Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη

ΟΥΤΕ ΕΜΕΝΑ, ΜΑΝΟΛΗ

Γράφει η Αρλέτα

Τον συνάντησα αιώνες πριν, ένα σημαδιακό βράδυ, σε φιλικό σπίτι στο Κολωνάκι.
Εντυπωσιακή φιγούρα, λιονταρίσιο κεφάλι.
Μιλούσαν για πολιτική κυρίως, θέμα που δεν κατείχα καθόλου, βαριόμουν, βγήκα στο μπαλκόνι και κοίταζα την πλατεία.
Η επαφή μου με τον «επώνυμο» κόσμο ήταν πολύ πρόσφατη και ήμουν άσχετη με πολιτικο-καλλιτεχνικο-φιλοσοφικές συζητήσεις, έστω και ποτισμένες με καλό κρασί και διανθισμένες με ντελικάτα εδέσματα. Πάντοτε ήμουν όμως καλή ακροάτρια –μου άρεσε να κλέβω τις κουβέντες των «ενηλίκων», η περιέργειά μου πάντα ισχυρότερη από τη συστολή και την ακοινωνησία μου.
Στη σύναξη αυτή με είχε πάει ο μοναδικός ίσως άνθρωπος που μπορώ να πω ότι συμπαθούσα από το χώρο των γνωριμιών που η πολύ πρόσφατη ανάδυσή μου από την ανωνυμία μου είχε ανοίξει.
Η συζήτηση φούντωνε. Ξαναγύρισα στο σαλόνι, ο καβγάς είχε ενδιαφέρον. Έλεγαν ότι τα πράγματα θα ηρεμούσαν, δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει εκτροπή, ο φίλος μου διαφωνούσε –ήταν έγκριτος και έμπειρος δημοσιογράφος-, εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα, μόνο που ανησυχούσα γιατί η λέξη «δικτατορία» ακουγόταν πολύ συχνά.
Ήταν η πρώτη και μια από τις ελάχιστες φορές που συνάντησα το γιατρό-ποιητή. Τότε δεν ήξερα ότι ήταν γιατρός. Ήταν βράδυ, 20 προς 21 Απριλίου 1967. Το χρώμα που μου έμεινε ήταν γκρίζο του ατσαλιού και μαύρο.
Όταν προσπάθησα να τον διαβάσω δεν τα κατάφερα, ήταν πολύ νωρίς για μένα, οι γεύσεις του δεν ήταν εύληπτες για τον αφελή μου ουρανίσκο. Πολλές φορές μου έχει συμβεί –κάτι που δεν μπόρεσα να ταξιδέψω όταν το πρωτοσυνάντησα, να το βρίσκω ανοιχτό αργότερα. Ποτέ δεν εκβίασα την είσοδό μου στα βιβλία, και ειδικότερα στην ποίηση, πάντα όμως επανερχόμουν και κάποια μέρα έβρισκα την πόρτα ανοιχτή και το καράβι στο μουράγιο, και τότε ταξίδευα άφοβα στην φουρτουνιασμένη, συνήθως, θάλασσα του ποιητή.
Ακόμα και το τόσο όμορφο τραγούδι του «Δρόμοι παλιοί», πολύ πρόσφατα το συνάντησα και πολύ το αγάπησα. Ίσως γιατί μου είχε συμβεί πολλές φορές σε πολλούς τόπους και με πολλούς τρόπους να βρίσκω την ασήμαντη παρουσία μου σε κάθε γωνιά. Θα το τραγουδάω όσο κρατάει η λίγη μου φωνή.
http://www.youtube.com/watch?v=Za03X1DsGLY
Θα μου αρκούσε αυτό το τραγούδι-ποίημα, ή μάλλον ποίημα-τραγούδι, για να θεωρήσω το Μανόλη Αναγνωστάκη απόλυτα πετυχημένο και ως ποιητή και ως γιατρό και ως άνθρωπο. Για μένα, όταν κάποιος μπορεί και να αγγίξει την ψυχή σου τόσο βαθιά έστω και μια φορά, είναι δικαιωμένος. Ξέρω, ακούγεται πολύ επιπόλαιο και τελείως υποκειμενικό –και είναι-, αλλά γιατί όχι. Γιατί εγώ, μία εκ γενετής τραγουδίστρια, να πρέπει να χαθώ σε σχοινοτενείς αναλύσεις του έργου του, κάτι που άλλοι είναι σίγουρα πολύ πιο άξιοι να πράξουν. Αν και, ξαναδιαβάζοντάς τον πολύ πρόσφατα, τον είδα πολύ πιο ξεκάθαρα. Τον ταξίδεψα άφοβα, αν και διαφωνώ μαζί του πως «η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους». Εγώ, αθεράπευτα ρομαντική, προτιμώ:

Δημιουργώντας μια ποίηση πάνω από κάθε καταστροφή
Χωρίς να λησμονούμε κάποτε εντελώς τον προορισμό μας.
Αν τώρα πάλι από παντού καμιά ανταπόκριση
Κάτι απροσδόκητα ζήμιωσε, κάτι που δεν το καταλάβαμε καλά
Όμως εμείς, αν θέλετε, είμαστε έτοιμοι ακόμα.

Διαβάζοντας τα ποιήματά του, όπως κάνω σχεδόν πάντα με την ποίηση, αφήνομαι να ξεπεράσω τις λέξεις, ψάχνω επίπεδα αλλού ρηχά, αλλού άπατα, αλλού χάος, σαν ζώο που ταξιδεύει στη θάλασσα. Αυτό που ένιωσα είναι σύνηθες στους κάπως παλαιότερους ποιητές: καλύπτουν το κήτος που ταξιδεύει στο μυαλό τους, είτε για έρωτα είτε για θάνατο πρόκειται, γιατί αυτά τα δύο είναι οι αφορμές τους, με ένα πέπλο πτυχωτό, μια προστατευτική γάζα που το διαγράφει αισθησιακό ημίγυμνο, θέλει να αφήσει να μαντέψεις. Ακόμα και τις σκληρότερες εικόνες και μεταφορές τις τυλίγουν σε μια γάζα που τονίζει ακόμα πιο έντονα το υπέροχο ή το φριχτό. Άλλωστε όλοι έχουν δικαίωμα να ανακαλύπτουν –αυτή είναι η χαρά του αποδέκτη της σοδειάς του ποιητή.
Βρίσκω ότι η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, πολυεπίπεδη και ιδιαίτερα ανθρώπινη, έχει πολλά να δώσει σε όποιον την πλησιάσει όχι σαν επιφανειακός θεατής αλλά σαν δύτης. Τραγουδάει για αυτιά ευαίσθητα, γιατί ο γεννήτοράς της ήξερε τον πόνο και την πείνα και την απόγνωση που κάνουν την ποίηση να αναδύεται σαν μυθικό κήτος και να ξεφυσά στην επιφάνεια τον υγρό της αναστεναγμό.
Εγώ τον ευχαριστώ. Ίσως γιατί κι εμένα με μεγάλωσε ένας γιατρός που τραγουδούσε, να νιώθω το τραγούδι του τόσο βαθιά δικό μου και θεραπευτικό, όπως αρμόζει σ’ ένα γιατρό-ποιητή.

Και προχωρούσαμε στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε.

Ούτε εμένα, Μανόλη.
Ούτε εμένα.

ΥΓ.Τελικά αυτό που μένει είναι το τραγούδι.
Καληνύχτα, γιατρέ-ποιητή.


Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

Γράφει ο Γιώργος Ζεβελάκης

Σε μια ώριμη περίοδο της ζωή του, όταν είχε πια ολοκληρώσει το έργο του, ο Μανόλης Αναγνωστάκης δημοσίευσε την προσωπική ανθολογία Η Χαμηλή φωνή: τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς.
Πριν εκδοθεί σε βιβλίο, το καλοκαίρι του 1988 ηχογράφησε τα ποιήματα στους θαλάμους της ΕΡΤ, με ηχολήπτη τον Δημήτρη Καβακόπουλο. Ήθελε να μεταδοθούν πρώτα ραδιοφωνικώς –και μάλιστα για τους ακροατές ενός περιφεριακού σταθμού, του Ηρακλείου Κρήτης.
Ακούστηκαν τότε είκοσι εκπομπές, δεκαπεντάλεπτες, με εκατόν εβδομήντα ποιήματα, τριάντα δύο ποιητών. Στην εισαγωγική του συνέντευξη είχε υποστηρίξει: «Μου έχει από χρόνια δημιουργηθεί η πεποίθηση, ότι η εκτίμησή μας για την ποιητική μας παράδοση στηρίχθηκε περισσότερο σε ιδεολογικά παρά σε μορφολογικά κριτήρια. Ο λυρικός ποιητής δεν εμπνέεται από ιδέες οποιασδήποτε κατηγορίας. Εγωιστικά, όσο εγωιστικός είναι ο έρωτας, η ατομική στάση απέναντι στη φύση και στις εκφάνσεις της, η προσωπική ζωή και η καθημερινότητα».
Ανάμεσα στους ποιητές που επέλεξε, στον Καρυωτάκη έδειξε ιδιαίτερη προτίμηση, διαβάζοντας είκοσι ποιήματά του. Θεωρούσε ότι διέθετε βαθύτερη ποιητική συνείδηση, είχε την αφοσίωση, το τάξιμο. Δεν αρκέστηκε στο φυσικό δώρο που του δόθηκε, μικρό ή μεγάλο. Αλλά επίμονα, βασανιστικά, «έσκαπτεν ένδον» και έστησε μια ποιητική ταυτότητα άμεσα αναγνωρίσιμη και εντελώς προσωπική. Για τον τρόπο παρουσίασης των ποιημάτων, ο Αναγνωστάκης είχε πει: «Δεν απαγγέλω, δεν ερμηνεύω. Διαβάζω, προσπαθώντας να αποδώσω».

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «Η ΛΕΞΗ», Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2005

http://www.youtube.com/watch?v=7HKGNrLugrQ
http://www.youtube.com/watch?v=KbW-L23uc8k





1 σχόλιο:

thalassamov είπε...

σ΄ευχαριστώ πολύ Γιωτάκι μου...