Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Συννεφιάζει...

Δε ρώτησε κανείς μας αν είχαν αφέντες τα περιβόλια. Για μας, ως εκεί που ‘φτανε το μάτι μας και χίλιες φορές πιο πέρα ακόμα, ό, τι φύτρωνε πάνου στη γης κι ό, τι έβλεπε από πάνου ο ήλιος ήτανε δικό μας.
Κι όσο όμορφα ήταν τα δέντρα κι όσο πιο γλυκά τα φρούτα τους, τόσο και πιο δικά μας ήταν.
Μια μέρα όμως μας μάθανε πως δεν ήταν δικά μας και λυπηθήκαμε, -μάνα μου, πόσο λυπηθήκαμε!- η Σίικα κι εγώ! Να πώς το μάθαμε:
Μέναμε σκαρφαλωμένοι απάνου σ’ ένα δέντρο –μουριά ήτανε- διαλέγαμε τα πιο γλυκά μούρα και ταϊζόμασταν. Ήμασταν τόσο ξέγνοιαστοι, που η Σίικα έλεγε κι ένα τραγούδι. Επειδής δε φαινόταν κανένας μεγάλος για να μας ντροπιάσει, την άφηνα να το λέει όσο πιο δυνατά μπορούσε:
Μάικω μι κουπίλε
σάρεντι τσουράπκι
ντλι-ντλι-ντλι-ντλι
ντλι-ντλι-ντλι-ντλι
(Η μανούλα μ’ αγόρασε
κεντητές καλτσούλες)
ντλι-ντλι-ντλι-ντλι
ντλι-ντλι-ντλι-ντλι

Κι εκεί, σαν αράπης του παραμυθιού, να σου ένας άγριος αρματωμένος άνθρωπος.
Η καρδιά μας σπαρτάρισε. Ήταν πολύ άγριος άνθρωπος αυτός ο αρματωμένος. Τόσο άγριος, που λες ο Θεός δεν είχε άλλη δουλειά, κι έκανε αυτόν τον άθρωπο για να τρομάζει τα παιδιά.
Η φωνή του μας θέρισε το κουράγιο μας.
Μας έλεγε να κατεβούμε κι εμείς ανεβαίναμε ψηλότερα για να μη μας φτάσει η ντουφεκιά του.
-Ελάτε, μπρε μαλέτσκα!
Τα μουστάκια του ήταν σαν δαγκάνες.
-Όχι –όχι –όχι .
-Αμπρέ γκιαόλια του γκιαόλου.
Η Σίικα άρχισε να κλαίει. Εδώ ήταν η ώρα να δείξω τι άντρας ήμουνα! Ξεροβήχω και βγάζω το κεφάλι μου από ένα κλαρί.
-Μπάιτσε, του λέω… πέταχ’ το και θα κατεβούμε. Μια φορά εγώ θα κατεβώ.
-Μήηη! φωνάζει η Σίικα. Τα σο ρίξει στο κεφάλι σου τουφεκιά… Ντε τέλω όκι, όκι. Μήηη!
-Έλα μπρε, ντάιμπομ! όλο κι αγριεύει ο άνθρωπος.
Ήταν η ώρα να μπω ξανά στη μέση:
-Μπάρμπα, κοίτα. Άκου. Άσε με να κατέβω να σου πω ένα λόγο κι ύστερις με σκοτώνεις. Θέλω να σου πω όμως πρώτα αυτό το λόγο.
-Α, ιέλα!
Κατέβηκα και άρχισα να του μιλάω. Πιο πολύ κατάπινα παρά μιλούσα.
-Τι θα μας κάνεις; τον ρωτώ.
-Τα σο ντώσω κσύλα!
-Πόσο; Είκοσι ξυλιές; Εκατό ξυλιές;
-Γκιακόσα!
-Πιο λίγο δε γίνεται;
-Όκι!
-Τότε… καλά… -έκανα την πιο μεγάλη μου καταπωσιά… -τότε δώσ’ τες όλες σε μένα.
Έσφιξα τα δόντια, έσκυψα και περίμενα.
-Όκι!... Ιμένα όλα! Ιμένα όλα! φωνάζει η Σίικα και κρέμεται από μια κλάρα. Ήταν τόσο ψηλά που δεν της έκανε καρδιά ν’ αφήσει μπόι και να πηδήξει, ούτε και να ξανασκαρφαλώσει πάλι μπορούσε. Έμενε έτσι με το φουστανάκι της σαν καμπάνα κρεμασμένη στο δοκάρι.
Ο δραγάτης έπιασε το πόδι και το πήγαινε πέρα δώθε, πέρα δώθε, σαν για να σημάνει. Ύστερα τη λυπήθηκε, την έπιασε απ’ τη μέση και την κατέβασε.
Την πήρε έτσι σαν λαμπαδίτσα, την έφερε κοντά μου, μας έβαλε δίπλα κόκκινους κόκκινους και τους δυο… και μας αγριοκοίταξε με τα μάτια του που είχαν μέσα πολύ ασπράδι.
-Μπάιτσε, του λέει η Σίικα με παρακάλιο, μπάιτσε… κι έτρεμε… είσι καλό μπάιτσε ισύ, γκιατί τέλεις να μας πετάνεις με το ντουφέκι σου; Τα σο ντώσω ζαχαράτα… κοίταξε –άνοιξε το μαντίλι της κι έβγαλε μια τελευταία καραμέλα. –Να, μπάιτσε, να… να… φά ‘το… είναι πολύ γλυκό.
Και του την έδωσε.
Τον βλέπαμε κι οι δυο στα μάτια… Βλέπαμε σιγά σιγά το ασπράδι τους να λιγοστεύει, να μένει μαύρο, και τα μουστάκι του να σαλεύουνε… να σαλεύουνε, και να γελάνε, όλος να γελάει… όλα του!
Έβαλε την καραμέλα στο στόμα του, άπλωσε τα χέρια του, μας έτριψε τα κεφάλια χαϊδευτικά, κοίταξε ένα γύρω… Και μέσα στα μάτια του είδαμε όλα τα περβόλια και τα δέντρα δικά μας.
Κι εμείς, από κείνη τη μέρα, τριγυρίζαμε στα περβόλια μας χωρίς τρομάρες και κορφολογούσαμε τα καλύτερα φρούτα.
Η εξοχή όλες αυτές τις φορές γιόρταζε.
Ήμασταν αδερφωμένοι σαν τα φύλλα του ίδιου δέντρου και σαν τις πετρίτσες του ίδιου γιαλού. Τρώγαμε άγουρα βατόμουρα και ξινίζαμε μαζί τα μούτρα. Γρατζουνιότανε ο ένας και κάναμε μαζί και οι δυο «α!» . βουτούσαμε ως το γόνατο μες στ’ αυλάκια, τρέχαμε κάτω απ’ τον ήλιο και κλείναμε μαζί τα μάτια απ’ το φως. Σκουπίζαμε τον ιδρώτα μας με το ίδιο δεξί χέρι της Σίικας. Τρώγαμε φρούτα απ’ το ίδιο μικροκάμωτο μαντιλάκι με την κόκκινη μάρκα του, που ήταν πάντα τόσο ωραίο και πάντα τόσο άπλυτο!
Κι η ζωή ήταν δική μας. η ζωή, που ήταν μικρά μικρά φωτεινά κομματάκια, που άρχιζαν το πρωί και τέλειωναν το βράδυ ήταν δική μας.
Μονάχα το σκολειό ήταν το κακό σύννεφο της Σίικας.
-Να πας πια αύριο στο σκολειό, ναι; -της έλεγα παρακαλεστικά- να πας πια, ναι, Σίικα;
-Όχι! έλεγε πεισμωμένη. Ντε πάω! τα το κάνω πάλε το κατσαμάκι (σκασιαρχείο).
-Μα δε θέλω εγώ, όχι! δεν θέλω γω να κάνεις κατσαμάκια. Εγώ θέλω να παγαίνεις.
-Τότε να το πηγαίνουμε μαζί.
-Έχει κορίτσα και μένα δε με παίρνουνε. Και δεν μπορώ εγώ γιατί μεγάλωσα πια και πρέπει να κάνω δουλειές για να βγάζω ψωμί, να το τρώω.
-Τα παίρνω εγώ κρυφά πσωμί και τα σο φέρνω.
-Δεν μπορούν να γίνουν αυτά, όχι δεν μπορούν, δεν μπορούν, δεν μπορούν!
-Τα το κάνω εγώ! Τα το μπορέσω!
-Μα θέλω κι άλλα, κι άλλα πράματα.
-Τα φέρνω κι άλλα, κι άλλα πράματα.
-Θέλω και σπίτι, και ρούχα, και παπούτσια, και βιβλία.
Εκεί η φόρα της Σίικας κοβότανε. Πού θα τα ‘βρισκε τόσα πολλά και τόσο δυσεύρετα πράματα; Εδώ δεν ήταν κορόμηλα. Ούτε ζαχαρωτά. Εδώ παπούτσια τα λέγαν αυτά. Ρούχα τα λέγανε… Για να τα πάρεις δε σου φτάνανε ούτε δυο φούχτες γρόσια.
-Ντε μπορώ, ε;
Κι εκεί ξέσπαζε:
-Να κι εγώ γκιατί ντε πάω! να γκιατί ντε πάω, έλεγε με θυμωμένο παράπονο και ξαλάφρωνε.
Και να που σήμερα ήρθε η ώρα για το μεγάλο φευγιό: Τα τούβλα.
-Πρέπει να ξέρεις, Σίικα, πως εκεί γίνεσαι πλούσιος. Σπουδαία δουλειά! Πας κουρελής κι έρχεσαι πίσω αφέντης. Ώσπου να λιώσεις ένα ζευγάρι παπούτσια θα ‘χω γίνει πλούσιος.
Έσκυψε. Είδε τα παπούτσια της πολύ καινούρια κι έπεσε σε μεγάλη χολόσκαση. Γρήγορα όμως της κατέβηκε μια καλή ιδέα και παρηγορήθηκε. Από αύριο θα ‘παιζε ολημέρα «τσουλήθρα» στο Κιουπρί για να τα λιώσει γληγορότερα.
Δεν πρόφτασε όμως να χαρεί την παρηγοριά της. Θυμήθηκε που είχε ακούσει πως λασπάς ήταν ο πιο νηστικός κι ο πιο κουρελής άνθρωπος του κόσμου. Και να, εκεί που ήμουνα έτοιμος εγώ να πάρω ένα σφύριγμα για τη νίκη μου…
-Καλά, μου λέει. Καλά, τα το έβρω ένα μακαίρι…
-Τι το θέλεις πάλι το μαχαίρι;
-Για να το πετάνω το λαιμό μου…
Και τότε πια εγώ τι να ‘κανα; Το ‘ριξα στην πολιτική. Έβηξα και το ξεστόμισα το μεγάλο ψέμα:
-Άμα φύγω; Ε να, κι εγώ, δε φεύγω! Αν θέλεις μάλιστα να ξέρεις ούτε και είχα καθόλου σκοπό να φύγω. Έτσι για να σε δοκιμάσω το ‘λεγα.
-Α, έτσι; Τότε καλά…
Ευχαριστήθηκε καλά καλά… με καληνύχτισε, και πήγε στο σπίτι πριν πιάσει τη μάνα της η βραδινή φουρτούνα.
Καληνύχτισα κι εγώ και πήγα στο σπίτι μου πριν με πιάσει το βραδινό παράπονο…

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια: