Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΚΑΜΠΑΝΑΣ

Έξω από το δάσος, στα ριζά του βουνού, ήταν κάποτε ένα όμορφο χωριό, με τα δέντρα του, τα νερά του και την εκκλησία του με το ψηλό καμπαναριό. Και πάνω στο καμπαναριό ήταν η μεγάλη καμπάνα που χτυπούσε γλυκά-γλυκά κι ακουγόταν μακριά, ως πέρα.
Ο Χάρης την αγαπούσε πολύ. Πρωί-πρωί τις Κυριακές και τις γιορτές, έτρεχε πρώτος να τραβήξει το σκοινί της κι άκουγε χαρούμενος τη ζεστή και δυνατή φωνή της.
-Ντάν – ντάν- ντάν! Καλημέρα – καλημέρα! Καλημέρα σ΄ όλους σας!
Και το δείλι, που έγερνε ο ήλιος πίσω από το βουνό, ο Χάρης χτυπούσε την καμπάνα ευτυχισμένος. Κι η καλή καμπάνα αντηχούσε ως πέρα μακριά.
--Ντάν – ντάν- ντάν! Καληνύχτα, χωριανοί! Καληνύχτα! Περνούσε έτσι ο καιρός κι ο Χάρης έγινε παλικαράκι. Και χτυπούσε τόσο όμορφα την καμπάνα, βράδυ και πρωί, όσο κανένας άλλος μέσα στο χωριό.
Ήταν μια γλυκιά και ζεστή μέρα του καλοκαιριού κι ο Χάρης βγήκε έξω στο δάσος να σεργιανίσει. Σε λίγο έφτασε κάτω από τα δέντρα, στην πυκνή και δροσερή σκιά τους. Και κει, καθώς περπατούσε χαρούμενος, ακούει δίπλα του κάτι μικρά φτερουγίσματα. Γυρίζει το κεφάλι του και βλέπει ένα μικρό πουλάκι πιασμένο στην παγίδα, να φτερουγίζει μ΄ όλη του τη δύναμη, για να μπορέσει να ελευθερωθεί και να πετάξει. Το πουλάκι, μόλις είδε το Χάρη, του φώναξε.
-Καλό μου παιδί, γλίτωσέ με! Έχω πέντε μικρούλια στη φωλιά μου και περιμένουν να τους πάω φαί. Κι ύστερα η ζωή είναι τόσο ωραία! Μη μ΄ αφήσεις να χαθώ!
Και τον κοίταζε με τα μαύρα στρογγυλά ματάκια του, που παρακαλούσαν.
Ο Χάρης γέλασε.
-Θα σ΄ έπαιρνα εγώ να σε ψήσω, είπε, μα είσαι μια σταλιά. Ούτε μια μπουκιά δε θα βγάλεις. Κι έπειτα, ένα μονάχα, τι να σε κάνω; Να ‘σαστε τουλάχιστο καμιά δεκαριά!...
Κι έφυγα. Πέρασε το δάσος κι έφτασε σ΄ ένα μικρό και φτωχό κάμπο, ξερό από τη λαύρα του ήλιου. Σ΄ ένα χωραφάκι με αδύνατη γη, γεμάτη πέτρες κι αφάνες, ένας γεροντάκος σκυφτός κι αδύνατος, με άσπρα μαλλιά, μάζευε μια-μια τις πέτρες και τις πήγαινε στην άκρη του χωραφιού.
-Γεια σου, παππούλη, του είπε ο Χάρης. Τι κάνεις με τέτοιο λιοπύρι;
-Καλώς το παιδί, είπε ο γέρος. Δε βλέπεις; Καθαρίζω το χωράφι μου για να το σπείρω μεθαύριο κριθάρι.
Και σκούπισε τον ιδρώτα του, που έτρεχε στο ζαρωμένο πρόσωπό του.
-Καλό μου παιδί, είπε σε λίγο, μου κάνεις μια χάρη; Πας ως την πηγή να μου γεμίσεις νερό το φλασκί μου; Απόστασα απ΄ τη δουλειά και δε βαστάνε τα πόδια μου ν΄ ανηφορίσω.
-Που να ξαναγυρίζω πίσω! αποκρίθηκε ο Χάρης. Εγώ πάω κάτω, στην ακροθαλασσιά.
Κι έφυγε. Περπάτησε κάμποση ώρα, ώσπου έφτασε στην ακροθαλασσιά. Κι όπως ήτανε γεμάτος ιδρώτα και σκόνες, έπεσε μέσα στη θάλασσα και δροσίστηκε και ξεκουράστηκε από το δρόμο. Κοντά στα βράχια ήτανε μια μικρή καλυβούλα και στο κατώφλι της καθόταν ένας γέρος ψαράς και μπάλωνε τα δίχτυα του. Ο Χάρης πήγε κοντά του. Ο ψαράς χάρηκε που τον είδε. Ζούσε καταμόναχος ο καημένος κι ήθελε συντροφιά. Κάθισε λοιπόν το παιδί κοντά του κι άρχισαν να κουβεντιάζουν, να λένε το ένα και το άλλο, ώσπου η ώρα πέρασε κι ήρθε το δείλι. Και τότε, από πέρα, μακριά, πίσω από το δάσος, έφτασε ο ήχος μιας καμπάνας.
Του Χάρη τα μάτια άστραψαν.
-Η καμπάνα του χωριού μας! είπε. Δεν ήξερα πως ακούγεται ως εδώ.
-Ακούγεται, παιδί μου, είπε ο γέρος. Πρωί και βράδυ ταχτικά.
-Αλήθεια; φώναξε ο Χάρης. Εγώ τη χτυπάω, παππούλη.
-Έτσι; Μα τότε πρέπει να ‘σαι καλό παιδί.
-Γιατί, παππούλη;
-Δεν ξέρεις, τι λένε γι΄ αυτή την καμπάνα;
-Όχι. Δεν ξέρω. Για πες μου.
Ο γερο-ψαράς άφησε τα δίχτυα του, κοίταξε το Χάρη κι είπε:
«Αυτή η καμπάνα, παιδί μου, ήτανε φτιαγμένη σε χρόνια παλιά κι ήτανε στημένη στο καμπαναριό μιας πλούσιας και μεγαλοπρεπούς πολιτείας. Όμως οι άνθρωποί της σιγά-σιγά με τον καιρό, άρχισαν να παίρνουν τον κακό δρόμο. Έπιναν και μεθούσαν στα καπηλειά και βρίζονταν και τσακώνονταν αναμεταξύ τους. Άνοιγαν κι έκλεβαν τα σπίτια και τα μαγαζιά, ληστές παραφύλαγαν στους δρόμους και λήστευαν τους διαβάτες και το σκότωναν. Οι τίμιοι άνθρωποι δεν τολμούσαν πια να βγουν από τα σπίτια τους τη νύχτα. Μα και την ημέρα ακόμα κινδύνευαν. Η κατάσταση όσο πήγαινε και χειροτέρευε κι οι καλοί και ήσυχοι πολίτες ήταν απελπισμένοι.
Μια μέρα ένας άγιος πατέρας, γέροντας και σοφός, έτυχε να ‘ρθει περαστικός για πρώτη φορά σ΄ εκείνη την πολιτεία. Και καθώς ήταν αποσταμένος από το δρόμο, μπήκε σ΄ ένα πανδοχείο, να φάει κάτι και να ξεκουραστεί. Γύρω του, στα τραπέζια, κάθονταν άνθρωποι κι έπιναν το ένα ποτήρι ύστερ’ από τ΄ άλλο, κι άλλοι τραγουδούσαν τραγούδια άσκημα, άλλοι έπαιζαν χαρτιά και τσακώνονταν και βλαστημούσαν. Σηκώθηκαν οι τρίχες του άγιου πατέρα, μόλις είδε αυτή την κατάσταση. Κι αργότερα που ανέβηκε στην κάμαρά του να κοιμηθεί, μίλησε για όλ’ αυτά στον ξενοδόχο.
-Αχ, καλέ μου γέροντα, είπε αυτός. Το κακό παράγινε πια στην πολιτεία μας κι είναι αργά για να διορθωθεί.
-Ποτέ δεν είναι αργά για να γίνει ένα καλό, παιδί μου.
Το άλλο πρωί, ο άγιος πατέρας, βγήκε στην πολιτεία και περιδιάβασε εδώ κι εκεί ως αργά τη νύχτα. Και την άλλη μέρα τα ίδια. Γύρισε παντού σ’ όμορφες πλατείες και σε σοκάκια, μπήκε μέσα σε μαγαζιά, σε ταβέρνες και σ΄ εργαστήρια, κι εκείνα που είδε κι άκουσε, γέμισαν απελπισία την καρδιά του. Κίνησε τότε και πήγε να βρει τον άρχοντα. Και τον βρήκε στον πύργο του, καθισμένον σ΄ ένα πλούσιο τραπέζι, να τρωγοπίνει με άλλους άρχοντες, ξένοιαστος κι ευχαριστημένος.
-Τι θέλει;, καλέ μου γέροντα; τον ρώτησε μόλις τον είδε.
Κι ο άγιος πατέρας του μίλησε ώρα πολλή για τους ανθρώπους της πολιτείας του και ζήτησε τη βοήθειά του, για να μπορέσει να διορθώσει το κακό.
-Οι φυλακές μου είναι γεμάτες, άγιε πατέρα, απάντησε ο άρχοντας. Και κάθε μέρα κλείνω μέσα κι άλλους καινούριους. Δεν ξέρω πως αλλιώς μπορώ να σε βοηθήσω. Κάτσε, καλύτερα, να φας και να πιείς και μη χαλάς την καρδιά σου.
Ο γέροντας έφυγε, ακόμα πιο λυπημένος από πρώτα. Και μη ξέροντας τι άλλο να κάνει, πήγε στην εκκλησία και προσευχήθηκε.
-Θεέ μου, είπε, κάνε το θαύμα σου! Δείξε μας πώς να ξεχωρίσουμε, μέσα σε τούτο το ανακάτωμα, τους καλούς ανθρώπους από τους κακούς!
Κι ο καλός Θεός άκουσε τον άγιο πατέρα.
Η άλλη μέρα ήταν Κυριακή κι ο κωδωνοκρούστης, πρωί-πρωί, βγήκε να χτυπήσει τη μεγάλη καμπάνα της εκκλησίας. Μα η καμπάνα δε χτύπησε. Έμεινε βουβή, όσο κι αν τραβούσε το σκοινί της. Κάμποσοι διαβάτες που περνούσαν από κει, στάθηκαν και κοίταζαν σαστισμένοι. Κι όταν στο τέλος έφυγαν, το είπαν και σε άλλους.
Το νέο μαθεύτηκε γρήγορα στην πολιτεία κι όλοι οι άνθρωποι μαζεύτηκαν έξω από την εκκλησία. Όλοι έβλεπαν τον κωδωνοκρούστη να τραβάει μ’ όλη τη δύναμή του το σκοινί της καμπάνας κι αυτή να μη βγάζει κανέναν ήχο. Ο άγιος πατέρας είχε τρέξει κι εκείνος εκεί και κοίταζε κατάπληκτος αυτό το πράγμα. Σε λίγο όμως τα μάτια του άστραψαν. Κοίταξε γύρω του κι είδε να στέκει κοντά του ένας άντρας με πρόσωπο άγριο και κακό.
-Καλέ μου άνθρωπε, του είπε, πας και συ να χτυπήσεις την καμπάνα;
-Και δεν πάω; έκανε αυτός και γέλασε. Τι έχω να χάσω;
Πήγε λοιπόν και πήρε το σκοινί και το τράβηξε. Μα και πάλι η καμπάνα έμεινε σιωπηλή. Ο γέροντας τότε διάλεξε έναν άλλο και τον έστειλε να χτυπήσει την καμπάνα κι ύστερα άλλον κι άλλον. Κανένας όμως δεν κατάφερε τίποτα. Και τελευταία ο άγιος πατέρας έστειλε ένα παιδάκι. Το παιδάκι έτρεξε χαρούμενο, έπιασε το σκοινί με τα μικρά του χεράκια και το τράβηξε. Κι αμέσως η καμπάνα άρχισε να χτυπά δυνατά και γλυκά, όπως πρώτα.
Ο άγιος πατέρας είδε το σημάδι του Θεού. Μπήκε λοιπόν τρέμοντας στην εκκλησιά κι έπεσε γονατιστός και προσευχήθηκε.
-Σ΄ ευχαριστώ, Θεέ μου, είπε με δάκρυα στα μάτια. Σ’ ευχαριστώ για το θαύμα που έκανες!
Κι ύστερα πήγε στον πύργο του άρχοντα και του μίλησε κάμποση ώρα. Ο άρχοντας άκουσε τα λόγια του και πρόσταξε να μαζευτούν όλοι οι κάτοικοι της πολιτείας μπροστά στην εκκλησία. Οι άνθρωποι σάστισαν, όταν τ΄ άκουσαν, δεν ήξεραν γιατί, όμως υπάκουσαν στην προσταγή του. Σχημάτισαν λοιπόν μια μεγάλη σειρά, που τριγύριζε δυό και τρεις φορές την πολιτεία, κι ένας-ένας πήγαινε και τραβούσε το σκοινί της καμπάνας. Κι αυτή στα χέρια των καλών ανθρώπων χτυπούσε δυνατά, μα στα χέρια των κακών δεν έβγαζε κανέναν ήχο.
Μάζεψαν τότε όλους τους κακούς ανθρώπους και τους πήγαν μακριά, σ’ έναν έρημο τόπο, κι ο άγιος πατέρας πήγε μαζί του. Και τους μιλούσε με υπομονή, τους φερόταν με καλοσύνη και τους δίδασκε το καλό! Και λένε πως σιγά-σιγά, με τον καιρό, κατάφερε να τους φέρει στον ίσιο δρόμο. Γύρισαν τότε πίσω στην πολιτεία τους κι έζησαν καλά και δίκαια. Κι η καμπάνα δεν έπαψε ποτέ να χτυπά. Αυτή λένε πως είναι η ιστορία της καμπάνας, παιδί μου».
Ο Χάρης άκουγε με τα μάτια καρφωμένα στο γερο-ψαρά. Κι όταν αυτός τελείωσε, τον ρώτησε παραξενεμένος.
-Και πως βρέθηκε στο χωριό μας, παππούλη;
-Πέρασαν πολλά-πολλά χρόνια, παιδί μου, και κάποτε μπήκαν κατακτητές στην πολιτεία, που δεν πίστευαν στο δικό μας το Θεό. Κάποιοι τότε πρόφτασαν και την πήραν και την έφεραν εδώ, για να γλιτώσει. Κι από τότε έμεινε.
-Ωραία η ιστορία σου, παππούλη, είπε ο Χάρης. Σ΄ ευχαριστώ που μου την είπες. Μα βράδιασε πια και πρέπει να γυρίσω στο χωριό. Καληνύχτισε λοιπόν το γερο-ψαρά κι έφυγε.
Την άλλη μέρα σηκώθηκε νωρίς-νωρίς κι έτρεξε να χτυπήσει την καμπάνα, όπως έκανε κάθε πρωί. Έπιασε το σκοινί, το τράβηξε, όμως δεν ακούστηκε κανένας ήχος. Η καμπάνα έμεινε σιωπηλή, σα να μη την είχε αγγίξει τίποτα. Ο Χάρης κοίταξε ψηλά παραξενεμένος. Και ξανατράβηξε μ’ όλη τη δύναμή του το σκοινί. Το γλωσσίδι κουνήθηκε πέρα-δώθε, χτύπησε το χαλκό, μα η καμπάνα δεν έβγαλε ήχο.
-Δε χτυπάει! ψιθύρισε ο Χάρης. Δε χτυπάει!
Κι ο τρόμος τον κυρίευσε ολόκληρο. Βάλθηκε τότε να τραβά, να τραβά σαν τρελός το σκοινί. Μα η καμπάνα έμεινε βουβή και πάλι.
Ο Χάρης έγινε κατακίτρινος κι άρχισε να τρέμει σαν το φύλλο. Κι άξαφνα έτρεξε κι άρχισε ν΄ ανεβαίνει γρήγορα-γρήγορα στο καμπαναριό και σε λιγάκι βρέθηκε δίπλα στην καμπάνα.
-Καλή μου καμπάνα, της είπε, γιατί δε χτυπάς; Τι κακό έκανα; Ούτε μέθυσα, ούτε λήστεψα, ούτε αδίκησα κανένα. Κανένα, καλή μου καμπάνα, σου τ’ ορκίζομαι. Χτύπησε σε παρακαλώ!
Και κατέβηκε κάτω και τράβηξε πάλι το σκοινί. Η καμπάνα δε χτύπησε ούτε κι αυτή τη φορά. Τότε ο Χάρης, με την απελπισία στην καρδιά, βγήκε έξω από το χωριό και πήγε στη μοναξιά, στο δάσος, και κάθισε συλλογισμένος σε μια πέτρα. Προσπαθούσε να βρει τι κακό είχε κάνει κι είχε θυμώσει η καμπάνα μαζί του, μα δεν έβρισκε τίποτα και σιγά-σιγά τον πήραν τα κλάματα. Έκλαψε, έκλαψε κάμποσην ώρα, κι ύστερα είπε μέσα του.
Θα πάω να βρω το γερο-ψαρά και θα του ιστορήσω τι έγινε. Μπορεί αυτός να ξέρει τίποτα να μου πει.
Σηκώθηκε λοιπόν από την πέτρα κι άρχισε να περπατάει ανάμεσα στα δέντρα. Όπου, εκεί περπατούσε, άκουσε δίπλα του φτερουγίσματα και γύρισε το κεφάλι. Και δες, το πουλάκι ήταν ακόμα ζωντανό, στην παγίδα του. Δεν είχε όμως δύναμη τώρα να φτερουγίζει, όπως χτες, και τα ματάκια του, που τον κοίταζαν, ανοιγόκλειναν και φαίνονταν πως σε λίγο θα ‘σβηναν για πάντα. Ο Χάρης το λυπήθηκε τώρα. Πήγε κοντά του, το ελευθέρωσε και το κράτησε στη χούφτα του λίγες στιγμές.
-Έχω λίγο ψωμί στην τσέπη μου, είπε. Στάσου να σου τρίψω ψιχουλάκια να φας, να κάνεις δύναμη, καημενάκι.
Κι έτριψε λίγα ψιχουλάκια, που το πουλάκι τα ‘φαγε λαίμαργα.
-Σ΄ ευχαριστώ, καλό μου παιδί, του είπε. Τρέχω τώρα στη φωλιά μου, στα παιδάκια μου.
Και πέταξε ψηλά στον αέρα.
Ο Χάρης, καθώς το κοίταζε, ένιωσε μέσα του μια χαρά. Μια χαρά τόσο μεγάλη, που ξέχασε για μια στιγμή την καμπάνα και την πικρά του.
Σε λίγο όμως τα θυμήθηκε πάλι, καθώς κατηφόριζε κι έβγαινε από το δάσος στον κάμπο. Στο μικρό χωραφάκι, ο γεροντάκος έκανε την ίδια δουλειά: σήκωνε μια-μια τις πέτρες από τη γη και τις κουβαλούσε στην άκρη. Έτσι που τον είδε ο Χάρης, σκυφτό και ζαρωμένο, τον λυπήθηκε.
-Παππούλη, του είπε, μη σώθηκε πάλι το νερό σου; Μη θέλεις να σου γεμίσω το φλασκί;
-Άσε, παιδάκι μου, είπε ο γέρος. Δε θέλω να σε βάλω σε κόπο.
-Χαρά στον κόπο! έκανε ο Χάρης.
Και πήρε το φλασκί του γέροντα, ανηφόρισε στην πηγή και το γέμισε. Και καθώς το ‘φερε πίσω και του το ‘δωσε, ένιωσε μια χαρά μέσα του τόσο μεγάλη, που ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά.
-Σ΄ ευχαριστώ, καλό μου παιδί, είπε ο γέρος. Να κάνεις τα χίλια καλά.
Ο Χάρης έφτασε στην ακροθαλασσιά, μα δεν είδε το γερο-ψαρά.
-Θα ‘χει πάει για ψάρεμα, συλλογίστηκε. Κρίμα!
Και κάθισε και τον περίμενε ώρες πολλές, ώσπου βράδιασε. Τότε γύρισε στο χωριό του.
Μόλις αντίκρυσε το καμπαναριό, η λύπη του μεγάλωσε. Έφαγε δίχως όρεξη λίγες μπουκιές κι έπεσε στο κρεβάτι του να κοιμηθεί. Μα δε μπόρεσε όλη τη νύχτα να κλείσει μάτι. Τι κακό είχε κάνει και δεν ήταν άξιος να χτυπήσει την καμπάνα της εκκλησιάς;
Κάποτε τέλος ξημέρωσε και σηκώθηκε.
-Θα πάω πάλι στο γερο-ψαρά, είπε. Αυτός μονάχα μπορεί να μου δώσει καμιά συμβουλή.
Και βγήκε από το σπίτι του. Καθώς όμως περνούσε έξω από την εκκλησία, δεν άντεξε. Πήγε κλεφτά-κλεφτά ως το καμπαναριό, πήρε στα χέρια του το σκοινί της καμπάνας κι άρχισε να το τραβά. Την ίδια στιγμή γλυκείς και δυνατοί ήχοι ακούστηκαν στην ησυχία του χωριού, γέμισαν τον αέρα, τον πλημμύρισαν, ως πέρα μακριά.
-Ντάν-ντάν-ντάν!
-Ντάν-ντάν-ντάν!
Η καρδιά του Χάρη κόντευε να σπάσει από τη χαρά. Και τραβούσε το σκοινί μ’ όλη τη δύναμη των χεριών του, για ν΄ ακούει, να χορταίνει τον ήχο της καμπάνας του. Και δε θα σταματούσε, αν ένας νέος δεν άνοιγε αντίκρυ το παράθυρό του και δε φώναζε γελαστός.
-Φτάνει πια, Χάρη! Ακούσαμε!
-Άς τονε! είπε από μέσα μια φωνή γυναίκας. Σήμερα είναι γιορτή!
Γιορτή μεγάλη ένιωθε μέσα του κι ο Χάρος εκείνο το πρωί. Τόσο μεγάλη, που δε μπορούσε να τη βαστάξει μονάχος κι έτρεξε να βρει το γερο-ψαρά, μ’ όλη τη δύναμη των ποδιών του. Μα τώρα δεν πήγαινε να του ζητήσει συμβουλή. Γιατί είχε μοναχός του καταλάβει πως για να είσαι καλός άνθρωπος, δεν αρκεί μονάχα να μην κάνεις το κακό. Πρέπει να κάνεις και το καλό, όπως, μπορείς, στη ζωή σου.

ΠΙΠΙΝΑ ΤΣΙΜΙΚΑΛΗ, …Έτσι λέει το παραμύθι, εκδόσεις «Η Δαμασκός»

Δεν υπάρχουν σχόλια: