Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη...

«Στην ερώτηση τι είναι έρωτας και αγάπη έχουν δοθεί οι πιο διαφορετικές απαντήσεις. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι είναι ο έρωτας. Ο καθένας τον βλέπει από την προσωπική του ματιά και δίνει τη δική του ερμηνεία. Παραθέτω κάποιες ενδεικτικές αναφορές:

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ
Έρωτας δεν είναι «αυτό ή εκείνο». Είναι αυτό εκείνου και εκείνο αυτού, ο πόλεμος και η ειρήνη, το οιονεί άφατον, η άγρια ηρεμία, η ήρεμη αγριότητα.

ΒΙΚΤΟΡ ΟΥΓΚΩ
Η ζωή είναι ένα λουλούδι και ο έρωτας το μέλι του.


ΟΝΟΡΕ ΝΤΕ ΜΠΑΛΖΑΚ
Ο έρωτας μοιάζει με τον αέρα. Δεν ξέρουμε ποτέ από πού μπορεί να μας έρθει.


ΤΖΑΚΟΜΟ ΚΑΖΑΝΟΒΑ
Έρως, ο μη ορισμός! Της φύσεως ο Θεός. Η γλυκύτερη πικρία, η πικρότερη γλυκύτης.

ΣΤΑΝΤΑΛ
Ο έρωτας είναι ένα εξαίσιο λουλούδι, που όμως πρέπει να έχεις το θάρρος να πας να το κόψεις στην άκρη ενός φοβερού γκρεμού.

ΟΜΑΡ ΚΑΓΙΑΜ
Η αγάπη είναι μία ευτυχία που τρέμει.

ΣΕΛΕΪ
Η αγάπη φωτίζει με τη λάμψη του παραμυθιού την καθημερινότητα.

Ν.ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
Αγαπώ θα πει χάνομαι.

Μπορεί ο καθένας να δίνει τη δική του ερμηνεία για το τι είναι ο έρωτας, αλλά όλοι συμφωνούν ότι ο έρωτας είναι το πιο σημαντικό γεγονός στη ζωή των ανθρώπων.

[…]

Ο έρωτας είναι η προσπάθεια των ανθρώπων να υπερβούν τον χρόνο, τη φθορά που συνεπάγεται το πέρασμα του χρόνου. Όταν ερωτεύονται δυο άνθρωποι, αυτό που στην ουσία προσπαθούν, έστω κι αν μερικές φορές δεν το αντιλαμβάνονται, είναι η υπέρβαση της φθοράς, του θανάτου. Ο έρωτας κινητοποιεί τη διάθεση για ζωή, ενεργοποιεί δυνάμεις που μένουν κρυμμένες, ανανεώνει τους ανθρώπους και αποτελεί, πολλές φορές, τη θετική διέξοδο από τη μίζερη και καταθλιπτική καθημερινότητα. Με τη δύναμή του παρασύρει τους ανθρώπους, τους απογειώνει, τους ενώνει τόσο, ώστε ο Έρνεστ Χεμινγουέι είχε εμφατικά πει:

Σ’ αγαπώ τόσο πολύ που θα ‘θελα να ‘μουν ο εαυτός σου.
…………………………………………………………………………………………

Ο έρωτας είναι τυφλός. Δε γνωρίζει τάξεις, οικονομική κατάσταση, φύλο, ηλικία, γεωγραφικούς περιορισμούς. Οι άνθρωποι ερωτεύονται, λατρεύουν τον ενθουσιασμό της αναζήτησης του άλλου, το πάθος και τη μαγεία, και μισούν την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα και την απομυθοποίηση. Ερωτεύονται για να ζήσουν την αμοιβαιότητα, για να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους, για να βιώσουν την αγωνία και απρόβλεπτο, για να κάνουν τη ζωή τους όμορφα πολύπλοκη. Ξέρει κανείς πως είναι ερωτευμένος όταν δύο πράγματα τον συντρίβουν. Η παρουσία του (της) και η απουσία του (της).

Ο έρωτας διώχνει την ανθρώπινη μοναξιά, ο έρωτας συνυφαίνεται με τον συνάνθρωπο, με τον Άλλο, ο οποίος, πολλές φορές, υπάρχει τόσο μέσα μας όσο και δίπλα μας. Γι’ αυτό και στον έρωτα ο άνθρωπος πρέπει να «δίνεται» με όλο του το είναι.

[…]

Όποιος δεν έχει νιώσει στη ζωή του μια φορά τη δύναμη του ερωτικού συναισθήματος δεν μπορεί να νιώσει τη δύναμη της ζωής. Γι’ αυτό οι πιο «επικίνδυνοι» άνθρωποι είναι οι ανέραστοι, αυτοί που δεν αγάπησαν ποτέ τους, αλλά ούτε και αξιώθηκαν να αγαπηθούν.

Και η ποίηση τι σχέση έχει με όλα αυτά; Μα η ποίηση είναι μια κατεξοχήν ερωτική πράξη. Ο έρωτας υμνήθηκε από τους ποιητές από την αρχαιότητα και συνεχίζει να υμνείται και σήμερα…»



Από την ανθολογία ερωτικών ποιημάτων «Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη» (επιμέλεια Γιάννης Η. Παππάς, εκδόσεις Μεταίχμιο). «Αρχαιότητα, ηρωικά ποιήματα, ιπποτικά μυθιστορήματα, κρητικό θέατρο, δημοτική παράδοση, νεότερη ποίηση: μια πανδαισία στίχων από την ελληνική γραμματεία ταξιδεύουν τον αναγνώστη από τη γλύκα της πρώτης αγάπης ως το στερνό φιλί, από το παράφορο σαρκικό πάθος ως την αγάπη που αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου και βαθαίνει, από την περιγραφή των θέλγητρων μιας κόρης ή ενός παλικαριού ως την αγάπη την ασώματη...»

http://www.politeianet.gr/index.php?page=shop.product_details&product_id=197222&option=com_virtuemart&Itemid=89


ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ:

1.ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας

III

Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.

Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις, αγόρι μου;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινοέφερνα το παιδικό κοντύλι
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήταν που αργούσες ακόμα
όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα
δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο ήταν η καρδιά σου που
χτυπούσε.

Έτσι έζησα. Πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά –θυμάσαι;- μου άπλωσες τα χέρια
σου τόσο τρυφερά
σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου,
αγαπημένη μου.

Θυμάσαι, αγάπη μου, «την πρώτη μεγάλη μέρα μας»;
Σου πήγαινε αυτό το κίτρινο φόρεμα
έν’ απλό φτηνό φόρεμα, μα ήταν τόσο όμορφα κίτρινο.
Οι τσέπες του κεντημένες με μεγάλα καφετιά λουλούδια.
Σου πήγαινε στο πρόσωπό σου ο ήλιος
σου πήγαινε στην άκρη του δρόμου αυτό το τριανταφυλλένιο σύννεφο
κι αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή –σου πήγαινε.

[…]

Τα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα, στο στόμα σου ανασαίνει
ολάκερη η άνοιξη
Στα χέρια σου για πάντοτε ακούμπησα την καρδιά μου.
Τα μάτια σου
α, τι να πω, αγάπη μου, για τα μάτια σου
όταν τα μάτια σου είναι όμορφα σαν όλα μαζί του κόσμου
τα τραγούδια
όταν είναι μεγάλα τα μάτια σου σαν την πιο μεγάλη ελπίδα.
Τα μάτια σου.

Όταν χαμογελούσες ένα περιστέρι διάβαινε στη βραδιασμένη κάμαρα
ένα σύννεφο χρυσό ταξίδευε στον ουρανό όταν χαμογελούσες.
Όταν χαμογελούσες ξεχνούσα τη στέγη που έσταζε, ξεχνούσα
το τρύπιο πάτωμα
έλεγα κιόλας, να, μεσ’ από τις τρύπες του
όπου να ‘ναι θα φυτρώσουνε μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα.

Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου τότε
που μου χαμογελούσες.

Θυμάσαι κείνη τη νύχτα που κοιτάζαμε ώρες τον ουρανό
σ’ ένιωθα μέσα στα χέρια μου να τρέμεις.
«Αστέρια μου, είπα, κάντε την αγάπη μας λαμπερή
κάντε την αγαπημένη μου χαρούμενη.
Αστέρια μου, καλά μου αστέρια, κάντε εγώ κι εκείνη να πεθάνουμε
μαζί».
Κι έτσι αυτήν τη νύχτα
είχαμε στη μέση των άστρων για πάντοτε παντρευτεί.

Α, θα ‘θελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου, της μητέρας σου
τα γόνατα που σε γεννήσανε για μένα
να φιλήσω όλες τις καρέκλες που ακούμπησες περνώντας με
το φόρεμά σου
να κρύψω σα φυλαχτό στον κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι
απ’ το σεντόνι που κοιμήθηκες.
Θα μπορούσα ακόμα και να χαμογελάσω
στον άντρα που σ’ έχει δει γυμνή πριν από μένα
να του χαμογελάσω, που του δόθηκε μια τόσο ατέλειωτη ευτυχία.
Γιατί εγώ, αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ’ τον έρωτα
εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα και πάλι
την ελπίδα.

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.

Καθώς γδυνόσουν θρόιζαν τα φύλλα ενός δάσους μακρινού
ο ουρανός ξαστέρωνε μονομιάς καθώς γδυνόσουνα.


IV

[…]

Ναι, αγαπημένη μου,
εμείς γι’ αυτά τα λίγα κι απλά πράματα πολεμάμε
για να μπορούμε να ‘χουμε μια πόρτα, έν’ άστρο, ένα σκαμνί
ένα χαρούμενο δρόμο το πρωί
ένα ήρεμο ήσυχο όνειρο το βράδυ.
Για να ‘χουμε έναν έρωτα να μη μας τον λερώνουν
ένα τραγούδι που να μπορούμε να το τραγουδάμε.

Όμως αυτοί σπάνε τις πόρτες μας
πατάνε πάνω στον έρωτά μας.
Πριν πούμε το τραγούδι μας
μας σκοτώνουν.

Μας φοβούνται και μας σκοτώνουν.
Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε
φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε
φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι
του παιδιού μας.
φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν να αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά
και να μοχτούνε τόσο αντρίκεια
φοβούνται τα λόγια που λέμε οι δυο μας με φωνή χαμηλωμένη
φοβούνται τα λόγια που θα λέμε αύριο όλοι μαζί
μας φοβούνται, αγάπη μου, και όταν μας σκοτώνουν
νεκρούς μας φοβούνται πιο πολύ.


V

Θα ‘θελα να φωνάξω τ’ όνομά σου, αγάπη μου, μ’ όλη μου τη δύναμη.
Να τ’ ακούσουν οι χτίστες απ’ τις σκαλωσιές και να φιλιούνται
με τον ήλιο
να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές και ν’ ανασαίνουν όλα
τα τριαντάφυλλα
να τ’ ακούσει η άνοιξη και να ‘ρχεται πιο γρήγορα
να το μάθουν τα παιδιά για να μην φοβούνται το σκοτάδι,
να τ’ ακούσουν οι πρωτεύουσες του κόσμου και να το ξαναπούνε
μ’ όλες τις καμπάνες τους
να το κουβεντιάζουνε τα βράδια οι πλύστρες χαϊδεύοντας τα πρησμένα
χέρια τους.
Να το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανέναν όνειρο στον κόσμο
καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.

Να τ’ ακούσει ο χρόνος και να μη σ’ αγγίξει, αγάπη μου, ποτέ.

[…]
Και ξαφνικά, αγαπημένη μου,
είναι σάμπως να μη χωρίσουμε ποτέ.
Ποιος θα μπορούσε εμάς τους δυο να μας χωρίσει!
Εμείς και μ’ όλη τούτη τη μεγάλη θάλασσα ανάμεσά μας είμαστε κοντά
έτσι λίγο να κάνω, και πάνω απ’ όλη αυτήν τη θάλασσα
θ’ αγγίξω τα μαλλιά σου. Θα βρω το στόμα σου.
Εμείς είναι σα να ‘μαστε μπροστά σ’ έν’ ανοιχτό παράθυρο
στο σπιτικό μας, ένα φεγγερό πρωινό του Μάη.



Σε περιμένω παντού


Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου είναι να ‘χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίζει την καρδιά του.
Την αγάπη μας αύριο θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία
πλάι στα ονόματα των άστρων και τα καθήκοντα των συντρόφων.
Θα θυμάμαι πάντα τα φιλιά σου που κελαηδούσαν σαν πουλιά
θα θυμάμαι τα μάτια σου, τα φλογερά και μεγάλα
σα δυο νύχτες έρωτα μες στον εμφύλιο πόλεμο.

Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα
εγώ θα προτιμούσα μια στιγμή πλάι σου.
Θα θυμάμαι πάντα που μ’ αγκάλιαζες και μ’ έριχνες πάνω
απ’ το τρυφερό σου στόμα
κι ο έρωτάς μας βούιζε σαν τα πανιά ενός μεγάλου καραβιού.
Α! ναι, ξέχασα να σου πω πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα
γιατί σ’ αγαπώ.

[…]

Κλείσε το σπίτι
δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί
και προχώρα.
Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οχτώ
εκεί όπου κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων
σ’ όποιο μέρος της γης
σ’ όποια ώρα
εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι για έναν καινούριο
κόσμο.
Εκεί –
θα σε περιμένω.


Έρωτας

Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.



2.ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Μεγάλο γράμμα

XVII

Αγάπη αγάπη
μόνο η πάχνη του πρώτου άστρου –
άσε να σου μιλήσω.
Αγάπη δε σε φοβάμαι πια.
Σ’ αγαπώ.
Άσε ν’ ακουστεί η φωνή μου
πάνω απ’ τις κορφές των δέντρων
πέρα απ’ τους οριζόντιους καπνούς των πλοίων.


Causa

Κάθε μέρα που ξημερώνει
μισώ τη μέρα
που μ’ εμποδίζει
να σε σκέφτομαι.


Όπως οι γάτες

Όπως οι γάτες όταν αρρωσταίνουν
κουρνιάζουν στις πιο απόμερες γωνιές
όσο μονάχες τους να γιάνουν
έτσι κι εγώ σ’ αυτή την κόχη θ’ απομείνω
όσο να πάψει το αίμα μου σε κάθε χτύπο
υπόγεια να σχηματίζει τ’ όνομά σου.




3.ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Ο λύκος και ο έρωτας

Με τον φίλο μου το λύκο
τον δειλό τον κουτοπόνηρο
περπατούσαμε μαζί
μες στο σκοτεινό μου όνειρο.

Και του λέω λύκε πες μου
τι να κάνω με τον έρωτα
όλα είναι κει θολά
μυστήρια κι αφανέρωτα.

Και μου λέει άκου Γιώργη
δε θα λύσω τ’ ανεξήγητα
γλέντησε μ’ όσες μπορείς
τ’ αμπέλια είναι ατρύγητα.

Άι στο διάβολο του λέω
αχρείε κι αλιτήριε.
Και το χτήνος μ’ απαντά
να σε φάει ο λύκος κύριε.



4.ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Ερωτικό

Κι αν γεννηθείς κάποια στιγμή
Μιαν άλλη που δε θα υπάρχω
Μη φοβηθείς
Και θα με βρεις είτε σαν άστρο
Όταν μονάχος περπατάς στην παγωμένη νύχτα
Είτε στο βλέμμα ενός παιδιού που θα σε προσπεράσει
Είτε στη φλόγα ενός κεριού που θα κρατάς
Διαβαίνοντας το σκοτεινό το δάσος.

Γιατί ψηλά στον ουρανό που κατοικούνε τ’ άστρα
Μαζεύοντ’ όλοι οι ποιητές
Και οι εραστές καπνίζουν σιωπηλοί πράσινα φύλλα
Μασάν χρυσόσκονη πηδάνε τα ποτάμια
Και περιμένουν
Να λιγωθούν οι αστερισμοί και να λιγοθυμήσουν
Να πέσουν μες στον ύπνο σου
Να γίνουν αναστεναγμός στην άκρη των χειλιών σου
Να ξυπνήσουν και να δεις απ’ το παράθυρό σου
Το πρόσωπό σου φωτεινό
Να σχηματίζει αστερισμό
Να σου χαμογελάει
Και να σου ψιθυρίζει
Καλή νύχτα



5.ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ανταλλαγή (Με κατάνυξη)

Έλα να ανταλλάξουμε
κορμί και μοναξιά.

Να σου δώσω απόγνωση,
να μην είσαι ζώο,
να μου δώσεις δύναμη,
να μην είμαι ράκος.

Να σου δώσω συντριβή,
να μην είσαι μούτρο,
να μου δώσεις χόβολη,
να μην ξεπαγιάσω.

Κι ύστερα να πέσω
με κατάνυξη στα πόδια σου,
για να μάθεις πια να μην κλωτσάς.



Δεν υπάρχουν σχόλια: