Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

ΤΟ ΑΥΓΟ

Κάθε άνθρωπος έχει πολλούς φίλους, που τους γνώρισε έτσι μονάχα για μια στιγμή, στα πεταχτά. Κάπως βρεθήκανε μπλεγμένοι στη ζωή του, παίξανε το ρολάκι τους και χάθηκαν μετά απ' τη σκηνή. Μπορεί να είπανε: “ Ο κύριος δούκας πληγώθηκε σε μονομαχία” ή “ Η Αλένκα σας στέλνει πολλούς χαιρετισμούς, αλλά περισσότερα δεν μπορώ να σας πω”. Χαμογελάνε κείνη την ώρα με νόημα ή κρυφαναστενάζουν ή φεύγουνε όμορφα όμορφα, καμαρωτά και με αίσθημα.
Κάθε ζωή έχει τους ήρωές της και τους κομπάρσους της. Δεν είναι της μοίρας μας να ξέρουμε από τα πριν τους ρόλους τους στο έργο. Αυτός που τον νομίζουμε ήρωα είναι πολλές φορές κομπάρσος. Ένα σημαντικό περιστατικό της ζωής μας γίνεται καμιά φορά το ριζικό μας.
Ήτανε μια φορά ένας άνθρωπος. Ας πούμε πως τόνε λέγανε Πόκστελφ. Πριν απ' τον πόλεμο πήγαινε στο γυμνάσιο, και μάλιστα στο κλασικό. Γιατί νόμιζε πως όλο το νόημα της ζωής είναι το ξακουστό εκείνο carpe diem. Άλλο λατινικό ρητό δε θυμότανε, μ' από την κάθε μέρα κοίταζε να ξεζουμίζει ό, τι περισσότερο μπορούσε. Διασκέδαζε εύκολα και με πάθος στην καμπούρα των άλλων. Πιότερο απ΄ όλα τ' άρεσε να τηλεφωνάει σε ξένους, άγνωστους ανθρώπους και να τους κάνει φάρσες. Παρουσιαζότανε σαν ελεγχτής του τηλεφωνικού κέντρου και γύρευε από τις ανύποπτες γιαγιούλες, που ήτανε μονάχες τους στο σπίτι, να πάρουνε το μέτρο απ' τα ραφτικά τους και να μετρήσουνε το κορδόνι του τηλεφώνου απ' τον τοίχο ίσαμε τη συσκευή.
Αν του πήγαινε στραβά η μέρα, τότε έκανε το νεκροθάφτη και ανακοίνωνε σ' αυτόν που του απαντούσε στο τηλέφωνο, πως το φέρετρό του ήταν έτοιμο.
Έλεγε:
“Σας το φέρνουμε λοιπόν το φέρετρο. Φορέστε το σάβανο και περιμέντε μας ξαπλωτός”.
Ή διέταζε:
“Ελάτε παρακαλώαύριο το πρωί στις εφτά στο Στρσέλετσκι Όστροφ με τον παπαγάλο σας. Θα μπολιαστείτε κι οι δυο υποχρεωτικά. Ευχαριστώ”.
Ιδιαίτερα του 'χε σφηνωθεί στο μυαλό ο ιδιοχτήτης του τηλεφώνου αριθμός τάδε. Λεγόταν Εδουάρδος Πετεινός και ήταν μαγαζάτορας. Κάθε βδομάδα, την Παρασκευή στις τρεις τ' απόγευμα, του 'κανε τούτη την κουβέντα στο τηλέφωνο:
“Καλημέρα σας!”
“Καλημέρα σας!”
“Είναι σπίτι παρακαλώ ο κύριος Κότας;”
“Ω όχι!” αποκρινόταν μια πολιτισμένη φωνή μετά από σύντομη παύση. “Στο τηλέφωνο Εδουάρδος Πετεινός”.
“Η Κότα λοιπόν δεν είναι σπίτι;”έλεγε πάντα μ' απορία ο μαθητής. “Και σας έκανε χτες αυγό;”
“Όχι, δεν έκανε” απαντούσε η ήρεμη κι ευγενικιά φωνή. “Σας αρέσουν τ' αυγά, μαθητή μου;”
“Τ' αυγά τα σιχαίνομαι” αποκρινότανε ο μαθητής. “Φαίνεται θα 'κανα λάθος”.
Ακουμπούσε τ' ακουστικό κι όλη τη βδομάδα χαιρότανε που θα έφτανε πάλι η Παρασκευή και που θα τηλεφωνούσε στον κύριο Πετεινό, στις τρεις τ' απόγευμα, και θα του ζητούσε τον κύριο Κότα.
Ο κύριος Εδουάρδος Πετεινός ήτανε πάντα καλότροπος κι ευγενικός. Δεν τον αποκαλούσε ποτέ αλήτη ή εξυπνάκια ή αυτό που είναι ακόμα χειρότερο “αμούστακο”. Και τ' ακουμπούσε μετά το ακουστικό ευγενικά, απαλά.
Ο μαθητής ζούσε κι αφού ζούσε μεγάλωνε. Ξεπέρασε λεβέντικα τ' άγουρα χρόνια, ωρίμαζε και πέρασε μ' επιτυχία ακόμα και τις μεγάλες τις εξετάσεις, τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο. Η φωνή του σταθεροποιήθηκε κι έγινε μπάσο βαθύ. Ήτανε στ' αλήθεια γοητευτική. Κάθε πρωί ξυριζότανε πια.
Ο κόσμος, που -άγνωστο γιατί- τον λογάριαζε ώσαμ' ένα βαθμό, εξακολουθούσε την πορεία του.
Πάνω στον κόσμο σκάσανε οι πρώτες μπόμπες. Αυτό έγινε στην Πολωνία.
Μετά έφτασε η 17 του Νοέμβρη του 1939 και ο κύριος Πετεινός περίμενε την Παρασκευή στις τρεις η ώρα. Μα άδικα. Με λίγα λόγια, απ' το στρατόπεδο δεν ήτανε δυνατό να τηλεφωνήσει κανείς. Έτσι, τουλάχιστο σ΄ αυτό το ζήτημα, ο νεαρόςο διορθώθηκε.
Τι πέρασε όλα εκείνα τα χρόνια είναι άλλη ιστορία ή και μυθιστόρημα.
Είχε λίγη τύχη, ήτανε και λιγουλάκι καπάτσος κι άντεξε.
Κι όταν γύρισε στην Πράγα στις 11 του Μάη, ήτανε μέρα Παρασκευή. Τρεις παρά δέκα λεφτά. Σκέφτηκε:
“Πριν να σκεφτώ πώς να ξαναρχίσω... έτσι κι αλλιώς δε θα σκαρφιστώ δα και τίποτε... πριν κάτσω να σπάσω το κεφάλι μου, θα ξαναρχίσω με την παλιά μου την τέχνη. Θα πάρω τον κύριο Πετεινό στο τηλέφωνο. Είναι ο μόνος αριθμός που θυμάμαι”.
Μπήκε λοιπόν σ' έναν τηλεφωνικό θάλαμο. Ο θάλαμος ήταν ακόμα γκρίζος και σκοτεινός απ' τον πόλεμο. Το χέρι του έτρεμε. Αυτό δε διορθωνότανε πια. Στο πρόσωπό του φάνηκε η γνωστή παλιά του έκφραση που 'κρυβε πάθος και διαβολίστικη χαρά. Σχημάτισε τον αριθμό.
“Καλημέρα σας!” είπε.
“Καλημέρα σας!”
“Είναι σπίτι παρακαλώ ο κύριος Κότας;” είπε και το κλάμα κόντεψε να τον πνίξει.
Απ' την άλλη άκρη κάποιος σώπαινε για κάμποση ώρα. Ύστερα είπε:
“Ζεις, βρε αλήτη; Τι υπέροχο!”
“Ζω, κύριε Πετεινέ”, είπε ο παλιός μαθητής. Κείνη τη στιγμή ένιωσε πως πραγματικά κύλαγε πάλι μέσα του ζωή. Το 'νιωσε από το σφυγμό του που τον έπνιγε. Άκουσε το κορμί του να τραγουδάει...
“Μα δεν μπορεί, κάπου πρέπει να 'χετε και μια κοτούλα” είπε. “Δε σας έκανε χτες αυτό για το πρωινό σας;”
“Μου 'κανε, μου 'κανε” είπε ο κύριος Πετεινός. “Χτες το 'κανε η βρώμα. Ένα ωραίο άσπρο αυγουλάκι. Ελάτε να τη δείτε, κύριε αλήτη, θα σας το φτιάξουμε μελάτο”.
Κι αυτό ήταν όλο.
Μα ποιος ξέρει;...

LUDVIK ASKENAZY

Δεν υπάρχουν σχόλια: