Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Ο Γιοβάνης, το «μαγκάρε»

Μία από τις κορυφαίες συγγραφικές στιγμές του Λουντέμη… "Μη φάει κρέα. Μη ντώσει κσύλα. Μη πσεματάει." Λατρεμένο Συννεφιάζει. Λατρεμένος Γιοβάνης. Λατρεμένος Λουντέμης…

«…Είχε και μια καλή καλή λόξα, μια λόξα σοφή, που την υποστήριζε με χέρια και με πόδια. Να ποιαν: Παινευότανε παντού, το φώναζε μερόνυχτα πως ήτανε «μαγκάρε» (γαϊδούρι). Εκεί σταματούσε η τελειότητα κάθε ζωντανού. Το ‘λεγε, το ξεφώνιζε σ’ όλους τους λασπάδες, να μην κάνουνε λάθος, κι ο Θεός –το ‘ξερε κείνος, του το ‘πανε- ο Θεός διάλεξε το γάιδαρο γι’ απόστολο της γης. Μια φορά ο παπάς του χωριού του, που ευκαιρία γύρευε να τον αφορέσει, του πήγε μια ζουγραφιά του Χριστού μ’ ένα αρνί στον ώμο του:
-Κάνεις λάθος, του λέει. Να, κοίτα… ο Θεός άλλο ζουντανό έχει για διαλεχτό του. Τ’ αρνάκι!
Ο Γιοβάνης έπαιξε στυφά στυφά τη γλώσσα του.
-Το βλέπεις; του ξαναλέει ο παπάς. Να το! αφορεσμένε Γιοβάνη, αμαρτωλέ!
Μα ο Γιοβάνης αφού κοίταξε κρύα κρύα γυρίζει και του λέει, ν’ ανοίξει καλύτερα τα μάτια του. «Δεν είναι αρνί του λέει, τα μυαλά σου και μια λίρα!- Είναι γαϊδουράκι!»
Ο παπάς το κοίταξε, το κοίταξε, έξυσε το γένι του. Στο ύστερο, έκρυψε τη ζουγραφιά κάτ’ απ’ το ράσο του κι έφυγε.

Τις ζεστές νύχτες με την μπόλικη φεγγαράδα, στρωνόμασταν κάτου, σαν τα πεσμένα δέντρα, και λέγαμε τραγούδια. Πρώτος και καλός ο Γιοβάνης. Τούτο μάλιστα το βράδυ είχαμε όλοι χαρές. Ο Γιοβάνης μας το ‘ταξε –τελέψανε τα ψέματα. Απόψε θα μας ιστορούσε το τι έτρεξε και τον έκανε ν’ απαρνηθεί την ανθρωπίλα του και να γίνει «μαγκάρε». Είχαμε πέσει ίσα ίσα κάτω απ’ το φεγγάρι. Ησυχία. «Σσσς…» έκανε το ποτάμι που περνούσε δίπλα μας για ν’ ακούσει κι αυτό καλύτερα.
-Λοιπόν Γιοβάνη;
-Λεπόν… αρχίζει ο λασπάς. Λεπόν πο λες αντελφέ μο… Νια βραγκιά –πο λες- ήτανε νύφτα… Έρκομαι στο κωριό. Εεεε εκεί κοντά στου Καρατζάκη το κωράφι έρχεται ταμάμ στο μέση του ντρόμου ένα μαύρο γκαιντούρι. «Γκεια σου, μπάιτσε!» μο λέει. «Γκεια σου!» το λέω. «Έκεις ένα τσιγκάρα;» με λέει. «Α-χα! έκω», το λέω. Κάτεμες –πος λες, αντελφέ μου- κάτεμες, πος λες, -το μαγκάρε και ιμένα- και πίνημε την τσιγκάρε. Άιτα άιτα το τσιγκάρε μου τελεύτι, το ντικό του ντε τελεύει… Ανάβω άλλο… Το ντικό του ντε τελεύει… Ανάβω άλλο… το ντικό του ντε τελεύει… Μπρε, μπρε, μπρεεε… Ύστερα λέπω το μαγκάρε γκελάει… μέσα στο μάτι του. «Αμπρέ!» μο λέει. Ντεν είμαι το φίλο σου το Τραγιάν;» Το λέπω, αντελφέ μο, το λέπω… «Α, ρε!» το λέω. «Α, ρε… πσέφτη!» το λέω. «Το Τραγιάν ήτανε άντρωπο ντεν ήτανε μαγκάρε». –«Πο καλά είναι μαγκάρε»… μο λέει. Και γελάει πάλε μέσα στο μάτι του. «Πάψι ρε!» το λέω. «Έκει στο Παρέμεισο (παράδεισο) μαγκάρε;» «Α-χα α! μο λέει. Το Παράμεισο όλο μαγκάρε είναι. Τα άντρωποι πάνε στο Γκόλαση». –«Μπρε… μπρε… μπρε…» το λέω «κι ισύ τι ντουλειά έκει στο Παράδεισο;» -«Α, εγκώ είναι με μαγκάρε» μο λέει. «Όποιο είναι καλό σο Παράμεισο το κάνουνε μαγκάρε. Ακούς; Τα έρτεις το Παράμεισο τα το κάνιμε μουαμπέτι… παρέα…» -« Τι λες μαρά Τραγιάν…» το λέω. «Και πώς τα το γκίνω μαγκάρε;» -«Άκου» μο λέει. «Μη φάει κρέα. Μη ντώσει κσύλα. Μη πσεματάει.» –«Αντάκσει Τραγιάν…»το λέω. Ἁντάκσει»μο λέει. «Τόκα, τόκα!» « Άι τα σε περιμένω τα κάνιμε μουαμπέτι»μο λέει. –«Τόκα, τόκα».
…Ο Γιοβάνης σταμάτησε. Ρούφηξε με δίψα το τσιγάρο του και ξάπλωσε τ’ ανάσκελα. Ο ουρανός μας πετροβολούσε με χρυσά λιθάρια…»

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Συννεφιάζει






Δεν υπάρχουν σχόλια: