Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Ο Μάρτης

Ασπροκόκκινη κλωστή
στο δεξί δεμένη
και καρδούλα όλο χαρά,
Μάρτη σε προσμένει.

Κοίτα, λάμπει ο ήλιος σου,
μη μου κατσουφιάζεις,
τη γλυκιά μου άνοιξη
μην τηνε τρομάζεις.

ΕΛΕΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΛΑ-ΠΑΤΕΛΟΔΗΜΟΥ,Ποιήματα για την άνοιξη και το καλοκαίρι, εκδόσεις Πατάκη

Καλημέρα, καλό μήνα, καλή Άνοιξη!!! Παρόλο που είναι πρωί όλο το διαδίκτυο έχει κατακλυστεί από πληροφορίες για την πρωτομαρτιά!!!

Για μένα ο Μάρτιος ήταν και είναι ο αγαπημένος μου μήνας, όχι μόνο γιατί είναι ο πρώτος της Άνοιξης, αλλά και γιατί Μάρτιο γέννησα την Παναγιώτα μας –την πρώτη μας κόρη.

Επίσης, αγαπώ τον Μάρτιο, γιατί συνδέεται έντονα με την παράδοση και τη λαογραφία. Ένα παράδειγμα: το βραχιολάκι «Μάρτης», στο οποίο αναφέρομαι κάθε χρόνο (κι απ’ ό, τι βλέπω φέτος στο facebook και πολλοί άλλοι άνθρωποι…)

Η γιαγιά μου μας έβαζε «Μάρτη» για να μη μας κάψει ο ήλιος, όμως η κυρία Αρετή όταν δούλευα στον παιδικό σταθμό μου είχε πει ότι βάζουμε «Μαρτίνγκα» για να έχουμε δέρμα άσπρο σαν τα μαρτιάτικα σύννεφα και μάγουλα κόκκινα σαν τα πρώτα αγριολούλουδά του! Επίσης, την τελευταία μέρα του μήνα (δηλαδή στα γενέθλια της Παναγιώτας!), αφήνουμε το «Μαρτούι» στην τριανταφυλλιά. Τα χελιδόνια, που θα το πάρουν για τη φωλιά τους, θα μας αφήσουν στη θέση του ένα δώρο!!
Όπως κάθε χρονιά, θα κάνω την «έρευνά» μου και χρειάζομαι την συνδρομή σας!

1.Πως λέτε στην περιοχή σας το ασπροκόκκινο βραχιολάκι, που στο χωριό μου λέμε «Μάρτη», σε πολλές περιοχές της Φλώρινας «Μαρτίνγκα», στα Ιωάννινα «Μαρτίτσι» και στην Κύπρο «Μαρτούι»
2.Για ποιο λόγο το φοράτε;
Καλή σας μέρα, περιμένουμε να ξυπνήσει και η Αναστασία για να κάνουμε βραχιολάκια για μας και για όσους αγαπάμε!




Η γύρη της Ποίησης

Μιας και σήμερα είναι (έστω και τυπικά) η τελευταία μέρα του Χειμώνα, ας (ξανά)θυμηθούμε κι ας (ξανά)απολαύσουμε αυτή την όμορφη ιστορία… Νομίζω η καλύτερη υποδοχή της Νέας Εποχής που έρχεται...


Κάποτε ο Χρόνος είχε 13 μήνες. Θα μου πείτε, πώς γίνεται αυτό. Κι όμως γίνεται. Αντί για 12, οι μήνες ήταν 13. Τον 13ο μήνα τον ‘λέγαν Ιάκωβο. Και ήταν ο πιο χαϊδεμένος και ονειροπόλος γιός του Χρόνου. Μόνο που ήταν πολύ αφηρημένος και αδέξιος. Με τα χίλια ζόρια και τα χίλια παρακάλια του πατέρα τους, τον έπαιρναν πότε η μία και πότε η άλλη εποχή και άρον άρον τον έστελναν πίσω. Κι ο Ιάκωβος κάθε φορά έβαζε τα κλάματα. Τον λυπόταν ο Χρόνος και παρακαλούσε πάλι τις εποχές να τον πάρουν μαζί τους να τις βοηθάει.

Μια φορά αρρώστησε ο Γενάρης.

-Άντε, Ιάκωβε, του είπε ο Χειμώνας. Πήγαινε εσύ στη θέση του. Μόνο πρόσεχε, να χεις το μυαλό σου στη δουλειά, κι όχι στα όνειρα και στις φαντασίες. Πρέπει να φυλάξεις τον ήλιο μέσα στις καταχνιές, για να μη βγει και ζεστάνει τον καιρό και λιώσουν οι πάγοι.

Ο Ιάκωβος, όμως, όπως συνήθως, είχε αλλού το νου του και ξέχασε τι του είπε ο Χειμώνας. Έτσι αντί να φυλάει τον ήλιο, πήγε και φύλαγε την παγωνιά στη σπηλιά της.

-Χριστιανέ μου, άφησέ με να βγω, του φώναξε εκείνη. Έχω να γυαλίσω τα κρύσταλλα των πάγων στις στέγες των σπιτιών και στα κλαδιά. Έχω τα χιονοσέντονά μου απλωμένα στα λαγκάδια και στις ρεματιές, έχω τα ζώα μου σε χειμερία νάρκη. Θα ξυπνήσουν και θα ψοφήσουν από την πείνα. Μπα, σε καλό σου!

-Όχι, δεν μπορώ να σ΄ αφήσω, απάντησε ο Ιάκωβος. Μου είπε να σε φυλάω ο Χειμώνας.
Και κλείδωσε την παγωνιά στη σπηλιά της.

Έτσι αντί να βγει η παγωνιά, βγήκε ο ήλιος και τρύπησε τα χιονοσέντονα, ξέσκισε τα άσπρα βελούδα στις πλαγιές των βουνών, ράγισε τα κρύσταλλα στις λίμνες. Ο κόσμος σάστισε, πέταξε τα παλτά, έβγαλε τις ζακέτες, έσβησε τις σόμπες, το ‘ριξε στις εκδρομές. Φύτρωσαν καρποί στα δέντρα, βγήκαν τα κεράσια, βγήκαν τα καρπούζια, βγήκανε τα παγωτά. Που μυαλό για μαθήματα!

-Πατέρα, είπε ο Χειμώνας στον Χρόνο. Πάρε πίσω τον Ιάκωβο. Δεν τον θέλω. Είναι εντελώς ανίκανος!

-Γιατί παιδί μου δε μαζεύεις τα μυαλά σου στη δουλειά; Τι θα σε κάνω τώρα; Δε σε θέλει πια κανείς!

Ο Ιάκωβος έβαλε τότε τα κλάματα. Ο Χρόνος τον λυπήθηκε γιατί του είχε αδυναμία.

-Καλά, μην κλαις. Θα παρακαλέσω το Καλοκαίρι να σε πάρει μαζί του, τον παρηγόρησε και του σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια.

-Τι να τον κάνω, πατέρα, φώναξε το Καλοκαίρι, όταν το άκουσε. Αυτός είναι μόνο για ζημιές. Είναι πολύ αφηρημένος και ανίκανος.

Όμως ο Χρόνος επέμενε τόσο πολύ που στο τέλος το Καλοκαίρι υποχώρησε.

-Καλά, του είπε. Για χάρη σου θα τον πάρω. Αν όμως κάνει πάλι καμιά ζημιά, θα στον στείλω πίσω αμέσως!

Μετά φώναξε τον Ιούλη:

-Ιούλη, πάρε μαζί σου τον Ιάκωβο. Βάλτον στις αποθήκες του ουρανού, να φυλάει τις συννεφιές.
Πραγματικά ο Ιούλης πήρε μαζί του τον Ιάκωβο και τον έβαλε να φυλάει τα σύννεφα, για να μη βγουν και χαλάσουν τις καλοκαιριάτικες λιακάδες.

Στην αρχή ο Ιάκωβος ήταν πολύ προσεκτικός. Μετά από λίγες μέρες όμως άρχισε πάλι να ξεχνιέται. Άφησε τις αποθήκες ξεκλείδωτες και τα σύννεφα γλίστρησαν αθόρυβα στον ουρανό. Μέσα σε λίγα λεπτά, ο ουρανός σκοτείνιασε. Ξέσπασε μπόρα, έπιασε βροχή, σηκώθηκε τρικυμία στη θάλασσα. Βούλιαξαν οι βάρκες, τρόμαξαν οι κολυμβητές, μάζεψαν τα πράγματά τους, φόρεσαν αδιάβροχα, φόρεσαν κασκόλ, άνοιξαν τις ομπρέλες τους. Η ομίχλη τύλιξε τα καλοκαιρινά τοπία.

-Βρήκα τον μπελά μου με σένα, φώναξε θυμωμένο το Καλοκαίρι κι έδιωξε τον Ιάκωβο. Άντε να πας πίσω στον πατέρα μας, γιατί είσαι ανίκανος κι ονειροπαρμένος.

Για να μη σας τα πολυλογώ, ο Ιάκωβος έκανε τα ίδια με όλες τις εποχές. Με την αφηρημάδα του χάλασε την ισορροπία της φύσης. Την Άνοιξη ξεχνούσε τις παγωνιές και το Φθινόπωρο ξεχνούσε τις λιακάδες. Ο κόσμος άρχισε πια να χάνει τη σειρά του. Είδε κι απόειδε ο Χρόνος και δεν ξανάστειλε τον μικρό του γιο στον κόσμο.

-Κάτσε, παιδί μου, εδώ στο σπίτι, τον συμβούλεψε. Εσύ δεν κάνεις για τούτες τις δουλειές. Καλύτερα να μείνεις κοντά μου, να φροντίζεις τον κήπο και να μου κρατάς συντροφιά.
Ο Ιάκωβος έσκυψε το κεφάλι του και δεν μίλησε. Βγήκε στον κήπο και κάθισε σε μια πέτρα λυπημένος. Τον πήρε το παράπονο κι άρχισε να κλαίει. Τον είδε το φεγγάρι που έβγαινε εκείνη τη στιγμή και τον λυπήθηκε.

-Γιατί κλαις, Ιάκωβε;, τον ρώτησε.

-Γιατί είμαι άχρηστος και ανίκανος, είπε εκείνος με παράπονο.

-Μην το ξαναπείς αυτό, του φώναξε τότε το φεγγάρι με μια παράξενη κραυγή.

-Άκου, θα σου κάνω ένα δώρο. Εδώ που κύλησαν τα δάκρυά σου θα φυτρώσει το πιο θαυμαστό λουλούδι του κόσμου. Από τη γύρη αυτού του λουλουδιού θα γεννιέται η ποίηση. Κοιμήσου απόψε και αύριο το πρωί, όταν ξυπνήσεις, θα το δεις!

Πραγματικά, εκείνη τη νύχτα ο Ιάκωβος κοιμήθηκε ανάλαφρα και το πρωί ξυπνώντας είδε ένα καινούριο λουλούδι στην αυλή του. Είχε τεράστια ασημένια πέταλα που έλαμπαν στον ήλιο και ήταν φορτωμένο με μια μαύρη γύρη. Ο αέρας φυσούσε και έπαιρνε από τη γύρη και τη σκόρπιζε πάνω απ΄ τον κόσμο. Κι όσοι ανέπνεαν τη μαγική γύρη, έγραφαν στίχους και ποιήματα και γίνονταν ποιητές.
Το λουλούδι αυτό το ονόμασαν λουλούδι της ποίησης. Ο Ιάκωβος το πότιζε και το φρόντιζε κάθε μέρα. Και εκείνο δεν μαραινόταν ποτέ, αλλά ήταν πάντα γεμάτο από τη μαγική του γύρη.

Έτσι ο Ιάκωβος έγινε φύλακας του θαυμαστού λουλουδιού της ποίησης κι έζησε έξω από τον κύκλο του χρόνου.

Κατερίνα Καριζώνη-Χεμίκογλου
18 ιστορίες που ξεχωρίζουν-Εκδόσεις Γνώση





Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Υποσχέσεις

Οι «λαγοί με τα πετραχήλια»
είναι πολύ γνωστά ζώα
της λαϊκής μας θυμοσοφίας
πολύ αθώα και πολύ αμέτοχα
για τα πετραχήλια που τους φόρεσαν.

Οι λαγοί οι καημένοι
είναι πάντα βιαστικοί…
Περπατούν με χτυποκάρδι
και δεν έχουν καιρό
να ντυθούν με πετραχήλια.

Η παροιμία αλλού τον πάει το χορό.
Θέλει να πει: «Μη φοβάσαι-
αυτούς που δεν έχουν πετραχήλια
και στα τάζουνε.
Φοβήσου κείνους
που έχουν πετραχήλια
μα δε στα τάζουνε…
Γιατί τα φοράνε!

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

Αφιερωμένο στους απλήρωτους εργαζόμενους της κοινωφελούς εργασίας στη Φλώρινα

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Τα παιδιά ήταν μόνα

Η μητέρα τους είχε φύγει από νωρίς το πρωί και τα είχε αφήσει στη Μαρίνα, μια νέα δεκαοχτώ χρονών, την οποία έπαιρνε κάποιες φορές για λίγες ώρες προκειμένου να τα προσέχει με αντάλλαγμα μερικά νομίσματα.
Από τότε που είχε πεθάνει ο πατέρας, οι καιροί είχαν δυσκολέψει πολύ για να το ρισκάρει να λείψει από τη δουλειά όταν η γιαγιά αρρώσταινε ή έλειπε από την πόλη.
Όταν ο φίλος της κοπέλας τηλεφώνησε για να της προτείνει μια βόλτα με το καινούριο του αυτοκίνητο, η Μαρίνα δεν δίστασε και πολύ. Άλλωστε, τα παιδιά κοιμούνταν όπως κάθε απόγευμα, και δεν θα ξυπνούσαν πριν τις πέντε.
Μόλις άκουσε την κόρνα, άρπαξε την τσάντα της κι άφησε ανοιχτό το ακουστικό του τηλεφώνου. Προνόησε να κλειδώσει την πόρτα του δωματίου και φύλαξε το κλειδί στην τσέπη της. Δεν ήθελε να διακινδυνέψει να ξυπνούσε ο Πάντσο και να κατέβαινε τη σκάλα για να την ψάξει, γιατί, όπως και να ‘χει, ήταν μόνο έξι χρονών, και με την παραμικρή απροσεξία μπορούσε να σκοντάψει και να χτυπήσει. Επίσης, σκέφτηκε ότι αν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήξερε πώς να εξηγήσει στην μητέρα το λόγο για τον οποίο το παιδί δεν την είχε βρει.
Ίσως να ήταν ένα βραχυκύκλωμα στην τηλεόραση ή σε κάποιο από τα φώτα του σαλονιού, ή μπορεί μια φλόγα στα καυσόξυλα –το θέμα είναι ότι όταν οι κουρτίνες άρχισαν να καίγονται, η φωτιά έφτασε γρήγορα στην ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.
Τον ξύπνησε ο βήχας του μωρού, εξαιτίας του καπνού που περνούσε κάτω απ’ την πόρτα. Χωρίς να σκεφτεί, ο Πάντσο πήδηξε απ’ το κρεβάτι και πίεσε με δύναμη το πόμολο για ν’ ανοίξει την πόρτα, αλλά δεν τα κατάφερε.
Όπως και να ‘χει, ακόμα κι αν το είχε καταφέρει, οι φλόγες θα είχαν καταβροχθίσει τον ίδιο και των λίγων μηνών αδερφό του σε ελάχιστα λεπτά.
Ο Πάντσο φώναξε τη Μαρίνα, αλλά κανείς δεν απάντησε στην έκκλησή του. Έτσι, έτρεξε στο τηλέφωνο του δωματίου (αυτός ήξερε πώς να παίρνει τηλέφωνο τη μαμά του) αλλά δεν υπήρχε γραμμή.
Ο Πάντσο συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να βγάλει τον αδερφό του από κει μέσα. Προσπάθησε να ανοίξει το παράθυρο που έβγαζε στο περβάζι, αλλά ήταν αδύνατο για τα μικρά του χέρια να λύσει την ασφάλεια και –ακόμα κι αν τα κατάφερνε-, θα έπρεπε να ξεμπλέξει το συρμάτινο πλέγμα που οι γονείς του είχαν βάλει για προστασία.
Όταν οι πυροσβέστες τελείωσαν με το σβήσιμο της φωτιάς, το θέμα συζήτησης όλων ήταν το ίδιο:
-Πώς μπόρεσε αυτό το τόσο μικρό παιδί να σπάσει με την κρεμάστρα το τζάμι και μετά τη σήτα;
-Πώς μπόρεσε να φορτώσει το μωρό στο σακίδιο;
-Πώς μπόρεσε να περπατήσει στο περβάζι κουβαλώντας σημαντικό βάρος και να κατέβει από το δέντρο;
-Πώς μπόρεσε να σώσει τη ζωή του αδελφού του και τη δική του;
Ο ηλικιωμένος πυροσβέστης, άνθρωπος σοφός και που όλοι σέβονταν, τους έδωσε την απάντηση:

«Ο μικρός Πάντσο ήταν μόνος… Δεν είχε κανέναν να του πει ότι δεν θα μπορούσε…»

ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ-Ιστορίες να σκεφτείς, εκδόσεις Opera

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

ΣΥΝΗΘΕΙΑ

-Ξαγρύπνησα
με τους εφιάλτες,
είπες.
-Ξημέρωσε.
Ας πάμε στους εφιάλτες
της μέρας,
είπα.

Ηρώ Δημοπούλου

Καλή εβδομάδα

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Ένα παραμύθι για τις λίμνες των Πρεσπών

Στην απόμακρη θεϊκή και μοναδικά πανέμορφη Πρέσπα, που την έκανε ο καλός μας Θεός για να αναπαύεται όταν κουράζεται φυσικά, μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά τα χρόνια, ζούσε ένας καλός βασιλιάς που την κυβερνούσε όμορφα και πολύ δίκαια. Είχε έναν μονάκριβο γιό που τον μεγάλωνε με μέλι και γάλα –μια μέρα των ημερών πίστευε θα τον κληρονομούσε στο βασίλειό του και θα γινόταν ένας καλός βασιλιάς.
Το παιδί, όταν πια μεγάλωσε, έκανε βόλτες με το φαρί του στα ατέλειωτα δασά λιβάδια του βασιλείου του, για να το γνωρίσει. Κάποια μέρα όμως, όπως γυρνούσε, το φαρί του δίψασε και έσκυψε να πιεί νερό σε μια πηγή. Εκεί έμενε μια νεράιδα όμορφη σαν τα κρύα νερά του τόπου του. Η καρδιά του πήγε να πετάξει και να σπάσει γιατί αμέσως την αγάπησε τόσο πολύ που έχασε τα λογικά του.
Ξαφνικά, δυνατή μπόρα υποχρέωσε το διάδοχο του θρόνου να κρυφτεί σε μια μεγάλη σπηλιά. Ύστερα από λίγο αποκοιμήθηκε. Στον ύπνο του ξαναφάνηκε η όμορφη νεράιδα και της πρότεινε να γίνει γυναίκα του. Η νεράιδα του απάντησε πως άμα γίνει βασιλοπούλα του θα έρθει μεγάλη συμφορά και θα γίνει μεγάλο κακό στο βασίλειό του, γιατί οι αδερφές της που ήτανε ξωτικά την αγαπούσαν τόσο πολύ που δεν την άφηναν και δεν την έδιναν σε άνθρωπο.
Μα το πριγκιπόπουλο, θαμπωμένο από την ομορφιά της, επέμεινε πολύ και στο τέλος έπεισε όλους να δεχτούν να γίνει γυναίκα του.
Τι να κάνει κι ο γέρο-βασιλιάς; Ήθελε δεν ήθελε έδωσε κι αυτός την ευχή του στο μονάκριβό του γιό, γιατί αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός ο γάμος θα γίνει.
Έτσι, λοιπόν, στολίστηκε η Πολιτεία κι οι γάμοι ξεκίνησαν μια μέρα, μια Κυριακή πρωί, με κάθε μεγαλοπρέπεια, όπως πρέπει σε βασιλικό γάμο.
Όταν όμως το γλέντι είχε ανάψει, τα ξωτικά, που είχαν έρθει στη χαρά της αδερφής τους, άρχισαν να τραγουδούν τα ξωτικοτράγουδά τους. Και, ξαφνικά, ο ουρανός σκοτείνιασε και ξέσπασε μια τρομερή μπόρα, και έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε, για μέρες ολόκληρες, χωρίς σταματημό. Πλημμύρισαν τα πάντα, δεν έμεινε στεριά. Σκεπάστηκε όλο το βασίλειο και τους κατάπιε όλους.
Ο καλός Θεός, ύστερα απ΄ αυτό, κατάλαβε πως δεν έπρεπε να πνιγούν τα μωρά. Κι έτσι τα επανέφερε στη γη. Τους έδωσε μορφή νούφαρου και τα άσπρα νούφαρα συμβολίζουν την ψυχή των παιδιών, όπως λέμε τα αγόρια στη Φλώρινα. Και το κίτρινο τα κορίτσια.
Βέβαια με καλέσανε και μένα, σας καλώ και σας να πάμε, να τα δούμε όλα αυτά, να τα ονειρευτούμε, να τα ζήσουμε, να φάμε και να σκεφτούμε καλή στέψη σε όλα, χαρούμενοι όλοι για όλα τα όμορφα που έχει ο τόπος μας που λέγεται Φλώρινα, περιοχή της Πρέσπας…

Από το cd-rom έξι λίμνες… τρία παραμύθια
(Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φλώρινας, Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού)

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Η Θλίψη και η Οργή


Σ’ ένα μαγεμένο βασίλειο, όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν, ή ίσως μεταφέρονται αδιάκοπα χωρίς να το καταλαβαίνουν…

Σ’ ένα βασίλειο μαγεμένο όπου τα αφηρημένα πράγματα γίνονται χειροπιαστά…

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό…

μια πανέμορφη λίμνη.

Ήταν μια λίμνη με νερά κρυστάλλινα και καθαρά όπου κολυμπούσαν ψάρια όλων των χρωμάτων, κι όπου όλες οι αποχρώσεις του πράσινου λαμπύριζαν διαρκώς…
Ως εκείνη τη μαγική και διάφανη λίμνη έφτασαν η θλίψη κι η οργή για να κάνουν μπάνιο παρέα.
Και οι δύο έβγαλαν τα ρούχα τους και, γυμνές, μπήκαν στη λίμνη.
Η οργή, που βιαζόταν (όπως συμβαίνει πάντα στην οργή χωρίς να ξέρει γιατί), έκανε μπάνιο στα γρήγορα, κι ακόμα πιο γρήγορα βγήκε απ’ το νερό…
Αλλά η οργή είναι τυφλή –ή, τέλος πάντων, δεν βλέπει ξεκάθαρα την πραγματικότητα. Έτσι, γυμνή και καθαρή, φόρεσε βγαίνοντας απ’ το νερό το πρώτο ρούχο που βρήκε…
Και συνέβη εκείνο το ρούχο να μην είναι το δικό της αλλά της θλίψης…
Κι έτσι, ντυμένη, θλίψη, η οργή έφυγε.

Πολύ ήρεμη, πολύ γαλήνια, διατεθειμένη όπως πάντα να παραμείνει σε όποιο μέρος βρίσκεται, η θλίψη τελείωσε το μπάνιο της και –χωρίς καμία βιασύνη- ή, καλύτερα, χωρίς συναίσθηση του χρόνου που περνάει, τεμπέλικα και αργά, βγήκε από τη λίμνη.
Στην όχθη συνειδητοποίησε ότι τα ρούχα της δεν ήταν πια εκεί.
Όπως όλοι ξέρουμε, αν υπάρχει κάτι που δεν αρέσει καθόλου στη θλίψη, είναι να μένει γυμνή. Έτσι, φόρεσε το μοναδικό ρούχο που υπήρχε δίπλα στη λίμνη: το φόρεμα της οργής.

Λένε ότι από τότε, πολλές φορές συναντάμε την οργή τυφλή, σκληρή, τρομερή και θυμωμένη. Αλλά αν σταματήσουμε για λίγο και κοιτάξουμε καλύτερα, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η οργή που βλέπουμε είναι μόνο μεταμφίεση, κι ότι πίσω από την όψη της οργής, στην πραγματικότητα, κρύβεται η θλίψη.

ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ-Ιστορίες να σκεφτείς, εκδόσεις Opera


Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

STABAT MATER

«Μια νύχτα ήρθαν βράδυ και ζώσαν το σπίτι μου. Μου πρότειναν τα πιστόλια. «Σιγά, σας παρακαλώ», τους είπα, «το παιδί μου είναι άρρωστο. «Θα μας ακολουθήσει και η γυναίκα σου», μου είπαν. Είδα κάτω στο πάτωμα ένα καλτσάκι του παιδιού μου. Ένα κόκκινο καλτσάκι. «Σιγά, σιγά, σας παρακαλώ, να βάλω το καλτσάκι στο κρεβάτι, να το βρει όταν θα ξυπνήσουν». Με έσπρωξαν.
Όλη νύχτα με δέρνανε πέντε άνθρωποι και τρεις φορές απείλησαν να με πετάξουν απ’ την μπαλκονόπορτα και με καλούσαν να κάνω δήλωση, να απαρνηθώ… Την άλλη μέρα μαθεύτηκε έξω γιατί κάποιος συγκρατούμενος έγραφε πίσω από ένα πιάτο: «Σώστε τον Λουντέμη». Επενέβησαν πολιτικά πρόσωπα και γλίτωσα –δηλαδή έφυγα για την εξορία…»

Με τον αριθμό 111 ο Μενέλαος Λουντέμης εκεί στο ορεινό Μαυράτο, με τα δέκα σπίτια και τους λιγοστούς καλοσυνάτους κατοίκους, γράφει για την Έμμυ, γράφει για τη Μυρτώ, αντικρίζοντας το πάντα ανήσυχο πέλαγος.

ΦΩΤΗΣ ΣΙΟΥΜΠΟΥΡΑΣ-Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης, εκδόσεις Δωρικός

STABAT MATER
(Η Μυρτώ ανεβαίνει 3 χρονών στο Γολγοθά)

Αντίο μητερούλα, μητερούλα της Μυρτώς,
και των χεριών μου.
Με το γήινο βρέφος στην αγκαλιά,
που μπήκε στο μαρτύριο.
τριάντα χρόνια μικρότερο απ’ τον Χριστό,
Αντίο ...

Έτσι όπως σας πήρε το πλοίο σκοτεινό,
με τα ξάρτια σου γεμάτα μοιρολόι…
Ένα πλοίο λυπημένο, και βραχνό,
που ‘γραφε στην πρύμη του «Αγγέλικα»
και στην πλώρη του «εξορία».

Τώρα μας χωρίζουν οι ουρανοί.
Αγρύπνιες ιδρωμένες και ατελείωτες.
Κι ένας κόσμος τρομαγμένος που κρυώνει-
κρυώνει κάτω απ’ τον βοριά και τα σίδερα.

Τώρα μας χωρίζουν οι θολές νεροποντές.
Βουνά θυμωμένα κι απερπάτητα.
Τώρα μας χωρίζουν,
οι σαστισμένοι μες στον άνεμο καπνοί.
Και τ’ αρμυρό κλάμα του Αιγαίου.

Να προσέχεις, μητερούλα, εκεί που πάτε.
Σκορπώ στα μονοπάτια του παραμυθιού,
μικρά ψίχουλα απ’ την καρδιά μου-
για να μη χάσει το δρόμο η Μυρτώ.

Να προσέχεις, μητερούλα, εκεί που πάτε.
Να σκεπάζεστε τις νύχτες δυνατά.
Να σκεπάζεστε πολύ με τη στοργή μου...
Γιατί κάνει κρύο εφέτος μάνα...
Κάνει μίσους φέτος μάνα...
Κάνει θάνατο.

Τώρα αντίο. Θέλω να σκουπίσω τα μάτια μου.
Κι ανεβάζω τα χέρια μου ως εκεί.
Μα μου τα τραβούν πίσω τα σίδερα.
Γι’ αυτό: μόνο, αντίο.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ




Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης: ο σύγχρονος Οδυσσέας του πνεύματος

Γιατί οι Σουηδοί έδωσαν το Νόμπελ στον Ελύτη

Ελλάδα, ελπίδα, ελευθερία, Ελένη

Εφημερίδα Τα Νέα, 15/9/1979

Βρίσκομαι στην αίθουσα όπου οι Σουηδοί ακαδημαϊκοί σε μυστική ψηφοφορία αποφάσισαν για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Κρατάω στα χέρια μου το θαυμάσιο κύπελλο –αντίκα του 18ου αιώνα- που μέσα του ρίξαν τα λευκά χαρτάκια που αποκάλυψαν σ’ όλο τον κόσμο το θαυμάσιο μυστικό της βράβευσής του Έλληνα Οδυσσέα Ελύτη. Ακούω τη φωνή του Λαρς Γίλενστεν, μόνιμου γραμματέα της σουηδικής Ακαδημίας, του «πανίσχυρου νάνου», όπως τον αποκαλεί η σουηδική ιντελιγκέντσια: «Θεωρούμε το Άξιον Εστί σαν το πιο συμπυκνωμένο και πιο πολύεδρο κείμενο της λογοτεχνίας του 20ου αιώνα»!
Με αληθινή χαρά πέρασα τη χαμηλή ξύλινη πόρτα της σουηδικής Ακαδημίας, πέρασα από τις τεράστιες αίθουσες που φιλοξενούν τη σοφία των αιώνων, σε μια από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες του κόσμου, κι έφτασα εδώ αναζητώντας τους ανθρώπους που τιμήσανε τη γλώσσα μας και τη μικρή πατρίδα κι έναν αληθινά μεγάλο ποιητή, με την πιο φημισμένη πνευματική διάκριση, που θεωρείται το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Αφήνοντας πίσω την Αθήνα του Οκτώβρη, με ανοιξιάτικους 18 βαθμούς πάνω από το μηδέν και το μαύρο νέφος που σαν σουδάριο την τυλίγει, έφτασα στη χιονισμένη Στοκχόλμη με 2 βαθμούς κάτω από το μηδέν, κυνηγώντας τους 18 που πήραν μέρος στο μυστικό δείπνο που βράβευσε τον Ελύτη. Γιατί είναι παράδοση λίγο πριν αναγγελθεί το Νόμπελ Λογοτεχνίας οι ακαδημαϊκοί να τρώνε όλου του κόσμου τα καλά σ’ ένα τεράστιο στρογγυλό τραπέζι, πίνοντας στην υγειά του Άλφρεντ Νόμπελ, του «μπαρουτά», όπως χαρακτηριστικά μου τον αποκάλεσε ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας Θοδωρής Καλλιφατίδης, «του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του», όπως τον χαρακτήρισε ο Γιώργος Σεφέρης σε μια ακριβή, πέρα από τα συνήθη του, κρίση.
Γιατί βράβευσαν οι 18 της σουηδικής Ακαδημίας τον Οδυσσέα Ελύτη θεωρώντας τον έναν από τους σημαντικότερους ποιητές στον κόσμο σήμερα; Μιλώντας μαζί τους, κορφολόγησα τον ανθό από τις σκέψεις και τις κρίσεις τους για το μεγάλο μας ποιητή:

1.Η θάλασσα και τα νησιά, ο φυτικός και ο ζωικός τους κόσμος, τα λεία βότσαλα των γιαλών, το φλοίσβισμα των κυμάτων στην ακρογιαλιά, η αγκαθωτή μαυράδα των αχινών, η αρμύρα και το φως πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας είναι τα μόνιμα στοιχεία της ποίησής του. Αλλά και το λαμπρό φως του ήλιου, που ξεχύνεται άφθονο και περιλούζει αυτό τον κόσμο με όλο του το διεισδυτικό και ταυτόχρονα γόνιμο και καθαρτικό θάμβος. Αισθητοποίηση και φως καταυγάζουν την ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, υψώνεται σε μια συμβολική πραγματικότητα. Γίνεται ένα ιδεώδες για τον κόσμο, που δεν είναι πάντα τόσο φωτεινός και αληθινός και θαυμάσιος αλλά που θα ‘πρεπε να είναι και θα μπορούσε να είναι τέτοιος.

2.Η εξύμνηση από τον Ελύτη της ύπαρξης του ανθρώπου, των δυνατοτήτων του και της ζωής του σε κοινότητα με την υπόλοιπη δημιουργία δεν είναι κάποια ειδυλλιακή φυγή από την πραγματικότητα, αλλά είναι μια ηθική πράξη, ένας εξορκισμός σαν κι αυτούς που μπορεί να συναντήσει κανένας συχνά στην ελληνική ιστορία, σε όλη της τη διάρκεια, από τους αγώνες για την ελευθερία ενάντια στη φασιστική ή άλλη καταπίεση ως τις ηρωικές φάσεις της κλασικής εποχής.

3.Η ποίηση του Ελύτη είναι ένα είδος επιστρατευμένης ποίησης, που σκοπό της έχει την υπεράσπιση της ηθικής ακεραιότητας ή της περηφάνιας, που είναι προϋπόθεση του να μπορέσει κανένας να σταθεί και να αντέξει σε κακουχίες και σε κινδύνους κάτω από τη βία και τις στερήσεις. Αυτά τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Ελύτη δικαιώθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1940, τότε που ο ποιητής πήρε μέρος στον πόλεμο της Αλβανίας ενάντια στη φασιστική εισβολή.

4.Το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας είναι ένα είδος δελτίου της νέας γενιάς και διατήρησε τη θέση του σαν έκφραση του ελληνικού ακαταδάμαστου πνεύματος.

5.Ο ποιητικός κύκλος του Άξιον Εστί είναι ένα είδος λυρικού δράματος ή μύθου με ήχους από τον Ησίοδο, την Αγία Γραφή και τη βυζαντινή υμνογραφία. Στην αυστηρή και πολύφωνη δομή του εντάσσεται επίσης και η πρωτοποριακή ποίηση της Δύσης. Στο τελευταίο μέρος υπάρχει η εξύμνηση του ώριμου ανθρώπου, που, σκληρυμένος και δυναμωμένος με εμπειρίες, είναι έτοιμος να υπερασπιστεί τη ζωή και τον πλούτο της.
Οι Σουηδοί βλέπουν τον Ελύτη σαν ένα σύγχρονο Οδυσσέα του πνεύματος, με γνωρίσματα τη δίψα για την ελευθερία και την ακόρεστη περιέργεια για κάθε είδους περιπέτεια που μπορεί να προσφέρει ο βαθύπλουτος κόσμος των ελληνικών νησιών και της θάλασσας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΝΗΣ, Ανταποκρίσεις από τη Λογοτεχνία, εκδοτικός οίκος Α.Α. Λιβάνη



Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Σηματολόγιον

-Το «κενό» υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του.

-Θάλασσα λανθασμένη δε γίνεται.

-Δεν έχει φτέρνες η τελειότητα.

-Όταν ακούς αέρα είναι η Γαλήνη που βρικολάκιασε.

-Στην κακή μοιρασιά πάντοτε ο Θεός ζημιώνεται.

-Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η Άνοιξη που δεν έφερες.

-Η Λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε.

-Όταν ακούς «τάξη» ανθρώπινο κρέας μυρίζει.

-Όποιος μπορεί και φορτίζει την ερημιά έχει ακόμη ανθρώπους μέσα του.

-Από το Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ-Ρήσεις από το ποιητικό έργο «Μαρία Νεφέλη», εκδόσεις Ύψιλον

Καλή εβδομάδα :)



Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

4 σε 1

4 δυνατοί σεισμοί μέσα σε μία μόνο μέρα (και ο χιλιοστός περίπου μέσα σε ένα χρόνο). Ο φόβος επανήλθε.

Ευχαριστώ, δε θα πάρω άλλο…



Περισσότερα: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&blogger=yokor#ixzz2LBFS7dkd

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ

«Με τις ιστορίες κοιμούνται τα παιδιά και ξυπνάνε οι μεγάλοι»

Ήταν μια φορά ένας αγρότης χοντρός και άσχημος
που είχε ερωτευτεί (φυσικά!)
μια πριγκίπισσα ξανθιά και πανέμορφη…
Μια μέρα η πριγκίπισσα –κανείς δεν ξέρει γιατί-
έδωσε ένα φιλί στον χοντρό και άσχημο αγρότη…
και, ως δια μαγείας, αυτός μεταμορφώθηκε
σ’ έναν κομψό και λυγερόκορμο πρίγκιπα.
(Τουλάχιστον, έτσι τον έβλεπε αυτή…)
(Τουλάχιστον, έτσι αισθανόταν αυτός…)

ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ –Ιστορίες να σκεφτείς, εκδόσεις Opera (μετάφραση Μαρία Μπεζαντάκου)



Έ Κ Σ Τ Α Σ Η

ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ

Ψες κοιμήθηκα κάτω από μια ελιά. Τη νύχτα φύσηξε αλαφρά και θρόισαν τα κλαδιά της. Κάτι φύλλα κατέβηκαν κροταλώντας και πέσανε στο πρόσωπό μου. «Μας γνωρίζεις… μας γνωρίζεις…» λέγανε. «Κάποτε στεφανώσαμε έναν πρόγονό σου». –Αφήστε με να κοιμηθώ… τα παρακαλούσα. Μη με στεφανώνετε. Προτιμώ να κοιμηθώ άδοξος παρά να πεθάνω δοξασμένος. Αφήστε με… αφήστε, δεν κατεβαίνω στη γη. Έχει πολλά σκουλήκια».
Ύστερα ο αέρας φύσηξε χαμηλότερα και πήρε όλα τα φύλλα. Ήθελα να κοιμηθώ χωρίς όνειρα μα δε μπορούσα. Ήμουν πολύ κουρασμένος.
Μα πάλι φύσηξε ο αέρας κι άλλα φύλλα πέσανε.
«Κάνε κάτι! μου φωνάζανε, κάνε κάτι που ν’ αξίζει το στεφάνωμα!»
«Αφήστε με… αφήστε, τα ξαναπαρακαλούσα, δεν έχω πινέλα»
«Έχεις χαρτί; Γράψε ό, τι έχεις μέσα σου!».
«Δεν έχω τίποτα».
«Γιατί;»
«Είναι η αγάπη μέσα!»
«Γράψε γι’ αυτήν. Θα πάρεις ένα στεφάνι».
«Δε θέλω στεφάνι».
«Ένα στεφάνι ερωτικό».
«Τότε καλά».

Δέχτηκα:

«Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που είχε ένα πολύ ωραίο σπίτι. Ήταν ευτυχισμένος γι’ αυτό του το σπίτι, μα πιο πολύ ήταν για την αγάπη του.
Μια μέρα πήγαν και τον βρήκαν κάτι λαχανιασμένοι άνθρωποι. «Καίγεται το σπίτι σου!» του είπαν. «Δεν πειράζει, τους αποκρίνεται. Τι πειράζει; Έχω αγάπη;».
Κι έχτισε ένα καινούργιο σπίτι.
Μα τώρα πια δεν είχε αγάπη… «Καίγεται το σπίτι σου! του φώναξαν μια άλλη φορά. Καίγεται το καινούριο σου σπίτι!» του ξαναφώναξαν πάλι. «Το πειράζει; -τους ξαναποκρίνεται- τι πειράζει, αφού δεν έχω πια αγάπη;».

Σας άρεσε;
-Όχι, όχι! φωνάζουν τα φύλλα. Μας γέλασες! Να μας πεις για τη δική σου αγάπη. Αλλιώς δεν έχει στεφάνι.
-Σε ποιόν να την πω;
-Στην καρδιά σου!
-Την ξέρει.
-Τότε πες την στα λουλούδια.
-Αυτά μου την είπαν.
-Α, να, τότε πες την στο χαρτί.
-Δεν ξέρω να γράφω.
-Κάνε μια προσευχή στην αγάπη και θα σου μάθει να γράφεις. Κάνε.

Γονάτισα:

«Αγάπη, που δεν ξέρω που κατοικείς, γιατί δεν ξέρω κανένα μέρος που να μην κατοικείς… Σ’ ευχαριστώ.
Αγάπη, που δεν ξέρω τι να σε πω, γιατί ό, τι και να σε πω είσαι…
Σ’ ευχαριστώ για την καρδιά που μου ‘δωσες και για το μυαλό που δε μου ‘δωσες.
Σ’ ευχαριστούν τα μάτια μου, τα χείλη μου, τα δάχτυλά μου…
Σ’ ευχαριστούν μια-μια οι ανάσες μου.
Σ’ ευχαριστούν οι ουρανοί που τους έκανες γαλάζιους και η γη που την άγγιξες άνθισε.
Σ’ ευχαριστούν οι ταπεινοί, οι βασιλιάδες και τα μερμήγκια…
Σ’ ευχαριστεί κι αυτός ο τρελός με το μολύβι στο χέρι».
-Α μ ή ν.

Το κεφάλι μου γέμισε στέφανα…


I


Α γ ά π η! Εσύ, εσύ είσαι
που τα ‘γραψες όλα αυτά, εσύ με το χέρι μου-
κρατώντας το, σαν του μαθητή,
απ’ τον καρπό.

[…]

…Εκεί ήρθε και ,μας βρήκε η Αγάπη. Ήρθε ολομόναχη. Βρήκε το δρόμο ολάνοιχτο κι ανυπεράσπιστο.
Η ζωή μας άρχιζε απ’ το βράδυ κείνο. Μια πρωτογέννητη μέθη μας συνεπήρε και μας περιδίνιζε. Ήταν ένας γλυκός αφανισμός η αγάπη μας… Ένα θελκτικό ανακάτωμα από θλίψη, ποίηση, και τρέλα! Ένα έπος φλογερό και υπερκόσμιο. Μια ζωή καλοκαιριού γεμάτη από αυταπάτη, μέθη και έξαρση.
Είχα μείνει κοντά σε κείνη τη δωρική κόρη ως τα μεσάνυχτα.
Η νύχτα ήταν πηχτή κι άναστρη… μα εμείς φέγγαμε, φέγγαμε ολόκληροι, και βλεπόμασταν… βλεπόμασταν, ολοκάθαρα, σαν να ‘μασταν από φώσφορο!...


Α γ ά π η! πως είπα τ’ όνομά σου
και δεν κάηκα; !

Σέρνω την πένα μου μαλακά για να μην ξυπνήσω. Πρέπει να ονειρεύομαι. Δεν μπορεί άνθρωπος να ‘ναι τόσο ευτυχισμένος με ανοιχτά μάτια.
Είμαι κοιμισμένος μέρες τώρα μες στην αγκαλιά της αγάπης. Γράφω κι οι ροδοδάφνες γύρω μου κοκκινίζουν. Είναι πολλά αυτά τα λουλούδια εδώ. Όλος ο κόσμος είναι ροδοδάφνινος.
Το κύμα δίπλα μου λευκαίνει τα χαλίκια τραγουδώντας. Γράφω κι η καρδιά μου λέει ακατάπαυστα «α γ α π ώ, α γ α π ώ, α γ α π ώ…» Είναι ξαπλωμένη τώρα στο πλάι μου, με μάτια κλειστά. Θροΐζει γλυκά η αναπνοή της σαν άνθος που το φιλούν οι πνοές. Αγαπημένη…
Οι βλεφαρίδες της σχεδιάζουν στο πρόσωπό της βελονωτές σκιές. Κοιμάται και γλυκαίνουν όλα. Ο αέρας φυσά ντροπαλά σαν ένας μικρός έρωτας. Όλα θα τα πω εδώ, όλα θα τα φωνάξω με τρελό πάθος. Θα δώσω στη ζωή τ’ όνομά της, θα τη λέω «Ζωή» και θα την ανασαίνω. Θα τη βαφτίσω φωτιά… Θα τη φωνάζω φωτιά και θα καίω τα χείλη μου.


Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Ο ερωτευμένος


Ήταν μια φορά ο Ερνέστος, το μικρό ήσυχο αγόρι που του άρεσε πολύ να είναι ο φίλος (και το πειραχτήρι) των κοριτσιών…
…και ιδίως της Σαλώμης.

Και ήταν κι η Σαλώμη, το μικρό κορίτσι που μαρτύρησε στη μαμά του όλα όσα της είχε κάνει ο Ερνέστος. Όλα: που της τραβούσε τα μαλλιά, της άρπαζε την κουκούλα, της έβγαζε τα γυαλιά επίτηδες… Τότε η μαμά είπε ότι ο Ερνέστος το δίχως άλλο ήθελε να παίξει με τη Σαλώμη, αλλά δεν ήξερε πώς να της το ζητήσει.
Και η μαμά είπε επίσης ότι, χωρίς αμφιβολία, ο Ερνέστος ήταν ερωτευμένος με τη Σαλώμη.

Στο σχολείο, η Παυλίνα ρώτησε: «Ερωτευμένος με τη Σαλώμη! Τι είναι ερωτευμένος;»
Ούτε η Σαλώμη ήξερε τι είναι αυτός ο ρωτευμένος…

Ο Άβελ, πάλι, ήξερε ότι πέφτεις. Πέφτεις ξερός από έρωτα.
Η Σαλώμη έπεφτε συχνά από το ποδήλατο και ξεραινόταν από τον πόνο, από έρωτα, όμως, ποτέ!

«Οι ερωτευμένοι υπάρχουν μόνο στα παραμύθια!» είπε ο Στέφανος.
«Α, ναι!»
«Για πρίγκιπες και πριγκιποπούλες;»
«Με ωραία φορέματα;»
«Σπαθιά;»
«Βασιλιάδες; Βασιλοπούλες;»
«Και δράκους;»
«Τότε οι ερωτευμένοι υπάρχουν μόνο στα ψέματα;» ρώτησε η Σαλώμη.

Η Ιουστίνη πίστευε ότι είμαστε ερωτευμένοι επειδή είμαστε λυπημένοι…
ή όταν είμαστε ντροπαλοί…
ή μάλλον αν είμαστε κόκκινοι σαν παντζάρια.
«Όταν είμαστε υπνωτισμένοι!»
Τελικά η Σαλώμη κατάλαβε ότι, όταν είμαστε ερωτευμένοι, είμαστε τρελούτσικοι!

Η μικρή Νίνα είχε ακούσει να μιλούν για έρωτα κεραυνοβόλο…
«Ερωτευμένος είναι φωτιά!»
«Καίει;»
«Σαν αστραπή!»
«Είναι καταιγίδα;»
«Βρέχει, λοιπόν;»
Και η Σαλώμη σκέφτηκε ότι είναι καλύτερα να έχεις ομπρέλα για να είσαι ερωτευμένος!

Αλλά ο Αριστείδης είπε ότι ερωτευμένος είναι κάτι στην καρδιά.
«Θέλεις να πεις ότι έχεις ταχυπαλμίες;»
«Και πυρετό επίσης;»
«Είσαι χάλια;»
«Είμαστε άρρωστοι;»
«Αχ, πόσο κουραστικό είναι να είσαι ερωτευμένος!» αναστέναξε η Σαλώμη.

«Πρέπει να είμαστε δύο για να είμαστε ερωτευμένοι!» είπε με σιγουριά ο Άγγελος.
«Μόνοι μας γίνεται;»
«Ή τρεις;»
«Ή τέσσερις;»
«Χα χα! Όλοι ερωτευμένοι»
«Λοιπόν, θα ήταν καλύτερα να είμαστε πόσοι, τελικά;» αναρωτήθηκε η Σαλώμη.


Η Ζέλια η ψηλή ήξερε ότι ερωτευμένος είναι για να παντρευτείς, υποχρεωτικά.
«Είναι για τους κυρίους».
«Και για τις κυρίες!»
«Για τους γονείς!»
«Όχι για τους μικρούς!»
«Τότε πρέπει να είσαι μεγάλος για να είσαι ερωτευμένος!» πρόσθεσε η Σαλώμη.

«Πφφφ! Ερωτευμένος, δε σου συμβαίνει ποτέ» αναστέναξε ο Μάριος.
«Φυσικά και συμβαίνει. Πάντα!»
«Και για πάντα!»
«Ή για πέντε λεπτά;»
«Για μια ζωή!»
«Ωωωωω… σαν πολύ δεν είναι;» ξεφύσηξε η Σαλώμη.

«Ερωτευμένος, είναι πολύ σημαντικό!» ανακοίνωσε ο Θωμάς (ο μεγάλος).
«Είναι για τη δασκάλα».
«Για την καλύτερή σου φίλη!»
«Μόνο για τα κορίτσια, λοιπόν;»
«Όχι βέβαια!»
«Όχι! Είναι μόνο για τα αγόρια!» φώναξε η Σαλώμη.

Η Αιμιλία γέλασε γιατί πρέπει να φιλιόμαστε όταν είμαστε ερωτευμένοι!
«Να πιανόμαστε χέρι-χέρι!»
«Ερωτευμένοι είναι για να κάνεις μωρά!»
«Χι χι χι!»
«Δε θα έπρεπε να είσαι τσιτσίδι, μήπως, για να κάνεις τον ερωτευμένο;» αναρωτήθηκε η Σαλώμη.

«Ερωτευμένος είναι σαν όνειρο!» είπε ο Θωμάς (ο μικρός).
«Πετάμε στον ουρανό!»
«Με λουλούδια…»
«Αιωρούμαστε! Βζινννννν!»
Και η Σαλώμη συμπέρανε ότι είσαι άγγελος όταν είσαι ερωτευμένος.

Αλλά όταν ο Ερνέστος (ο ερωτευμένος) γύρισε για να σπρώξει τη Σαλώμη πολύ δυνατά ακόμα μια φορά, όταν κλότσησε την τσάντα της και ποδοπάτησε το παλτό της, επίτηδες….
κανείς δεν είπε πια τίποτα!

Και η Σαλώμη σκέφτηκε ότι δεν ήξεραν τίποτα για τους ερωτευμένους όλοι αυτοί!


ΡΕΜΠΕΚΑ ΝΤΟΤΡΕΜΕΡ, Ο ερωτευμένος, εκδόσεις Μεταίχμιο (μετάφραση Κλαιρ Νεβέ)

http://www.politeianet.gr/index.php?page=shop.product_details&product_id=206101&option=com_virtuemart&Itemid=89



Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη...

«Στην ερώτηση τι είναι έρωτας και αγάπη έχουν δοθεί οι πιο διαφορετικές απαντήσεις. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι είναι ο έρωτας. Ο καθένας τον βλέπει από την προσωπική του ματιά και δίνει τη δική του ερμηνεία. Παραθέτω κάποιες ενδεικτικές αναφορές:

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
Έρωτας δεν είναι «αυτό ή εκείνο». Είναι αυτό εκείνου και εκείνο αυτού, ο πόλεμος και η ειρήνη, το οιονεί άφατον, η άγρια ηρεμία, η ήρεμη αγριότητα.

ΒΙΚΤΟΡ ΟΥΓΚΩ
Η ζωή είναι ένα λουλούδι και ο έρωτας το μέλι του.


ΟΝΟΡΕ ΝΤΕ ΜΠΑΛΖΑΚ
Ο έρωτας μοιάζει με τον αέρα. Δεν ξέρουμε ποτέ από πού μπορεί να μας έρθει.


ΤΖΑΚΟΜΟ ΚΑΖΑΝΟΒΑ
Έρως, ο μη ορισμός! Της φύσεως ο Θεός. Η γλυκύτερη πικρία, η πικρότερη γλυκύτης.

ΣΤΑΝΤΑΛ
Ο έρωτας είναι ένα εξαίσιο λουλούδι, που όμως πρέπει να έχεις το θάρρος να πας να το κόψεις στην άκρη ενός φοβερού γκρεμού.

ΟΜΑΡ ΚΑΓΙΑΜ
Η αγάπη είναι μία ευτυχία που τρέμει.

ΣΕΛΕΪ
Η αγάπη φωτίζει με τη λάμψη του παραμυθιού την καθημερινότητα.

Ν.ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
Αγαπώ θα πει χάνομαι.

Μπορεί ο καθένας να δίνει τη δική του ερμηνεία για το τι είναι ο έρωτας, αλλά όλοι συμφωνούν ότι ο έρωτας είναι το πιο σημαντικό γεγονός στη ζωή των ανθρώπων.

[…]

Ο έρωτας είναι η προσπάθεια των ανθρώπων να υπερβούν τον χρόνο, τη φθορά που συνεπάγεται το πέρασμα του χρόνου. Όταν ερωτεύονται δυο άνθρωποι, αυτό που στην ουσία προσπαθούν, έστω κι αν μερικές φορές δεν το αντιλαμβάνονται, είναι η υπέρβαση της φθοράς, του θανάτου. Ο έρωτας κινητοποιεί τη διάθεση για ζωή, ενεργοποιεί δυνάμεις που μένουν κρυμμένες, ανανεώνει τους ανθρώπους και αποτελεί, πολλές φορές, τη θετική διέξοδο από τη μίζερη και καταθλιπτική καθημερινότητα. Με τη δύναμή του παρασύρει τους ανθρώπους, τους απογειώνει, τους ενώνει τόσο, ώστε ο Έρνεστ Χεμινγουέι είχε εμφατικά πει:

Σ’ αγαπώ τόσο πολύ που θα ‘θελα να ‘μουν ο εαυτός σου.
…………………………………………………………………………………………

Ο έρωτας είναι τυφλός. Δε γνωρίζει τάξεις, οικονομική κατάσταση, φύλο, ηλικία, γεωγραφικούς περιορισμούς. Οι άνθρωποι ερωτεύονται, λατρεύουν τον ενθουσιασμό της αναζήτησης του άλλου, το πάθος και τη μαγεία, και μισούν την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα και την απομυθοποίηση. Ερωτεύονται για να ζήσουν την αμοιβαιότητα, για να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους, για να βιώσουν την αγωνία και απρόβλεπτο, για να κάνουν τη ζωή τους όμορφα πολύπλοκη. Ξέρει κανείς πως είναι ερωτευμένος όταν δύο πράγματα τον συντρίβουν. Η παρουσία του (της) και η απουσία του (της).

Ο έρωτας διώχνει την ανθρώπινη μοναξιά, ο έρωτας συνυφαίνεται με τον συνάνθρωπο, με τον Άλλο, ο οποίος, πολλές φορές, υπάρχει τόσο μέσα μας όσο και δίπλα μας. Γι’ αυτό και στον έρωτα ο άνθρωπος πρέπει να «δίνεται» με όλο του το είναι.

[…]

Όποιος δεν έχει νιώσει στη ζωή του μια φορά τη δύναμη του ερωτικού συναισθήματος δεν μπορεί να νιώσει τη δύναμη της ζωής. Γι’ αυτό οι πιο «επικίνδυνοι» άνθρωποι είναι οι ανέραστοι, αυτοί που δεν αγάπησαν ποτέ τους, αλλά ούτε και αξιώθηκαν να αγαπηθούν.

Και η ποίηση τι σχέση έχει με όλα αυτά; Μα η ποίηση είναι μια κατεξοχήν ερωτική πράξη. Ο έρωτας υμνήθηκε από τους ποιητές από την αρχαιότητα και συνεχίζει να υμνείται και σήμερα…»



Από την ανθολογία ερωτικών ποιημάτων «Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη» (επιμέλεια Γιάννης Η. Παππάς, εκδόσεις Μεταίχμιο). «Αρχαιότητα, ηρωικά ποιήματα, ιπποτικά μυθιστορήματα, κρητικό θέατρο, δημοτική παράδοση, νεότερη ποίηση: μια πανδαισία στίχων από την ελληνική γραμματεία ταξιδεύουν τον αναγνώστη από τη γλύκα της πρώτης αγάπης ως το στερνό φιλί, από το παράφορο σαρκικό πάθος ως την αγάπη που αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου και βαθαίνει, από την περιγραφή των θέλγητρων μιας κόρης ή ενός παλικαριού ως την αγάπη την ασώματη...»

http://www.politeianet.gr/index.php?page=shop.product_details&product_id=197222&option=com_virtuemart&Itemid=89


ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

1.ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας

III

Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.

Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις, αγόρι μου;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινοέφερνα το παιδικό κοντύλι
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήταν που αργούσες ακόμα
όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα
δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο ήταν η καρδιά σου που
χτυπούσε.

Έτσι έζησα. Πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά –θυμάσαι;- μου άπλωσες τα χέρια
σου τόσο τρυφερά
σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου,
αγαπημένη μου.

Θυμάσαι, αγάπη μου, «την πρώτη μεγάλη μέρα μας»;
Σου πήγαινε αυτό το κίτρινο φόρεμα
έν’ απλό φτηνό φόρεμα, μα ήταν τόσο όμορφα κίτρινο.
Οι τσέπες του κεντημένες με μεγάλα καφετιά λουλούδια.
Σου πήγαινε στο πρόσωπό σου ο ήλιος
σου πήγαινε στην άκρη του δρόμου αυτό το τριανταφυλλένιο σύννεφο
κι αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή –σου πήγαινε.

[…]

Τα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα, στο στόμα σου ανασαίνει
ολάκερη η άνοιξη
Στα χέρια σου για πάντοτε ακούμπησα την καρδιά μου.
Τα μάτια σου
α, τι να πω, αγάπη μου, για τα μάτια σου
όταν τα μάτια σου είναι όμορφα σαν όλα μαζί του κόσμου
τα τραγούδια
όταν είναι μεγάλα τα μάτια σου σαν την πιο μεγάλη ελπίδα.
Τα μάτια σου.

Όταν χαμογελούσες ένα περιστέρι διάβαινε στη βραδιασμένη κάμαρα
ένα σύννεφο χρυσό ταξίδευε στον ουρανό όταν χαμογελούσες.
Όταν χαμογελούσες ξεχνούσα τη στέγη που έσταζε, ξεχνούσα
το τρύπιο πάτωμα
έλεγα κιόλας, να, μεσ’ από τις τρύπες του
όπου να ‘ναι θα φυτρώσουνε μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα.

Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου τότε
που μου χαμογελούσες.

Θυμάσαι κείνη τη νύχτα που κοιτάζαμε ώρες τον ουρανό
σ’ ένιωθα μέσα στα χέρια μου να τρέμεις.
«Αστέρια μου, είπα, κάντε την αγάπη μας λαμπερή
κάντε την αγαπημένη μου χαρούμενη.
Αστέρια μου, καλά μου αστέρια, κάντε εγώ κι εκείνη να πεθάνουμε
μαζί».
Κι έτσι αυτήν τη νύχτα
είχαμε στη μέση των άστρων για πάντοτε παντρευτεί.

Α, θα ‘θελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου, της μητέρας σου
τα γόνατα που σε γεννήσανε για μένα
να φιλήσω όλες τις καρέκλες που ακούμπησες περνώντας με
το φόρεμά σου
να κρύψω σα φυλαχτό στον κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι
απ’ το σεντόνι που κοιμήθηκες.
Θα μπορούσα ακόμα και να χαμογελάσω
στον άντρα που σ’ έχει δει γυμνή πριν από μένα
να του χαμογελάσω, που του δόθηκε μια τόσο ατέλειωτη ευτυχία.
Γιατί εγώ, αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ’ τον έρωτα
εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα και πάλι
την ελπίδα.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.

Καθώς γδυνόσουν θρόιζαν τα φύλλα ενός δάσους μακρινού
ο ουρανός ξαστέρωνε μονομιάς καθώς γδυνόσουνα.


IV

[…]

Ναι, αγαπημένη μου,
εμείς γι’ αυτά τα λίγα κι απλά πράματα πολεμάμε
για να μπορούμε να ‘χουμε μια πόρτα, έν’ άστρο, ένα σκαμνί
ένα χαρούμενο δρόμο το πρωί
ένα ήρεμο ήσυχο όνειρο το βράδυ.
Για να ‘χουμε έναν έρωτα να μη μας τον λερώνουν
ένα τραγούδι που να μπορούμε να το τραγουδάμε.

Όμως αυτοί σπάνε τις πόρτες μας
πατάνε πάνω στον έρωτά μας.
Πριν πούμε το τραγούδι μας
μας σκοτώνουν.

Μας φοβούνται και μας σκοτώνουν.
Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε
φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε
φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι
του παιδιού μας.
φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν να αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά
και να μοχτούνε τόσο αντρίκεια
φοβούνται τα λόγια που λέμε οι δυο μας με φωνή χαμηλωμένη
φοβούνται τα λόγια που θα λέμε αύριο όλοι μαζί
μας φοβούνται, αγάπη μου, και όταν μας σκοτώνουν
νεκρούς μας φοβούνται πιο πολύ.


V

Θα ‘θελα να φωνάξω τ’ όνομά σου, αγάπη μου, μ’ όλη μου τη δύναμη.
Να τ’ ακούσουν οι χτίστες απ’ τις σκαλωσιές και να φιλιούνται
με τον ήλιο
να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές και ν’ ανασαίνουν όλα
τα τριαντάφυλλα
να τ’ ακούσει η άνοιξη και να ‘ρχεται πιο γρήγορα
να το μάθουν τα παιδιά για να μην φοβούνται το σκοτάδι,
να τ’ ακούσουν οι πρωτεύουσες του κόσμου και να το ξαναπούνε
μ’ όλες τις καμπάνες τους
να το κουβεντιάζουνε τα βράδια οι πλύστρες χαϊδεύοντας τα πρησμένα
χέρια τους.
Να το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανέναν όνειρο στον κόσμο
καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

Να τ’ ακούσει ο χρόνος και να μη σ’ αγγίξει, αγάπη μου, ποτέ.

[…]
Και ξαφνικά, αγαπημένη μου,
είναι σάμπως να μη χωρίσουμε ποτέ.
Ποιος θα μπορούσε εμάς τους δυο να μας χωρίσει!
Εμείς και μ’ όλη τούτη τη μεγάλη θάλασσα ανάμεσά μας είμαστε κοντά
έτσι λίγο να κάνω, και πάνω απ’ όλη αυτήν τη θάλασσα
θ’ αγγίξω τα μαλλιά σου. Θα βρω το στόμα σου.
Εμείς είναι σα να ‘μαστε μπροστά σ’ έν’ ανοιχτό παράθυρο
στο σπιτικό μας, ένα φεγγερό πρωινό του Μάη.



Σε περιμένω παντού


Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου είναι να ‘χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίζει την καρδιά του.
Την αγάπη μας αύριο θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία
πλάι στα ονόματα των άστρων και τα καθήκοντα των συντρόφων.
Θα θυμάμαι πάντα τα φιλιά σου που κελαηδούσαν σαν πουλιά
θα θυμάμαι τα μάτια σου, τα φλογερά και μεγάλα
σα δυο νύχτες έρωτα μες στον εμφύλιο πόλεμο.

Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα
εγώ θα προτιμούσα μια στιγμή πλάι σου.
Θα θυμάμαι πάντα που μ’ αγκάλιαζες και μ’ έριχνες πάνω
απ’ το τρυφερό σου στόμα
κι ο έρωτάς μας βούιζε σαν τα πανιά ενός μεγάλου καραβιού.
Α! ναι, ξέχασα να σου πω πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα
γιατί σ’ αγαπώ.

[…]

Κλείσε το σπίτι
δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί
και προχώρα.
Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οχτώ
εκεί όπου κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων
σ’ όποιο μέρος της γης
σ’ όποια ώρα
εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι για έναν καινούριο
κόσμο.
Εκεί –
θα σε περιμένω.


Έρωτας

Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.



2.ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Μεγάλο γράμμα

XVII

Αγάπη αγάπη
μόνο η πάχνη του πρώτου άστρου –
άσε να σου μιλήσω.
Αγάπη δε σε φοβάμαι πια.
Σ’ αγαπώ.
Άσε ν’ ακουστεί η φωνή μου
πάνω απ’ τις κορφές των δέντρων
πέρα απ’ τους οριζόντιους καπνούς των πλοίων.


Causa

Κάθε μέρα που ξημερώνει
μισώ τη μέρα
που μ’ εμποδίζει
να σε σκέφτομαι.


Όπως οι γάτες

Όπως οι γάτες όταν αρρωσταίνουν
κουρνιάζουν στις πιο απόμερες γωνιές
όσο μονάχες τους να γιάνουν
έτσι κι εγώ σ’ αυτή την κόχη θ’ απομείνω
όσο να πάψει το αίμα μου σε κάθε χτύπο
υπόγεια να σχηματίζει τ’ όνομά σου.




3.ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Ο λύκος και ο έρωτας

Με τον φίλο μου το λύκο
τον δειλό τον κουτοπόνηρο
περπατούσαμε μαζί
μες στο σκοτεινό μου όνειρο.

Και του λέω λύκε πες μου
τι να κάνω με τον έρωτα
όλα είναι κει θολά
μυστήρια κι αφανέρωτα.

Και μου λέει άκου Γιώργη
δε θα λύσω τ’ ανεξήγητα
γλέντησε μ’ όσες μπορείς
τ’ αμπέλια είναι ατρύγητα.

Άι στο διάβολο του λέω
αχρείε κι αλιτήριε.
Και το χτήνος μ’ απαντά
να σε φάει ο λύκος κύριε.



4.ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Ερωτικό

Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή
Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω
Μη φοβηθείς
Και θα με βρεις είτε σαν άστρο
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα
Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει
Είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος.

Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ’ άστρα
Μαζεύοντ’ όλοι οι ποιητές
Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια
Και περιμένουν
Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν
Να πέσουν μες στον ύπνο σου
Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου
Να ξυπνήσουν και να δεις απ’ το παράθυρό σου
Το πρόσωπό σου φωτεινό
Να σχηματίζει αστερισμό
Να σου χαμογελάει
Και να σου ψιθυρίζει
Καλή νύχτα



5.ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ανταλλαγή (Με κατάνυξη)

Έλα να ανταλλάξουμε
κορμί και μοναξιά.

Να σου δώσω απόγνωση,
να μην είσαι ζώο,
να μου δώσεις δύναμη,
να μην είμαι ράκος.

Να σου δώσω συντριβή,
να μην είσαι μούτρο,
να μου δώσεις χόβολη,
να μην ξεπαγιάσω.

Κι ύστερα να πέσω
με κατάνυξη στα πόδια σου,
για να μάθεις πια να μην κλωτσάς.



Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Ερωτικά Ποιήματα (Love Poems)

Της έγραψε ένα ερωτικό ποίημα για τη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Είναι πολύ όμορφο, εκφράζει και ενσωματώνει ένα παθιασμένο, αυθεντικό συναίσθημα. Ένα συναίσθημα για το οποίο δεν θεωρούσε τον εαυτό του ικανό, μια τρυφερότητα που ανήκει σε κάποιον καλύτερο άνθρωπο. Ταυτόχρονα, τα καλολογικά στοιχεία είναι έντονα και ευδιάκριτα, η μορφή περίπλοκη μα διακριτική. Απαγγέλει το ποίημα ξανά και ξανά. Δεν μπορεί να το πιστέψει ότι είναι τόσο καλό. Είναι το καλύτερο ποίημα που της έγραψε ποτέ.
Θα της το στείλει με e-mail απόψε. Εκείνη θα το ανοίξει μόλις το λάβει, έπειτα από έξυπνο προγραμματισμό, τη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Η ομορφιά και το πάθος του θα τη θαμπώσουν, θα τη συνεπάρουν. Θα το βάλει μαζί με τα υπόλοιπα γράμματά του και θα τον αγαπάει για αυτό, όπως τον αγαπάει και για τα υπόλοιπα γράμματά του. Δεν θα το δείξει σε κανέναν, αφού είναι κλειστός άνθρωπος, και αυτό είναι κάτι που του αρέσει στο χαρακτήρα της.
Αφού της στέλνει το γράμμα ηλεκτρονικά, καθαρογραμμένο με την ενδιαφέρουσα γραφή του, δακτυλογραφεί ένα αντίγραφο για το δικό του αρχείο. Αποφασίζει να στείλει ένα αντίγραφο σε ένα από τα πιο φημισμένα λογοτεχνικά περιοδικά, στο οποίο δεν έχει γίνει ακόμα δεκτός. Διστάζει όσον αφορά την αφιέρωση, γιατί αυτό, μεταξύ άλλων, θα μπορούσε να δημιουργήσει μια αμήχανη κατάσταση με τη γυναίκα του. Στο τέλος παραλείπει την αφιέρωση. Τελικά, αποφασίζει να δώσει ένα αντίγραφο και στη γυναίκα του. Στη συνέχεια, στέλνει και ένα αντίγραφο σε μια γυναίκα που ξέρει στην Αγγλία, μια ποιήτρια που καταλαβαίνει πραγματικά το έργο του. Καθαρογράφει ένα αντίγραφο για αυτή, με αφιέρωση στα αρχικά του ονόματός της. Θα το λάβει λίγες μέρες αργότερα, θα πιστέψει ότι αυτός τη σκεφτόταν λίγες μέρες πριν την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου.

Λον Όττο (Lon Otto)

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 50, Αθήνα Ιούνιος 2011



Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Τα ρω του έρωτα

1.Αρχή του κόσμου πράσινη
κι αγάπη μου θαλασσινή
Την κλωστή σου λίγο λίγο
τραγουδώ και ξετυλίγω

3.Σ’ έκανα πουκάμισό μου
σε φορώ και περπατάω
Με το σώμα το μισό μου
στο δικό σου που κρατάω

4.Σου ‘χτισα μια Σαντορίνη
με καμάρες και πορτιά
Να γυρνάς σαν το λιθρίνι
μες στη δροσερή φωτιά

15.Την αγάπη μια τη λες
την ντύνεσαι τη γδύνεσαι
Όσο που γίνονται πολλές
και πάλι σ’ όλες δίνεσαι

21.Αυτό που λέμε «σ’ αγαπώ»
στα δέντρα θα το τρίξω
Με τον αέρα να σ’ το πω
και να σου το φυσήξω

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


Καλή εβδομάδα :)


Ένα παραμύθι για τη λίμνη Βεγορίτιδα


Τα πολύ παλιά τα χρόνια, κάπου στην περιοχή της Εορδαίας, ζούσε φτωχικά ένα ζευγάρι γεωργών, ο Φιλώτας και η Αρσινόη. Δουλεύανε σκληρά για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, τη Βεγόρα, τον Κρατερό, Αντίγονο, Σέλευκο, Περδίκα και Αντίοχο.
Η Βεγόρα, σαν μεγαλύτερη, βοηθούσε τους γονιούς της, βόσκοντας το μικρό κοπάδι που είχαν. Χρόνο με το χρόνο, μεγαλώνοντας, γινόταν όλο και πιο όμορφη. Το πρόσωπό της είχε τέτοια λάμψη που όποιος νέος την πρωτοαντίκριζε, την ερωτευόταν. Τα προξενιά ήταν πολλά, όμως η Βεγόρα, αδιάφορη για όλα αυτά, δούλευε σκληρά για να βοηθήσει την οικογένεια.
Ο καιρός περνούσε και η πανέμορφη Βεγόρα ζούσε ξέγνοιαστα τα χρόνια της εφηβείας της, βόσκοντας το κοπάδι της στις πλαγιές του Βερμίου.
Κάποια μέρα, όπως καθόταν ψηλά σε μια ραχούλα προσέχοντας τα πρόβατά της, παρουσιάστηκε μπροστά της ένας ψηλός, όμορφος νέος. Αφού έβγαλε την πανοπλία του, και της είπε ότι ήταν ο θεός Άρης, της ζήτησε ευγενικά να καθίσει κοντά της για να ξαποστάσει.
Η Βεγόρα, για πρώτη φορά στη ζωή της ερωτεύτηκε. Έζησε τις πιο όμορφες στιγμές της μαζί του, πιστεύοντας ότι η αγάπη τους θα είναι παντοτινή. Κάποια μέρα όμως της ανακοίνωσε ότι έπρεπε να φύγει μακριά, γιατί το βασιλικό καθήκον τον καλούσε. Μάταια η όμορφη Βεγόρα κλαίγοντας τον παρακαλούσε να μείνει κοντά της. Ο Άρης, ανένδοτος, έφυγε.
Πέρασε καιρός και η Βεγόρα έφερε στον κόσμο ένα όμορφο αγοράκι, καρπό του έρωτά τους. Όμως όλη η αγάπη που ένιωθε για τον Άρη μεταβλήθηκε σε μίσος στο πρόσωπο του νεογέννητου. Ένιωθε προδοσία και, για εκδίκηση, έπιασε το αγοράκι από το πόδι και το πέταξε μακριά, στις μπόρες, τις καταιγίδες, τις θύελλες. Μετά από χρόνια, το κορμάκι του μικρού αγοριού, μεταμορφώθηκε σε ένα μεγάλο βουνό, το Βόρρα.
Η Βεγόρα, που έχανε πλέον τη λάμψη της, συνέχιζε να βόσκει το κοπάδι της ανάμεσα στην Άρνισσα, τη Λεβαία και την πόλη Βοκέρια. Τώρα δεν ήταν όπως πριν, έκλαιγε μέρα-νύχτα και τα δάκρυά της σχημάτισαν σιγά σιγά μια λίμνη. Κάποτε όμως, από το πολύ κλάμα και τα πολλά δάκρυα που έχυσε, έχασε το φως της, γλίστρησε, έπεσε κα πνίγηκε στα βαθιά νερά της λίμνης που η ίδια δημιούργησε…

Από το cd-rom έξι λίμνες… τρία παραμύθια
(Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φλώρινας, Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού)

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Α΄. Στα παραμύθια ο λαός ονειρεύεται καρβέλια. Σε κάθε παραμύθι ξετυλίγεται ένα δράμα, το δράμα της ζωής. Υπάρχουν τρεις κύκλοι στο παραμύθι. Όταν αυτό αρχίζει ο ήρωας βρίσκεται στον πρώτο, που είναι η Κόλαση: φτώχεια, ατεκνία, κακία συνανθρώπων κ. α. Καθώς προχωρεί η αφήγηση, εισέρχεται στον δεύτερο, το Καθαρτήριο: περιπέτειες, δυσκολίες, στερήσεις, αγώνες. Στο τέλος του παραμυθιού φτάνει, μετά την κάθαρση που υπέστη, στον τρίτο, τον Παράδεισο. Η κάθαρση αυτή που άπτεται όχι μόνο του ήρωα αλλά και του παραμυθά και του ακροατηρίου του, μοιάζει, θα ‘λεγε κανείς, με την κάθαρση που συντελείται στην αρχαία ελληνική τραγωδία. Η αφήγηση ενός παραμυθιού θα είχε, πιστεύω, πολλά κοινά σημεία με μια θεατρική παράσταση, όπου ο παραμυθάς, που θα πρέπει να είχε ιδιαίτερες και εξαίρετες ικανότητες υποκριτικής, ζωντάνευε όλα τα πρόσωπα του παραμυθιού, και ιδίως με μια αρχαία θεατρική παράσταση, όπου, ας θυμηθούμε, ένας ήταν, στην αρχή τουλάχιστον, ο υποκριτής για όλους τους ρόλους. Η σχέση παραμυθιού και αρχαίας ελληνικής τραγωδίας είναι μεγαλύτερη και πολύπλευρη και πρέπει να γίνει ειδική και λεπτομερής έρευνα αυτού του θέματος. Εξάλλου, πλήθος είναι τα μυθολογικά στοιχεία που επιβιώνουν στα παραμύθια.

Β΄. Το παραμύθι ζωγραφίζει τον τόπο του, τον χαρακτηρίζει. Από τα γλωσσικά στοιχεία ενός παραμυθιού μπορούμε, χωρίς ιστορικές πληροφορίες, να ανιχνεύσουμε επιδράσεις από άλλους λαούς, κατακτητές ή φίλους. Μπορούμε να συγγράψουμε μια ιστορία έχοντας ως στοιχεία και επιχειρήματα τις λέξεις, που κάθε μια τους κουβαλάει ένα ολόκληρο παρελθόν, την προσωπική της περιπέτεια μέσα στην ιστορία.
Το πώς βρέθηκε σ’ έναν τόπο καθώς και οι επιδράσεις της θα είναι το ιστορικό στοιχείο.
Από το ύφος, το λεκτικό, τη σύνταξη, τη μορφολογία, κυρίως όμως από τους ήχους των λέξεων μπορούμε να σκιαγραφήσουμε την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων του τόπου, απ’ όπου προέρχεται το παραμύθι. Αν οι ήχοι δυνατοί, τραχείς, κοφτοί και συγκόπτονται γράμματα, τότε οι κάτοικοι του τόπου θα είναι δυναμικοί, αρρενωποί, σκληραγωγημένοι, βασανισμένοι, θα έχουν περάσει μέσα από πολύ άγριες ιστορικές καταιγίδες. Σε αυτήν την περίπτωση ανήκουν τα Ποντιακά και τα Κυπριακά, που είναι αρρενωπά, κοφτά και βασανιστικά, σκοτεινά αντίστοιχα. Αν οι ήχοι είναι απαλοί, μαλακοί και προφέρονται οι λέξεις ολόκληρες, τότε οι κάτοικοι θα είναι ήπιοι, αγαθοί, αισιόδοξοι. Εδώ υπάγονται τα Θηραϊκά, που τα χαρακτηρίζει μια ησυχία, μια φιλοσοφημένη ηρεμία, μια μαγικότητα χαριτωμένη, και τα Σμυρναιικά, που είναι τα πιο καλλιεργημένα.
Ο άνθρωπος στα δημιουργήματά του εμφυσά πνοή από την πνοή του και καθώς αυτά είναι γέννημα-θρέμμα της ψυχοσύνθεσης του, των ιδιοτροπιών του και των προτερημάτων του, το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά πέφτει πάντα. Με άλλα λόγια το παραμύθι περιέχει την πραγματικότητα, ολοζώντανη με όλες τις πτυχές της αλλά προσπαθεί να την κρύβει και να την παρουσιάζει «τεπτίλι», όλα όμως είναι πολύ ευδιάκριτα. Το μίσος της πενθεράς για τη νύφη και αντιστρόφως, των αδερφών εναντίον της αδερφής, οι δυο γειτόνισσες (η μια η κακιά που μισεί την άλλη, την καλοσυνάτη), η διαμάχη ανάμεσα στ’ αδέρφια, όλα αυτά δεν είναι σκηνές, ιστορίες της καθημερινής μας ζωής και μας δηλώνουν ότι το παραμύθι έχει άμεση σχέση με τα πάθη, τους καημούς των ανθρώπων, την πραγματικότητα, της οποίας αυτό είναι ένα ελαφρά παραμορφωμένο είδωλο μέσα στον μαγικό καθρέφτη του παραμυθά;

Γ΄.
Στα παραμύθια όλα είναι αυθαίρετα- όλα έχουν συμβεί΄ όλα είναι παρελθόν που το αναβιώνει ο παραμυθάς. Η μνήμη αυτή που τίθεται σε λειτουργία είναι η μνήμη όλου του ανθρώπινου γένους και στην, περίπτωσή μας, πιο συγκεκριμένο, της ελληνικής φυλής.

Δ΄.
Ο κόσμος των παραμυθιών είναι ένας κόσμος ηθικότατος, απ’ τον οποίον όμως δεν απουσιάζουν νύξεις για «πονηρά» πράγματα. Κρίμα που δεν έχει καταγραφεί και διασωθεί κανένα από τα «ανήθικα» παραμύθια, που, όπως μαρτυρεί ο Αδαμάντιος Ι. Αδαμαντίου, έλεγαν οι ναυτικοί, οι οποίοι μάλιστα έκαμναν «και αγώνας ποιος θα είπη το αχρειότερον παραμύθι». Αν και δεν υπάρχουν μαρτυρίες, είμαι βέβαιος ότι και οι γυναίκες έλεγαν μεταξύ του «ανήθικα» παραμύθια, τα οποία σίγουρα ήταν περισσότερο τολμηρά από τα αντίστοιχα των ανδρών.

Ε΄. Αν με τις παραδόσεις του ο ελληνικός λαός θέλει και προσπαθεί να εξηγήσει τα πράγματα, γιατί έγιναν, πως έγιναν κι αν θα εξακολουθήσουν να γίνονται, με τα παραμύθια του δείχνει πώς επιθυμεί ή πώς θα επιθυμούσε να είναι η ζωή του, υποτονθορίζει τους πιο μύχιους πόθους του. Οι παραδόσεις είναι το δοκίμιο του λαού μας, ενώ τα παραμύθια –ο πεζός του προφορικός λόγος- αποτελούν την προσπάθεια του να αυτοπεριγραφεί και να αυτοψυχαναλυθεί. Ο παραμυθάς «φαντάζεται» ιστορίες που γοητεύουν και θέλγουν –να τολμήσω να πω και ναρκώνουν;- πρώτα πρώτα τον ίδιο και κατόπιν το ακροατήριο του. Ο λαός όμως είναι πεπεισμένος ότι δεν είναι δυνατό ν’ αλλάξει ο κόσμος του και να μεταμορφωθεί σ’ έναν κόσμο, όπου θα βασιλεύσει η καλοσύνη, η αγάπη, το δίκαιο. Ή μήπως τελικά με το παραμύθι εκφράζει την πίστη του ότι η ανθρωπότητα διέρχεται τους τρεις κύκλους του παραμυθιού –τώρα βρίσκεται στην Κόλαση; στο Καθαρτήριο;- και κάποτε, δεν γνωρίζει πότε, όμως στα σίγουρα, θα φτάσει στον Παράδεισο και θα τον κατακτήσει;

ΣΤ΄. Το παραμύθι σήμερα έχει πάψει να ζει γιατί εξέλιπε η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία γεννιότανε και ζούσε. Όπως το δημοτικό τραγούδι αποκομμένο από τη μουσική του χάνει σημαντικό μέρος της αξίας του έτσι και το παραμύθι, χωρίς την απαραίτητη σύναξη και τον παραστατικό παραμυθά, χάνει πάρα πολύ από τη μαγεία του. Τώρα βρίσκεται ακίνητο στα κείμενα. Δυστυχώς τα παιδιά, μα και οι μεγάλοι, δεν διαβάζουν παραμύθια, εννοώ γνήσια λαϊκά παραμύθια. Αν διαβάζουν προτιμούν τα «σύγχρονα», που είναι εικονογραφημένα ή τα οπτικά παρόμοιά τους: κόμικς, κινούμενα σχέδια, φανταστικός κινηματογράφος. Να υποθέσω ότι «βαριούνται(!)» να διαβάζουν και προτιμούν –κάτι που άλλωστε είναι πιο ξεκούραστο κι ευχάριστο- να βλέπουν παραμύθια; Όπως και να ‘χει το πράγμα, το παραμύθι, ακόμη και στα κείμενα, είναι ένας κόσμος που δεν έχει πεθάνει κι ούτε θα πεθάνει ποτέ, παρ’ όλο που έχει αποκοπεί από τον γεννήτορα και το ζωικό του περιβάλλον΄ ένας κόσμος που θα παραμείνει ζωντανός όσο θα ζουν οι άνθρωποι, ένας κόσμος στέρεος, όμορφος, που χαρίζει εξαίσιες απολαύσεις.


ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ, Ελληνικά λαϊκά παραμύθια, εκδόσεις ποταμός
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Διαβάζω», αριθμ.130-6.11.85, Το ελληνικό παραμύθι)

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Υπάρχουν λόγια;...


Χωρίς σχόλια...


ΑΠΟΨΕ

Απόψε που έχασα τον ίσκιο μου,
και βουλιάζω στην άπατη νύχτα μου.

Απόψε, που βγήκα στα τρίστρατα του μεσονυχτίου,
και ζητιανεύω λίγον ύπνο.

Απόψε που αποδήμησαν κοπάδι οι χίμαιρες
και γω ξεσέλωσα το άτι της ελπίδας…

Απόψε, που σου σήκωσα το γιασμάκι
και σ’ αντίκρισα, ολόγυμνη –εφτάσκημη ντροπή-

Μετρήθηκα ξανά μαζί σου-
Κι ήμουν ένα μπόι πιο ψηλός!

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Ο Μικρός Πρίγκιπας και Ο Μικρός Πρίγκιπας επιστρέφει 3

«…Την πέμπτη μέρα, πάλι χάρη στο αρνί, μου φανερώθηκε ένα ακόμα μυστικό της ζωής του μικρού πρίγκιπα. Με ρώτησε απότομα, χωρίς άλλες κουβέντες, σαν συνέχεια κάποιας σκέψης που είχε για ώρα απασχολήσει το μυαλό του:
-Αφού το αρνί τρώει τα δεντράκια, άρα τρώει και τα λουλούδια.
-Το αρνί τρώει ό, τι βρει μπροστά του.
-Ακόμα και τα λουλούδια που έχουν αγκάθια;
-Ναι. Ακόμα και τα λουλούδια που έχουν αγκάθια.
-Τότε τα αγκάθια σε τι χρησιμεύουν;
Δεν το ήξερα. Εκείνη τη στιγμή ήμουν πολύ απασχολημένος. Πάλευα να ξεβιδώσω ένα σφιχτό μπουλόνι στον κινητήρα μου. ήμουν πολύ ανήσυχος, γιατί η ζημιά έδειχνε να ‘ναι τελικά μεγάλη, και το πόσιμο νερό που λιγόστευε με γέμιζε φόβο.
-Τα αγκάθια σε τι χρησιμεύουν;
Ο μικρός πρίγκιπας, όταν έβαζε μια ερώτηση, δεν την ξεχνούσε με τίποτα. Είχα νευριάσει με το μπουλόνι κι απάντησα ό, τι μου κατέβηκε:
-Τ’ αγκάθια δε χρησιμεύουν σε τίποτα, είναι σκέτη κακία εκ μέρους των λουλουδιών.
-Ω!
Σώπασε για λίγο κι ύστερα μου πέταξε σαν να ήθελε να με εκδικηθεί:
-Δε σε πιστεύω. Τα λουλούδια είναι αδύναμα. Είναι αθώα. Προσπαθούν με τα δικά τους μέσα να αισθανθούν ασφαλή. Θεωρούν πως, επειδή έχουν αγκάθια, είναι τρομερά δυνατά…
Δεν απάντησα. Εκείνη τη στιγμή σκεφτόμουν: «Αν αυτό το μπουλόνι συνεχίσει ν’ αντιστέκεται, θα το σπάσω με μια σφυριά».
Ο μικρός πρίγκιπας διέκοψε πάλι τις σκέψεις μου.
-Εσύ δηλαδή πιστεύεις πως τα λουλούδια…
-Όχι! Όχι! Δεν πιστεύω τίποτα. Απάντησα ό, τι μου κατέβηκε. Εγώ ασχολούμαι με σοβαρά πράματα.
Με κοίταξε άναυδος.
-Με σοβαρά πράματα!
Με έβλεπε, με το σφυρί στο χέρι και τα δάχτυλα μαύρα απ’ το γράσο, σκυμμένο πάνω από ένα αντικείμενο που του φαινόταν πολύ άσχημο.
-Μιλάς όπως οι μεγάλοι.
Ντράπηκα λίγο. Όμως εκείνος πρόσθεσε αμείλικτος:
-Τα συγχέεις όλα… τα μπερδεύεις.
Ήταν πραγματικά έξαλλος. Χρυσά μαλλιά τινάζονταν στον αέρα.
-Ξέρω έναν πλανήτη όπου ζει ένας κύριος κόκκινος σαν τομάτα. Δεν έχει ποτέ μυρίσει ένα λουλούδι. Δεν έχει ποτέ κοιτάξει ένα αστέρι. Δεν έχει ποτέ αγαπήσει κανέναν. Δεν έχει κάνει ποτέ τίποτα άλλο εκτός από προσθέσεις. Κι όλη τη μέρα επαναλαμβάνει όπως εσύ: «Είμαι σοβαρός άνθρωπος! Είμαι σοβαρός άνθρωπος!». Και φουσκώνει από περηφάνια. Όμως δεν είναι άνθρωπος, είναι μανιτάρι!
-Τι είναι;
-Μανιτάρι!
Ο μικρός πρίγκιπας ήταν τώρα χλωμός από θυμό.
-Εκατομμύρια χρόνια τώρα, τα λουλούδια φτιάχνουν αγκάθια. Παρ’ όλα αυτά, εκατομμύρια χρόνια τώρα τ’ αρνιά τρώνε τα λουλούδια. Και δεν είναι σοβαρό πρόβλημα αυτό, ώστε να προσπαθήσεις να καταλάβεις γιατί τα λουλούδια πασχίζουν να φτιάχνουν αγκάθια που δε χρησιμεύουν σε τίποτα; Δεν είναι σημαντικός ο πόλεμος των αρνιών με τα λουλούδια; Δεν είναι πιο σοβαρός και πιο σημαντικός από τις προσθέσεις ενός χοντρού κοκκινομούρη κυρίου; Κι αν εγώ γνωρίζω ένα λουλούδι, μοναδικό στον κόσμο, που δεν υπάρχει πουθενά αλλού παρά μόνο στο δικό μου πλανήτη και που ένα μικρό αρνί μπορεί να το εξουδετερώσει με τη μία, έτσι, χωρίς να συνειδητοποιεί τι κάνει, ούτε αυτό είναι σημαντικό;
Κοκκίνισε κι ύστερα συνέχισε:
-Αν κάποιος αγαπάει ένα λουλούδι μοναδικό στα εκατομμύρια, δισεκατομμύρια αστέρια, αυτό φτάνει για να είναι ευτυχισμένος όταν τα κοιτάζει. Σκέφτεται: «Το λουλούδι μου είναι κάπου εκεί…». Αν όμως το αρνί φάει το λουλούδι, γι’ αυτόν θα είναι σαν να σβήνουν ξαφνικά όλα τ’ αστέρια. Κι ούτε αυτό λοιπόν είναι σημαντικό;
Δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Ξέσπασε σε λυγμούς. Είχε νυχτώσει. Είχα παρατήσει τα εργαλεία μου. Δε μου καιγόταν καρφί για το σφυρί μου, για το μπουλόνι μου, για τη δίψα και για το θάνατο. Σ’ ένα αστέρι, σ’ έναν πλανήτη, το δικό μου, τη Γη, υπήρχε ένας μικρός πρίγκιπας που χρειαζόταν παρηγοριά. Τον πήρα στην αγκαλιά μου. Τον νανούρισα. Του έλεγα: «Το λουλούδι που αγαπάς δεν κινδυνεύει… Θα ζωγραφίσω ένα φίμωτρο στο αρνί σου… Θα ζωγραφίσω μια πανοπλία για το λουλούδι σου. Θα…». Δεν ήξερα ακριβώς τι έπρεπε να πω. Αισθανόμουν πολύ αδέξιος. Δεν ήξερα πώς να τον πλησιάσω, πού να τον συναντήσω… Είναι τόσο μυστήρια η χώρα των δακρύων!»

Ο Μικρός Πρίγκιπας –Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, εκδόσεις Πατάκη



«…Μόλις το πρόβατο τακτοποιήθηκε στο κιβώτιό του, ο μικρός πρίγκιπας άρχισε να φροντίζει το λουλούδι του.
«Επιτέλους, καιρός ήταν» παραπονέθηκε το τριαντάφυλλο.
Έτσι τον είχε κατηγορήσει και πάλι μετά το τελευταίο του ταξίδι. Δεν του είπε: Χαίρομαι που ξαναγύρισες, ούτε: Είχα αρχίσει ν’ ανησυχώ για σένα, αλλά απλώς: Επιτέλους, καιρός ήταν. Το τριαντάφυλλο αυτό με τα τέσσερα αγκάθια του ήταν ένα λουλούδι πολύ περήφανο. Δε θα παραδεχόταν ποτέ ότι ανησύχησε, έστω και στο ελάχιστο.
«Ποιον έφερες εκεί μαζί σου;» ρώτησε στο πότισμα.
«Μια τίγρη μόνο» αποκρίθηκε ο μικρός πρίγκιπας.
Τα φύλλα του τριαντάφυλλου τρεμούλιασαν, παρόλο που δε φυσούσε καθόλου.
«Μια τίγρη! Τρελός είσαι;» ξεφώνισε. «Ξέρεις πόσο επικίνδυνο είναι αυτό; Γρήγορα, κρύψου πίσω μου! Θα σε προστατέψω με τ’ αγκάθια μου»
Ο μικρός πρίγκιπας συγκινήθηκε. Φαίνεται πως τον νοιαζόταν, και πως η συνηθισμένη αδιαφορία του ήταν προσποιητή.
Η τίγρη άκουσε τα πάντα. Ξέσπασε σε φοβερά γέλια, που αντήχησαν σαν βρυχηθμός. Τα δόντια της που φάνηκαν από κάτω, έκαναν την αγριάδα της ακόμα πιο έντονη.
«Χαχαχά! Ένα λουλούδι που θέλει να τα βάλει με μια τίγρη. Δεν έχω ακούσει πιο αστείο πράγμα».
Η οργή και η ντροπή έκαναν το τριαντάφυλλο να κοκκινίσει ακόμα περισσότερο.
«Θα ‘πρεπε να ξέρετε, κύριέ μου, ότι δεν είμαι ανυπεράσπιστο» απάντησε κι όρθωσε περήφανα το μίσχο του, για να δείξει τ’ αγκάθια του. Η τίγρη γέλασε ακόμα πιο δυνατά.
«Μη γελάτε! Τα αγκάθια μου είναι πιο μυτερά κι από βελόνα. Μπορούν να τρυπήσουν και το πιο θωρακισμένο δέρμα, ακόμα και του κροκόδειλου!»
«Αυτά τ’ αγκάθια ενάντια στα νύχια μου;» χαχάνισε η τίγρη επιδεικνύοντας τα γαμψά της νύχια που έμοιαζαν με γιαταγάνια.
Το θάρρος του τριαντάφυλλου ήταν ισάξιο με την περηφάνια του. Αν και καταλάβαινε πόσο αστεία εξοπλισμένο ήταν ενάντια σ’ αυτά τα όπλα, είπε με γενναιότητα:
«Δε φοβάμαι».
Το χαμόγελο της τίγρης χάθηκε από το πρόσωπό της.
«Κρίμα» γρύλισε. «Θα ‘πρεπε».
Και με μια καλοζυγιασμένη νυχιά του ξερίζωσε ένα αγκάθι. Μια σταγόνα χυμός έτρεξε από την πληγή, ωστόσο το τριαντάφυλλο ούτε φώναξε, ούτε στέναξε.
Αμέσως ο μικρός πρίγκιπας μάλωσε την τίγρη.
«Γιατί το ‘κανες αυτό; Αφού είδες πως με τ’ αγκάθια του δεν μπορεί να σε βλάψει!»
«Έπαθε ό, τι του άξιζε. Το τριαντάφυλλο σου είναι πολύ ξιπασμένο» είπε η τίγρη περιφρονητικά κι έγλειψε την πατούσα της. «Στη ζωή πρέπει να ξέρεις ποια είναι η θέση σου. Αυτό σε γλιτώνει από πολλούς μπελάδες. Και, πίστεψέ με, ήταν πολύ τυχερό, ξέρω πολύ καλά τι λέω. Αν είχε πέσει σε κάποιον λιγότερο μεγαλόψυχο, δε θα την είχε γλιτώσει τόσο φτηνά».
«Αυτό δεν το θεωρώ δικαιολογία γι΄ αυτό που έκανες!» είπε ο μικρός πρίγκιπας. «Φύγε! Δε θέλω να σε ξαναδώ εδώ!»
«Στα σοβαρά πιστεύεις πως μπορείς να με τρομάξεις;» ρώτησε η τίγρη. «Οι τίγρεις δε φοβούνται τίποτα, ή σχεδόν τίποτα. Απλώς πρόσεχε να μη με εκνευρίσεις. Γιατί κι εσύ δεν μπορείς να προστατευτείς καλύτερα απ’ το λουλούδι σου. Ειλικρινά, ο πλανήτης αυτός μ’ αρέσει!» συνέχισε.
[…]
(Το τριαντάφυλλο προτείνει στον Μικρό Πρίγκιπα να φύγει από τον πλανήτη γιατί κινδυνεύει)
«Τι θα απογίνεις όμως εσύ, αν εγώ φύγω;» ρώτησε ανήσυχος ο μικρός πρίγκιπας.
«Δε θα πάθω τίποτα, μη φοβάσαι» απάντησε το τριαντάφυλλο. «Σίγουρα θα με βασανίσει κάτι λίγο. Έτσι κάνουν οι ισχυροί. Αντλούν τη δύναμή τους από την αδυναμία των άλλων. Αλλά μην ανησυχείς. Δεν πρόκειται να με φάει. Όσο αστεία κι αν φαίνονται τα αγκάθια μου θα της χωθούν στο λαιμό. Και όταν τα μπαομπάπ κατακλύσουν τον πλανήτη, εγώ θα βρω μια θεσούλα ανάμεσα σε δυο ρίζες. Φύγε λοιπόν!».»

Ο Μικρός Πρίγκιπας επιστρέφει –Ζαν-Πιέρ Νταβίντς, εκδόσεις γνώση


Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

...


Η ιστορία επαναλαμβάνεται, αναπροσαρμοσμένη στην εποχή, και μεις αποδεικνύεται ότι δεν ξέρουμε ιστορία για να κατανοήσουμε και να προλάβουμε τα γεγονότα. Περισσότερο κι από τη βία και το μίσος των νεαρών και της Αστυνομίας, περισσότερο κι από τα πρόσωπά τους που είναι τόσο "άγρια" (εμφανές ότι τα περιποιήθηκαν και οι «Αρχές»), με τρομάζουν τα σχόλια που ακολουθούν την είδηση, όπου κι αν αυτή κοινοποιηθεί…

http://www.newsit.gr/default.php?pname=Article&art_id=189387&catid=4

Μετά σε τι μέλλον να ελπίζεις σ’ αυτή τη Χώρα;
……………………………………………………………………………

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Γιάννης Ρίτσος: ο μεγάλος αδικημένος του Νόμπελ


Ο Γιάννης Ρίτσος, ο Έλληνας Άμλετ, ο μεγαλύτερος ποιητής στον κόσμο κατά τον Αραγκόν, δεν πήρε το βραβείο Νόμπελ για τέταρτη συνεχή φορά.

Τον συνάντησα βυθισμένο στην εκτυφλωτική σιωπή του και τον βρήκα γαλήνιο, αστραφτερά σαφή, «σαν έτοιμο από καιρό», μ’ ένα στέφανο καρτερίας για τα πάντα, αλλά και σαν λίγο ευδιάθετο μέσα στην αδυσώπητη δόξα του, που φτάνει στο δωμάτιό του απ’ τα βάθη της καρδιάς των ανθρώπων. Αυτός που λαμπρύνει όσο κανένας τη χώρα μας, σκυμμένος στη μεγάλη Βίβλο της Πλάσης, συνεχίζει την παράδοση του Προμηθέα και του Οιδίποδα κλέβοντας τα μυστικά των θεών και της Σφίγγας για να τα παραδώσει στους ανθρώπους. Η κραυγή του έρχεται από έρχεται από την έρημο της Σκυθίας και τις πεδιάδες της Θήβας και, ανάερη καθώς είναι, αντηχεί απ’ άκρη σ’ άκρη στη σημερινή Ελλάδα. Κραυγή ελευθερίας, βγαλμένη από τον άνδρα με το «ηλιακό προφίλ», που βρίσκεται λησμονημένος απ’ το κράτος και την εξουσία στην άγνωστη γειτονιά του Αϊ-Νικόλα…

Ποτές στην Ελλάδα δεν έγιναν τόσες προσπάθειες να σκιαστεί ένας μεγάλος ποιητής…
[…]

«Ζήτω ο Γιάννης!» Έτσι αναφώνησε ο Πάμπλο Νερούντα στους Έλληνες δημοσιογράφους αμέσως μετά τη βράβευσή του με το Νόμπελ το 1970. Είναι απίστευτο. Ενώ οι ξένοι σηκώνουν τον ποιητή μέρα τη μέρα ψηλότερα, οι δικοί μας προσπαθούν να τον ταπεινώσουν με φοβέρα και λησμονιά!

Το έργο του Γιάννη Ρίτσου γνωρίζει αλλεπάλληλες εκδόσεις στη Δύση και στην Ανατολή. Τα μεγαλύτερα περιοδικά ποίησης στον κόσμο του αφιερώνουν δέκα και είκοσι σελίδες. Θεατρικά του έργα παίζονται στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και τα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας είναι η ελληνική μετάληψη και το αντίδωρο που μοιράζει ο Μίκης Θεοδωράκης στην οικουμένη.

Στην πατρίδα μας, η ντροπιαστική σιγή των Αθανάτων και το φραγγέλιο της εξουσίας περασμένο στο μέτωπο του ποιητή, που γνώρισε εξορίες και διωγμούς από το 1950 μέχρι το 1970! Αυτοεξόριστος στην κάμαρα ενός ρετιρέ, ο Γιάννης Ρίτσος, «ο παρηγορητής του κόσμου, ο πάντα απαρηγόρητος», κλωσάει τα «αυγά του κεραυνού» για τη φυλή με λόγια που φέρνουν ρίγος:

Δω πέρα η κάθε πόρτα έχει πελεκημένο ένα όνομα
κάπου από τρεις χιλιάδες τόσα χρόνια,
κάθε λιθάρι έχει ζωγραφισμένον έναν άγιο μ’ άγρια
μάτια και μαλλιά σκοινένια,
κάθε άντρας έχει στο ζερβί του χέρι χαραγμένη
βελονιά τη βελονιά μια κόκκινη γοργόνα,
κάθε κοπέλα έχει μια φούχτα αλατισμένο φως κάτου
απ’ τη φούστα της
και τα παιδιά έχουν πέντε-έξι σταυρουλάκια πίκρα
πάνου στην καρδιά τους
σαν χνάρια απ’ το βήμα των γλάρων στην
αμμουδιά το απόγευμα.

Δε χρειάζεται να θυμηθείς. Το ξέρουμε.

Τον κατηγόρησαν οι σύγχρονοι «μανδαρίνοι του πνεύματος» πως είναι «πολιτικός ποιητής και στρατευμένος», αλλά, όπως παρατηρεί ο Βάρναλης, «πολιτική έξω απ’ τα δόντια κάνανε και ο Αριστοφάνης, ο Ντάντε, ο Θερβάντες, ο Ζολά και ο Τολστόι και στην πατρίδα μας ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παλαμάς και ο Σικελιανός στα τελευταία του». Τα λόγια του σοφού γέροντα, που πάτησε τα ενενήντα ένα και βρίσκεται κι αυτός ξεχασμένος στο Παγκράτι, ενώ πριν από λίγο καιρό κινδύνευσε να πεθάνει μόνος, λησμονημένος σε μια κλινική, έχουν σημασία: «Είναι πιστοποιημένο σ’ όλο το δυτικό πολιτισμό πως για τη χαλασμένη κυρίαρχη τάξη το μόνο πράγμα που δεν έχει ενδιαφέρον είναι η τέχνη. Κι όταν βραβεύει (βλέπε και το ρεζιλίκι του Νόμπελ), διαλέγει τα πιο αντιδραστικά, τα πιο αντιλαϊκά, τα πιο εξωπραγματικά έργα».

Τέταρτη και τελευταία χρονιά φέτος που ο Ρίτσος ήταν υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Τον είχε προτείνει το «PEN Club» της Σουηδίας και κάθε χρόνο μεγάλες ομάδες από επιφανείς Ευρωπαίους διανοούμενους έκαναν αγώνα για να ενισχύσουν την υποψηφιότητά του στη σουηδική Ακαδημία. Ο Ρίτσος, μια τιμητική πρόσκληση να συμμετάσχει σε συνάντηση στρογγυλής τραπέζης με άλλες εφτά κορυφαίες προσωπικότητες που διοργάνωσε το «PEN Club» στη Σουηδία. Σε παλαιότερή μας συνάντηση είχε εκφράσει τις απόψεις του για το Νόμπελ και μου είχε αναφέρει ότι διόλου δεν ενδιαφερόταν από το γεγονός πως δύο χρόνια δεν τον βράβευσαν. «Θυμηθείτε», μου είπε, «πόσοι δεν πήραν το Νόμπελ: ο Μποντλέρ, ο Ρεμπό, ο Μαγιακόφσκι, ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι».

Ο μεγαλύτερος τίτλος τιμής για φέτος ήταν το γεγονός πως ο βασικός διεκδικητής του Νόμπελ, ο Τούρκος Γιασάρ Κεμάλ, είχε δηλώσει πως, αν επρόκειτο να δοθεί το βραβείο σε κάποιον που να το αξίζει πέρα για πέρα, αυτός ήταν ο Ρίτσος! Αλλά στη Στοκχόλμη η «μυστική διπλωματία» κρατάει πάντα το τελευταίο χαρτί στο χέρι της, κι έτσι οι περισσότερες βραβεύσεις νοθεύονται από την πολιτική σκοπιμότητα. Για το δικό μας μεγάλο ποιητή, που χρόνια τώρα κρατάει μια τυραννοκτόνο πένα, μια πένα ενάντια στην εξουσία, οι ανταύγειες του μεγαλείου του έρχονται απ’ όλη τη γη με το αρχιπέλαγος των τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη.

(Περιοδικό Ταχυδρόμος 2/11/1973-Γιώργος Λιάνης)

Από του βιβλίο ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ του Γιώργου Λιάνη, που κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Α.Α.Λιβάνη