Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

STABAT MATER

«Μια νύχτα ήρθαν βράδυ και ζώσαν το σπίτι μου. Μου πρότειναν τα πιστόλια. «Σιγά, σας παρακαλώ», τους είπα, «το παιδί μου είναι άρρωστο. «Θα μας ακολουθήσει και η γυναίκα σου», μου είπαν. Είδα κάτω στο πάτωμα ένα καλτσάκι του παιδιού μου. Ένα κόκκινο καλτσάκι. «Σιγά, σιγά, σας παρακαλώ, να βάλω το καλτσάκι στο κρεβάτι, να το βρει όταν θα ξυπνήσουν». Με έσπρωξαν.
Όλη νύχτα με δέρνανε πέντε άνθρωποι και τρεις φορές απείλησαν να με πετάξουν απ’ την μπαλκονόπορτα και με καλούσαν να κάνω δήλωση, να απαρνηθώ… Την άλλη μέρα μαθεύτηκε έξω γιατί κάποιος συγκρατούμενος έγραφε πίσω από ένα πιάτο: «Σώστε τον Λουντέμη». Επενέβησαν πολιτικά πρόσωπα και γλίτωσα –δηλαδή έφυγα για την εξορία…»

Με τον αριθμό 111 ο Μενέλαος Λουντέμης εκεί στο ορεινό Μαυράτο, με τα δέκα σπίτια και τους λιγοστούς καλοσυνάτους κατοίκους, γράφει για την Έμμυ, γράφει για τη Μυρτώ, αντικρίζοντας το πάντα ανήσυχο πέλαγος.

ΦΩΤΗΣ ΣΙΟΥΜΠΟΥΡΑΣ-Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης, εκδόσεις Δωρικός

STABAT MATER
(Η Μυρτώ ανεβαίνει 3 χρονών στο Γολγοθά)

Αντίο μητερούλα, μητερούλα της Μυρτώς,
και των χεριών μου.
Με το γήινο βρέφος στην αγκαλιά,
που μπήκε στο μαρτύριο.
τριάντα χρόνια μικρότερο απ’ τον Χριστό,
Αντίο ...

Έτσι όπως σας πήρε το πλοίο σκοτεινό,
με τα ξάρτια σου γεμάτα μοιρολόι…
Ένα πλοίο λυπημένο, και βραχνό,
που ‘γραφε στην πρύμη του «Αγγέλικα»
και στην πλώρη του «εξορία».

Τώρα μας χωρίζουν οι ουρανοί.
Αγρύπνιες ιδρωμένες και ατελείωτες.
Κι ένας κόσμος τρομαγμένος που κρυώνει-
κρυώνει κάτω απ’ τον βοριά και τα σίδερα.

Τώρα μας χωρίζουν οι θολές νεροποντές.
Βουνά θυμωμένα κι απερπάτητα.
Τώρα μας χωρίζουν,
οι σαστισμένοι μες στον άνεμο καπνοί.
Και τ’ αρμυρό κλάμα του Αιγαίου.

Να προσέχεις, μητερούλα, εκεί που πάτε.
Σκορπώ στα μονοπάτια του παραμυθιού,
μικρά ψίχουλα απ’ την καρδιά μου-
για να μη χάσει το δρόμο η Μυρτώ.

Να προσέχεις, μητερούλα, εκεί που πάτε.
Να σκεπάζεστε τις νύχτες δυνατά.
Να σκεπάζεστε πολύ με τη στοργή μου...
Γιατί κάνει κρύο εφέτος μάνα...
Κάνει μίσους φέτος μάνα...
Κάνει θάνατο.

Τώρα αντίο. Θέλω να σκουπίσω τα μάτια μου.
Κι ανεβάζω τα χέρια μου ως εκεί.
Μα μου τα τραβούν πίσω τα σίδερα.
Γι’ αυτό: μόνο, αντίο.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ




Δεν υπάρχουν σχόλια: