Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Έ Κ Σ Τ Α Σ Η

ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ

Ψες κοιμήθηκα κάτω από μια ελιά. Τη νύχτα φύσηξε αλαφρά και θρόισαν τα κλαδιά της. Κάτι φύλλα κατέβηκαν κροταλώντας και πέσανε στο πρόσωπό μου. «Μας γνωρίζεις… μας γνωρίζεις…» λέγανε. «Κάποτε στεφανώσαμε έναν πρόγονό σου». –Αφήστε με να κοιμηθώ… τα παρακαλούσα. Μη με στεφανώνετε. Προτιμώ να κοιμηθώ άδοξος παρά να πεθάνω δοξασμένος. Αφήστε με… αφήστε, δεν κατεβαίνω στη γη. Έχει πολλά σκουλήκια».
Ύστερα ο αέρας φύσηξε χαμηλότερα και πήρε όλα τα φύλλα. Ήθελα να κοιμηθώ χωρίς όνειρα μα δε μπορούσα. Ήμουν πολύ κουρασμένος.
Μα πάλι φύσηξε ο αέρας κι άλλα φύλλα πέσανε.
«Κάνε κάτι! μου φωνάζανε, κάνε κάτι που ν’ αξίζει το στεφάνωμα!»
«Αφήστε με… αφήστε, τα ξαναπαρακαλούσα, δεν έχω πινέλα»
«Έχεις χαρτί; Γράψε ό, τι έχεις μέσα σου!».
«Δεν έχω τίποτα».
«Γιατί;»
«Είναι η αγάπη μέσα!»
«Γράψε γι’ αυτήν. Θα πάρεις ένα στεφάνι».
«Δε θέλω στεφάνι».
«Ένα στεφάνι ερωτικό».
«Τότε καλά».

Δέχτηκα:

«Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που είχε ένα πολύ ωραίο σπίτι. Ήταν ευτυχισμένος γι’ αυτό του το σπίτι, μα πιο πολύ ήταν για την αγάπη του.
Μια μέρα πήγαν και τον βρήκαν κάτι λαχανιασμένοι άνθρωποι. «Καίγεται το σπίτι σου!» του είπαν. «Δεν πειράζει, τους αποκρίνεται. Τι πειράζει; Έχω αγάπη;».
Κι έχτισε ένα καινούργιο σπίτι.
Μα τώρα πια δεν είχε αγάπη… «Καίγεται το σπίτι σου! του φώναξαν μια άλλη φορά. Καίγεται το καινούριο σου σπίτι!» του ξαναφώναξαν πάλι. «Το πειράζει; -τους ξαναποκρίνεται- τι πειράζει, αφού δεν έχω πια αγάπη;».

Σας άρεσε;
-Όχι, όχι! φωνάζουν τα φύλλα. Μας γέλασες! Να μας πεις για τη δική σου αγάπη. Αλλιώς δεν έχει στεφάνι.
-Σε ποιόν να την πω;
-Στην καρδιά σου!
-Την ξέρει.
-Τότε πες την στα λουλούδια.
-Αυτά μου την είπαν.
-Α, να, τότε πες την στο χαρτί.
-Δεν ξέρω να γράφω.
-Κάνε μια προσευχή στην αγάπη και θα σου μάθει να γράφεις. Κάνε.

Γονάτισα:

«Αγάπη, που δεν ξέρω που κατοικείς, γιατί δεν ξέρω κανένα μέρος που να μην κατοικείς… Σ’ ευχαριστώ.
Αγάπη, που δεν ξέρω τι να σε πω, γιατί ό, τι και να σε πω είσαι…
Σ’ ευχαριστώ για την καρδιά που μου ‘δωσες και για το μυαλό που δε μου ‘δωσες.
Σ’ ευχαριστούν τα μάτια μου, τα χείλη μου, τα δάχτυλά μου…
Σ’ ευχαριστούν μια-μια οι ανάσες μου.
Σ’ ευχαριστούν οι ουρανοί που τους έκανες γαλάζιους και η γη που την άγγιξες άνθισε.
Σ’ ευχαριστούν οι ταπεινοί, οι βασιλιάδες και τα μερμήγκια…
Σ’ ευχαριστεί κι αυτός ο τρελός με το μολύβι στο χέρι».
-Α μ ή ν.

Το κεφάλι μου γέμισε στέφανα…


I


Α γ ά π η! Εσύ, εσύ είσαι
που τα ‘γραψες όλα αυτά, εσύ με το χέρι μου-
κρατώντας το, σαν του μαθητή,
απ’ τον καρπό.

[…]

…Εκεί ήρθε και ,μας βρήκε η Αγάπη. Ήρθε ολομόναχη. Βρήκε το δρόμο ολάνοιχτο κι ανυπεράσπιστο.
Η ζωή μας άρχιζε απ’ το βράδυ κείνο. Μια πρωτογέννητη μέθη μας συνεπήρε και μας περιδίνιζε. Ήταν ένας γλυκός αφανισμός η αγάπη μας… Ένα θελκτικό ανακάτωμα από θλίψη, ποίηση, και τρέλα! Ένα έπος φλογερό και υπερκόσμιο. Μια ζωή καλοκαιριού γεμάτη από αυταπάτη, μέθη και έξαρση.
Είχα μείνει κοντά σε κείνη τη δωρική κόρη ως τα μεσάνυχτα.
Η νύχτα ήταν πηχτή κι άναστρη… μα εμείς φέγγαμε, φέγγαμε ολόκληροι, και βλεπόμασταν… βλεπόμασταν, ολοκάθαρα, σαν να ‘μασταν από φώσφορο!...


Α γ ά π η! πως είπα τ’ όνομά σου
και δεν κάηκα; !

Σέρνω την πένα μου μαλακά για να μην ξυπνήσω. Πρέπει να ονειρεύομαι. Δεν μπορεί άνθρωπος να ‘ναι τόσο ευτυχισμένος με ανοιχτά μάτια.
Είμαι κοιμισμένος μέρες τώρα μες στην αγκαλιά της αγάπης. Γράφω κι οι ροδοδάφνες γύρω μου κοκκινίζουν. Είναι πολλά αυτά τα λουλούδια εδώ. Όλος ο κόσμος είναι ροδοδάφνινος.
Το κύμα δίπλα μου λευκαίνει τα χαλίκια τραγουδώντας. Γράφω κι η καρδιά μου λέει ακατάπαυστα «α γ α π ώ, α γ α π ώ, α γ α π ώ…» Είναι ξαπλωμένη τώρα στο πλάι μου, με μάτια κλειστά. Θροΐζει γλυκά η αναπνοή της σαν άνθος που το φιλούν οι πνοές. Αγαπημένη…
Οι βλεφαρίδες της σχεδιάζουν στο πρόσωπό της βελονωτές σκιές. Κοιμάται και γλυκαίνουν όλα. Ο αέρας φυσά ντροπαλά σαν ένας μικρός έρωτας. Όλα θα τα πω εδώ, όλα θα τα φωνάξω με τρελό πάθος. Θα δώσω στη ζωή τ’ όνομά της, θα τη λέω «Ζωή» και θα την ανασαίνω. Θα τη βαφτίσω φωτιά… Θα τη φωνάζω φωτιά και θα καίω τα χείλη μου.


Δεν υπάρχουν σχόλια: