σε λίγο θα ‘σβηναν για πάντα. Ο Χάρης το λυπήθηκε τώρα. Πήγε κοντά του, το ελευθέρωσε και το κράτησε στη χούφτα του λίγες στιγμές.
-Έχω λίγο ψωμί στην τσέπη μου, είπε. Στάσου να σου τρίψω ψιχουλάκια να φας, να κάνεις δύναμη, καημενάκι.
Κι έτριψε λίγα ψιχουλάκια, που το πουλάκι τα ‘φαγε λαίμαργα.
-Σ΄ ευχαριστώ, καλό μου παιδί, του είπε. Τρέχω τώρα στη φωλιά μου, στα παιδάκια μου.
Και πέταξε ψηλά στον αέρα.
Ο Χάρης, καθώς το κοίταζε, ένιωσε μέσα του μια χαρά. Μια χαρά τόσο μεγάλη, που ξέχασε για μια στιγμή την καμπάνα και την πικρά του.
Σε λίγο όμως τα θυμήθηκε πάλι, καθώς κατηφόριζε κι έβγαινε από το δάσος στον κάμπο. Στο μικρό χωραφάκι, ο γεροντάκος έκανε την ίδια δουλειά: σήκωνε μια-μια τις πέτρες από τη γη και τις κουβαλούσε στην άκρη. Έτσι που τον είδε ο Χάρης, σκυφτό και ζαρωμένο, τον λυπήθηκε.
-Παππούλη, του είπε, μη σώθηκε πάλι το νερό σου; Μη θέλεις να σου γεμίσω το φλασκί;
-Άσε, παιδάκι μου, είπε ο γέρος. Δε θέλω να σε βάλω σε κόπο.
-Χαρά στον κόπο! έκανε ο Χάρης.
Και πήρε το φλασκί του γέροντα, ανηφόρισε στην πηγή και το γέμισε. Και καθώς το ‘φερε πίσω και του το ‘δωσε, ένιωσε μια χαρά μέσα του τόσο μεγάλη, που ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά.
-Σ΄ ευχαριστώ, καλό μου παιδί, είπε ο γέρος. Να κάνεις τα χίλια καλά.
Ο Χάρης έφτασε στην ακροθαλασσιά, μα δεν είδε το γερο-ψαρά.
-Θα ‘χει πάει για ψάρεμα, συλλογίστηκε. Κρίμα!
Και κάθισε και τον περίμενε ώρες πολλές, ώσπου βράδιασε. Τότε γύρισε στο χωριό του.
Μόλις αντίκρυσε το καμπαναριό, η λύπη του μεγάλωσε. Έφαγε δίχως όρεξη λίγες μπουκιές κι έπεσε στο κρεβάτι του να κοιμηθεί. Μα δε μπόρεσε όλη τη νύχτα να κλείσει μάτι. Τι κακό είχε κάνει και δεν ήταν άξιος να χτυπήσει την καμπάνα της εκκλησιάς;
Κάποτε τέλος ξημέρωσε και σηκώθηκε.
-Θα πάω πάλι στο γερο-ψαρά, είπε. Αυτός μονάχα μπορεί να μου δώσει καμιά συμβουλή.
Και βγήκε από το σπίτι του. Καθώς όμως περνούσε έξω από την εκκλησία, δεν άντεξε. Πήγε κλεφτά-κλεφτά ως το καμπαναριό, πήρε στα χέρια του το σκοινί της καμπάνας κι άρχισε να το τραβά. Την ίδια στιγμή γλυκείς και δυνατοί ήχοι ακούστηκαν στην ησυχία του χωριού, γέμισαν τον αέρα, τον πλημμύρισαν, ως πέρα μακριά.
-Ντάν-ντάν-ντάν!
-Ντάν-ντάν-ντάν!
Η καρδιά του Χάρη κόντευε να σπάσει από τη χαρά. Και τραβούσε το σκοινί μ’ όλη τη δύναμη των χεριών του, για ν΄ ακούει, να χορταίνει τον ήχο της καμπάνας του. Και δε θα σταματούσε, αν ένας νέος δεν άνοιγε αντίκρυ το παράθυρό του και δε φώναζε γελαστός.
-Φτάνει πια, Χάρη! Ακούσαμε!
-Άς τονε! είπε από μέσα μια φωνή γυναίκας. Σήμερα είναι γιορτή!
Γιορτή μεγάλη ένιωθε μέσα του κι ο Χάρος εκείνο το πρωί. Τόσο μεγάλη, που δε μπορούσε να τη βαστάξει μονάχος κι έτρεξε να βρει το γερο-ψαρά, μ’ όλη τη δύναμη των ποδιών του. Μα τώρα δεν πήγαινε να του ζητήσει συμβουλή. Γιατί είχε μοναχός του καταλάβει πως για να είσαι καλός άνθρωπος, δεν αρκεί μονάχα να μην κάνεις το κακό. Πρέπει να κάνεις και το καλό, όπως, μπορείς, στη ζωή σου.

ΠΙΠΙΝΑ ΤΣΙΜΙΚΑΛΗ, …Έτσι λέει το παραμύθι, εκδόσεις «Η Δαμασκός»

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

ΝΟΒΑ ΤΣΙΤΑ

Εδώ μάλιστα. Όλα είναι ωραία.
Όλα είναι τακτικά.
Όλα πληκτικά κι ανυπόφορα.
Μες στην παχύρευστη λίμνη
σαν πράσινη χολή,
να τη ζυμώνουν τεμπέλικα οι κύκνοι
και να μυρώνουν την βραδινήν ατμόσφαιρα
οι κύκνοι μας –προπάντων οι κύκνοι μας.
Αν απουσίαζαν κι αυτοί
Τι θα γινόταν η Ποίηση;
Τι θα γινόταν
τα «κύκνεια άσματα»
τα κύκνεια μιάσματα
και τα κύκνεια χάσματα
ενός κόσμου, που πεθαίνει;

Ωραίο ωστόσο να είσαι κύκνος.
Να ‘χεις μες στο στήθος σφηνωμένη τη Μοίρα.
(Μια παράξενη διεστραμμένη θεά)
που σου λέει πότε θα πεθάνεις.
Κι εσύ αντί να βάλεις τα κλάματα
αρχίζεις να τραγουδάς!

Επιτέλους! Τέλειωσε κι αυτή η μέρα.
Η ζωή φυλλομετρήθηκε μόνη της
μόνο στο άσπρο και στο μαύρο
όπως στα παλαιά φιλμ.
Άσπρο- μαύρο, άσπρο-μαύρο, άσπρο-μαύρο.
Ε, μη μου πείτε τώρα
πως η ζωή μας δεν έχει ποικιλία!

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Ο Μικρός Πρίγκιπας και ο Μικρός Πρίγκιπας επιστρέφει 2

«…Στον πλανήτη του μικρού πρίγκιπα, λοιπόν, υπήρχαν, όπως σ’ όλους τους πλανήτες, καλά και κακά φυτά. Επομένως, καλοί σπόροι καλών φυτών και κακοί σπόροι κακών φυτών. Όμως οι σπόροι δε φαίνονται. Κοιμούνται στην αγκαλιά της γης μέχρις ότου κάποιος απ’ αυτούς, στα καλά καθούμενα, αποφασίσει να ξυπνήσει… Τεντώνεται λοιπόν και σπρώχνει δειλά προς τον ήλιο ένα υπέροχο, άκακο κλαράκι. Αν είναι κλαράκι ραπανιού ή τριανταφυλλιάς, μπορούμε να τ’ αφήσουμε να φυτρώσει όπως θέλει. Αν πρόκειται όμως για κάποιο κακό φυτό, πρέπει να ξεριζώσουμε αμέσως το φυτό, μόλις τ’ αναγνωρίσουμε


Ο Μικρός Πρίγκιπας –Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ

«…Για ένα διάστημα ερχόταν από δίπλα μου και παρακολουθούσε με ήρεμη περιέργεια τις προετοιμασίες –μέχρι που τράβηξα το κάτω φύλλο μιας φοινικιάς.
-Γιατί το ξεριζώνεις;
Το πρόσωπό του είχε κοκκινήσει από την αγανάκτηση.
-Τα χλωρά φύλλα καπνίζουν πολύ τη φωτιά, εξήγησα εγώ υπομονετικά. Αν είμαστε τυχεροί, κάποιος θα δει το σήμα και θα έρθει να μας βοηθήσει.
-Αυτός δεν είναι λόγος να πονάς την φοινικιά!
-Ανοησίες!, είπα εγώ. Αφού τα φυτά δεν αισθάνονται τίποτα.
Ο μικρός πρίγκιπας δεν το έβαλε κάτω.
-Στον πλανήτη μου εγώ ξέρω ένα τριαντάφυλλο, που τα αισθάνεται όλα!
Δεν επέμεινα στην άποψή μου. κατά τα φαινόμενα ζούσε σ’ ένα σύμπαν όπου ήταν διαγραμμένη η λογική των ενηλίκων.
-Επειδή δεν μιλάνε, δε σημαίνει πως δεν υποφέρουν, επέμεινε και πάλι.
Σκέφτηκα για λίγο τη σοφία της φράσης αυτής.
-Το τριαντάφυλλό μου έχασε ένα αγκάθι, συμπλήρωσε. Δε μίλησε, αλλά εγώ το ξέρω πολύ καλά, πως πόνεσε. Είδα που από ένα φύλλο του έτρεξε ένα δάκρυ.
Μ’ έπνιξε η περιέργεια. Διέκοψα τη δουλειά μου και τον ρώτησα, πώς έχασε το τριαντάφυλλο το αγκάθι του.
-Από περηφάνια!»

Ο Μικρός Πρίγκιπας επιστρέφει – Ζαν-Πιέρ Νταβίντς

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ


«Πρέπει. Οπωσδήποτε, ν΄ αλλάξω ζωή, αλλοιώς
είμαι χαμένος. Βέβαια, έχω καιρό μπροστά μου, είμαι ακόμα
νέος. Αν μπορούσα να ξεφύγω αυτή την άθλια καθημερινό-
τητα,
υποχρεώσεις και συνήθειες και συμβιβασμοί, αν σταθώ λιγώ-
τερο εύκολος
στις διάφορες προφάσεις –μα ιδιαίτερα
αν βάλω πια ένα τέλος σε τούτες τις αιώνιες αναβολές.
Τότε, αλήθεια, ίσως φτιάξω κάτι, ίσως μάλιστα και κάτι το
μεγάλο
Όπως ονειρευόμουν από παιδί…»

Έτσι έγραφε κάποιος ένα βράδι με χέρια που τρέμανε.
Κι έκλαιγε. Ύστερα νύσταξε κι αποκοιμήθηκε.
Το πρωί, μόλις θυμόταν κάτι αόριστα. Και σε μερικά χρόνια
Πέθανε.

Τάσος Λειβαδίτης

Καλή εβδομάδα, γεμάτη όνειρα που δε θα παραμένουν απλά όνειρα… :) (Ξεκινήστε να βάζετε ένα μικρό λιθαράκι από σήμερα κιόλας...)

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης-«Ο άνθρωπος που έκλεβε μόνο κόκκινα τριαντάφυλλα»

ΦΩΤΗΣ ΣΙΟΥΜΠΟΥΡΑΣ, Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης-«Ο άνθρωπος που έκλεβε μόνο κόκκινα τριαντάφυλλα», εκδόσεις Δωρικός, 2005.

(Από τον πρόλογο)

…Δεκαέξι Μαρτίου 1976, φυλάκιο Προμαχώνα. Συναντώ για πρώτη φορά τον Μενέλαο Λουντέμη, τον αγαπημένο συγγραφέα των παιδικών μου χρόνων. Είχαμε «γνωρισθεί» τους τελευταίους μήνες μέσω των πρωτοβουλιών που είχαν αναπτυχθεί για την επιστροφή του στην πατρίδα.
Δεκαέξι Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου στην κλινική «Λευκός Σταυρός» στην Αθήνα, όπου ο Μενέλαος νοσηλεύεται, μετά τις «γνωστές» αλλεπάλληλες κρίσεις. Είναι καταβεβλημένος.
«Φοβάμαι… Αυτές οι ζαλάδες μ΄ έχουν τσακίσει…» μου ψιθυρίζει.
«Κι άκου… Τόσους μήνες νύχτα μέρα μαζί, να κρατάς σημειώσεις και αρχείο. Μια μέρα, μετά από μένα, να τα γράψεις. Να τα κάνεις βιβλίο. Κάν’ το για μένα… Κάτσε να σου πω…»
Και μου άνοιξε (ξανά) την καρδιά του… Την τρυφερή του καρδιά, που ράγισε λίγο καιρό μετά κι έπαψε να χτυπά σχεδόν έξω από το σπίτι μου.
Χρόνια μετά η υπόσχεση που έδωσα στον Μενέλαο υλοποιείται. Δεν πρόκειται για βιβλίο-βιογραφία. Είναι μια καταγραφή άγνωστων στοιχείων από την πορεία της ζωής του δικού μας Μενέλαου Λουντέμη. Στοιχεία που ο ίδιος δεν έχει παραθέσει στα βιβλία του. Και ήταν πολυγραφότατος ο Λουντέμης. Μοναδικό φαινόμενο αυτοδίδακτου και αυτοδημιούργητου συγγραφέα. Έγραφε όπως ανάσαινε. Δεν σταματούσε ποτέ.
Μέσα στα σαράντα τόσα χρόνια της συγγραφικής του σταδιοδρομίας έδωσε έργο τεράστιο, παρ’ ότι δούλεψε κάτω από συνθήκες που μόνο ένα δυνατό ταλέντο σαν το δικό του θα μπορούσε να τις αντιμετωπίσει χωρίς να καμφθεί. Διώξεις, εξορίες, ζωή παρανομίας, αρρώστιες, νοσοκομεία, δίκη για εσχάτη προδοσία, που συγκλόνισαν τον πνευματικό μας κόσμο και έκαναν υπερασπιστές του ακόμη και αντιφρονούντες προς αυτόν, όπως ο Ε. Αβέρωφ, ο Κ. Τσάτσος, ο Γ.Θεοτοκάς, ο Γ.Μαύρος και τόσοι άλλοι. Αλλά πέρασε και άλλα δράματα. Τα οικογενειακά, ο εκτοπισμός του, η στέρηση της ιθαγένειάς του και η αναγκαστική 28χρονη απουσία του από την Ελλάδα τον είχαν τσακίσει.
Από το πρώτο του βιβλίο «Τα πλοία δεν άραξαν», βραβευμένο το 1938, αναγνωρίστηκε ως ένας δυνατός και πρωτότυπος πεζογράφος, με πλούσιο συναισθηματικό κόσμο, που τον μετάγγιζε αβίαστα στους αναγνώστες. «Μέσα στο βιβλίο αυτό», όπως είπε και ο Γ.Βαλέτας κατά την παρουσίαση του έργου του, στη βραδιά για τα 35 χρόνια συγγραφικής του παρουσίας, «καθώς και στο δεύτερο βιβλίο του με τον τίτλο «Περιμένοντας το ουράνιο τόξο» (1940) υπάρχει όλος ο Λουντέμης του κατοπινού πολύτομου έργου του».
Στην αφήγηση ο Λουντέμης είναι μάγος. Του δόθηκαν οι χαρακτηρισμοί «Οδυσσέας των ελληνικών γραμμάτων» και «Έλληνας Γκόρκυ», ενώ ο Χρήστος Σαμουηλίδης στη μελέτη του «Τομές στο πεζογραφικό έργο του Μενέλαου Λουντέμη» τον αποκαλεί «Παπαδιαμάντη της Δυτικής Μακεδονίας». Αλλά ενώ ο Παπαδιαμάντης έβλεπε από κάποια απόσταση χρονική και τοπική τους ήρωές του και τους εξιδανίκευε ο Λουντέμης βρίσκεται πάντα ανάμεσά τους, παρών σ’ όλες τις στιγμές τους, ένας απ΄ αυτούς, που απλώς διηγείται. Σκύβει με κατανόηση και συμπάθεια πάνω στους απλούς ανθρώπους. Γίνεται ένα με τους καταφρονεμένους, με τους αδύνατους. Και τους αντιμετωπίζει έτσι, γιατί οι άνθρωποι αυτοί είναι φτωχοί «πονεμένοι» αδελφοί του.
Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σημαντικότερους και δημοφιλέστερους συγγραφείς της γενιάς του μεσοπολέμου, αλλά και των μεταπολεμικών χρόνων και είναι ένας από τους πιο γνωστούς και πολυδιαβασμένους πεζογράφους στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό, όπου έργα του μεταφράστηκαν, ιδιαίτερα στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Τα βιβλία του Ευαγγέλιο για πολλούς κυνηγημένους, εξόριστους, φυλακισμένους και μελλοθάνατους στην μετεμφυλιακή Ελλάδα. Πάνω απ’ όλα όμως το έργο του Λουντέμη αναγνωρίστηκε από το λαό. Υπήρξε μια μακρά περίοδος, που σχεδόν το 50% των βιβλίων, που επωλούντο στην Ελλάδα, ήταν συγγράματα του Λουντέμη.
Μπορεί επισήμως η Πολιτεία να μην τον τίμησε, να μην αναγνώρισε το συγγραφικό του έργο. Κι αυτό το έφερε βαρέως. Ο ίδιος όμως –ελληνολάτρης μέχρι τα κατάβαθα της καρδιά του- πάλευε για το καλό της πατρίδας του μέχρι την τελευταία ώρα της ζωής του.
Το στοιχείο που κυριαρχεί στο έργο του Λουντέμη και του χαρίζει μεγάλη αξία και πνοή είναι το λαϊκό. Ανάμεσα στις αμέτρητες δεξιότητες που του χάρισε η φύση, αναπληρώνοντας τις τόσες αδικίες της ζωής του, είναι η καταπληκτική δύναμη και ευκολία της άμεσης αφομοίωσης και η μιμητική, που τον βοηθά στην απόδοση ιδιωματικών διαλόγων (στα ελληνικά, τούρκικα, γύφτικα, βουλγάρικα κ.λπ.).
Μέσα στα βιβλία του, εκτός απ’ τους θαυμάσιους διαλόγους που τους νομίζεις βγαλμένους από φωνοληψία, βρίσκουμε αμέτρητες αφηγήσεις λαϊκών ανθρώπων, που έχουν τόση φυσικότητα και χάρη, ώστε να ζωντανεύουν καταστάσεις, πρόσωπα και τύπους και να προσφέρουν κείμενα πρωτόπλαστης λαϊκής τέχνης.
Το πεζογραφικό έργο του Λουντέμη, αυτό το απέραντο θεριεμένο ελληνόχαρο δάσος με τους παραδεισένιους ίσκιους και τα ξέφωτα, με την ατέλειωτη σειρά των λαικών ηρώων και μαρτύρων, αποτελείται από πέντε σειρές διηγημάτων: «Τα πλοία δεν άραξαν», «Περιμένοντας το ουράνιο τόξο», «Γλυκοχάραμα», «Αυτοί που φέρανε την καταχνιά», «Βουρκωμένες μέρες». Το ύφος, η αφήγηση, η τεχνική, οι έξοχοι διάλογοι, τα θέματα παίρνουν νέα πνοή στα χέρια του Λουντέμη. Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της διηγηματογραφίας του είναι το σκηνικό του βάθους και η ποικιλία των μορφών. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τα καλύτερα ή ν’ αναζητήσεις τα κατώτερα, γιατί όλα έχουν τη δική τους αξία με την ποίηση, τη σάτιρα, την ηθογραφική τους αξία ή την παραστατική τους δύναμη και προπαντός την απήχηση που αφήνουν στην ψυχή του αναγνώστη.
Η ποίηση , το διήγημα και ιδίως το μυθιστόρημα είναι τα είδη που καλλιέργησε με επιμονή και πάθος. Τα ποίηματά του, συγκεντρωμένα στις ποιητικές συλλογές: «Κραυγές στα πέρατα», «Το σπαθί και το φιλί», «Το κοντσέρτο για δυο μυδράλια και ένα αηδόνι», «Τραγουδώ για την Κύπρο», «Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί», εκφράζουν στιγμές ψυχικής ανάτασης και δίνουν ένα λυρισμό γεμάτο δόνηση και πάθος.
Χειρίστηκε άξια όλα τα είδη λόγου, από ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, θέατρο, ταξιδιωτικά ως την πολιτική αρθρογραφία.
Σχεδόν καθένα από τα βιβλία του είναι και μια μαρτυρία από τη μακρόχρονη οδύσσειά του.
Μα ο Μενέλαος Λουντέμης δεν ήταν μόνο συγγραφέας, με όλα του τα προτερήματα. Τα προτερήματα ενός Λουντέμη. Ήταν, όπως τον περιέγραψε και η Τατιάννα Γκρίτση-Μιλλιέξ: «Ο τροβαδούρος με την κιθάρα και τις πολύχρωμες κορδέλες, ο άνθρωπος που έλιωσε το χιόνι με το χνώτο του για να κοιμηθεί στο παγκάκι του νεογέννητου πάρκου και έκλεβε μόνο κόκκινα τριαντάφυλλα από το νεκροταφείο για να προσφέρει στην αγαπημένη, την πάντα ερωτευμένη καρδιά του…».
Και ήταν πάντα ερωτευμένος ο Μενέλαος. Ερωτευμένος πάνω απ΄ όλα με την ίδια τη ζωή.

Φ.Σ.

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Ο Μικρός Πρίγκιπας και Ο Μικρός Πρίγκιπας επιστρέφει

Ο Μικρός Πρίγκιπας –Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, εκδόσεις Πατάκη

«…Το πρώτο βράδυ λοιπόν αποκοιμήθηκα πάνω στην άμμο χίλια μίλια μακριά από κάθε κατοικημένη περιοχή. Ήμουν πιο απομονωμένος κι από ναυαγό σε σχεδία στη μέση του Ωκεανού. Φαντάζεστε λοιπόν την έκπληξή μου τα ξημερώματα, όταν με ξύπνησε μια περίεργη φωνούλα. Έλεγε:
-Σας παρακαλώ… ζωγράφισέ μου ένα αρνί.
-Τι;
-Ζωγράφισέ μου ένα αρνί…
Πετάχτηκα πάνω σαν να με είχε χτυπήσει αστροπελέκι. Έτριψα καλά τα μάτια μου. Κοίταξα καλά καλά. Κι είδα έναν πολύ περίεργο ανθρωπάκο, που με κοιτούσε σοβαρά. […]Κοίταζα λοιπόν αυτή την οπτασία με μάτια γουρλωμένα από την έκπληξη. Μην ξεχνάτε πως βρισκόμουν χίλια μίλια μακριά από κάθε κατοικημένη περιοχή. Κι όμως ο ανθρωπάκος μου δε φαινόταν να έχει χαθεί. Ούτε πεθαμένος απ΄ την κούραση φαινόταν ούτε πεθαμένος απ΄ την πείνα ούτε πεθαμένος απ’ τη δίψα ούτε πεθαμένος απ΄ το φόβο. Δεν έμοιαζε σε τίποτα με παιδί χαμένο στη μέση της ερήμου, χίλια μίλια μακριά από κάθε κατοικημένη περιοχή. Όταν κατάφερα επιτέλους να μιλήσω, του είπα:
-Μα τι γυρεύεις εδώ;
Τότε μου επανέλαβε ήσυχα, σαν να ‘ταν κάτι πολύ σοβαρό:
-Σας παρακαλώ… ζωγράφισέ μου ένα αρνί…
Όταν το μυστήριο παραείναι εντυπωσιακό, δεν τολμάς να μην υπακούσεις. Όσο παράλογο κι αν μου φαινόταν, χίλια μίλια μακριά απ’ όλες τις κατοικημένες περιοχές και κινδυνεύοντας θανάσιμα, έβγαλα από την τσέπη μου ένα χαρτί κι ένα στιλό. Τότε όμως θυμήθηκα πως είχα μελετήσει προπαντός γεωγραφία, ιστορία, αριθμητική και γραμματική, κι είπα στον ανθρωπάκο (κάπως κακόκεφα) πως δεν ήξερα να ζωγραφίζω. Μου απάντησε
-Δεν πειράζει. Ζωγράφισέ μου ένα αρνί.»



Ο Μικρός Πρίγκιπας επιστρέφει – Ζαν-Πιέρ Νταβίντς, Εκδόσεις γνώση

«…Πόση ώρα έμεινα στην αγκαλιά του Μορφέα; Δεν το ξέρω. Με ξύπνησε μια απαλή φωνή.
«Είσαι κυνηγός τίγρεων;»
Ξαφνιασμένος σηκώθηκα επάνω.
Χρειάζεται να σας το περιγράψω αγαπητέ κύριε Σαιντ-Εξυπερύ; Εσείς ξέρετε πολύ περισσότερα γι΄ αυτόν απ΄ όσα θα μάθω εγώ. Το μαλλί του ήταν χρυσό , σαν το λουσμένο στον ήλιο σιτάρι τον Ιούλιο, και τα ρούχα του θα ταίριαζαν καλύτερα με τις μαρμάρινες κολόνες ενός ανακτόρου, πάρα σ΄ ένα κομμάτι αμμουδιά, που το βρέχουν τα κύματα του ωκεανού. Στεκόταν μπροστά μου και με περιεργαζόταν. Δίπλα του ένα πρόβατο μασούλαγε αμέριμνο ένα φοινικόφυλλο. Στα μάτια του είχε αυτό το άδειο βλέμμα, που κάνει όλα τα μέλη της ράτσας του άτρωτα στη σύγχυση του κόσμου που τους περιβάλλει.
Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως την ώρα που κοιμόμουν είχε προσαράξει ένα πλοίο, δίχως εγώ να το αντιληφθώ. Γύρισα ολόκληρο το νησί, μισόκλεισα τα μάτια, κι ανίχνευσα τον ορίζοντα απ’ όλες τις μεριές –μάταια όμως. Παρακάλεσα λοιπόν τον μικρό άγνωστο, να μου δείξει το σκάφος που τον είχε φέρει στο νησί της σωτηρίας μου.
Κοιτάζοντάς με από χαμηλά προς τα πάνω επανέλαβε ασυγκίνητος την ερώτησή του:
«Είσαι κυνηγός τίγρεων;»
Η σκέψη των παιδιών ακολουθεί συχνά πολύ πιο περίπλοκες διαδρομές από τη σκέψη των ενηλίκων. Δεν έχει νόημα, μονολόγησα, να πιέσω τον πιτσιρικά να μου απαντήσει με το ζόρι. Αντίθετα αν παίξω το παιχνίδι του, ίσως κερδίσω την εμπιστοσύνη του και μάθω κάτι.
«Όχι, δεν είμαι κυνηγός τίγρεων» αποκρίθηκα. «Και που είναι οι γονείς σου; Έμειναν στο πλοίο;»
Αναστέναξε βαθιά.
«Υποθέτω ότι δεν καταλαβαίνεις κι εσύ τίποτα».
«Δυστυχώς όχι» είπα κι άρχισα μια νέα προσπάθεια:
«Δε θα ‘πρεπε να γυρίσουμε στο καράβι; Η μαμά σου θ΄ ανησυχεί».
Ήταν σαν να μίλαγα σ΄ έναν τοίχο.
«Ξέρεις αν υπάρχουν εδώ κυνηγοί τίγρεων;»

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ «ΕΦΙΚΤΟΥ»

Οι φωνές δεν ωφέλησαν.
Ούτε οι βουερές διαδηλώσεις
με τα ρυθμικά παραγγέλματα
(για «ελευθερίες» και λοιπά άχρηστα).
Εγκαινιάστε καλύτερα άλλες μεθόδους
π.χ. τη νεκρική σιγή
ή το κλείσιμο στο «καβούκι» σας.

Ναι, έτσι θα ‘πρεπε –λέει- να κάνουμε.
Και ν΄ αφήσουμε τα Μαμούθ ν΄ αλέθουν τις Πατρίδες
και να τσαλαπατούν τα οράματά μας.

Οράματα; Μα είσθε τρελοί;
Τα οράματα θρυμματίστηκαν χοντρικώς
από τότε π’ ανακαλύψαμε τη Σελήνη.
Και γι΄ αυτό σχηματίσαμε αποσπάσματα
για να εκτελέσουμε όλες τις αυταπάτες.
Α λ ή θ ε ι ε ς; Φέρτε όσες θέλετε.
Αύριο θα τις κρεμάσουμε!

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

Εγκώμιο στη μάθηση

Μάθαινε και τ' απλούστερα! Γι' αυτούς
που ο καιρός τους ήρθε
ποτέ δεν είναι πολύ αργά!
Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει, μα συ
να το μαθαίνεις! Μη σου κακοφανεί!
Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Μάθαινε, άνθρωπε στο άσυλο!
Μάθαινε, άνθρωπε στη φυλακή!
Μάθαινε, γυναίκα στην κουζίνα! Μάθαινε, εξηντάχρονε!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Ψάξε για σχολείο, άστεγε!
Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε!
Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν' ένα όπλο.
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις, Σύντροφε!
Μην αφεθείς να πείθεσαι
μάθε να βλέπεις συ ο ίδιος!
Ό,τι δεν ξέρεις ο ίδιος
καθόλου δεν το ξέρεις.
Έλεγξε το λογαριασμό
εσύ θα τον πληρώσεις.
Ψάξε με τα δάχτυλα κάθε σημάδι
Ρώτα: πώς βρέθηκε αυτό εδώ.
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Μπέρτολτ Μπρεχτ

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

ΚΑΡΦΙΑ

Ακούω τα πέταλα, ακούω τα καρφιά.
Γέμισαν οι νύχτες μου καρφιά
κι οι μέρες μου βελόνια.
Παντού ακούονται καρφιά
να καρφώνουν σταυρούς
να καρφώνουν κρεμάλες.
Με καρφιά είναι σπαρμένοι οι δρόμοι.
Καρφιά μου ‘στειλαν στα γενέθλιά μου
αντίς για λουλούδια γιορτινά.
Καρφιά γέμισαν το μαξιλάρι μου
αντίς για πούπουλα απαλά.
Καρφιά μπήξανε στα όνειρά μου
και στον τυραγνισμένο μου ύπνο.
Από άγρια σουβλερά καρφιά
κρέμονται κι οι μέρες μου
με σπάγκους από νερό.

Με τα ίδια καρφιά κάρφωσαν
κι όλους τους ανώνυμους της Ιστορίας
καθώς και τους διαλεχτούς της.
Απ΄ αυτά τα καρφιά κρέμασα κι εγώ
τους μαύρους μου εφιάλτες
και πήρα στον ώμο μου τη σκάλα
για να ξεκρεμάσω τους αθώους
και να καρφώσω τους ληστές.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Μικρός Πρίγκιπας και Μικρός Πρίγκιπας επιστρέφει: αφιερώσεις

Ο Μικρός Πρίγκιπας- Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, Εκδόσεις Πατάκη

Στον LEON WERTH
Ζητώ συγνώμη απ΄ τα παιδιά που αφιέρωσα αυτό το βιβλίο σ΄ έναν μεγάλο. Έχω μια σοβαρή δικαιολογία: αυτός ο μεγάλος είναι ο πιο καλός φίλος που έχω στον κόσμο. Έχω μιαν άλλη δικαιολογία: αυτός ο μεγάλος τα καταλαβαίνει όλα, ακόμα και τα βιβλία για παιδιά. Έχω μια Τρίτη δικαιολογία: αυτός ο μεγάλος ζει στη Γαλλία, όπου πεινάει και κρυώνει. Χρειάζεται στ΄ αλήθεια κάποια παρηγοριά. Αν όλες αυτές οι δικαιολογίες δε φτάνουν, μπορώ ν΄ αφιερώσω αυτό το βιβλίο στο παιδί που υπήρξε κάποτε αυτός ο μεγάλος. Όλοι οι μεγάλοι στο ξεκίνημα υπήρξαν παιδιά. (Λίγοι όμως το θυμούνται.) Διορθώνω λοιπόν την αφιέρωσή μου:

Στον LEON WERTH
όταν ήταν ακόμα μικρό αγόρι



Ο Μικρός Πρίγκιπας επιστρέφει- Ζαν-Πιέρ Νταβίντς, εκδόσεις Γνώση

Αφιερωμένο σ΄ όλους τους μικρούς πρίγκιπες που πέρασαν από τον κόσμο αυτό.


Τις «Άγιες» μέρες

Ξοδευτήκαμε σε δώρα κι ευχές,
πήραμε καινούργια παπούτσια,
παιχνίδια στα παιδιά
κι εγώ ένα ξυλόφωνο –για τον εαυτό μου…
Κοιμηθήκαμε στις μικρές ώρες,
αφού «κόψανε» τα χαρτιά,
μιλήσαμε με το γείτονα
-από πέρσι που του ‘χαμε ξανά ευχηθεί-,
δείξαμε την καινούργια μας γραβάτα
κι ανοίξαμε το ακριβό μπράντυ για το καλό της χρονιάς
θα κάναμε κι έρωτα
αν η πολλή συναλλαγή των ημερών μας άφηνε περιθώρια.
Και τώρα που πέρασαν οι «άγιες» μέρες
πάλι το παλιό δρομολόγιο
με τις φτωχές ευκαιρίες οικειότητας ανάμεσά μας…
Όμως σε μένα έμεινε το ξυλόφωνο
-τραβηγμένη περίπτωση ελπίδας
να μιλήσω στο γείτονά μου
πριν απ΄ τον ερχόμενο Γενάρη…

Κ.Γ.Τσαούσης

Καλή εβδομάδα :)

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Χαμός στο ίσιωμα…

Πάνε κι οι γιορτές, έφυγαν και τα καλικαντζαράκια, μακάρι τουλάχιστον να φωτιστούμε και από αύριο να ξεκινήσει μία φρέσκια, ευχάριστη, νέα εβδομάδα....

http://www.youtube.com/watch?v=c0SXXPHJCoE

(τραγούδι)
Τα μάγια είναι μυστικά, μα μυστικά δε μένουν,
και πράγματα παράξενα άρχισαν να συμβαίνουν...
Ήρθε εξπρές η άνοιξη με χίλια χελιδόνια
και δυο φιλάκια έστειλε και λιώσανε τα χιόνια.
Ξημέρωσε Χριστούγεννα κι οι λόφοι πρασινίσαν
και μες στο νταλαχείμωνο οι πασχαλιές ανθίσαν.
Τα πρόβατα κελάηδαγαν γλυκά σαν αηδονάκια
κι οι αγελάδες πέταγαν ψηλά με τα πουλάκια.
Οι γέροι βγήκαν στις αυλές τα μήλα για να παίξουν,
ξύπνησαν οι τεμπέληδες και θέλαν να δουλέψουν.
Οι βλάκες γίναν έξυπνοι και οι μουγγοί μιλούσαν
και τα νερά του ποταμού ανάποδα κυλούσαν.
Όλοι στους δρόμους βγήκανε με γέλια και αστεία
και φαγοπότι στήσανε στη μέση στη πλατεία
κι ήρθαν κι οι μουσικάντηδες και πιάσαν το τραγούδι
κι όλη τη μέρα γλένταγαν, κάψαν το πελεκούδι.

(αφήγηση)
Ξαφνικά, οι αγέλαστοι άνθρωποι έγιναν γελαστοί, αλλά πολύ γελαστοί – και ομιλητικοί, αλλά πολύ ομιλητικοί: «Γεια σας, τι κάνετε; Χρόνια πολλά... ματς μουτς». «Υπόσχομαι», έλεγε συνεχώς ο δήμαρχος, «μπράβο δήμαρχε» φώναζαν οι παρατρεχάμενοι και σιγά – σιγά, ένας – ένας, οι αγέλαστοι άνθρωποι άρχισαν να χορεύουν! Μάλιστα! Να χορεύουν! Οι καλικάντζαροι το ‘παν και το ‘καναν. Τα πάνω ήρθαν κάτω! Κι ενώ συνέβαιναν όλ’ αυτά, η πόρτα του χρόνου άνοιξε διάπλατα κι άρχισαν να καταφθάνουν οι επίσημοι προσκεκλημένοι των καλικάντζαρων: Η Χιονάτη με τους εφτά νάνους, ο Μολυβένιος Στρατιώτης με τη μπαλαρίνα του, ο Τομ Σώγιερ, Die Bremerstadt Musikanten, ο Ευτυχισμένος Πρίγκηπας, ο γέρο Αίσωπος με την παρέα του, ο Καραγκιόζης με την οικογένεια... «Γεια σου οικογένεια... ω, ω, ω, ω, ώπα...», «υπόσχομαι ότι...». Ο Κάρλος Καστανέντα, ο Τζέρι Γκαρσία, ο Τζίμι Χέντριξ... Οι καλικάντζαροι βαμμένοι με μπογιές σαν Ινδιάνοι κυλιόντουσαν χάμω, έκαναν τούμπες, έκαναν ότι τους κατέβαινε και διασκέδαζαν τρελά... Χαμός στο ίσιωμα!!

Χορέυανε, χορεύανε... μέχρι που νύχτωσε... και μια γλυκιά νύστα βάρυνε τα βλέφαρα τους... Έγειραν όλοι εκεί κι αποκοιμήθηκαν... κι έτρεχε ακόμα το κρασί από τις κάνουλες των βαρελιών. Οι καλικάντζαροι καβάλησαν τις χήνες τους κι έφυγαν. Μαζί τους έφυγαν κι οι γιορτές...

Την άλλη μέρα χιόνισε. Χιόνιζε πάνω απ’ το σιωπηλό κόσμο... χιόνιζε στις καρδιές των μοναχικών ανθρώπων.

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

Σημαντική παράλειψη, παρακαλώ να διορθωθεί…


Διαβάζω: σαν σήμερα γεννήθηκε ο Ουμπέρτο Έκο, γεννήθηκε ο Νεύτωνας, ο Σωκράτης, ο Σάκης Ρουβάς…

Πουθενά όμως δε διαβάζω ότι (πριν 2 χρόνια) σαν σήμερα γεννήθηκε η Αναστασία Ιουστίνη Θεοφάνους η Έξυπνη πνη πνη…

Παρακαλώ να καταχωρηθεί στα πρακτικά…

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Ο Μικρός Πρίγκιπας επιστρέφει!



Έχω αναφερθεί και στο παρελθόν στο βιβλίο του Ζαν-Πιέρ Νταβίντς «Ο Μικρός Πρίγκιπας επιστρέφει», που είναι κατά κάποιον τρόπο η συνέχεια του Μικρού Πρίγκιπα του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ.
(http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=26548).

Νομίζω όμως αξίζει να κάνω μία πιο αναλυτική αναφορά στο βιβλίο.

Ο Εξυπερύ τελειώνει τη μαγευτική ιστορία του με ένα σκίτσο και το εξής κείμενο:

«Αυτό για μένα είναι το πιο όμορφο και το πιο λυπημένο τοπίο στον κόσμο. Είναι το ίδιο τοπίο μ΄ εκείνο της προηγούμενης σελίδας, αλλά το ζωγράφισα ακόμα μια φορά για να σας το δείξω καλά. Εδώ πρωτοφανερώθηκε πάνω στη Γη ο μικρός πρίγκιπας κι ύστερα πάλι εξαφανίστηκε. Κοιτάξτε προσεκτικά το τοπίο αυτό, ώστε να μπορείτε σίγουρα να το αναγνωρίσετε, αν ταξιδέψετε ποτέ στην Αφρική, στην έρημο. Κι αν τύχει και περάσετε από εκεί, σας ικετεύω, μη βιαστείτε, περιμένετε λίγο κάτω απ΄ τ΄ αστέρι. Αν κάποιο παιδί λοιπόν σας πλησιάσει, αν γελάει, αν έχει χρυσαφένια μαλλιά, αν δεν απαντάει στις ερωτήσεις σας, θα καταλάβετε αμέσως ποιος είναι. Τότε κάντε μου σας παρακαλώ τη χάρη, μη μ΄ αφήσετε τόσο λυπημένο: γράψτε μου γρήγορα πως ξαναγύρισε…»

Δεν ξέρω αν ο συγγραφέας φανταζόταν ποτέ πως πολλά χρόνια αργότερα -το 1997 για την ακρίβεια- ο βιολόγος-μεταφραστής-συγγραφέας Νταβίντς θα ανταποκρινόταν στην επιθυμία του… (Και μάλιστα με πολλή μεγάλη επιτυχία)

Ο Μικρός Πρίγκιπας επιστρέφει, λοιπόν, μέσα από την πένα του Ζαν-Πιέρ Νταβίντς, όταν ανακαλύπτει μία κρυμμένη τίγρη μέσα στο σβησμένο ηφαίστειο του Β61, στην προσπάθειά της να αποφύγει τη δουλειά του τσίρκου («Ήταν ένα συνηθισμένο τσίρκο με μια μεγάλη τέντα, κλόουν, ακροβάτες κι όλο τον εξοπλισμό του. Δεν έμεινε πολύ, γιατί στον μικροσκοπικό πλανήτη δεν υπήρχε καν χώρος για όλο το δυναμικό του τσίρκου, που είχε κι έναν ελέφαντα, μία καμήλα, δύο άλογα, τρεις φώκιες και μία τίγρη»).

Είναι φιλική ως τη στιγμή που αντικρίζει το πρόβατο (αυτό που του ζωγράφισε ο Εξυπερύ για να τρώει τα μπαομπάπ). Ο Μικρός Πρίγκιπας αισθάνεται τότε μια «ανεξήγητη ανησυχία», η οποία επιβεβαιώνεται όταν το άγριο ζώο επιτίθεται στο αγαπημένο του τριαντάφυλλο και του ξεριζώνει ένα αγκάθι.

Το τριαντάφυλλο πείθει τον φίλο του να εγκαταλείψει τον πλανήτη πριν η τίγρη αποφασίσει να φάει το πρόβατο και τον ίδιο. Έτσι, με βαριά καρδιά, αποφασίζει να επισκεφτεί την Γη αναζητώντας έναν «κυνηγό τίγρεων» και η ιστορία ξετυλίγεται σχεδόν αντάξια με το γνωστό κι αγαπημένο σε όλους μας βιβλίο…

Ο συγγραφέας γράφει με τη μορφή επιστολής στον Αντουάν ντε Σαιν-Εξυπερύ. Στο τέλος, μάλιστα, μαζί με το γράμμα του, του επιφυλάσσει και μία απροσδόκητη έκπληξη!

Δεν ξέρω αν το βιβλίο κυκλοφορεί, έχει εξαντληθεί ή επανεκδοθεί, ξέρω όμως σίγουρα πως όποιος έχει αγαπήσει τον Μικρό Πρίγκιπα πρέπει οπωσδήποτε να το αναζητήσει!!



Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

2013:Η χρονιά του Μικρού Πρίγκιπα…


Δεν ξέρω πως έχουν ονομάσει την φετινή χρονιά οι Κινέζοι (κι αν ξέρει κάποιος, παρακαλώ ας με ενημερώσει), για μένα όμως το 2013 είναι η Χρονιά του Μικρού Πρίγκιπα. Παρόλο που έχω διαβάσει πάρα πολλές φορές το λατρεμένο βιβλίο του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, νομίζω πως φέτος είναι η ώρα να το αποκρυπτογραφήσω ουσιαστικά. Την ώθηση –όπως πάντα- μου έδωσε ο Φάνης μου, χαρίζοντάς μου ένα ημερολόγιο και ένα σημειωματάριο με θέμα τον Μικρό Πρίγκιπα. Αποφάσισα, λοιπόν, το 2013 να ψάξω κάθε πληροφορία που κυκλοφορεί για το βιβλίο και τον συγγραφέα. Ελπίζω στο τέλος του 2013 να έχω πολλά να μοιραστώ μαζί σας… (και ελπίζω να καταφέρω να το χαρίσω σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους…)

Καλή, φωτισμένη, μαγική, παραμυθένια χρονιά : )

(Με πολλά πολλά πολλά βιβλία)





Περισσότερα: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=33477#ixzz2GpOz4xb8