Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης-«Ο άνθρωπος που έκλεβε μόνο κόκκινα τριαντάφυλλα»

ΦΩΤΗΣ ΣΙΟΥΜΠΟΥΡΑΣ, Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης-«Ο άνθρωπος που έκλεβε μόνο κόκκινα τριαντάφυλλα», εκδόσεις Δωρικός, 2005.

(Από τον πρόλογο)

…Δεκαέξι Μαρτίου 1976, φυλάκιο Προμαχώνα. Συναντώ για πρώτη φορά τον Μενέλαο Λουντέμη, τον αγαπημένο συγγραφέα των παιδικών μου χρόνων. Είχαμε «γνωρισθεί» τους τελευταίους μήνες μέσω των πρωτοβουλιών που είχαν αναπτυχθεί για την επιστροφή του στην πατρίδα.
Δεκαέξι Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου στην κλινική «Λευκός Σταυρός» στην Αθήνα, όπου ο Μενέλαος νοσηλεύεται, μετά τις «γνωστές» αλλεπάλληλες κρίσεις. Είναι καταβεβλημένος.
«Φοβάμαι… Αυτές οι ζαλάδες μ΄ έχουν τσακίσει…» μου ψιθυρίζει.
«Κι άκου… Τόσους μήνες νύχτα μέρα μαζί, να κρατάς σημειώσεις και αρχείο. Μια μέρα, μετά από μένα, να τα γράψεις. Να τα κάνεις βιβλίο. Κάν’ το για μένα… Κάτσε να σου πω…»
Και μου άνοιξε (ξανά) την καρδιά του… Την τρυφερή του καρδιά, που ράγισε λίγο καιρό μετά κι έπαψε να χτυπά σχεδόν έξω από το σπίτι μου.
Χρόνια μετά η υπόσχεση που έδωσα στον Μενέλαο υλοποιείται. Δεν πρόκειται για βιβλίο-βιογραφία. Είναι μια καταγραφή άγνωστων στοιχείων από την πορεία της ζωής του δικού μας Μενέλαου Λουντέμη. Στοιχεία που ο ίδιος δεν έχει παραθέσει στα βιβλία του. Και ήταν πολυγραφότατος ο Λουντέμης. Μοναδικό φαινόμενο αυτοδίδακτου και αυτοδημιούργητου συγγραφέα. Έγραφε όπως ανάσαινε. Δεν σταματούσε ποτέ.
Μέσα στα σαράντα τόσα χρόνια της συγγραφικής του σταδιοδρομίας έδωσε έργο τεράστιο, παρ’ ότι δούλεψε κάτω από συνθήκες που μόνο ένα δυνατό ταλέντο σαν το δικό του θα μπορούσε να τις αντιμετωπίσει χωρίς να καμφθεί. Διώξεις, εξορίες, ζωή παρανομίας, αρρώστιες, νοσοκομεία, δίκη για εσχάτη προδοσία, που συγκλόνισαν τον πνευματικό μας κόσμο και έκαναν υπερασπιστές του ακόμη και αντιφρονούντες προς αυτόν, όπως ο Ε. Αβέρωφ, ο Κ. Τσάτσος, ο Γ.Θεοτοκάς, ο Γ.Μαύρος και τόσοι άλλοι. Αλλά πέρασε και άλλα δράματα. Τα οικογενειακά, ο εκτοπισμός του, η στέρηση της ιθαγένειάς του και η αναγκαστική 28χρονη απουσία του από την Ελλάδα τον είχαν τσακίσει.
Από το πρώτο του βιβλίο «Τα πλοία δεν άραξαν», βραβευμένο το 1938, αναγνωρίστηκε ως ένας δυνατός και πρωτότυπος πεζογράφος, με πλούσιο συναισθηματικό κόσμο, που τον μετάγγιζε αβίαστα στους αναγνώστες. «Μέσα στο βιβλίο αυτό», όπως είπε και ο Γ.Βαλέτας κατά την παρουσίαση του έργου του, στη βραδιά για τα 35 χρόνια συγγραφικής του παρουσίας, «καθώς και στο δεύτερο βιβλίο του με τον τίτλο «Περιμένοντας το ουράνιο τόξο» (1940) υπάρχει όλος ο Λουντέμης του κατοπινού πολύτομου έργου του».
Στην αφήγηση ο Λουντέμης είναι μάγος. Του δόθηκαν οι χαρακτηρισμοί «Οδυσσέας των ελληνικών γραμμάτων» και «Έλληνας Γκόρκυ», ενώ ο Χρήστος Σαμουηλίδης στη μελέτη του «Τομές στο πεζογραφικό έργο του Μενέλαου Λουντέμη» τον αποκαλεί «Παπαδιαμάντη της Δυτικής Μακεδονίας». Αλλά ενώ ο Παπαδιαμάντης έβλεπε από κάποια απόσταση χρονική και τοπική τους ήρωές του και τους εξιδανίκευε ο Λουντέμης βρίσκεται πάντα ανάμεσά τους, παρών σ’ όλες τις στιγμές τους, ένας απ΄ αυτούς, που απλώς διηγείται. Σκύβει με κατανόηση και συμπάθεια πάνω στους απλούς ανθρώπους. Γίνεται ένα με τους καταφρονεμένους, με τους αδύνατους. Και τους αντιμετωπίζει έτσι, γιατί οι άνθρωποι αυτοί είναι φτωχοί «πονεμένοι» αδελφοί του.
Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σημαντικότερους και δημοφιλέστερους συγγραφείς της γενιάς του μεσοπολέμου, αλλά και των μεταπολεμικών χρόνων και είναι ένας από τους πιο γνωστούς και πολυδιαβασμένους πεζογράφους στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό, όπου έργα του μεταφράστηκαν, ιδιαίτερα στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Τα βιβλία του Ευαγγέλιο για πολλούς κυνηγημένους, εξόριστους, φυλακισμένους και μελλοθάνατους στην μετεμφυλιακή Ελλάδα. Πάνω απ’ όλα όμως το έργο του Λουντέμη αναγνωρίστηκε από το λαό. Υπήρξε μια μακρά περίοδος, που σχεδόν το 50% των βιβλίων, που επωλούντο στην Ελλάδα, ήταν συγγράματα του Λουντέμη.
Μπορεί επισήμως η Πολιτεία να μην τον τίμησε, να μην αναγνώρισε το συγγραφικό του έργο. Κι αυτό το έφερε βαρέως. Ο ίδιος όμως –ελληνολάτρης μέχρι τα κατάβαθα της καρδιά του- πάλευε για το καλό της πατρίδας του μέχρι την τελευταία ώρα της ζωής του.
Το στοιχείο που κυριαρχεί στο έργο του Λουντέμη και του χαρίζει μεγάλη αξία και πνοή είναι το λαϊκό. Ανάμεσα στις αμέτρητες δεξιότητες που του χάρισε η φύση, αναπληρώνοντας τις τόσες αδικίες της ζωής του, είναι η καταπληκτική δύναμη και ευκολία της άμεσης αφομοίωσης και η μιμητική, που τον βοηθά στην απόδοση ιδιωματικών διαλόγων (στα ελληνικά, τούρκικα, γύφτικα, βουλγάρικα κ.λπ.).
Μέσα στα βιβλία του, εκτός απ’ τους θαυμάσιους διαλόγους που τους νομίζεις βγαλμένους από φωνοληψία, βρίσκουμε αμέτρητες αφηγήσεις λαϊκών ανθρώπων, που έχουν τόση φυσικότητα και χάρη, ώστε να ζωντανεύουν καταστάσεις, πρόσωπα και τύπους και να προσφέρουν κείμενα πρωτόπλαστης λαϊκής τέχνης.
Το πεζογραφικό έργο του Λουντέμη, αυτό το απέραντο θεριεμένο ελληνόχαρο δάσος με τους παραδεισένιους ίσκιους και τα ξέφωτα, με την ατέλειωτη σειρά των λαικών ηρώων και μαρτύρων, αποτελείται από πέντε σειρές διηγημάτων: «Τα πλοία δεν άραξαν», «Περιμένοντας το ουράνιο τόξο», «Γλυκοχάραμα», «Αυτοί που φέρανε την καταχνιά», «Βουρκωμένες μέρες». Το ύφος, η αφήγηση, η τεχνική, οι έξοχοι διάλογοι, τα θέματα παίρνουν νέα πνοή στα χέρια του Λουντέμη. Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της διηγηματογραφίας του είναι το σκηνικό του βάθους και η ποικιλία των μορφών. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τα καλύτερα ή ν’ αναζητήσεις τα κατώτερα, γιατί όλα έχουν τη δική τους αξία με την ποίηση, τη σάτιρα, την ηθογραφική τους αξία ή την παραστατική τους δύναμη και προπαντός την απήχηση που αφήνουν στην ψυχή του αναγνώστη.
Η ποίηση , το διήγημα και ιδίως το μυθιστόρημα είναι τα είδη που καλλιέργησε με επιμονή και πάθος. Τα ποίηματά του, συγκεντρωμένα στις ποιητικές συλλογές: «Κραυγές στα πέρατα», «Το σπαθί και το φιλί», «Το κοντσέρτο για δυο μυδράλια και ένα αηδόνι», «Τραγουδώ για την Κύπρο», «Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί», εκφράζουν στιγμές ψυχικής ανάτασης και δίνουν ένα λυρισμό γεμάτο δόνηση και πάθος.
Χειρίστηκε άξια όλα τα είδη λόγου, από ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, θέατρο, ταξιδιωτικά ως την πολιτική αρθρογραφία.
Σχεδόν καθένα από τα βιβλία του είναι και μια μαρτυρία από τη μακρόχρονη οδύσσειά του.
Μα ο Μενέλαος Λουντέμης δεν ήταν μόνο συγγραφέας, με όλα του τα προτερήματα. Τα προτερήματα ενός Λουντέμη. Ήταν, όπως τον περιέγραψε και η Τατιάννα Γκρίτση-Μιλλιέξ: «Ο τροβαδούρος με την κιθάρα και τις πολύχρωμες κορδέλες, ο άνθρωπος που έλιωσε το χιόνι με το χνώτο του για να κοιμηθεί στο παγκάκι του νεογέννητου πάρκου και έκλεβε μόνο κόκκινα τριαντάφυλλα από το νεκροταφείο για να προσφέρει στην αγαπημένη, την πάντα ερωτευμένη καρδιά του…».
Και ήταν πάντα ερωτευμένος ο Μενέλαος. Ερωτευμένος πάνω απ΄ όλα με την ίδια τη ζωή.

Φ.Σ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: