Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

10 για την Ποίηση

«…όταν λέω φωνή εννοώ ποίημα».
F.G.LORCA

1.
-Δεν είναι που υπάρχουν τα πράγματα έτσι που υπάρχουν, αλλά που μπορούν να υπάρχουν και αλλιώς χάρη στους ποιητές.

-Είναι οι ποιητές που μπορούν να προτείνουν και να ιδρύσουν μιάν άλλη πραγματικότητα.

-Η Ποίηση, αν μη τι άλλο, θέλει να ωθήσει τη γλώσσα να βγει από τ’ αδιέξοδά της.

-Η γλώσσα μας δόθηκε για να της φερόμαστε ερωτικά μέσω της Ποίησης (όχι αναγκαστικά έμμετρης, ούτε αναγκαστικά στιχοποιημένης). Έρωτας με κανόνες δεν γίνεται. Είναι αποτυχία.

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ-Βραχέα και μακρά, εκδόσεις Άγρα


2.

«Αντιλαμβάνομαι την Ποίηση σαν μια πηγή αθωότητας γεμάτης από επαναστατικές δυνάμεις, που αποστολή μου είναι να τις κατευθύνω επάνω σ’ έναν κόσμο απαράδεκτο για τη συνείδησή μου’ ελπίζοντας, μέσ’ από συνεχείς μεταμορφώσεις, να τον κάνω πιο σύμφωνο με τα όνειρά μου.
Μιλώ για μια σύγχρονου τύπου μαγεία, που ο μηχανισμός της τείνει κι εκείνος στην αποκάλυψη της βαθύτερης μας πραγματικότητας. Πιστεύω γι’ αυτό στις αισθήσεις, που τις κινητοποιώ ως προς μιάν αδοκίμαστη έως και σήμερα κατεύθυνση, αποβλέποντας σε μιάν Ελευθερία που να είναι αντίθετη προς όλες τις Εξουσίες και σε μια Δικαιοσύνη που να ταυτίζεται με το απόλυτο φως.
Είμαι ένας ειδωλολάτρης που του έτυχε ν’ αγγίξει από το άλλο μέρος, άθελά του, τη χριστιανικήν αγιότητα.»

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ-Ο Έρωτας και η Ποίηση αξεχώριστα



3.
Μελοποιημένη Ποίηση (Λαπαθιώτης-Στη φυλακή-αγαπημένο…):

http://www.youtube.com/watch?v=9iukS1zZpWU



4.
Αυτά, μέσα από την Απλότητά τους, είναι για μένα τα Απόλυτα Ερωτικά Ποιητικά Λόγια:

Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας
III
Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.
Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις, αγόρι μου;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινοέφερνα το παιδικό κοντύλι
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήταν που αργούσες ακόμα
όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήταν γιατί μου λείπανε τα μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα
δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στον κόσμο ήταν η καρδιά σου που
χτυπούσε.
Έτσι έζησα. Πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά –θυμάσαι;- μου άπλωσες τα χέρια
σου τόσο τρυφερά
σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου,
αγαπημένη μου.
Θυμάσαι, αγάπη μου, «την πρώτη μεγάλη μέρα μας»;
Σου πήγαινε αυτό το κίτρινο φόρεμα
έν’ απλό φτηνό φόρεμα, μα ήταν τόσο όμορφα κίτρινο.
Οι τσέπες του κεντημένες με μεγάλα καφετιά λουλούδια.
Σου πήγαινε στο πρόσωπό σου ο ήλιος
σου πήγαινε στην άκρη του δρόμου αυτό το τριανταφυλλένιο σύννεφο
κι αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή –σου πήγαινε.
[…]
Τα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μια νύχτα, στο στόμα σου ανασαίνει
ολάκερη η άνοιξη
Στα χέρια σου για πάντοτε ακούμπησα την καρδιά μου.
Τα μάτια σου
α, τι να πω, αγάπη μου, για τα μάτια σου
όταν τα μάτια σου είναι όμορφα σαν όλα μαζί του κόσμου
τα τραγούδια
όταν είναι μεγάλα τα μάτια σου σαν την πιο μεγάλη ελπίδα.
Τα μάτια σου.
Όταν χαμογελούσες ένα περιστέρι διάβαινε στη βραδιασμένη κάμαρα
ένα σύννεφο χρυσό ταξίδευε στον ουρανό όταν χαμογελούσες.
Όταν χαμογελούσες ξεχνούσα τη στέγη που έσταζε, ξεχνούσα
το τρύπιο πάτωμα
έλεγα κιόλας, να, μεσ’ από τις τρύπες του
όπου να ‘ναι θα φυτρώσουνε μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα.
Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου τότε
που μου χαμογελούσες.
Θυμάσαι κείνη τη νύχτα που κοιτάζαμε ώρες τον ουρανό
σ’ ένιωθα μέσα στα χέρια μου να τρέμεις.
«Αστέρια μου, είπα, κάντε την αγάπη μας λαμπερή
κάντε την αγαπημένη μου χαρούμενη.
Αστέρια μου, καλά μου αστέρια, κάντε εγώ κι εκείνη να πεθάνουμε
μαζί».
Κι έτσι αυτήν τη νύχτα
είχαμε στη μέση των άστρων για πάντοτε παντρευτεί.
Α, θα ‘θελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου, της μητέρας σου
τα γόνατα που σε γεννήσανε για μένα
να φιλήσω όλες τις καρέκλες που ακούμπησες περνώντας με
το φόρεμά σου
να κρύψω σα φυλαχτό στον κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι
απ’ το σεντόνι που κοιμήθηκες.
Θα μπορούσα ακόμα και να χαμογελάσω
στον άντρα που σ’ έχει δει γυμνή πριν από μένα
να του χαμογελάσω, που του δόθηκε μια τόσο ατέλειωτη ευτυχία.
Γιατί εγώ, αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι πιο πολύ απ’ τον έρωτα
εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα, τα δάκρυα και πάλι
την ελπίδα.
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.
Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.
Καθώς γδυνόσουν θρόιζαν τα φύλλα ενός δάσους μακρινού
ο ουρανός ξαστέρωνε μονομιάς καθώς γδυνόσουνα.
IV
[…]
Ναι, αγαπημένη μου,
εμείς γι’ αυτά τα λίγα κι απλά πράματα πολεμάμε
για να μπορούμε να ‘χουμε μια πόρτα, έν’ άστρο, ένα σκαμνί
ένα χαρούμενο δρόμο το πρωί
ένα ήρεμο ήσυχο όνειρο το βράδυ.
Για να ‘χουμε έναν έρωτα να μη μας τον λερώνουν
ένα τραγούδι που να μπορούμε να το τραγουδάμε.
Όμως αυτοί σπάνε τις πόρτες μας
πατάνε πάνω στον έρωτά μας.
Πριν πούμε το τραγούδι μας
μας σκοτώνουν.
Μας φοβούνται και μας σκοτώνουν.
Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε
φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε
φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι
του παιδιού μας.
φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν να αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά
και να μοχτούνε τόσο αντρίκεια
φοβούνται τα λόγια που λέμε οι δυο μας με φωνή χαμηλωμένη
φοβούνται τα λόγια που θα λέμε αύριο όλοι μαζί
μας φοβούνται, αγάπη μου, και όταν μας σκοτώνουν
νεκρούς μας φοβούνται πιο πολύ.
V
Θα ‘θελα να φωνάξω τ’ όνομά σου, αγάπη μου, μ’ όλη μου τη δύναμη.
Να τ’ ακούσουν οι χτίστες απ’ τις σκαλωσιές και να φιλιούνται
με τον ήλιο
να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές και ν’ ανασαίνουν όλα
τα τριαντάφυλλα
να τ’ ακούσει η άνοιξη και να ‘ρχεται πιο γρήγορα
να το μάθουν τα παιδιά για να μην φοβούνται το σκοτάδι,
να τ’ ακούσουν οι πρωτεύουσες του κόσμου και να το ξαναπούνε
μ’ όλες τις καμπάνες τους
να το κουβεντιάζουνε τα βράδια οι πλύστρες χαϊδεύοντας τα πρησμένα
χέρια τους.
Να το φωνάξω τόσο δυνατά
που να μην ξανακοιμηθεί κανέναν όνειρο στον κόσμο
καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.
Να τ’ ακούσει ο χρόνος και να μη σ’ αγγίξει, αγάπη μου, ποτέ.
[…]
Και ξαφνικά, αγαπημένη μου,
είναι σάμπως να μη χωρίσουμε ποτέ.
Ποιος θα μπορούσε εμάς τους δυο να μας χωρίσει!
Εμείς και μ’ όλη τούτη τη μεγάλη θάλασσα ανάμεσά μας είμαστε κοντά
έτσι λίγο να κάνω, και πάνω απ’ όλη αυτήν τη θάλασσα
θ’ αγγίξω τα μαλλιά σου. Θα βρω το στόμα σου.
Εμείς είναι σα να ‘μαστε μπροστά σ’ έν’ ανοιχτό παράθυρο
στο σπιτικό μας, ένα φεγγερό πρωινό του Μάη.
Σε περιμένω παντού
Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,
μη χάσεις το θάρρος σου.
Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου είναι να ‘χει καρδιά.
Μα η πιο μεγάλη ακόμα είναι όταν χρειάζεται
να παραμερίζει την καρδιά του.
Την αγάπη μας αύριο θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία
πλάι στα ονόματα των άστρων και τα καθήκοντα των συντρόφων.
Θα θυμάμαι πάντα τα φιλιά σου που κελαηδούσαν σαν πουλιά
θα θυμάμαι τα μάτια σου, τα φλογερά και μεγάλα
σα δυο νύχτες έρωτα μες στον εμφύλιο πόλεμο.
Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα
εγώ θα προτιμούσα μια στιγμή πλάι σου.
Θα θυμάμαι πάντα που μ’ αγκάλιαζες και μ’ έριχνες πάνω
απ’ το τρυφερό σου στόμα
κι ο έρωτάς μας βούιζε σαν τα πανιά ενός μεγάλου καραβιού.
Α! ναι, ξέχασα να σου πω πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα
γιατί σ’ αγαπώ.
[…]
Κλείσε το σπίτι
δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί
και προχώρα.
Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οχτώ
εκεί όπου κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων
σ’ όποιο μέρος της γης
σ’ όποια ώρα
εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι για έναν καινούριο
κόσμο.
Εκεί –
θα σε περιμένω.
Έρωτας
Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.



5.

Λατρεμένος Λουντέμης(ξανά):

http://www.youtube.com/watch?v=F7HfnvICGTA


6.
Το δικό μου (Για τους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης,6-7 χρόνια πριν):

Η Ποίησις, το καταφύγιο που φθονούμε

…Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.
Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


Και πάλι καταφύγιο
σε σένα
αναζητώ.

Μόνη μου παρηγόρια
κι αδιέξοδο κι απόψε.
Κι αύριο.
Και χθες.

Κάθε φορά που το μυαλό μου
στ’ Άπειρο με ταξιδεύει.

Κάπου εκεί στο Tίποτα σε συναντώ.

Σ’ ανακαλύπτω μέσα μου.

Σε διώχνω.

Σε μισώ.

Και όταν ξανασυναντιόμαστε στο Πουθενά,
την ώρα της πιο δεινής Απελπισίας,
σε αγκαλιάζω επιθετικά,
απεγνωσμένα,
σε αρπάζω, να με σώσεις σου ζητώ,
να με λυτρώσεις…

«…Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε»,
Κώστα, ναι…
ΓΙΩΤΑ ΚΟΤΣΑΥΤΗ

7.
Με ποιητική (και ταξιδιάρικη)διάθεση:
http://www.youtube.com/watch?v=8lUo6AqPUf0

8.
Ένα υπέροχο παιδικό Ποίημα:
Η ΚΑΡΑΜΕΛΟΧΩΡΑ
Σε μια καραμελοχώρα,
καλή ώρα σαν και τώρα,
καραμέλες είναι όλα,
το φαΐ κι η κατσαρόλα.
Καραμέλα κάθε σπίτι,
καραμέλα κάθε μύτη,
καραμέλα ο υπουργός,
καραμέλα ο στρατηγός.
Σε μια καραμελοχώρα,
καλή ώρα σαν και τώρα,
καραμέλες είναι όλα,
το φαΐ κι η κατσαρόλα.
Καραμέλες και τα βόλια,
καραμέλες τα περβόλια,
μόνο ο βασιλιάς σε μας
είναι ένας λουκουμάς!

9.
Οι τρεις φωνές της Ποίησης

Η πρώτη φωνή είναι του ποιητή που μιλάει στον εαυτό του –ή και σε κανέναν. Η δεύτερη, η φωνή του ποιητή που απευθύνεται σ’ ένα κοινό, είτε μεγάλο είτε μικρό. Η τρίτη είναι η φωνή του ποιητή όταν προσπαθεί να δημιουργήσει ένα δραματικό χαρακτήρα που να μιλάει με στίχο’ όταν λέει, όχι ό, τι θα ‘λεγε μιλώντας ο ίδιος, αλλά μόνο ό, τι μπορεί να πει μέσα στα όρια ενός φανταστικού χαρακτήρα που απευθύνεται σ’ έναν άλλο φανταστικό χαρακτήρα. Η διάκριση ανάμεσα στον ποιητή που μιλάει στον εαυτό του και στον ποιητή που μιλάει σ’ άλλους ανθρώπους, δείχνει το πρόβλημα της ποιητικής επικοινωνίας’ η διάκριση ανάμεσα στον ποιητή που απευθύνεται σ’ άλλους ανθρώπους, είτε με τη δικιά του είτε με μια υποθετική φωνή, και στον ποιητή που επινοεί μια γλώσσα με την οποία οι φανταστικοί χαρακτήρες απευθύνονται ο ένας στον άλλο, φανερώνει το πρόβλημα της διαφοράς ανάμεσα στον δραματικό, ημιδραματικό, και μη δραματικό στίχο.
Τ.Σ.ΕΛΙΟΤ-Επτά δοκίμια για την ποίηση, εκδόσεις γράμματα


10.
Για κλείσιμο Το Ηλιαχτιδοποίημα (το έχω κατοχυρώσει!):

Μυστικός δείπνος

Απόψε να ρθεις κι εσύ. Ετοιμάζω μυστικό δείπνο.
Έστρωσα το τραπέζι της γης κι άνοιξα τα παράθυρα
να δούνε το φως να πλησιάσουνε όλα,
ν΄ αχτιδίζουν τ΄ αστέρια στα πρόσωπα και τα χέρια
των καλεσμένων μου, να πηδούν στα ποτήρια.
Έβαλα την ψυχή μου σε σταμνιά πήλινα, σε κανάτια.
Μυρίζει κέδρο το κρασί κι είναι σαν πασχαλιά το χρώμα του.
Στην υγειά μας, αδέρφια!
Έχω καλέσει τα παιδιά των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ.
Έστειλα στον Παντίτ Νεχρού μιαν αμαξοστοιχία λουλούδια
να μου τα στείλει στολισμένα. Κι έστειλα μήνυμα
στο Μάο Τσε Τουνγκ, να τους δώσει,
να φέρουν μαζί τους σα νιφάδες χιονιού
δυο χιλιάδες κινέζικα τραγουδάκια.
Στον Πικάσσο να μετρήσει πόσες χιλιάδες
περιστέρια περίπου έχει αζωγράφιστα μες στην ψυχή του.
Να μου τα στείλει όπως είναι να στολίσω τους ώμους
και τα χέρια των καλεσμένων μου.
Βγήκε τρέχοντας, φεύγει ο Χριστός΄ πάει να φέρει
μια αγκαλιά λεμονάνθια να βάλει στα βάζα μου.
Η μητέρα μου ζύμωσε στη μεγάλη μας σκάφη
μαύρο ψωμί με γλυκάνισο και σουσάμι.
Τα παιδιά ξεκινήσανε. Σχηματίσανε κιόλας
πάνω στη γη
τον ποταμό
γαλαξία.
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ-21 ΜΑΡΤΙΟΥ 2013











Δεν υπάρχουν σχόλια: