Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει…

Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,
σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,
παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,
τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
και στη σκόνη του καιρού’
σημαίνει πως φοβόμαστε
και η ζωή μας έγινε ξένη,
ο θάνατος βραχνάς.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

10 για την Ποίηση

«…όταν λέω φωνή εννοώ ποίημα».
F.G.LORCA

1.
-Δεν είναι που υπάρχουν τα πράγματα έτσι που υπάρχουν, αλλά που μπορούν να υπάρχουν και αλλιώς χάρη στους ποιητές.

-Είναι οι ποιητές που μπορούν να προτείνουν και να ιδρύσουν μιάν άλλη πραγματικότητα.

-Η Ποίηση, αν μη τι άλλο, θέλει να ωθήσει τη γλώσσα να βγει από τ’ αδιέξοδά της.

-Η γλώσσα μας δόθηκε για να της φερόμαστε ερωτικά μέσω της Ποίησης (όχι αναγκαστικά έμμετρης, ούτε αναγκαστικά στιχοποιημένης). Έρωτας με κανόνες δεν γίνεται. Είναι αποτυχία.

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ-Βραχέα και μακρά, εκδόσεις Άγρα


2.

«Αντιλαμβάνομαι την Ποίηση σαν μια πηγή αθωότητας γεμάτης από επαναστατικές δυνάμεις, που αποστολή μου είναι να τις κατευθύνω επάνω σ’ έναν κόσμο απαράδεκτο για τη συνείδησή μου’ ελπίζοντας, μέσ’ από συνεχείς μεταμορφώσεις, να τον κάνω πιο σύμφωνο με τα όνειρά μου.
Μιλώ για μια σύγχρονου τύπου μαγεία, που ο μηχανισμός της τείνει κι εκείνος στην αποκάλυψη της βαθύτερης μας πραγματικότητας. Πιστεύω γι’ αυτό στις αισθήσεις, που τις κινητοποιώ ως προς μιάν αδοκίμαστη έως και σήμερα κατεύθυνση, αποβλέποντας σε μιάν Ελευθερία που να είναι αντίθετη προς όλες τις Εξουσίες και σε μια Δικαιοσύνη που να ταυτίζεται με το απόλυτο φως.
Είμαι ένας ειδωλολάτρης που του έτυχε ν’ αγγίξει από το άλλο μέρος, άθελά του, τη χριστιανικήν αγιότητα.»

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ-Ο Έρωτας και η Ποίηση αξεχώριστα



3.
Μελοποιημένη Ποίηση (Λαπαθιώτης-Στη φυλακή-αγαπημένο…):

http://www.youtube.com/watch?v=9iukS1zZpWU



4.
Αυτά, μέσα από την Απλότητά τους, είναι για μένα τα Απόλυτα Ερωτικά Ποιητικά Λόγια:

Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας
III
Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.
Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις, αγόρι μου;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινοέφερνα το παιδικό κοντύλι
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήταν που αργούσες ακόμα
όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα
δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο ήταν η καρδιά σου που
χτυπούσε.
Έτσι έζησα. Πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά –θυμάσαι;- μου άπλωσες τα χέρια
σου τόσο τρυφερά
σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου,
αγαπημένη μου.
Θυμάσαι, αγάπη μου, «την πρώτη μεγάλη μέρα μας»;
Σου πήγαινε αυτό το κίτρινο φόρεμα
έν’ απλό φτηνό φόρεμα, μα ήταν τόσο όμορφα κίτρινο.
Οι τσέπες του κεντημένες με μεγάλα καφετιά λουλούδια.
Σου πήγαινε στο πρόσωπό σου ο ήλιος
σου πήγαινε στην άκρη του δρόμου αυτό το τριανταφυλλένιο σύννεφο
κι αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή –σου πήγαινε.
[…]
Τα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα, στο στόμα σου ανασαίνει
ολάκερη η άνοιξη
Στα χέρια σου για πάντοτε ακούμπησα την καρδιά μου.
Τα μάτια σου
α, τι να πω, αγάπη μου, για τα μάτια σου
όταν τα μάτια σου είναι όμορφα σαν όλα μαζί του κόσμου
τα τραγούδια
όταν είναι μεγάλα τα μάτια σου σαν την πιο μεγάλη ελπίδα.
Τα μάτια σου.
Όταν χαμογελούσες ένα περιστέρι διάβαινε στη βραδιασμένη κάμαρα
ένα σύννεφο χρυσό ταξίδευε στον ουρανό όταν χαμογελούσες.
Όταν χαμογελούσες ξεχνούσα τη στέγη που έσταζε, ξεχνούσα
το τρύπιο πάτωμα
έλεγα κιόλας, να, μεσ’ από τις τρύπες του
όπου να ‘ναι θα φυτρώσουνε μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα.
Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου τότε
που μου χαμογελούσες.
Θυμάσαι κείνη τη νύχτα που κοιτάζαμε ώρες τον ουρανό
σ’ ένιωθα μέσα στα χέρια μου να τρέμεις.
«Αστέρια μου, είπα, κάντε την αγάπη μας λαμπερή
κάντε την αγαπημένη μου χαρούμενη.
Αστέρια μου, καλά μου αστέρια, κάντε εγώ κι εκείνη να πεθάνουμε
μαζί».
Κι έτσι αυτήν τη νύχτα
είχαμε στη μέση των άστρων για πάντοτε παντρευτεί.
Α, θα ‘θελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου, της μητέρας σου
τα γόνατα που σε γεννήσανε για μένα
να φιλήσω όλες τις καρέκλες που ακούμπησες περνώντας με
το φόρεμά σου
να κρύψω σα φυλαχτό στον κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι
απ’ το σεντόνι που κοιμήθηκες.
Θα μπορούσα ακόμα και να χαμογελάσω
στον άντρα που σ’ έχει δει γυμνή πριν από μένα
να του χαμογελάσω, που του δόθηκε μια τόσο ατέλειωτη ευτυχία.
Γιατί εγώ, αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ’ τον έρωτα
εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα και πάλι
την ελπίδα.
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.
Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.
Καθώς γδυνόσουν θρόιζαν τα φύλλα ενός δάσους μακρινού
ο ουρανός ξαστέρωνε μονομιάς καθώς γδυνόσουνα.
IV
[…]
Ναι, αγαπημένη μου,
εμείς γι’ αυτά τα λίγα κι απλά πράματα πολεμάμε
για να μπορούμε να ‘χουμε μια πόρτα, έν’ άστρο, ένα σκαμνί
ένα χαρούμενο δρόμο το πρωί
ένα ήρεμο ήσυχο όνειρο το βράδυ.
Για να ‘χουμε έναν έρωτα να μη μας τον λερώνουν
ένα τραγούδι που να μπορούμε να το τραγουδάμε.
Όμως αυτοί σπάνε τις πόρτες μας
πατάνε πάνω στον έρωτά μας.
Πριν πούμε το τραγούδι μας
μας σκοτώνουν.
Μας φοβούνται και μας σκοτώνουν.
Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε
φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε
φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι
του παιδιού μας.
φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν να αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά
και να μοχτούνε τόσο αντρίκεια
φοβούνται τα λόγια που λέμε οι δυο μας με φωνή χαμηλωμένη
φοβούνται τα λόγια που θα λέμε αύριο όλοι μαζί
μας φοβούνται, αγάπη μου, και όταν μας σκοτώνουν
νεκρούς μας φοβούνται πιο πολύ.
V
Θα ‘θελα να φωνάξω τ’ όνομά σου, αγάπη μου, μ’ όλη μου τη δύναμη.
Να τ’ ακούσουν οι χτίστες απ’ τις σκαλωσιές και να φιλιούνται
με τον ήλιο
να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές και ν’ ανασαίνουν όλα
τα τριαντάφυλλα
να τ’ ακούσει η άνοιξη και να ‘ρχεται πιο γρήγορα
να το μάθουν τα παιδιά για να μην φοβούνται το σκοτάδι,
να τ’ ακούσουν οι πρωτεύουσες του κόσμου και να το ξαναπούνε
μ’ όλες τις καμπάνες τους
να το κουβεντιάζουνε τα βράδια οι πλύστρες χαϊδεύοντας τα πρησμένα
χέρια τους.
Να το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανέναν όνειρο στον κόσμο
καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.
Να τ’ ακούσει ο χρόνος και να μη σ’ αγγίξει, αγάπη μου, ποτέ.
[…]
Και ξαφνικά, αγαπημένη μου,
είναι σάμπως να μη χωρίσουμε ποτέ.
Ποιος θα μπορούσε εμάς τους δυο να μας χωρίσει!
Εμείς και μ’ όλη τούτη τη μεγάλη θάλασσα ανάμεσά μας είμαστε κοντά
έτσι λίγο να κάνω, και πάνω απ’ όλη αυτήν τη θάλασσα
θ’ αγγίξω τα μαλλιά σου. Θα βρω το στόμα σου.
Εμείς είναι σα να ‘μαστε μπροστά σ’ έν’ ανοιχτό παράθυρο
στο σπιτικό μας, ένα φεγγερό πρωινό του Μάη.
Σε περιμένω παντού
Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου είναι να ‘χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίζει την καρδιά του.
Την αγάπη μας αύριο θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία
πλάι στα ονόματα των άστρων και τα καθήκοντα των συντρόφων.
Θα θυμάμαι πάντα τα φιλιά σου που κελαηδούσαν σαν πουλιά
θα θυμάμαι τα μάτια σου, τα φλογερά και μεγάλα
σα δυο νύχτες έρωτα μες στον εμφύλιο πόλεμο.
Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα
εγώ θα προτιμούσα μια στιγμή πλάι σου.
Θα θυμάμαι πάντα που μ’ αγκάλιαζες και μ’ έριχνες πάνω
απ’ το τρυφερό σου στόμα
κι ο έρωτάς μας βούιζε σαν τα πανιά ενός μεγάλου καραβιού.
Α! ναι, ξέχασα να σου πω πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα
γιατί σ’ αγαπώ.
[…]
Κλείσε το σπίτι
δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί
και προχώρα.
Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οχτώ
εκεί όπου κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων
σ’ όποιο μέρος της γης
σ’ όποια ώρα
εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι για έναν καινούριο
κόσμο.
Εκεί –
θα σε περιμένω.
Έρωτας
Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.



5.

Λατρεμένος Λουντέμης(ξανά):

http://www.youtube.com/watch?v=F7HfnvICGTA


6.
Το δικό μου (Για τους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης,6-7 χρόνια πριν):

Η Ποίησις, το καταφύγιο που φθονούμε

…Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.
Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


Και πάλι καταφύγιο
σε σένα
αναζητώ.

Μόνη μου παρηγόρια
κι αδιέξοδο κι απόψε.
Κι αύριο.
Και χθες.

Κάθε φορά που το μυαλό μου
στ’ Άπειρο με ταξιδεύει.

Κάπου εκεί στο Tίποτα σε συναντώ.

Σ’ ανακαλύπτω μέσα μου.

Σε διώχνω.

Σε μισώ.

Και όταν ξανασυναντιόμαστε στο Πουθενά,
την ώρα της πιο δεινής Απελπισίας,
σε αγκαλιάζω επιθετικά,
απεγνωσμένα,
σε αρπάζω, να με σώσεις σου ζητώ,
να με λυτρώσεις…

«…Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε»,
Κώστα, ναι…
ΓΙΩΤΑ ΚΟΤΣΑΥΤΗ

7.
Με ποιητική (και ταξιδιάρικη)διάθεση:
http://www.youtube.com/watch?v=8lUo6AqPUf0

8.
Ένα υπέροχο παιδικό Ποίημα:
Η ΚΑΡΑΜΕΛΟΧΩΡΑ
Σε μια καραμελοχώρα,
καλή ώρα σαν και τώρα,
καραμέλες είναι όλα,
το φαΐ κι η κατσαρόλα.
Καραμέλα κάθε σπίτι,
καραμέλα κάθε μύτη,
καραμέλα ο υπουργός,
καραμέλα ο στρατηγός.
Σε μια καραμελοχώρα,
καλή ώρα σαν και τώρα,
καραμέλες είναι όλα,
το φαΐ κι η κατσαρόλα.
Καραμέλες και τα βόλια,
καραμέλες τα περβόλια,
μόνο ο βασιλιάς σε μας
είναι ένας λουκουμάς!

9.
Οι τρεις φωνές της Ποίησης

Η πρώτη φωνή είναι του ποιητή που μιλάει στον εαυτό του –ή και σε κανέναν. Η δεύτερη, η φωνή του ποιητή που απευθύνεται σ’ ένα κοινό, είτε μεγάλο είτε μικρό. Η τρίτη είναι η φωνή του ποιητή όταν προσπαθεί να δημιουργήσει ένα δραματικό χαρακτήρα που να μιλάει με στίχο’ όταν λέει, όχι ό, τι θα ‘λεγε μιλώντας ο ίδιος, αλλά μόνο ό, τι μπορεί να πει μέσα στα όρια ενός φανταστικού χαρακτήρα που απευθύνεται σ’ έναν άλλο φανταστικό χαρακτήρα. Η διάκριση ανάμεσα στον ποιητή που μιλάει στον εαυτό του και στον ποιητή που μιλάει σ’ άλλους ανθρώπους, δείχνει το πρόβλημα της ποιητικής επικοινωνίας’ η διάκριση ανάμεσα στον ποιητή που απευθύνεται σ’ άλλους ανθρώπους, είτε με τη δικιά του είτε με μια υποθετική φωνή, και στον ποιητή που επινοεί μια γλώσσα με την οποία οι φανταστικοί χαρακτήρες απευθύνονται ο ένας στον άλλο, φανερώνει το πρόβλημα της διαφοράς ανάμεσα στον δραματικό, ημιδραματικό, και μη δραματικό στίχο.
Τ.Σ.ΕΛΙΟΤ-Επτά δοκίμια για την ποίηση, εκδόσεις γράμματα


10.
Για κλείσιμο Το Ηλιαχτιδοποίημα (το έχω κατοχυρώσει!):

Μυστικός δείπνος

Απόψε να ρθεις κι εσύ. Ετοιμάζω μυστικό δείπνο.
Έστρωσα το τραπέζι της γης κι άνοιξα τα παράθυρα
να δούνε το φως να πλησιάσουνε όλα,
ν΄ αχτιδίζουν τ΄ αστέρια στα πρόσωπα και τα χέρια
των καλεσμένων μου, να πηδούν στα ποτήρια.
Έβαλα την ψυχή μου σε σταμνιά πήλινα, σε κανάτια.
Μυρίζει κέδρο το κρασί κι είναι σαν πασχαλιά το χρώμα του.
Στην υγειά μας, αδέρφια!
Έχω καλέσει τα παιδιά των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ.
Έστειλα στον Παντίτ Νεχρού μιαν αμαξοστοιχία λουλούδια
να μου τα στείλει στολισμένα. Κι έστειλα μήνυμα
στο Μάο Τσε Τουνγκ, να τους δώσει,
να φέρουν μαζί τους σα νιφάδες χιονιού
δυο χιλιάδες κινέζικα τραγουδάκια.
Στον Πικάσσο να μετρήσει πόσες χιλιάδες
περιστέρια περίπου έχει αζωγράφιστα μες στην ψυχή του.
Να μου τα στείλει όπως είναι να στολίσω τους ώμους
και τα χέρια των καλεσμένων μου.
Βγήκε τρέχοντας, φεύγει ο Χριστός΄ πάει να φέρει
μια αγκαλιά λεμονάνθια να βάλει στα βάζα μου.
Η μητέρα μου ζύμωσε στη μεγάλη μας σκάφη
μαύρο ψωμί με γλυκάνισο και σουσάμι.
Τα παιδιά ξεκινήσανε. Σχηματίσανε κιόλας
πάνω στη γη
τον ποταμό
γαλαξία.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ-21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2013











Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

ΚΥΠΡΟΣ

ΙΙΙ
Ξενιτεμένη μου,
Ψάχνω να βρω δοξάρι,
για να σου συνταιριάσω «Τζυπριότικον» σκοπό
Ν’ αφήσω τον ήχο του να κυλήσει.
Να φτερουγίσει πα στους αργαλειούς
που υφαίνουν ελληνικές σημαίες.
Και στα μικρά-μικρά σκολειαρούδια σου
που μελανώνουν τις ποδιές τους
με γαλανόλευκο μελάνι ελληνικό.
Από καιρό το γράφω τούτο το τραγούδι.
Συνταιριάζω τα λόγια του γλυκά
μες στο ταξίδι της δεκάχρονης φουρτούνας.
Σαν Οδυσσέας δεμένος στο κατάρτι του…
Και πάνω μου ανεμίζουν λογιών λογιών σημαίες.
Απ’ τη χλαμύδα του θλιμμένου Ιησού
ως το πουκάμισο του Γληγόρη Αυξεντίου.

Από καιρό το γράφω το τραγούδι μου
μα το ‘κρυβα σαν ένα περιστέρι
Από τα μάτια του σκοπού.
Μην πέσει το ρούχο μου…
και γαντζωθεί στο συρματόπλεγμα
και λαβωθεί. Και ματωθεί.
Από καιρό το γράφω το τραγούδι μου
το στρώνω στα καντίνια της καρδιάς μου
γραμμή-γραμμή, ψηφί-ψηφί.
Ένα κοτσύφι τ’ άκουσε και το ‘κλεψε
μα το ‘φερε το βράδυ ματωμένο…

VΙΙΙ
Ξενιτεμένη μου…
Να, τι θέλω να σου πω:
Είμαστε συγκατάδικοί σου.
Είμαστε δεμένοι στην άκρη της αλυσίδας σου
χρόνια και χρόνια τώρα.
Κι όποτε τύχει να πονά το χέρι σου
πονά και το δικό μας.

Είμαστε αραγμένοι στον ίδιο γιαλό
σαν το καΐκι με τη βάρκα.
Κι όποτε πνέει σιγά ο νυχτομπάτης σου
φουσκώνει και τα πανιά μας.
Την ίδια ώρα ωριμάζουν τα σταφύλια μας
και οι μαυρομάτες οι ελιές μας.

Την ίδια ώρα παίζει η σάλπιγγα του πετεινού
και του νυχτοπουλιού το μοιρολόι.
Μαζί οι παπαρούνες μας ανθίζουνε
και οι πασκαλιές μας, μοσκοβολούνε.
Και κάθε τέλος του Μαρτίου, μαζί χαροπετούν τα χελιδόνια μας
για να ξεκουραστούνε.

ΧΙΙ

Πέρασαν κάμποσο οι καιροί. Κι άλλοι κουρσάροι
στεγνοί, ξανθοί, θαλασσινοί
-τόσο πολύ θαλασσινοί-
που η θάλασσα ξεχείλισε
μέσα απ’ τα δυο τους μάτια…
Σε βαλαν της βασίλισσας ν’ ανασηκώνεις την ουρά
μα εσύ κρατούσες το φουστάνι της Ελλάδας.
Γιατί ήσουνα περήφανη πολύ και δε σου ταίριαζε
να είσαι ψυχοκόρη της βασίλισσας.
Εσύ ‘σουν κόρη της ξυπόλητης μάνας σου.
Που πιο κι απ’ τα φλουριά,
κι απ’ την κορώνα τη χρυσή
της Αυτοκρατορίας,
σου πάει η αλυσίδα σου κι η Λευτεριά.
Λ ε υ τ ε ρ ι ά…
Είναι τόσο μεγάλο να το λες
που δυο φορές δεν προλαβαίνεις.
Την Τρίτη σου την παίρνουν.
Λ ε υ τ ε ρ ι ά… Έτσι λένε την ανάσα.
Έτσι λένε το φως.
Λ ε υ τ ε ρ ι ά… Έτσι λένε την Αλήθεια.
Λ ε υ τ ε ρ ι ά… Έτσι τα λένε όλα.
Μα αυτοί που κομματιάζουνε τον ύπνο σου.
Αυτοί που αλλάζουν τη Γεωγραφία.
Αυτοί που περιπαίζουν τη θυσία σου.
Αυτοί,
είναι παντέρημοι, αυτοί, από Λευτεριά
και δεν μπορούν και να την συλλαβίσουν!


ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί


Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

Σηκώνομαι το πρωί.
Βγαίνω από το σπίτι μου.
Υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο.
Δεν την βλέπω
και πέφτω μέσα.

Την επομένη μέρα
βγαίνω απ’ το σπίτι μου,
ξεχνάω ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο,
και ξαναπέφτω μέσα.

Την τρίτη μέρα
βγαίνω απ’ το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ
ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμια.
Ωστόσο,
δεν το θυμάμαι
και πέφτω μέσα.

Την τέταρτη μέρα
βγαίνω απ’ το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ
την τρύπα στο πεζοδρόμιο.
Την θυμάμαι και,
παρόλα αυτά, δεν τη βλέπω και πέφτω μέσα.

Την Πέμπτη μέρα
βγαίνω απ’ το σπίτι μου.
Θυμάμαι ότι πρέπει να έχω στο νου μου
την τρύπα στο πεζοδρόμιο
και περπατάω κοιτάζοντας κάτω.
Την βλέπω και,
παρόλο που την βλέπω,
πέφτω μέσα.

Την έκτη μέρα
βγαίνω απ’ το σπίτι μου.
Θυμάμαι την τρύπα στο πεζοδρόμιο.
Πηγαίνω ψάχνοντάς την με τα μάτια μου.
Την βλέπω,
προσπαθώ να πηδήξω από πάνω,
αλλά πέφτω μέσα.

Την έβδομη μέρα
βγαίνω απ’ το σπίτι μου.
Βλέπω την τρύπα.
Παίρνω φόρα,
πηδάω,
φτάνω με την άκρη των ποδιών μου
ως την άλλη μεριά,
αλλά όχι αρκετά μακριά, και πέφτω μέσα.

Την όγδοη μέρα,
βγαίνω απ’ το σπίτι μου,
βλέπω την τρύπα,
παίρνω φόρα,
πηδάω,
φτάνω στην άλλη άκρη!
Αισθάνομαι τόσο υπερήφανος που τα κατάφερα
που χοροπηδάω από τη χαρά μου…
Και, έτσι όπως χοροπηδάω,
ξαναπέφτω μέσα.

Την ένατη μέρα,
βγαίνω απ’ το σπίτι μου,
βλέπω την τρύπα,
παίρνω φόρα,
πηδάω
και συνεχίζω τον δρόμο μου.

Τη δέκατη μέρα,
σήμερα μόλις,
συνειδητοποιώ
ότι είναι πιο βολικό
να περπατάω…
στο απέναντι πεζοδρόμιο…

ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ-Ιστορίες να σκεφτείς, εκδόσεις Opera

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Ο Γιοβάνης, το «μαγκάρε»

Μία από τις κορυφαίες συγγραφικές στιγμές του Λουντέμη… "Μη φάει κρέα. Μη ντώσει κσύλα. Μη πσεματάει." Λατρεμένο Συννεφιάζει. Λατρεμένος Γιοβάνης. Λατρεμένος Λουντέμης…

«…Είχε και μια καλή καλή λόξα, μια λόξα σοφή, που την υποστήριζε με χέρια και με πόδια. Να ποιαν: Παινευότανε παντού, το φώναζε μερόνυχτα πως ήτανε «μαγκάρε» (γαϊδούρι). Εκεί σταματούσε η τελειότητα κάθε ζωντανού. Το ‘λεγε, το ξεφώνιζε σ’ όλους τους λασπάδες, να μην κάνουνε λάθος, κι ο Θεός –το ‘ξερε κείνος, του το ‘πανε- ο Θεός διάλεξε το γάιδαρο γι’ απόστολο της γης. Μια φορά ο παπάς του χωριού του, που ευκαιρία γύρευε να τον αφορέσει, του πήγε μια ζουγραφιά του Χριστού μ’ ένα αρνί στον ώμο του:
-Κάνεις λάθος, του λέει. Να, κοίτα… ο Θεός άλλο ζουντανό έχει για διαλεχτό του. Τ’ αρνάκι!
Ο Γιοβάνης έπαιξε στυφά στυφά τη γλώσσα του.
-Το βλέπεις; του ξαναλέει ο παπάς. Να το! αφορεσμένε Γιοβάνη, αμαρτωλέ!
Μα ο Γιοβάνης αφού κοίταξε κρύα κρύα γυρίζει και του λέει, ν’ ανοίξει καλύτερα τα μάτια του. «Δεν είναι αρνί του λέει, τα μυαλά σου και μια λίρα!- Είναι γαϊδουράκι!»
Ο παπάς το κοίταξε, το κοίταξε, έξυσε το γένι του. Στο ύστερο, έκρυψε τη ζουγραφιά κάτ’ απ’ το ράσο του κι έφυγε.

Τις ζεστές νύχτες με την μπόλικη φεγγαράδα, στρωνόμασταν κάτου, σαν τα πεσμένα δέντρα, και λέγαμε τραγούδια. Πρώτος και καλός ο Γιοβάνης. Τούτο μάλιστα το βράδυ είχαμε όλοι χαρές. Ο Γιοβάνης μας το ‘ταξε –τελέψανε τα ψέματα. Απόψε θα μας ιστορούσε το τι έτρεξε και τον έκανε ν’ απαρνηθεί την ανθρωπίλα του και να γίνει «μαγκάρε». Είχαμε πέσει ίσα ίσα κάτω απ’ το φεγγάρι. Ησυχία. «Σσσς…» έκανε το ποτάμι που περνούσε δίπλα μας για ν’ ακούσει κι αυτό καλύτερα.
-Λοιπόν Γιοβάνη;
-Λεπόν… αρχίζει ο λασπάς. Λεπόν πο λες αντελφέ μο… Νια βραγκιά –πο λες- ήτανε νύφτα… Έρκομαι στο κωριό. Εεεε εκεί κοντά στου Καρατζάκη το κωράφι έρχεται ταμάμ στο μέση του ντρόμου ένα μαύρο γκαιντούρι. «Γκεια σου, μπάιτσε!» μο λέει. «Γκεια σου!» το λέω. «Έκεις ένα τσιγκάρα;» με λέει. «Α-χα! έκω», το λέω. Κάτεμες –πος λες, αντελφέ μου- κάτεμες, πος λες, -το μαγκάρε και ιμένα- και πίνημε την τσιγκάρε. Άιτα άιτα το τσιγκάρε μου τελεύτι, το ντικό του ντε τελεύει… Ανάβω άλλο… Το ντικό του ντε τελεύει… Ανάβω άλλο… το ντικό του ντε τελεύει… Μπρε, μπρε, μπρεεε… Ύστερα λέπω το μαγκάρε γκελάει… μέσα στο μάτι του. «Αμπρέ!» μο λέει. Ντεν είμαι το φίλο σου το Τραγιάν;» Το λέπω, αντελφέ μο, το λέπω… «Α, ρε!» το λέω. «Α, ρε… πσέφτη!» το λέω. «Το Τραγιάν ήτανε άντρωπο ντεν ήτανε μαγκάρε». –«Πο καλά είναι μαγκάρε»… μο λέει. Και γελάει πάλε μέσα στο μάτι του. «Πάψι ρε!» το λέω. «Έκει στο Παρέμεισο (παράδεισο) μαγκάρε;» «Α-χα α! μο λέει. Το Παράμεισο όλο μαγκάρε είναι. Τα άντρωποι πάνε στο Γκόλαση». –«Μπρε… μπρε… μπρε…» το λέω «κι ισύ τι ντουλειά έκει στο Παράδεισο;» -«Α, εγκώ είναι με μαγκάρε» μο λέει. «Όποιο είναι καλό σο Παράμεισο το κάνουνε μαγκάρε. Ακούς; Τα έρτεις το Παράμεισο τα το κάνιμε μουαμπέτι… παρέα…» -« Τι λες μαρά Τραγιάν…» το λέω. «Και πώς τα το γκίνω μαγκάρε;» -«Άκου» μο λέει. «Μη φάει κρέα. Μη ντώσει κσύλα. Μη πσεματάει.» –«Αντάκσει Τραγιάν…»το λέω. Ἁντάκσει»μο λέει. «Τόκα, τόκα!» « Άι τα σε περιμένω τα κάνιμε μουαμπέτι»μο λέει. –«Τόκα, τόκα».
…Ο Γιοβάνης σταμάτησε. Ρούφηξε με δίψα το τσιγάρο του και ξάπλωσε τ’ ανάσκελα. Ο ουρανός μας πετροβολούσε με χρυσά λιθάρια…»

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Συννεφιάζει






Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Ο κύκλος με την κιμωλία του Άουγκσμπουργκ

(Τον καιρό του Τριακονταετούς Πολέμου, στην πόλη Άουγκσμπουργκ ένας πλούσιος Ελβετός προτεστάντης παντρεύεται μια νέα και αποκτούν ένα αγοράκι. Όταν τα αυτοκρατορικά στρατεύματα επιτίθενται και λεηλατούν την περιοχή, δείχνοντας ιδιαίτερο μένος στους προτεστάντες, σκοτώνουν με φριχτό τρόπο τον κύριο Τσίνγκλι. Η γυναίκα του, έντρομη, το σκάει από την πίσω πόρτα, παρατώντας το μωρό μέσα στην κούνια του. Μια μικρή υπηρέτρια, η Άννα, που βρίσκεται στο σπίτι, κρύβεται καλά, και, όταν οι στρατιώτες φεύγουν, αμφιταλαντεύεται αν πρέπει να πάρει μαζί της το μωρό. Τελικά, η ανθρωπιά της υπερισχύει του φόβου και , έπειτα από μία αποτυχημένη προσπάθεια να έρθει σε επαφή με την κυρία Τσίνγκλι –αφού η μητέρα κρύβεται και απαρνιέται το μικρό-, αποφασίζει να το μεγαλώσει η ίδια σαν δικό της. Παρόλες τις δυσκολίες και διάφορα αλλόκοτα γεγονότα, όπως έναν πλαστό γάμο με έναν ετοιμοθάνατ,ο που τελικά δεν πεθαίνει ώστε να εξασφαλίσει στο παιδάκι οικογένεια, κατορθώνει και επιβιώνει δίχως να του στερεί τίποτα, αλλά κυρίως δίχως να του στερεί την αγάπη.

Είναι τότε που εμφανίζεται η βιολογική μητέρα του αγοριού, το αρπάζει και φεύγει. Η Άννα, η νεαρή υπηρέτρια, που είχε πάει να αγοράσει σιρόπι την ώρα της «απαγωγής», προσπαθεί να μην καταρρεύσει και καταφεύγει σε έναν δικαστή με μια «εντελώς ιδιαίτερη προσωπικότητα», πασίγνωστο για τη «χοντροκοπιά» και την «πολυμάθειά» του.)

-Δεν είναι εξακριβωμένο ποια είναι η πραγματική μητέρα, είπε. Το παιδί είναι για λύπηση. Έχουμε ακούσει συχνά για πατεράδες που αρνούνται την πατρότητά τους οι παλιάνθρωποι, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με δυο γυναίκες που ισχυρίζονται συγχρόνως πως είναι μητέρες του ίδιου παιδιού. Το δικαστήριο τις άκουσε όσο έπρεπε για να βγάλει τα συμπεράσματά του, δηλαδή την κάθε πλευρά από πέντε λεπτά και το δικαστήριο σχημάτισε την πεποίθηση ότι και οι δυο λένε ψέματα. Τώρα όμως, όπως προείπαμε, πρέπει να σκεφτούμε και το παιδί που χρειάζεται οπωσδήποτε μια μάνα. Πρέπει λοιπόν να εξακριβωθεί χωρίς περιττές φλυαρίες ποια είναι η πραγματική μητέρα.
Και με μια άγρια φωνή φώναξε τον κλητήρα και τον πρόσταξε να φέρει μια κιμωλία. Ο κλητήρας πήγε κι έφερε ένα κομμάτι κιμωλία.

-Κάνε με την κιμωλία εκεί κάτω έναν κύκλο τόσο μεγάλο που να χωρούν τρεις άνθρωποι μέσα, είπε ο δικαστής.

Ο κλητήρας γονάτισε και σχημάτισε τον κύκλο.

-Και τώρα φέρε το παιδί, διέταξε ξανά ο δικαστής.

Φέρανε το παιδί στην αίθουσα. Άρχισε πάλι να κλαίει και ήθελε να πάει στην Άννα. Ο γερο-Ντόλλινγκερ δεν έδωσε σημασία στα κλάματα του μικρού, μόνο δυνάμωσε λίγο τον τόνο της φωνής του.

-Αυτή τη δοκιμασία, που θα γίνει εδώ, τη βρήκα σ’ ένα παλιό βιβλίο και θεωρείται πολύ αποτελεσματική! Η βασική ιδέα του κύκλου με την κιμωλία είναι πολύ απλή: Απλώς η πραγματική μητέρα μπορεί μ’ αυτό τον τρόπο να δείξει την αγάπη στο παιδί της. Λοιπόν, η δύναμη αυτής της αγάπης πρέπει να δοκιμαστεί. Κλητήρα, βάλε το παιδί μέσα στον κύκλο.

Ο δικαστής συνέχισε τώρα απευθυνόμενος στην κυρία Τσίνγκλι και την Άννα: Πηγαίνετε κι εσείς μέσα στον κύκλο και πιάστε η καθεμιά από ένα χέρι του παιδιού. Μόλις σας πω «μπρος!» ας προσπαθήσει η καθεμιά από σας να τραβήξει το παιδί έξω απ’ τον κύκλο. Όποια έχει τη μεγαλύτερη αγάπη για το παιδί θα το τραβήξει προς τη μεριά της με μεγαλύτερη δύναμη.

Στην αίθουσα έγινε θόρυβος. Οι θεατές σηκώθηκαν στις μύτες των ποδιών του και άρχισαν να μαλώνουν με τους μπροστινούς τους.

Μόλις όμως οι δυο γυναίκες μπήκανε μέσα στον κύκλο και η καθεμιά έπιασε το ένα χέρι του παιδιού, έγινε νεκρική ησυχία. Το παιδί στεκόταν επίσης σιωπηλό, λες και καταλάβαινε περί τίνος πρόκειται. Το προσωπάκι του που ήταν γεμάτο δάκρυα ήταν στραμμένο προς την Άννα.
Και τότε ο δικαστής φώναξε «εμπρός!»

Με ένα μοναδικό, δυνατό τράβηγμα η κυρία Τσίνγκλι έβγαλε το παιδί από τον κύκλο με την κιμωλία Η Άννα έχοντάς τα χαμένα κοίταζε το παιδί. Από το φόβο της μήπως πάθει τίποτα αν το τραβάγανε και οι δυο συγχρόνως, το άφησε αμέσως.

Ο γερο-δικαστή σηκώθηκε.

-Και έτσι τώρα ξέρουμε, είπε δυνατά, ποια είναι η πραγματική μητέρα. Πάρτε το παιδί μακριά από αυτή την βρομιάρα. Θα μπορούσε με εντελώς κρύα καρδιά να κάνει το παιδί κομμάτια.

Κι αφού ένευσε στην Άννα βγήκε γρήγορα-γρήγορα από την αίθουσα για να πάρει το πρωινό του.

Τις επόμενες βδομάδες λέγανε οι αγρότες της περιοχής, που δεν ήταν καθόλου ανόητοι, ότι, όταν ο δικαστής έδωσε το παιδί στη γυναίκα από το Μέρινγκ, της έκλεισε το μάτι με νόημα.

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ, Ιστορίες, εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη

ΟΥΤΕ ΕΜΕΝΑ, ΜΑΝΟΛΗ

Γράφει η Αρλέτα

Τον συνάντησα αιώνες πριν, ένα σημαδιακό βράδυ, σε φιλικό σπίτι στο Κολωνάκι.
Εντυπωσιακή φιγούρα, λιονταρίσιο κεφάλι.
Μιλούσαν για πολιτική κυρίως, θέμα που δεν κατείχα καθόλου, βαριόμουν, βγήκα στο μπαλκόνι και κοίταζα την πλατεία.
Η επαφή μου με τον «επώνυμο» κόσμο ήταν πολύ πρόσφατη και ήμουν άσχετη με πολιτικο-καλλιτεχνικο-φιλοσοφικές συζητήσεις, έστω και ποτισμένες με καλό κρασί και διανθισμένες με ντελικάτα εδέσματα. Πάντοτε ήμουν όμως καλή ακροάτρια –μου άρεσε να κλέβω τις κουβέντες των «ενηλίκων», η περιέργειά μου πάντα ισχυρότερη από τη συστολή και την ακοινωνησία μου.
Στη σύναξη αυτή με είχε πάει ο μοναδικός ίσως άνθρωπος που μπορώ να πω ότι συμπαθούσα από το χώρο των γνωριμιών που η πολύ πρόσφατη ανάδυσή μου από την ανωνυμία μου είχε ανοίξει.
Η συζήτηση φούντωνε. Ξαναγύρισα στο σαλόνι, ο καβγάς είχε ενδιαφέρον. Έλεγαν ότι τα πράγματα θα ηρεμούσαν, δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει εκτροπή, ο φίλος μου διαφωνούσε –ήταν έγκριτος και έμπειρος δημοσιογράφος-, εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα, μόνο που ανησυχούσα γιατί η λέξη «δικτατορία» ακουγόταν πολύ συχνά.
Ήταν η πρώτη και μια από τις ελάχιστες φορές που συνάντησα το γιατρό-ποιητή. Τότε δεν ήξερα ότι ήταν γιατρός. Ήταν βράδυ, 20 προς 21 Απριλίου 1967. Το χρώμα που μου έμεινε ήταν γκρίζο του ατσαλιού και μαύρο.
Όταν προσπάθησα να τον διαβάσω δεν τα κατάφερα, ήταν πολύ νωρίς για μένα, οι γεύσεις του δεν ήταν εύληπτες για τον αφελή μου ουρανίσκο. Πολλές φορές μου έχει συμβεί –κάτι που δεν μπόρεσα να ταξιδέψω όταν το πρωτοσυνάντησα, να το βρίσκω ανοιχτό αργότερα. Ποτέ δεν εκβίασα την είσοδό μου στα βιβλία, και ειδικότερα στην ποίηση, πάντα όμως επανερχόμουν και κάποια μέρα έβρισκα την πόρτα ανοιχτή και το καράβι στο μουράγιο, και τότε ταξίδευα άφοβα στην φουρτουνιασμένη, συνήθως, θάλασσα του ποιητή.
Ακόμα και το τόσο όμορφο τραγούδι του «Δρόμοι παλιοί», πολύ πρόσφατα το συνάντησα και πολύ το αγάπησα. Ίσως γιατί μου είχε συμβεί πολλές φορές σε πολλούς τόπους και με πολλούς τρόπους να βρίσκω την ασήμαντη παρουσία μου σε κάθε γωνιά. Θα το τραγουδάω όσο κρατάει η λίγη μου φωνή.
http://www.youtube.com/watch?v=Za03X1DsGLY
Θα μου αρκούσε αυτό το τραγούδι-ποίημα, ή μάλλον ποίημα-τραγούδι, για να θεωρήσω το Μανόλη Αναγνωστάκη απόλυτα πετυχημένο και ως ποιητή και ως γιατρό και ως άνθρωπο. Για μένα, όταν κάποιος μπορεί και να αγγίξει την ψυχή σου τόσο βαθιά έστω και μια φορά, είναι δικαιωμένος. Ξέρω, ακούγεται πολύ επιπόλαιο και τελείως υποκειμενικό –και είναι-, αλλά γιατί όχι. Γιατί εγώ, μία εκ γενετής τραγουδίστρια, να πρέπει να χαθώ σε σχοινοτενείς αναλύσεις του έργου του, κάτι που άλλοι είναι σίγουρα πολύ πιο άξιοι να πράξουν. Αν και, ξαναδιαβάζοντάς τον πολύ πρόσφατα, τον είδα πολύ πιο ξεκάθαρα. Τον ταξίδεψα άφοβα, αν και διαφωνώ μαζί του πως «η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους». Εγώ, αθεράπευτα ρομαντική, προτιμώ:

Δημιουργώντας μια ποίηση πάνω από κάθε καταστροφή
Χωρίς να λησμονούμε κάποτε εντελώς τον προορισμό μας.
Αν τώρα πάλι από παντού καμιά ανταπόκριση
Κάτι απροσδόκητα ζήμιωσε, κάτι που δεν το καταλάβαμε καλά
Όμως εμείς, αν θέλετε, είμαστε έτοιμοι ακόμα.

Διαβάζοντας τα ποιήματά του, όπως κάνω σχεδόν πάντα με την ποίηση, αφήνομαι να ξεπεράσω τις λέξεις, ψάχνω επίπεδα αλλού ρηχά, αλλού άπατα, αλλού χάος, σαν ζώο που ταξιδεύει στη θάλασσα. Αυτό που ένιωσα είναι σύνηθες στους κάπως παλαιότερους ποιητές: καλύπτουν το κήτος που ταξιδεύει στο μυαλό τους, είτε για έρωτα είτε για θάνατο πρόκειται, γιατί αυτά τα δύο είναι οι αφορμές τους, με ένα πέπλο πτυχωτό, μια προστατευτική γάζα που το διαγράφει αισθησιακό ημίγυμνο, θέλει να αφήσει να μαντέψεις. Ακόμα και τις σκληρότερες εικόνες και μεταφορές τις τυλίγουν σε μια γάζα που τονίζει ακόμα πιο έντονα το υπέροχο ή το φριχτό. Άλλωστε όλοι έχουν δικαίωμα να ανακαλύπτουν –αυτή είναι η χαρά του αποδέκτη της σοδειάς του ποιητή.
Βρίσκω ότι η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, πολυεπίπεδη και ιδιαίτερα ανθρώπινη, έχει πολλά να δώσει σε όποιον την πλησιάσει όχι σαν επιφανειακός θεατής αλλά σαν δύτης. Τραγουδάει για αυτιά ευαίσθητα, γιατί ο γεννήτοράς της ήξερε τον πόνο και την πείνα και την απόγνωση που κάνουν την ποίηση να αναδύεται σαν μυθικό κήτος και να ξεφυσά στην επιφάνεια τον υγρό της αναστεναγμό.
Εγώ τον ευχαριστώ. Ίσως γιατί κι εμένα με μεγάλωσε ένας γιατρός που τραγουδούσε, να νιώθω το τραγούδι του τόσο βαθιά δικό μου και θεραπευτικό, όπως αρμόζει σ’ ένα γιατρό-ποιητή.

Και προχωρούσαμε στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε.

Ούτε εμένα, Μανόλη.
Ούτε εμένα.

ΥΓ.Τελικά αυτό που μένει είναι το τραγούδι.
Καληνύχτα, γιατρέ-ποιητή.


Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

Γράφει ο Γιώργος Ζεβελάκης

Σε μια ώριμη περίοδο της ζωή του, όταν είχε πια ολοκληρώσει το έργο του, ο Μανόλης Αναγνωστάκης δημοσίευσε την προσωπική ανθολογία Η Χαμηλή φωνή: τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς.
Πριν εκδοθεί σε βιβλίο, το καλοκαίρι του 1988 ηχογράφησε τα ποιήματα στους θαλάμους της ΕΡΤ, με ηχολήπτη τον Δημήτρη Καβακόπουλο. Ήθελε να μεταδοθούν πρώτα ραδιοφωνικώς –και μάλιστα για τους ακροατές ενός περιφεριακού σταθμού, του Ηρακλείου Κρήτης.
Ακούστηκαν τότε είκοσι εκπομπές, δεκαπεντάλεπτες, με εκατόν εβδομήντα ποιήματα, τριάντα δύο ποιητών. Στην εισαγωγική του συνέντευξη είχε υποστηρίξει: «Μου έχει από χρόνια δημιουργηθεί η πεποίθηση, ότι η εκτίμησή μας για την ποιητική μας παράδοση στηρίχθηκε περισσότερο σε ιδεολογικά παρά σε μορφολογικά κριτήρια. Ο λυρικός ποιητής δεν εμπνέεται από ιδέες οποιασδήποτε κατηγορίας. Εγωιστικά, όσο εγωιστικός είναι ο έρωτας, η ατομική στάση απέναντι στη φύση και στις εκφάνσεις της, η προσωπική ζωή και η καθημερινότητα».
Ανάμεσα στους ποιητές που επέλεξε, στον Καρυωτάκη έδειξε ιδιαίτερη προτίμηση, διαβάζοντας είκοσι ποιήματά του. Θεωρούσε ότι διέθετε βαθύτερη ποιητική συνείδηση, είχε την αφοσίωση, το τάξιμο. Δεν αρκέστηκε στο φυσικό δώρο που του δόθηκε, μικρό ή μεγάλο. Αλλά επίμονα, βασανιστικά, «έσκαπτεν ένδον» και έστησε μια ποιητική ταυτότητα άμεσα αναγνωρίσιμη και εντελώς προσωπική. Για τον τρόπο παρουσίασης των ποιημάτων, ο Αναγνωστάκης είχε πει: «Δεν απαγγέλω, δεν ερμηνεύω. Διαβάζω, προσπαθώντας να αποδώσω».

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Η ΛΕΞΗ», Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2005

http://www.youtube.com/watch?v=7HKGNrLugrQ
http://www.youtube.com/watch?v=KbW-L23uc8k





Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.

Στην οδό Αιγύπτου –πρώτη πάροδος δεξιά-
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα
που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επίζησαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες,
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα
παιδιά τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται η Τράπεζα
Συναλλαγών.
-εγώ συναλλάσσομαι εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται-
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
-εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν-
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές

Η Ελλάς των Ελλήνων.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Καλή εβδομάδα

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Ένα παραμύθι για τις δίδυμες Ζάζαρη και Χειμαδίτιδα


Πριν από πολλά πολλά χρόνια, κάπου στους πρόποδες του Βιτσίου, ζούσε ένα έμπορος με τη γυναίκα και τις δυο κόρες του. Ζούσαν ευτυχισμένοι. Αν και ο πατέρας έλειπε συχνά για τις δουλειές του, η μητέρα μεγάλωνε τα κορίτσια με πολύ αγάπη και στοργή. Κάθε φορά που ο πατέρας επέστρεφε από τα μακρινά του ταξίδια έφερνε στα κοριτσάκι του δώρα: φορέματα και τζοβαίρια. Αυτές τα χαίρονταν με τις φίλες τους που τις καλούσαν για να παίξουν όλες μαζί.
Ήρθαν όμως δίσεκτοι καιροί. Η μανούλα τους πέθανε. Κι ο πατέρας, για να μην τις αφήσει μόνες όταν έλειπε στα ταξίδια του, ξαναπαντρεύτηκε. Η μητριά τους όμως τις φερόταν με κακία, τις ζήλευε και τις έβαζε να κάνουν τις πιο βαριές δουλειές. Έκρυβε και κρατούσε γι’ αυτήν τα δώρα του πατέρα τους. Τα κοριτσάκια μέρα με τη μέρα μαράζωναν, γιατί η κακιά μητριά έδιωξε τις φίλες τους που τόσο πολύ αγαπούσαν και τις κρατούσαν συντροφιά. Και μια μέρα λοιπόν τα κοριτσάκια, μέσα στην απελπισία τους, αποφάσισαν να φύγουν και να πάνε στην καλή νεράιδα του δάσους.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο έμπορος επέστρεψε. Η γυναίκα του τον καλοδέχτηκε και ετοίμασε τα πιο νόστιμα φαγητά, μα αυτός ζήτησε να δει πρώτα τις κόρες του. Η μητριά, μη μπορώντας να δικαιολογηθεί, είπε πως κάποια μέρα έφυγαν για το δάσος και δεν ξαναγύρισαν.
Τότε ένιωσε μόνος κι έρημος! Πικραμένος, με δάκρυα στα μάτια, γεμάτος αγωνία, ξεκίνησε για να βρει τις κόρες του. Έφτασε στο δάσος, στο σπίτι της νεράιδας, όπου ευτυχής αντίκρισε τις κόρες του να παίζουν. Τα κοριτσάκια είχαν πια μεγαλώσει, είχαν ομορφύνει τόσο που λάμπανε μες στα ταφτάνια τους.
Επέστρεψαν όλοι μαζί στο σπίτι. Η καρδιά της μητριάς είχε πια μαλακώσει και, με δάκρυα στα μάτια, τους αγκάλιασε όλους.
Έτσι η χαρά και τα γέλια επέστρεψαν στο σπίτι του εμπόρου και ‘ζησαν αυτοί καλά και ‘μεις καλύτερα.

Από το cd-rom έξι λίμνες… τρία παραμύθια
(Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φλώρινας, Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού)

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Το πιο πολύτιμο δώρο

Μια φορά κι έναν καιρό, στα βάθη της Ανατολής ζούσε ένας άνθρωπος ξύπνιος αλλά και τυχερός, που την περνούσε όμως άσχημα –καθότι φουκαράς- και σκεφτόταν τι να κάνει, για να λύσει το πρόβλημά του. Πολύ βασάνισε το μυαλό του, και στο τέλος αποφάσισε ν’ αναφερθεί στον πολυχρονεμένο Πατισάχ, για να ζητήσει την προστασία και βοήθειά του. Κάποιο δώρο όμως έπρεπε να του πάει, κι αυτό, βέβαια, ήταν πρόβλημα μεγάλο. Γιατί τι μπορούσε να προσφέρει ένας φουκαράς στον πολυχρονεμένο Πατισάχ, που ζούσε μέσα στα μυθικά παλάτια, στα χρυσάφια και στα πλούτη; Τι θα μπορούσε να μην έχει ο παντοδύναμος αφέντης, ώστε να τον εντυπωσιάσει και να τον ευχαριστήσει με το δώρο του; Ρώτησε από δω, ρώτησε από κει, έφαγε τον κόσμο, και στο τέλος βρέθηκε κάποιος που του είπε:
-Ξέρεις τι δεν έχει ο Πατισάχ;
-Τι δεν έχει;
-Κρεμμύδια, άνθρωπέ μου.
-Κρεμμύδια δεν έχει ο πολυχρονεμένος μας αφέντης;
-Ούτε έχει ούτε και τα ξέρει. Γιατί οι παλατιανοί του δεν τα καταδέχονται και δεν τα βάζουν στο παλάτι.
Χωρίς άλλες συζητήσεις, φορτώνει ένα κάρο κρεμμύδια ο ερίφης και τραβά για την Πόλη. Ταξιδεύει μέρες και μέρες, και φτάνει επιτέλους στο παλάτι. Παρουσιάζεται στο Σουλτάνο, κάνει δέκα τεμενάδες, κολλά τη μύτη του στο πάτωμα και λέει:
-Πολυχρονεμένε Πατισάχ και αφέντη της ζωής μου, άστρο του μιλετιού και του βιλαετιού, βαλαά, μπιλαά, σου έφερα ένα δώρο, που ούτε το είδες ποτέ σου ούτε το ξέρεις. Να το μαγειρέψεις και να το φας, βιλαί, μπιλαί, και θα σχωρνάς τα πεθαμένα μου!
Ρουφά το ναργιλέ του ο Πατισάχ, χαϊδεύει τα μακριά του γένια και ρωτά:
-Τι είναι, ορέ; Τι δώρο είναι αυτό; Και πώς το λένε;
-Κρεμμύδια, Πατισάχ!
-Και τι θα πει αυτό;
-Φάε και θα το δεις.
Διατάζει ο Πατισάχ να μαγειρέψουν τα κρεμμύδια, τα τρώει και τρελαίνεται.
-Αμάν, μουγκρίζει. Και μασουλά.
-Βάι, βάι, βάι!... Και καταπίνει.
-Αλλάχ, Αλλάχ, τι γλύκα είναι αυτή!...
Και τρώει αχόρταγα, ευχαριστιέται, χαϊδεύει την κοιλιά του και διατάζει:
-Πάρτε από το κάρο του ανθρώπου όλα τα κρεμμύδια, γεμίστε το με χρυσάφι, για ρεγάλο, κι ας πάει πίσω στο χωριό του, στην ευχή του Αλλάχ.
Φορτωμένος με το χρυσάφι και τρισευτυχισμένος, γυρίζει στο χωριό του ο τυχερός και χοροπηδά απ’ τη χαρά του. Τον βλέπει ο αδερφός του –ο άτυχος- αναστατώνεται κι αρχίζει ν’ αναρωτιέται μήπως ο πολυχρονεμένος Πατισάχ, που δεν ήξερε τα κρεμμύδια, δεν ξέρει και τα…σκόρδα. Χωρίς πολλές κουβέντες –για να μη χάνει πολύτιμο καιρό- φορτώνει στα κρυφά ένα κάρο σκόρδα, φτάνει στην Πόλη, παρουσιάζεται στον πολυχρονεμένο Πατισάχ, κάνει είκοσι τεμενάδες, κολλά τη μύτη του στο πάτωμα και λέει για τα σκόρδα του όσα είπε ο αδερφός του για τα κρεμμύδια. Το πολυχρονεμένο άστρο του βιλαετιού –κι αφέντης του μιλετιού- δε δείχνει καθόλου αδιαφορία, παρά δοκιμάζει ένα σκόρδο και τρελαίνεται.
-Αμάν, αμάν! φωνάζει. Τ’ είναι τούτο;!
Τρώει κι άλλο:
-Βάι, βάι, βάι! μουγκρίζει.
Τρώει και τρίτο και τα χάνει απ’ τη νοστιμάδα.
-Μωρέ τούτο εδώ καψουρίζει λιγάκι και φέρνει μεγάλη χαρά στο στόμα και στο στομάχι. Μα το μεγάλο Γιαραμπή, τέτοιο νόστιμο πράμα δεν έφαγα ποτά.
Και ενθουσιασμένος, γυρίζει στους ανθρώπους του:
-Πώς να τον ανταμείψω τούτον τον ευλογημένο; λέει. Τι να του δώσω; Μα τον Αλλάχ, θα του δώσω ό, τι πιο ακριβό έχω μέσα στο παλάτι μου. Πάρτε του γρήγορα όλα τα σκόρδα και φορτώστε στο κάρο του το πιο πολύτιμο πράγμα του παλατιού μου, τα… κρεμμύδια!

ΔΗΜ. ΨΑΘΑΣ


Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Ο Μάρτης και η μάνα του

Τον γνωρίζετε το Μάρτη,
τον τρελό και τον αντάρτη;
Ξημερώνει και βραδιάζει
κι εκατό γνώμες αλλάζει.

Βάζει η μάνα του μπουγάδα,
σχοινί δένει στη λιακάδα,
τα σεντόνια της ν’ απλώσει ,
μια χαρά να τα στεγνώσει.

Να που ο Μάρτης μετανιώνει
και τα σύννεφα μαζώνει
και να μάσει η μάνα τρέχει
τα σεντόνια, γιατί βρέχει!

Να ο ήλιος σε λιγάκι,
φύσηξε το βοριαδάκι,
κι η φτωχή γυναίκα μόνη
τα σεντόνια ξαναπλώνει.

Μια βροντή κι ο ήλιος χάθει
μες στης συννεφιάς τα βάθη,
ρίχνει και χαλάζι τώρα,
ποποπό, τι άγρια μπόρα!

Ως το βράδυ φορές δέκα
άπλωσε η φτωχή γυναίκα
την μπουγάδα, κι όρκο δίνει
Μάρτη να μην ξαναπλύνει.

Ρίτα Μπούμη-Παπά

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Συννεφιάζει...

Δε ρώτησε κανείς μας αν είχαν αφέντες τα περιβόλια. Για μας, ως εκεί που ‘φτανε το μάτι μας και χίλιες φορές πιο πέρα ακόμα, ό, τι φύτρωνε πάνου στη γης κι ό, τι έβλεπε από πάνου ο ήλιος ήτανε δικό μας.
Κι όσο όμορφα ήταν τα δέντρα κι όσο πιο γλυκά τα φρούτα τους, τόσο και πιο δικά μας ήταν.
Μια μέρα όμως μας μάθανε πως δεν ήταν δικά μας και λυπηθήκαμε, -μάνα μου, πόσο λυπηθήκαμε!- η Σίικα κι εγώ! Να πώς το μάθαμε:
Μέναμε σκαρφαλωμένοι απάνου σ’ ένα δέντρο –μουριά ήτανε- διαλέγαμε τα πιο γλυκά μούρα και ταϊζόμασταν. Ήμασταν τόσο ξέγνοιαστοι, που η Σίικα έλεγε κι ένα τραγούδι. Επειδής δε φαινόταν κανένας μεγάλος για να μας ντροπιάσει, την άφηνα να το λέει όσο πιο δυνατά μπορούσε:
Μάικω μι κουπίλε
σάρεντι τσουράπκι
ντλι-ντλι-ντλι-ντλι
ντλι-ντλι-ντλι-ντλι
(Η μανούλα μ’ αγόρασε
κεντητές καλτσούλες)
ντλι-ντλι-ντλι-ντλι
ντλι-ντλι-ντλι-ντλι

Κι εκεί, σαν αράπης του παραμυθιού, να σου ένας άγριος αρματωμένος άνθρωπος.
Η καρδιά μας σπαρτάρισε. Ήταν πολύ άγριος άνθρωπος αυτός ο αρματωμένος. Τόσο άγριος, που λες ο Θεός δεν είχε άλλη δουλειά, κι έκανε αυτόν τον άθρωπο για να τρομάζει τα παιδιά.
Η φωνή του μας θέρισε το κουράγιο μας.
Μας έλεγε να κατεβούμε κι εμείς ανεβαίναμε ψηλότερα για να μη μας φτάσει η ντουφεκιά του.
-Ελάτε, μπρε μαλέτσκα!
Τα μουστάκια του ήταν σαν δαγκάνες.
-Όχι –όχι –όχι .
-Αμπρέ γκιαόλια του γκιαόλου.
Η Σίικα άρχισε να κλαίει. Εδώ ήταν η ώρα να δείξω τι άντρας ήμουνα! Ξεροβήχω και βγάζω το κεφάλι μου από ένα κλαρί.
-Μπάιτσε, του λέω… πέταχ’ το και θα κατεβούμε. Μια φορά εγώ θα κατεβώ.
-Μήηη! φωνάζει η Σίικα. Τα σο ρίξει στο κεφάλι σου τουφεκιά… Ντε τέλω όκι, όκι. Μήηη!
-Έλα μπρε, ντάιμπομ! όλο κι αγριεύει ο άνθρωπος.
Ήταν η ώρα να μπω ξανά στη μέση:
-Μπάρμπα, κοίτα. Άκου. Άσε με να κατέβω να σου πω ένα λόγο κι ύστερις με σκοτώνεις. Θέλω να σου πω όμως πρώτα αυτό το λόγο.
-Α, ιέλα!
Κατέβηκα και άρχισα να του μιλάω. Πιο πολύ κατάπινα παρά μιλούσα.
-Τι θα μας κάνεις; τον ρωτώ.
-Τα σο ντώσω κσύλα!
-Πόσο; Είκοσι ξυλιές; Εκατό ξυλιές;
-Γκιακόσα!
-Πιο λίγο δε γίνεται;
-Όκι!
-Τότε… καλά… -έκανα την πιο μεγάλη μου καταπωσιά… -τότε δώσ’ τες όλες σε μένα.
Έσφιξα τα δόντια, έσκυψα και περίμενα.
-Όκι!... Ιμένα όλα! Ιμένα όλα! φωνάζει η Σίικα και κρέμεται από μια κλάρα. Ήταν τόσο ψηλά που δεν της έκανε καρδιά ν’ αφήσει μπόι και να πηδήξει, ούτε και να ξανασκαρφαλώσει πάλι μπορούσε. Έμενε έτσι με το φουστανάκι της σαν καμπάνα κρεμασμένη στο δοκάρι.
Ο δραγάτης έπιασε το πόδι και το πήγαινε πέρα δώθε, πέρα δώθε, σαν για να σημάνει. Ύστερα τη λυπήθηκε, την έπιασε απ’ τη μέση και την κατέβασε.
Την πήρε έτσι σαν λαμπαδίτσα, την έφερε κοντά μου, μας έβαλε δίπλα κόκκινους κόκκινους και τους δυο… και μας αγριοκοίταξε με τα μάτια του που είχαν μέσα πολύ ασπράδι.
-Μπάιτσε, του λέει η Σίικα με παρακάλιο, μπάιτσε… κι έτρεμε… είσι καλό μπάιτσε ισύ, γκιατί τέλεις να μας πετάνεις με το ντουφέκι σου; Τα σο ντώσω ζαχαράτα… κοίταξε –άνοιξε το μαντίλι της κι έβγαλε μια τελευταία καραμέλα. –Να, μπάιτσε, να… να… φά ‘το… είναι πολύ γλυκό.
Και του την έδωσε.
Τον βλέπαμε κι οι δυο στα μάτια… Βλέπαμε σιγά σιγά το ασπράδι τους να λιγοστεύει, να μένει μαύρο, και τα μουστάκι του να σαλεύουνε… να σαλεύουνε, και να γελάνε, όλος να γελάει… όλα του!
Έβαλε την καραμέλα στο στόμα του, άπλωσε τα χέρια του, μας έτριψε τα κεφάλια χαϊδευτικά, κοίταξε ένα γύρω… Και μέσα στα μάτια του είδαμε όλα τα περβόλια και τα δέντρα δικά μας.
Κι εμείς, από κείνη τη μέρα, τριγυρίζαμε στα περβόλια μας χωρίς τρομάρες και κορφολογούσαμε τα καλύτερα φρούτα.
Η εξοχή όλες αυτές τις φορές γιόρταζε.
Ήμασταν αδερφωμένοι σαν τα φύλλα του ίδιου δέντρου και σαν τις πετρίτσες του ίδιου γιαλού. Τρώγαμε άγουρα βατόμουρα και ξινίζαμε μαζί τα μούτρα. Γρατζουνιότανε ο ένας και κάναμε μαζί και οι δυο «α!» . βουτούσαμε ως το γόνατο μες στ’ αυλάκια, τρέχαμε κάτω απ’ τον ήλιο και κλείναμε μαζί τα μάτια απ’ το φως. Σκουπίζαμε τον ιδρώτα μας με το ίδιο δεξί χέρι της Σίικας. Τρώγαμε φρούτα απ’ το ίδιο μικροκάμωτο μαντιλάκι με την κόκκινη μάρκα του, που ήταν πάντα τόσο ωραίο και πάντα τόσο άπλυτο!
Κι η ζωή ήταν δική μας. η ζωή, που ήταν μικρά μικρά φωτεινά κομματάκια, που άρχιζαν το πρωί και τέλειωναν το βράδυ ήταν δική μας.
Μονάχα το σκολειό ήταν το κακό σύννεφο της Σίικας.
-Να πας πια αύριο στο σκολειό, ναι; -της έλεγα παρακαλεστικά- να πας πια, ναι, Σίικα;
-Όχι! έλεγε πεισμωμένη. Ντε πάω! τα το κάνω πάλε το κατσαμάκι (σκασιαρχείο).
-Μα δε θέλω εγώ, όχι! δεν θέλω γω να κάνεις κατσαμάκια. Εγώ θέλω να παγαίνεις.
-Τότε να το πηγαίνουμε μαζί.
-Έχει κορίτσα και μένα δε με παίρνουνε. Και δεν μπορώ εγώ γιατί μεγάλωσα πια και πρέπει να κάνω δουλειές για να βγάζω ψωμί, να το τρώω.
-Τα παίρνω εγώ κρυφά πσωμί και τα σο φέρνω.
-Δεν μπορούν να γίνουν αυτά, όχι δεν μπορούν, δεν μπορούν, δεν μπορούν!
-Τα το κάνω εγώ! Τα το μπορέσω!
-Μα θέλω κι άλλα, κι άλλα πράματα.
-Τα φέρνω κι άλλα, κι άλλα πράματα.
-Θέλω και σπίτι, και ρούχα, και παπούτσια, και βιβλία.
Εκεί η φόρα της Σίικας κοβότανε. Πού θα τα ‘βρισκε τόσα πολλά και τόσο δυσεύρετα πράματα; Εδώ δεν ήταν κορόμηλα. Ούτε ζαχαρωτά. Εδώ παπούτσια τα λέγαν αυτά. Ρούχα τα λέγανε… Για να τα πάρεις δε σου φτάνανε ούτε δυο φούχτες γρόσια.
-Ντε μπορώ, ε;
Κι εκεί ξέσπαζε:
-Να κι εγώ γκιατί ντε πάω! να γκιατί ντε πάω, έλεγε με θυμωμένο παράπονο και ξαλάφρωνε.
Και να που σήμερα ήρθε η ώρα για το μεγάλο φευγιό: Τα τούβλα.
-Πρέπει να ξέρεις, Σίικα, πως εκεί γίνεσαι πλούσιος. Σπουδαία δουλειά! Πας κουρελής κι έρχεσαι πίσω αφέντης. Ώσπου να λιώσεις ένα ζευγάρι παπούτσια θα ‘χω γίνει πλούσιος.
Έσκυψε. Είδε τα παπούτσια της πολύ καινούρια κι έπεσε σε μεγάλη χολόσκαση. Γρήγορα όμως της κατέβηκε μια καλή ιδέα και παρηγορήθηκε. Από αύριο θα ‘παιζε ολημέρα «τσουλήθρα» στο Κιουπρί για να τα λιώσει γληγορότερα.
Δεν πρόφτασε όμως να χαρεί την παρηγοριά της. Θυμήθηκε που είχε ακούσει πως λασπάς ήταν ο πιο νηστικός κι ο πιο κουρελής άνθρωπος του κόσμου. Και να, εκεί που ήμουνα έτοιμος εγώ να πάρω ένα σφύριγμα για τη νίκη μου…
-Καλά, μου λέει. Καλά, τα το έβρω ένα μακαίρι…
-Τι το θέλεις πάλι το μαχαίρι;
-Για να το πετάνω το λαιμό μου…
Και τότε πια εγώ τι να ‘κανα; Το ‘ριξα στην πολιτική. Έβηξα και το ξεστόμισα το μεγάλο ψέμα:
-Άμα φύγω; Ε να, κι εγώ, δε φεύγω! Αν θέλεις μάλιστα να ξέρεις ούτε και είχα καθόλου σκοπό να φύγω. Έτσι για να σε δοκιμάσω το ‘λεγα.
-Α, έτσι; Τότε καλά…
Ευχαριστήθηκε καλά καλά… με καληνύχτισε, και πήγε στο σπίτι πριν πιάσει τη μάνα της η βραδινή φουρτούνα.
Καληνύχτισα κι εγώ και πήγα στο σπίτι μου πριν με πιάσει το βραδινό παράπονο…

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Η πόλη των πηγαδιών


Εκείνη την πόλη δεν την κατοικούσαν άνθρωποι, όπως όλες τις άλλες πόλεις του πλανήτη.
Σ’ εκείνη την πόλη κατοικούσαν πηγάδια. Πηγάδια ζωντανά… αλλά πηγάδια.
Τα πηγάδια διέφεραν μεταξύ τους όχι μόνο ως προς τον τόπο όπου είχαν ανοιχτεί, αλλά και ως προς το στόμιο (το άνοιγμα που τα συνέδεε με τον εξωτερικό κόσμο).
Υπήρχαν πηγάδια ευκατάστατα και πολυτελή, με στόμιο από μάρμαρο και όμορφα μέταλλα, πηγάδια ταπεινά από τούβλα και ξύλο, κι άλλα πιο φτωχά, απλές γυμνές τρύπες που ανοίγονταν στη γη.
Η επικοινωνία μεταξύ των κατοίκων της πόλης γινόταν από στόμιο σε στόμιο, και οι ειδήσεις έφταναν γρήγορα απ’ άκρη σ’ άκρη.
Μια μέρα, έφτασε στην πόλη μια «μόδα» που μάλλον είχε γεννηθεί σε κάποιο ανθρώπινο χωριό.
Η νέα ιδέα ήταν ότι κάθε ζωντανό όν που εκτιμούσε τον εαυτό του θα έπρεπε να φροντίζει πολύ περισσότερο το εσωτερικό παρά το εξωτερικό. Το σημαντικό δεν ήταν η επιφάνεια, αλλά το περιεχόμενο.
Έτσι έγινε, και τα πηγάδια άρχισαν να γεμίζουν με αντικείμενα.
Μερικά γέμισαν με κοσμήματα, χρυσά νομίσματα και πολύτιμες πέτρες. Άλλα, πιο πρακτικά, γέμισαν με ηλεκτρικές συσκευές και μηχανές. Μερικά άλλα επέλεξαν την τέχνη και γέμισαν με πίνακες ζωγραφικής, πιάνα με ουρά και εξεζητημένα μεταμοντέρνα γλυπτά. Τέλος, τα διανοούμενα γέμισαν με βιβλία, ιδεολογικά μανιφέστα και εξειδικευμένα περιοδικά.
Πέρασε ο καιρός.
Τα περισσότερα πηγάδια γέμισαν σε τέτοιο σημείο, ώστε τίποτ’ άλλο δεν χωρούσε.
Τα πηγάδια δεν ήταν όλα ίδια, οπότε κάποια συμβιβάστηκαν, ενώ άλλα σκέφτηκαν πως έπρεπε να κάνουν κάτι για να συνεχίσουν να συσσωρεύουν πράγματα στο εσωτερικό τους…
Ένα απ’ αυτά έκανε την αρχή. Αντί να συμπιέζει το περιεχόμενο, σκέφτηκε να αυξήσει τη χωρητικότητά του διευρύνοντας το χώρο του.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, κι άρχισαν και τα υπόλοιπα να μιμούνται την καινούρια ιδέα. Όλα τα πηγάδια δαπανούσαν μεγάλο μέρος της ενέργειάς τους για να επεκταθούν και ν’ αποκτήσουν περισσότερο χώρο στο εσωτερικό τους. Ένα πηγάδι, μικρό κι απόκεντρο, άρχισε να βλέπει τους συντρόφους του να επεκτείνονται χωρίς μέτρο. Σκέφτηκε ότι αν συνέχιζαν να διευρύνονται με αυτόν τον τρόπο, σύντομα θα μπέρδευαν τα όριά τους και το κάθε ένα θα έχανε την ταυτότητά του…

Ίσως, ξεκινώντας από αυτήν την ιδέα, σκέφτηκε ότι ένας διαφορετικός τρόπος για να αυξήσει τη χωρητικότητά του ήταν να μεγαλώσει όχι φαρδαίνοντας, αλλά βαθαίνοντας. Να επεκταθεί σε βάθος αντί για πλάτος. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι όλα όσα είχε στο εσωτερικό του έκαναν αδύνατη την εργασία της εκβάθυνσης. Αν ήθελε να γίνει πιο βαθύ, όφειλε να ξεφορτωθεί ολόκληρο το περιεχόμενό του…
Στην αρχή, το κενό το τρόμαξε. Αλλά αργότερα, όταν είδε ότι δεν είχε άλλη επιλογή, το έκανε.
Χωρίς τίποτα στην κατοχή του, το πηγάδι άρχισε να βαθαίνει, ενώ τα υπόλοιπα άρπαζαν τα αντικείμενα που είχε πετάξει…
Μια μέρα, κάτι ξάφνιασε το πηγάδι που μεγάλωνε προς τα κάτω. Κάτω, πολύ κάτω, πολύ στο βάθος… βρήκε νερό!
Ποτέ πριν άλλο πηγάδι δεν είχε ξαναβρεί νερό.
Το πηγάδι ξεπέρασε την έκπληξή του κι άρχισε να παίζει με το νερό καταβρέχοντας τα τοιχώματά του, πιτσιλώντας το στόμιό του και, τέλος, βγάζοντας το νερό προς τα έξω.
Η πόλη δεν είχε ποτέ βραχεί από τίποτ’ άλλο πέρα από τη βροχή η οποία, εκ των πραγμάτων, ήταν αρκετά σπάνια. Έτσι, η γη τριγύρω απ’ το πηγάδι, αναζωογονημένη από το νερό, άρχισε να ξυπνά.
Οι σπόροι βλάστησαν παίρνοντας τη μορφή χλόης, τριφυλλιών, λουλουδιών και αδύναμων κορμών που μετατράπηκαν αργότερα σε δέντρα…
Μια έκρηξη χρωμάτων και ζωής απλώθηκε γύρω από το απομακρυσμένο πηγάδι, το οποίο άρχισαν να το αποκαλούν: «το Περιβόλι».
Όλοι το ρωτούσαν πως είχε καταφέρει το θαύμα.
«Δεν είναι κανένα θαύμα» απαντούσε το Περιβόλι. «Πρέπει να σκάψεις στο εσωτερικό, προς τα μέσα».
Πολλοί θέλησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του Περιβολιού, αλλά αποδοκίμασαν την ιδέα όταν συνειδητοποίησαν ότι, για να βαθύνουν, θα έπρεπε πρώτα να αδειάσουν. Συνέχισαν να διευρύνονται όλο και πιο πολύ, για να γεμίσουν με περισσότερα ακόμη πράγματα…
Στην άλλη άκρη της πόλης, ένα άλλο πηγάδι αποφάσισε κι αυτό να πάρει το ρίσκο να αδειάσει…
Κι άρχισε κι αυτό να βαθαίνει…
Κι έφτασε κι αυτό το νερό…
Και το έριξε κι αυτό προς τα έξω δημιουργώντας μια δεύτερη όαση στο χωριό…
«Τι θα κάνεις όταν θα τελειώσει το νερό;» το ρωτούσαν.
«Δεν ξέρω τι θα συμβεί» απαντούσε. «Αλλά, προς το παρόν, όσο περισσότερο νερό βγάζω, τόσο περισσότερο νερό βρίσκω».
Πέρασαν μερικοί μήνες μέχρι την ανακάλυψη.
Μια μέρα, σχεδόν κατά τύχη, το δύο πηγάδια κατάλαβαν ότι το νερό που είχαν βρει στο βάθος τους ήταν το ίδιο…
Ότι το ίδιο υπόγειο ποτάμι περνούσε από το ένα, γέμιζε το βάθος του άλλου.
Κατάλαβαν ότι ξεκινούσε γι’ αυτά μια καινούρια ζωή.
Όχι μόνο μπορούσαν να επικοινωνούν από στόμιο σε στόμιο, επιφανειακά, όπως όλοι οι άλλοι, αλλά η αναζήτησή τους , τους είχε προσφέρει ένα νέο και μυστικό σημείο επαφής.

Είχαν ανακαλύψει τη βαθιά επικοινωνία που πετυχαίνουν μόνον εκείνοι που έχουν το θάρρος να αδειάσουν από κάθε περιεχόμενο και να ψάξουν στο βάθος της ύπαρξής τους για να βρουν τι έχουν να δώσουν…

ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ, Ιστορίες να σκεφτείς, εκδόσεις Opera

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

ΘΑ ΕΠΙΤΕΘΩ

Στο διάολο τα επιδοτούμενα σεμινάρια και οι μικρές
αγγελίες των Νέων.
Θα βάψω κίτρινο το μαλλί και θα επιτεθώ
με τη γόβα στιλέτο μου
θα γίνω κυρία υπουργού
πρωθυπουργού.
Θα την ξεθάψω εγώ την πουτανιά μου.
Η μάνα μου με γέννησε ποιήτρια.

Μαρία Ρήγα-Πανουτσοπούλου

: ) : ) Καλή εβδομάδα!

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

Το ραντεβού της Κυριακής

Οι Κυριακές είναι συνήθως ημέρες μαγικές. Κι εγώ, από μικρή έχοντας υποψιαστεί τις τρομαχτικές τους αυτές ιδιότητες, έπαιρνα πάντοτε τα μέτρα μου: πατζούρια και τζάμια ερμητικά κλειστά, αθόρυβες κινήσεις, και το τηλέφωνο καλού-κακού κατεβασμένο. Έτρεμα, βλέπεις, μη μ’ ανακαλύψει το θαύμα –δεν ήμουν για κάτι τέτοιο προορισμένη, κι οι προσδοκίες μου άλλωστε ήταν τόσο μα τόσο ευτελείς. Όπως και να ‘χει μέσα στο σπίτι ένιωθα προστατευμένη, τρύπωνα κάτω απ΄ το κρεβάτι και με τ’ αυτί κολλημένο στο ξύλινο πάτωμα άκουγα τις σανίδες να τρίζουν, μέχρι που βράδιαζε. Από το σούρουπο και μέχρι να ξημερώσει τ’ άλλο πρωί, σταματούσα και ν’ αναπνέω: τώρα, σκεφτόμουν, τώρα θα προσπαθήσουν να με πιάσουν απροετοίμαστη. Έτσι περίπου την έβγαζα καθαρή χρόνια και χρόνια, τη μία Κυριακή μετά την άλλη, κι είχα αρχίσει σχεδόν να αισθάνομαι μια κάποιον ασφάλεια, ίσως τελικά να τα παρατήσουν με την πάρτη μου, έλεγα, τόσο ανεπίδεκτη αφού αποδείχτηκα οποιασδήποτε σωτηρίας. Η παγίδα, ωστόσο, ήταν καλοστημένη’ από μιάν ελάχιστη τρυπούλα στον τοίχο σερνόταν, βδομάδα τη βδομάδα μικρά μικρά κομματάκια το θαύμα καταλαμβάνοντας όλο και περισσότερο ζωτικό χώρο. Αφελής όντας, δεν μπόρεσα αρχικά να εξηγήσω την αιτία της ανησυχίας μου –κι ας είχε γεμίσει το πάτωμα χαραγματιές. Όταν επιτέλους κατάλαβα, την τελευταία εκείνη Κυριακή, ήταν πια πολύ αργά’ μάταια εντελώς κάρφωσα σανίδες στα παράθυρα, το θαύμα είχε εισχωρήσει θριαμβευτικά στο διαμέρισμα κι εγώ, απροστάτευτη όσο κι απελπισμένη, μπορούσα μονάχα να συνθηκολογήσω. Πειθήνια λούστηκα, φόρεσα το κραγιόν μου, το καλό μου λευκό φουστάνι και, με την ήρεμη παραίτηση των οριστικά ηττημένων, κάθισα στην κουζίνα περιμένοντας το τηλεφώνημα. Παράξενο, το πώς αυτές τις τελευταίες στιγμές με είχε εγκαταλείψει ο πανικός’ μονάχα μια βαθιά κουρασμένη θλίψη μπορούσα να αισθανθώ, και μιαν αόριστη μελαγχολία στη σκέψη της ζωής που, σύντομα, αμετάκλητα θα έχανα. Δέκα λεπτά περίπου αργότερα, το κουδούνισμα αντήχησε στο χωλ, ανίκανο ακόμη και να μ’ ανατριχιάσει, τόσο προβλέψιμο που ήταν. Και, αλίμονο, η άγνωστη φωνή στο ακουστικό μου ήταν κιόλας τόσο οικεία –όσο για το σύντομο μήνυμα, αυτό πια το γνώριζα από πριν με βεβαιότητα στις πέντε το απόγευμα θα με περίμενες στην πλατεία, μπροστά ακριβώς απ’ το καινούριο ζαχαροπλαστείο, για την πρώτη μας συνάντηση.

ΧΡΥΣΗ ΚΑΡΠΑΘΙΩΤΑΚΗ, Ιστορίες μιας εβδομάδας, περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 38, Αθήνα, Ιούνιος 2005.