Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Ο Μικρός Πρίγκιπας και Ο Μικρός Πρίγκιπας επιστρέφει

Ο Μικρός Πρίγκιπας –Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, εκδόσεις Πατάκη

«…Το πρώτο βράδυ λοιπόν αποκοιμήθηκα πάνω στην άμμο χίλια μίλια μακριά από κάθε κατοικημένη περιοχή. Ήμουν πιο απομονωμένος κι από ναυαγό σε σχεδία στη μέση του Ωκεανού. Φαντάζεστε λοιπόν την έκπληξή μου τα ξημερώματα, όταν με ξύπνησε μια περίεργη φωνούλα. Έλεγε:
-Σας παρακαλώ… ζωγράφισέ μου ένα αρνί.
-Τι;
-Ζωγράφισέ μου ένα αρνί…
Πετάχτηκα πάνω σαν να με είχε χτυπήσει αστροπελέκι. Έτριψα καλά τα μάτια μου. Κοίταξα καλά καλά. Κι είδα έναν πολύ περίεργο ανθρωπάκο, που με κοιτούσε σοβαρά. […]Κοίταζα λοιπόν αυτή την οπτασία με μάτια γουρλωμένα από την έκπληξη. Μην ξεχνάτε πως βρισκόμουν χίλια μίλια μακριά από κάθε κατοικημένη περιοχή. Κι όμως ο ανθρωπάκος μου δε φαινόταν να έχει χαθεί. Ούτε πεθαμένος απ΄ την κούραση φαινόταν ούτε πεθαμένος απ΄ την πείνα ούτε πεθαμένος απ’ τη δίψα ούτε πεθαμένος απ΄ το φόβο. Δεν έμοιαζε σε τίποτα με παιδί χαμένο στη μέση της ερήμου, χίλια μίλια μακριά από κάθε κατοικημένη περιοχή. Όταν κατάφερα επιτέλους να μιλήσω, του είπα:
-Μα τι γυρεύεις εδώ;
Τότε μου επανέλαβε ήσυχα, σαν να ‘ταν κάτι πολύ σοβαρό:
-Σας παρακαλώ… ζωγράφισέ μου ένα αρνί…
Όταν το μυστήριο παραείναι εντυπωσιακό, δεν τολμάς να μην υπακούσεις. Όσο παράλογο κι αν μου φαινόταν, χίλια μίλια μακριά απ’ όλες τις κατοικημένες περιοχές και κινδυνεύοντας θανάσιμα, έβγαλα από την τσέπη μου ένα χαρτί κι ένα στιλό. Τότε όμως θυμήθηκα πως είχα μελετήσει προπαντός γεωγραφία, ιστορία, αριθμητική και γραμματική, κι είπα στον ανθρωπάκο (κάπως κακόκεφα) πως δεν ήξερα να ζωγραφίζω. Μου απάντησε
-Δεν πειράζει. Ζωγράφισέ μου ένα αρνί.»



Ο Μικρός Πρίγκιπας επιστρέφει – Ζαν-Πιέρ Νταβίντς, Εκδόσεις γνώση

«…Πόση ώρα έμεινα στην αγκαλιά του Μορφέα; Δεν το ξέρω. Με ξύπνησε μια απαλή φωνή.
«Είσαι κυνηγός τίγρεων;»
Ξαφνιασμένος σηκώθηκα επάνω.
Χρειάζεται να σας το περιγράψω αγαπητέ κύριε Σαιντ-Εξυπερύ; Εσείς ξέρετε πολύ περισσότερα γι΄ αυτόν απ΄ όσα θα μάθω εγώ. Το μαλλί του ήταν χρυσό , σαν το λουσμένο στον ήλιο σιτάρι τον Ιούλιο, και τα ρούχα του θα ταίριαζαν καλύτερα με τις μαρμάρινες κολόνες ενός ανακτόρου, πάρα σ΄ ένα κομμάτι αμμουδιά, που το βρέχουν τα κύματα του ωκεανού. Στεκόταν μπροστά μου και με περιεργαζόταν. Δίπλα του ένα πρόβατο μασούλαγε αμέριμνο ένα φοινικόφυλλο. Στα μάτια του είχε αυτό το άδειο βλέμμα, που κάνει όλα τα μέλη της ράτσας του άτρωτα στη σύγχυση του κόσμου που τους περιβάλλει.
Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως την ώρα που κοιμόμουν είχε προσαράξει ένα πλοίο, δίχως εγώ να το αντιληφθώ. Γύρισα ολόκληρο το νησί, μισόκλεισα τα μάτια, κι ανίχνευσα τον ορίζοντα απ’ όλες τις μεριές –μάταια όμως. Παρακάλεσα λοιπόν τον μικρό άγνωστο, να μου δείξει το σκάφος που τον είχε φέρει στο νησί της σωτηρίας μου.
Κοιτάζοντάς με από χαμηλά προς τα πάνω επανέλαβε ασυγκίνητος την ερώτησή του:
«Είσαι κυνηγός τίγρεων;»
Η σκέψη των παιδιών ακολουθεί συχνά πολύ πιο περίπλοκες διαδρομές από τη σκέψη των ενηλίκων. Δεν έχει νόημα, μονολόγησα, να πιέσω τον πιτσιρικά να μου απαντήσει με το ζόρι. Αντίθετα αν παίξω το παιχνίδι του, ίσως κερδίσω την εμπιστοσύνη του και μάθω κάτι.
«Όχι, δεν είμαι κυνηγός τίγρεων» αποκρίθηκα. «Και που είναι οι γονείς σου; Έμειναν στο πλοίο;»
Αναστέναξε βαθιά.
«Υποθέτω ότι δεν καταλαβαίνεις κι εσύ τίποτα».
«Δυστυχώς όχι» είπα κι άρχισα μια νέα προσπάθεια:
«Δε θα ‘πρεπε να γυρίσουμε στο καράβι; Η μαμά σου θ΄ ανησυχεί».
Ήταν σαν να μίλαγα σ΄ έναν τοίχο.
«Ξέρεις αν υπάρχουν εδώ κυνηγοί τίγρεων;»

Δεν υπάρχουν σχόλια: