Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

Το ραντεβού της Κυριακής

Οι Κυριακές είναι συνήθως ημέρες μαγικές. Κι εγώ, από μικρή έχοντας υποψιαστεί τις τρομαχτικές τους αυτές ιδιότητες, έπαιρνα πάντοτε τα μέτρα μου: πατζούρια και τζάμια ερμητικά κλειστά, αθόρυβες κινήσεις, και το τηλέφωνο καλού-κακού κατεβασμένο. Έτρεμα, βλέπεις, μη μ’ ανακαλύψει το θαύμα –δεν ήμουν για κάτι τέτοιο προορισμένη, κι οι προσδοκίες μου άλλωστε ήταν τόσο μα τόσο ευτελείς. Όπως και να ‘χει μέσα στο σπίτι ένιωθα προστατευμένη, τρύπωνα κάτω απ΄ το κρεβάτι και με τ’ αυτί κολλημένο στο ξύλινο πάτωμα άκουγα τις σανίδες να τρίζουν, μέχρι που βράδιαζε. Από το σούρουπο και μέχρι να ξημερώσει τ’ άλλο πρωί, σταματούσα και ν’ αναπνέω: τώρα, σκεφτόμουν, τώρα θα προσπαθήσουν να με πιάσουν απροετοίμαστη. Έτσι περίπου την έβγαζα καθαρή χρόνια και χρόνια, τη μία Κυριακή μετά την άλλη, κι είχα αρχίσει σχεδόν να αισθάνομαι μια κάποιον ασφάλεια, ίσως τελικά να τα παρατήσουν με την πάρτη μου, έλεγα, τόσο ανεπίδεκτη αφού αποδείχτηκα οποιασδήποτε σωτηρίας. Η παγίδα, ωστόσο, ήταν καλοστημένη’ από μιάν ελάχιστη τρυπούλα στον τοίχο σερνόταν, βδομάδα τη βδομάδα μικρά μικρά κομματάκια το θαύμα καταλαμβάνοντας όλο και περισσότερο ζωτικό χώρο. Αφελής όντας, δεν μπόρεσα αρχικά να εξηγήσω την αιτία της ανησυχίας μου –κι ας είχε γεμίσει το πάτωμα χαραγματιές. Όταν επιτέλους κατάλαβα, την τελευταία εκείνη Κυριακή, ήταν πια πολύ αργά’ μάταια εντελώς κάρφωσα σανίδες στα παράθυρα, το θαύμα είχε εισχωρήσει θριαμβευτικά στο διαμέρισμα κι εγώ, απροστάτευτη όσο κι απελπισμένη, μπορούσα μονάχα να συνθηκολογήσω. Πειθήνια λούστηκα, φόρεσα το κραγιόν μου, το καλό μου λευκό φουστάνι και, με την ήρεμη παραίτηση των οριστικά ηττημένων, κάθισα στην κουζίνα περιμένοντας το τηλεφώνημα. Παράξενο, το πώς αυτές τις τελευταίες στιγμές με είχε εγκαταλείψει ο πανικός’ μονάχα μια βαθιά κουρασμένη θλίψη μπορούσα να αισθανθώ, και μιαν αόριστη μελαγχολία στη σκέψη της ζωής που, σύντομα, αμετάκλητα θα έχανα. Δέκα λεπτά περίπου αργότερα, το κουδούνισμα αντήχησε στο χωλ, ανίκανο ακόμη και να μ’ ανατριχιάσει, τόσο προβλέψιμο που ήταν. Και, αλίμονο, η άγνωστη φωνή στο ακουστικό μου ήταν κιόλας τόσο οικεία –όσο για το σύντομο μήνυμα, αυτό πια το γνώριζα από πριν με βεβαιότητα στις πέντε το απόγευμα θα με περίμενες στην πλατεία, μπροστά ακριβώς απ’ το καινούριο ζαχαροπλαστείο, για την πρώτη μας συνάντηση.

ΧΡΥΣΗ ΚΑΡΠΑΘΙΩΤΑΚΗ, Ιστορίες μιας εβδομάδας, περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 38, Αθήνα, Ιούνιος 2005.


Δεν υπάρχουν σχόλια: