Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Πρώτη του Μάη

Ο Μάιος, ο πέμπτος μήνας του ημερολογίου μας με διάρκεια 31 ημερών, ήταν ο τρίτος μήνας του αρχικά δεκάμηνου αρχαίου ρωμαϊκού ημερολογίου, που είχε τεθεί υπό την προστασία του Απόλλωνα και προσωποποιούνταν με μορφή άντρα που βρισκόταν στο μεταίχμιο δύο ηλικιών κι έφερε στο κεφάλι του κάνιστρο γεμάτο άνθη.
Πολλές είναι οι απόψεις που διατυπώθηκαν σχετικά με την προέλευση της ονομασίας του μήνα αυτού. Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο Μάιος πήρε τ' όνομά του από τη ρωμαϊκή θεότητα Maja (Μάγια), που έλκει κι αυτή την ονομασία από την αρχαιοελληνική λέξη μαία που σημαίνει τροφός,μητέρα. Συνεπώς ως θεότητα η Μαία συμβόλιζε τη γονιμότητα της γης.
Αργότερα η θεά ταυτίστηκε με την ελληνική νύμφη Μαία, την ομορφότερη από τις Ατλαντίδες, μητέρα του Ερμή, στην οποία προσφέρονταν θυσίες κατά την πρώτη ημέρα του μήνα.
Σύμφωνα μ τον Πλούταρχο η ονομασία του Μαΐου ίσως προέρχεται από τη λέξη major, συγκριτικός βαθμός του επιθέτου magnus-major-maximus (=μέγας-μείζων-μέγιστος), ενώ ο Οβίδιος αναφέρει ότι η ονομασία παράγεται από το Majestas που θα πει μεγαλειότης. Άλλοι τέλος θεωρούν ότι ο Μάιος ονομάστηκε έτσι από τους Majores, ένδοξους αρχαίους προγόνους , στους οποίους ήταν αφιερωμένος.
Ο λαός μας συσχετίζει το όνομά του προς το ρήμα “μαγεύω”, έτσι οι κάτοικοι -ιδιαίτερα της υπαίθρου- δεν επιχειρούν κατά τη διάρκεια του ούτε σοβαρή εργασία αλλά ούτε γάμους, για να μη... μαγευτούν! Το τελευταίο φαίνεται ότι είναι κληρονομιά παλιάς δεισιδαιμονίας, επειδή κατά το μήνα αυτόν οι Ρωμαίοι γιόρταζαν τα Λεμούρια, γιορτή των νεκρών, οπότε δε θεωρούσαν ούτε σωστή ούτε ευοίωνη την τέλεση ενός κατ' εξοχήν ευτυχούς γεγονότος, όπως αυτό του γάμου. Ακόμα και σήμερα η πεποίθηση ότι ο μήνας αυτός είναι “μαγεμένος” είναι βαθιά ριζωμένη στο λαό. Γι' αυτό σε πολλά μέρη της Ελλάδας, ιδίως κατά την πρώτη μέρα του, τελούνται πολλά ευετηριακά έθιμα.

Μαγιόξυλο
Επειδή ο λαός έχει συνδέσει παρετυμολογικά το μήνα Μάιο με τα μάγια, στο πρωτομαγιάτικο στεφάνι, που αποτελεί παραδοσιακό σύμβολο της ομορφιάς και της δροσιάς του μήνα αυτού αλλά και της επιδιωκόμενης ευετηρίας, δεν παραλείπουν -ιδιαίτερα οι κάτοικοι της υπαίθρου- ανάμεσα στα κάθε λογής άνθη, να τοποθετούν και ένα σκόρδο για το βάσκανο οφθαλμό ή ένα αγκάθι ως αποτρεπτικό του κακού.

Περιοδικό Παράθυρο στην εκπαίδευση του παιδιού, τεύχος 39, Μάιος-Ιούνιος 2006




Μεγάλη Τετάρτη

Σήμερα κυριαρχούν οι αναγνώσεις των επτά Ευαγγελίων και των επτά ευχών. Οι ιερείς τελούν το μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου, διαβάζοντας τα Ευαγγέλια και τις ευχές, προκειμένου να ευλογήσουν λάδι το οποίο θεραπεύει ψυχικές και σωματικές ασθένειες. Μετά την ακολουθία του Ευχελαίου οι ιερείς σταυρώνουν τους πιστούς με ευλογημένο λάδι στο μέτωπο, στα μάγουλα, στο πρόσωπο και στα χέρια. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και ευλογούν τους οικοδεσπότες.

Γιολάντα Τσορώνη, Περιοδικό Παράθυρο στην εκπαίδευση του παιδιού, τεύχος 44, Μάρτιος-Απρίλιος 2007.

Μεγάλη Τρίτη

Σημείο αναφοράς αποτελεί το Τροπάριο της Κασσιανής. Χιλιάδες κόσμου κατακλύζουν μικρές και μεγάλες εκκλησίες για να ακούσουν από τους ιερείς την ιστορία μιας αμαρτωλής γυναίκας, η οποία, γνωρίζοντας τον Ιησού, μετανιώνει για τα λάθη της και στρέφεται στο δρόμο της αγάπης, στο δρόμο του χριστιανισμού. Αποκορύφωμα της μετάνοιάς της αποτελεί η χειρονομία της να πλύνει τα πόδια του Χριστού με μύρο και να τα σκουπίσει με τα μαλλιά της (ας σημειωθεί ότι η Κασσιανή ή η Κασσία δεν είναι η αμαρτωλή γυναίκα αλλά η εμπνευσμένη ποιήτρια που περιγράφει το γεγονός).

Γιολάντα Τσορώνη, Περιοδικό Παράθυρο στην εκπαίδευση του παιδιού, τεύχος 44, Μάρτιος-Απρίλιος 2007.

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Κυριακή των Βαΐων

Την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Εβδομάδας εορτάζεται η μεγάλη υποδοχή “μετά βαϊων και κλάδων” που έγινε στο Χριστό στα Ιεροσόλυμα. Χιλιάδες άνθρωποι υποδέχτηκαν τον Ιησού -τον οποίο μετέφερε ένα γαϊδουράκι- στην είσοδο της πόλης, κουνώντας τα βάγια των φοινίκων.

Την Κυριακή αυτή οι περισσότερες εκκλησίες στολίζονται με κλαδιά βαϊων (αλλού δάφνης, ιτιάς, μυρτιάς) και οι ιερωμένοι, μετά το πέρας της λειτουργίας, μοιράζουν στους πιστούς σταυρούς που έχουν κατασκευαστεί από τα εν λόγω φυτά. Τα παλαιότερα χρόνια έδιναν τους σταυρούς τα νιόπαντρα ζευγάρια της χρονιάς ή και μόνο οι νιόπαντρες γυναίκες, για το καλό του γάμου τους. Οι πιστοί τους τοποθετούν στα εικονίσματα ή σε εμφανή σημεία του σπιτιού, επειδή πιστεύουν πως έχουν δύναμη θεραπευτική και αποτρεπτική κάθε κακού.

Κατά τη λαϊκή πίστη, τα αειθαλή κλαδιά της βάγιας περικλείουν στο φύλλωμά τους και γονιμοποιό δύναμη, γι' αυτό και σε πολλές περιοχές συνηθίζουν να χτυπούν στη ράχη -με τα κλαριά που μοίρασε ο παπάς- τις νιόπαντρες της χρονιάς για να τους τη μεταδώσουν. Σύμφωνα πάντα με όσα ο λαός πιστεύει, τη γονιμοποιό δύναμη μεταδίδει η βάγια και στα ζώα και στα δέντρα και σε κάθε ον που γεννάει και καρπίζει. Γι' αυτό και χτυπούν τη ράχη των προβάτων με ένα κλαρί της ή το κρεμούν στα καρποκλάδια, δηλαδή στα καρποφόρα δέντρα, για να καρπίζουν. Την Κυριακή των Βαΐων, σύμφωνα με το έθιμο, οι πιστοί τρώνε ψάρι.


Γιολάντα Τσορώνη, Περιοδικό Παράθυρο στην εκπαίδευση του παιδιού, τεύχος 44, Μάρτιος-Απρίλιος 2007.


Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Το Σάββατο του Λαζάρου

Η Μεγάλη Εβδομάδα αρχίζει ουσιαστικά το Σάββατο του Λαζάρου κατά το οποίο εορτάζεται η Ανάστασή του, που θεωρείται προάγγελος της Ανάστασης του Κυρίου. Ο Λάζαρος (κοινώς φτωχολάζαρος) είναι μορφή συμπαθητική στο λαό. Είχε βέβαια την εξαιρετική τύχη να είναι φίλος του Ιησού και πεθαίνοντας να αναστηθεί από τον Κύριο, αλλά η ανάμνηση όσων είδε και γνώρισε στην κατοικία των νεκρών πρέπει να χάραξε ανεξίτηλα στην ψυχή του το φόβο και τον τρόμο. Γι' αυτό και ο λαός φαντάστηκε τον Λάζαρο, μετά την ανάστασή του, “αγέλαστο”.

Στη μνήμη του Λαζάρου οι γυναίκες ζυμώνουν τα λαζάρακια: Γλυκά, νηστίσιμα ψωμάκια, ζυμωμένα με αλεύρι και ταχίνι, πλασμένα σαν ανθρωπάκια με μακρύ ρούχο και σαρίκι στο κεφάλι, με τα χέρια σταυρωμένα και με την κοιλιά παραγεμισμένη σταφίδες, καρύδια και σουσάμι καβουρδισμένο. Παλαιότερα, οι εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμήν της ανάστασης του Λαζάρου ήταν πολλές και περιελάμβαναν και κάλαντα. Στις μέρες μας το έθιμο παραμένει ζωντανό σε λίγες μόνο περιοχές της χώρας μας, ενώ τον κύριο ρόλο σ' αυτό διαδραματίζουν νεαρές κοπέλες που δεν έχουν παντρευτεί. Την παραμονή της γιορτής, κορίτσια που ονομάζονται Λαζαρίνες, μαζεύουν λουλούδια με τα οποία στολίζουν ένα καλαθάκι. Την ημέρα της εορτής, φορώντας τοπικές ενδυμασίες και κρατώντας το καλαθάκι τους, πηγαίνουν σε όλα τα σπίτια του χωριού, τραγουδώντας τα κάλαντα του Λαζάρου.

Γιολάντα Τσορώνη, Περιοδικό Παράθυρο στην εκπαίδευση του παιδιού, τεύχος 44, Μάρτιος-Απρίλιος 2007.

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

ΤΟ ΑΥΓΟ

Κάθε άνθρωπος έχει πολλούς φίλους, που τους γνώρισε έτσι μονάχα για μια στιγμή, στα πεταχτά. Κάπως βρεθήκανε μπλεγμένοι στη ζωή του, παίξανε το ρολάκι τους και χάθηκαν μετά απ' τη σκηνή. Μπορεί να είπανε: “ Ο κύριος δούκας πληγώθηκε σε μονομαχία” ή “ Η Αλένκα σας στέλνει πολλούς χαιρετισμούς, αλλά περισσότερα δεν μπορώ να σας πω”. Χαμογελάνε κείνη την ώρα με νόημα ή κρυφαναστενάζουν ή φεύγουνε όμορφα όμορφα, καμαρωτά και με αίσθημα.
Κάθε ζωή έχει τους ήρωές της και τους κομπάρσους της. Δεν είναι της μοίρας μας να ξέρουμε από τα πριν τους ρόλους τους στο έργο. Αυτός που τον νομίζουμε ήρωα είναι πολλές φορές κομπάρσος. Ένα σημαντικό περιστατικό της ζωής μας γίνεται καμιά φορά το ριζικό μας.
Ήτανε μια φορά ένας άνθρωπος. Ας πούμε πως τόνε λέγανε Πόκστελφ. Πριν απ' τον πόλεμο πήγαινε στο γυμνάσιο, και μάλιστα στο κλασικό. Γιατί νόμιζε πως όλο το νόημα της ζωής είναι το ξακουστό εκείνο carpe diem. Άλλο λατινικό ρητό δε θυμότανε, μ' από την κάθε μέρα κοίταζε να ξεζουμίζει ό, τι περισσότερο μπορούσε. Διασκέδαζε εύκολα και με πάθος στην καμπούρα των άλλων. Πιότερο απ΄ όλα τ' άρεσε να τηλεφωνάει σε ξένους, άγνωστους ανθρώπους και να τους κάνει φάρσες. Παρουσιαζότανε σαν ελεγχτής του τηλεφωνικού κέντρου και γύρευε από τις ανύποπτες γιαγιούλες, που ήτανε μονάχες τους στο σπίτι, να πάρουνε το μέτρο απ' τα ραφτικά τους και να μετρήσουνε το κορδόνι του τηλεφώνου απ' τον τοίχο ίσαμε τη συσκευή.
Αν του πήγαινε στραβά η μέρα, τότε έκανε το νεκροθάφτη και ανακοίνωνε σ' αυτόν που του απαντούσε στο τηλέφωνο, πως το φέρετρό του ήταν έτοιμο.
Έλεγε:
“Σας το φέρνουμε λοιπόν το φέρετρο. Φορέστε το σάβανο και περιμέντε μας ξαπλωτός”.
Ή διέταζε:
“Ελάτε παρακαλώαύριο το πρωί στις εφτά στο Στρσέλετσκι Όστροφ με τον παπαγάλο σας. Θα μπολιαστείτε κι οι δυο υποχρεωτικά. Ευχαριστώ”.
Ιδιαίτερα του 'χε σφηνωθεί στο μυαλό ο ιδιοχτήτης του τηλεφώνου αριθμός τάδε. Λεγόταν Εδουάρδος Πετεινός και ήταν μαγαζάτορας. Κάθε βδομάδα, την Παρασκευή στις τρεις τ' απόγευμα, του 'κανε τούτη την κουβέντα στο τηλέφωνο:
“Καλημέρα σας!”
“Καλημέρα σας!”
“Είναι σπίτι παρακαλώ ο κύριος Κότας;”
“Ω όχι!” αποκρινόταν μια πολιτισμένη φωνή μετά από σύντομη παύση. “Στο τηλέφωνο Εδουάρδος Πετεινός”.
“Η Κότα λοιπόν δεν είναι σπίτι;”έλεγε πάντα μ' απορία ο μαθητής. “Και σας έκανε χτες αυγό;”
“Όχι, δεν έκανε” απαντούσε η ήρεμη κι ευγενικιά φωνή. “Σας αρέσουν τ' αυγά, μαθητή μου;”
“Τ' αυγά τα σιχαίνομαι” αποκρινότανε ο μαθητής. “Φαίνεται θα 'κανα λάθος”.
Ακουμπούσε τ' ακουστικό κι όλη τη βδομάδα χαιρότανε που θα έφτανε πάλι η Παρασκευή και που θα τηλεφωνούσε στον κύριο Πετεινό, στις τρεις τ' απόγευμα, και θα του ζητούσε τον κύριο Κότα.
Ο κύριος Εδουάρδος Πετεινός ήτανε πάντα καλότροπος κι ευγενικός. Δεν τον αποκαλούσε ποτέ αλήτη ή εξυπνάκια ή αυτό που είναι ακόμα χειρότερο “αμούστακο”. Και τ' ακουμπούσε μετά το ακουστικό ευγενικά, απαλά.
Ο μαθητής ζούσε κι αφού ζούσε μεγάλωνε. Ξεπέρασε λεβέντικα τ' άγουρα χρόνια, ωρίμαζε και πέρασε μ' επιτυχία ακόμα και τις μεγάλες τις εξετάσεις, τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο. Η φωνή του σταθεροποιήθηκε κι έγινε μπάσο βαθύ. Ήτανε στ' αλήθεια γοητευτική. Κάθε πρωί ξυριζότανε πια.
Ο κόσμος, που -άγνωστο γιατί- τον λογάριαζε ώσαμ' ένα βαθμό, εξακολουθούσε την πορεία του.
Πάνω στον κόσμο σκάσανε οι πρώτες μπόμπες. Αυτό έγινε στην Πολωνία.
Μετά έφτασε η 17 του Νοέμβρη του 1939 και ο κύριος Πετεινός περίμενε την Παρασκευή στις τρεις η ώρα. Μα άδικα. Με λίγα λόγια, απ' το στρατόπεδο δεν ήτανε δυνατό να τηλεφωνήσει κανείς. Έτσι, τουλάχιστο σ΄ αυτό το ζήτημα, ο νεαρόςο διορθώθηκε.
Τι πέρασε όλα εκείνα τα χρόνια είναι άλλη ιστορία ή και μυθιστόρημα.
Είχε λίγη τύχη, ήτανε και λιγουλάκι καπάτσος κι άντεξε.
Κι όταν γύρισε στην Πράγα στις 11 του Μάη, ήτανε μέρα Παρασκευή. Τρεις παρά δέκα λεφτά. Σκέφτηκε:
“Πριν να σκεφτώ πώς να ξαναρχίσω... έτσι κι αλλιώς δε θα σκαρφιστώ δα και τίποτε... πριν κάτσω να σπάσω το κεφάλι μου, θα ξαναρχίσω με την παλιά μου την τέχνη. Θα πάρω τον κύριο Πετεινό στο τηλέφωνο. Είναι ο μόνος αριθμός που θυμάμαι”.
Μπήκε λοιπόν σ' έναν τηλεφωνικό θάλαμο. Ο θάλαμος ήταν ακόμα γκρίζος και σκοτεινός απ' τον πόλεμο. Το χέρι του έτρεμε. Αυτό δε διορθωνότανε πια. Στο πρόσωπό του φάνηκε η γνωστή παλιά του έκφραση που 'κρυβε πάθος και διαβολίστικη χαρά. Σχημάτισε τον αριθμό.
“Καλημέρα σας!” είπε.
“Καλημέρα σας!”
“Είναι σπίτι παρακαλώ ο κύριος Κότας;” είπε και το κλάμα κόντεψε να τον πνίξει.
Απ' την άλλη άκρη κάποιος σώπαινε για κάμποση ώρα. Ύστερα είπε:
“Ζεις, βρε αλήτη; Τι υπέροχο!”
“Ζω, κύριε Πετεινέ”, είπε ο παλιός μαθητής. Κείνη τη στιγμή ένιωσε πως πραγματικά κύλαγε πάλι μέσα του ζωή. Το 'νιωσε από το σφυγμό του που τον έπνιγε. Άκουσε το κορμί του να τραγουδάει...
“Μα δεν μπορεί, κάπου πρέπει να 'χετε και μια κοτούλα” είπε. “Δε σας έκανε χτες αυτό για το πρωινό σας;”
“Μου 'κανε, μου 'κανε” είπε ο κύριος Πετεινός. “Χτες το 'κανε η βρώμα. Ένα ωραίο άσπρο αυγουλάκι. Ελάτε να τη δείτε, κύριε αλήτη, θα σας το φτιάξουμε μελάτο”.
Κι αυτό ήταν όλο.
Μα ποιος ξέρει;...

LUDVIK ASKENAZY

Η ΠΟΡΤΑ

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Μπορεί απ' έξω εκεί να στέκει
ένα δέντρο, ένα δάσος,
ένας κήπος,
ή μια πόλη μαγική.

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Μπορεί να είναι το σκυλί που ψαχουλεύει.
Μπορεί να δεις κάποια μορφή,
ή ένα μάτι
ή την εικόνα
μιας εικόνας.

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Αν είναι η καταχνιά
θα καθαρίσει.

Πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.
Κι αν είναι μόνο η σκοτεινιά
που θορυβεί
κι αν είναι μόνο
κούφιος άνεμος
κι αν
τίποτα
δεν είναι
έξω εκεί,
πήγαινε κι άνοιξε την πόρτα.

Τουλάχιστο
θα γίνει
κάποιο
ρεύμα.

MIROSLAV HOLUB

Καλημέρα, καλή εβδομάδα :)


Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

21 Απριλίου

Πάλι περιπολίες, πάλι κουστωδίες
πάλι εμβατήρια κομπαστικά.
Πάλι στριγκλιές, πάλι κλαγγές
πάλι το λειρί στο υποσιάγωνο
και το τουφέκι “υπό μάλης”.

Μα ποιος πέθανε;
Οι τηλεβόες το φώναξαν στριγκά:
“Η Δημοκρατία”.
Τι απίθανοι μυθομανείς!
Μα πώς γίνεται να πεθάνει
ένας που δεν πρόφτασε να ζήσει;

Βέβαια είχαν αρχίσει κάτι δοκιμές
είχαν ξεκινήσει κάτι συνεργεία
για να βουλώσουν τις τρύπες
που 'χαν ανοίξει για τα συρματοπλέγματα.
Μα προχτές τις ξάνανοιξαν
για να τις σκάψουν βαθύτερες.

Εμ... Ήταν πια καιρός
η “αείμνηστη” είχε παραζήσει
δέκα μήνες και κάτι εικοσιτετράωρα.
Ευτυχώς που απεδήμησεν προχτές
και ετάφη μετά τιμών και οδυρμών.

Τιμητική φρουρά τα εκτελεστικά αποσπάσματα
και μετά τα κροκοδείλια τα κλάματα.
Κατόπιν τα κανόνια
οι κιλλίβαντες, οι “αύρες”
και τέλος, έκλεινε την πομπή
λυσίκομη η Χώρα της Ελευθερίας
που εξεφώνησε και τον επικήδειο:
“Ξέρετε... η Δημοκρατία σας έπρεπε να πεθάνει
γιατί, οι Έλληνες
είστε λαός υποανάπτυκτος”.
- Το 'παν κι οι Εγγλέζοι-.

Τότε ένας πελώριος καγχασμός
ξεκίνησε απ' τις οροσειρές των αιώνων.
- “Ποιός γέλασε εκεί κάτω;”
- “Περικλής ο Αθηναίος!”
- “Να συλληφθεί”.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ