Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Ο Ξενόπουλος και το διήγημα

Δίπλα στην λατρεία και το πάθος μου για τον Λουντέμη, φέτος προστέθηκε και μία άλλη μεγάλη αγάπη: ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. Και απορώ πως τόσα χρόνια τον άφησα να μου ξεφύγει… Αλλά αυτά είναι θέματα που θα τα αναλύσουμε εν καιρώ… Προς το παρόν ας επικεντρωθούμε στα όμορφα (και χρήσιμα) δικά του λόγια…

«…Εγώ γράφω διηγήματα για τον κόσμο, και θέλω να τα χαίρεται ο κόσμος. Μου αρέσει κάθε μου γραφτό, να είναι στη μορφή του τόσο απλό, ώστε με την ίδια σχεδόν άνεση να μπορεί να το διαβάζει κι ένας μαθητής Γυμνασίου και ο κύριος Παλαμάς. Δεν αγαπώ τα σύννεφα και τα σκοτάδια. εσπούδασα μαθηματικά στα νιάτα μου, κι εσυνήθισα να λέγω τα πράγματα απλά, καθαρά και ξάστερα.»


ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
Το μικρό διήγημα, το σύντομο –κι όχι τόσο η νουβέλα, που παίρνει κάποτε την έκταση του μυθιστορήματος-είναι το πιο δύσκολο είδος της λογοτεχνικής δημιουργικής πεζογραφίας. Και τούτο γιατί, πρώτα πρώτα, ένα τέλειο διήγημα πρέπει να κλείνει μέσα του «ολάκερο κόσμο», και τέτοιο πράμα δε χωρεί εύκολα σε λίγες σελίδες. Ένα τέλειο μικρό διήγημα πρέπει να ‘χει και κάτι το δικό του, το ιδιαίτερο, το ιδιόρρυθμο, μια πρωτοτυπία προπάντων στο θέμα, στο μύθο, στην υπόθεση, ώστε να μη μοιάζει με άλλο ούτε του ίδιου του συγγραφέα, ούτε κανενός. Να το διαβάζεις μια φορά και να το θυμάσαι για πάντα.
Στη λογοτεχνική μου ζωή, που ο Θεός θέλησε να ξεπεράσει το μισό αιώνα-ήμουν δεκαεφτά χρονών παιδί όταν εμφανίστηκε το πρώτο μου βιβλίο-έχω γράψει πολλά κι απ’ όλα: μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, θεατρικά πολύπρακτα, μονόπρακτα. Αλλά μπορώ, νομίζω, να ‘μαι ευχαριστημένος, και περήφανος αν θέλετε, που οι ιστοριοκριτικοί της Λογοτεχνίας μας, δικοί μας και ξένοι απ’ όλο μου το έργο, ξεχωρίζουν τα μικρά μου διηγήματα. Τα ονόμασαν «πρότυπα του είδους», κι ακόμα «μικρά αριστουργήματα». Δεν εφαντάσθηκα ποτέ πως είμ’ ένα μεγάλος διηγηματογράφος, κάθε άλλο. Αλλά δεν μπορεί παρά να με κολακεύει το ξεχώρισμα αυτό του «πιο δύσκολου είδους» ανάμεσα στ’ άλλα που καλλιέργησα –ξεχώρισμα που μου δίνει το δικαίωμα να θεωρώ κι εγώ τα μικρά μου διηγήματα σαν το καλύτερο μέρος του όλου μου Έργου. Και τίποτ’ άλλο αν δεν έχουν, όμως τα κάνει να μη μοιάζουν ούτε μεταξύ τους, ούτε με άλλα, νομίζω πως, τα καλύτερα τουλάχιστο, το έχουν. Γι΄ αυτό μόνο τα πρόσεξαν και τα ξεχώρισαν οι ειδικοί.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, Η Αναθρεφτή, εκδ. Αδελφοί Βλάσση

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Ταχταρίσματα

1.Του παιδιού μου το παιδί
είναι δυο φορές παιδί μου.
Να το, να το, να το, να το,
σαν φλουρί κωσταντινάτο.
Να το, να το, να το, να το,
το αφράτο, το κρινάτο,
το ζαχαραμυγδαλάτο.

2.Τα-ρι-ρι του λέγανε
και μου το παντρεύανε.
Και του δίνανε προικιά
ένα κόσκινο φλουριά.
Και του δίναν πανωπροίκι
έν’ αμπέλι κι ένα σπίτι.
Και του δίναν ένα κι άλλο
κι ένα βασιλιά μεγάλο.

3.Το παιδί θέλει χορό
και βιολιά δεν είν’ εδώ,
κι όποιος πάει να τα φέρει,
δέκα τάλαρα στο χέρι.

4.Πάρτε το, κρατήστε το
κι όλο τραγουδήστε το,
να πετάει σαν πουλί,
να πηδάει σαν τ’ αρνί,
να κοιτάει σαν παγονούδι,
νε γελάει σαν αγγελούδι.

5.Να χορέψει θέλει η κόρη
και παπούτσια δεν εφόρει’
θα της δώσω τα δικά μου
να χορέψει η πέρδικά μου’
θα την πάω στον τσαγκάρη
να της φτιάξει ένα ζευγάρι,
από πάνω κόκκινα
κι από κάτω κόσκινα!

Ταχταρίσματα, εκδόσεις Καστανιώτη



Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Η μαϊμού κι ο φακόσπορος

Ένας άνθρωπος περνούσε μεσ’ απ’ το δάσος και κουβάλαγε ένα σακούλι γεμάτο φακή. Πήγαινε να την πουλήσει στην αγορά της πόλης. Στα μισά του δρόμου κάθισε κάτω από ένα δέντρο να πάρει ανάσα. Ακούμπησε δίπλα του το σάκο κι αποκοιμήθηκε.
Πάνω σε κείνο το δέντρο ήταν μια μαϊμού. Όταν είδε πως ο άντρας είχε κοιμηθεί, γλίστρησε κάτω, πήρε απ’ το σάκο μια χούφτα φακές και ξανασκαρφάλωσε πάνω στα κλαδιά. Εκεί άρχισε να τις τρώει. Μόλις όμως άνοιξε το χέρι, της έπεσε μια φακή.
Της μαϊμούς της κακοφάνηκε να τη χάσει. Γι’ αυτό πήδησε στο χώμα για να τη βρει. Κείνη τη στιγμή όμως, ξύπνησε ο άνθρωπος. Η μαϊμού τρόμαξε. Πέταξε πέρα όλες τις φακές που κράταγε στη χούφτα της και σκαρφάλωσε στο δέντρο μ’ άδεια χέρια. Έτσι, για να μη χάσει μια φακή, η λαίμαργη μαϊμού τις έχασε όλες.

Gianni Rodari, Παραμύθια απ΄ όλο τον κόσμο



Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Ο Πανοραματοποιός 1 και 2

1.
…Η Σίικα με τραβούσε απ΄ το σακάκι. «Έλα». Το κατσαμάκι της κόντευε να τελειώσει κι ακόμα τις πολιτείες δεν τις είδαμε. Γι΄ αυτό έπρεπε να τρέξουμε πριν σωθούνε. «Λουκάς Παπαπαναγιωτακόπουλος, Πανοραματοποιός», έλεγε το κασόνι στολισμένο με κορδέλες, με καθρέφτες, με καρποστάλια και λογιώ λογιώ άλλα μπιχλιμπίδια.
Ο νοικοκύρης της κασόνας ήτανε ο πιο σοφός άνθρωπος που είχαμε δει στη ζωή μας. Και ο πιο γραμματισμένος. Κι ο πιο περήφανος. Και με το δίκιο του ο άνθρωπος. Εγώ –για να πούμε την αλήθεια- περίμενα να τον βρω τρελό. Πώς άντεχαν τα μυαλά του σε τέτοια πράματα και δεν ξέστριβαν, ήταν απ΄ τα παράξενα!
-Ήρτατε για την Ευρώπη; μας λέει σαν φτάνουμε. Για να γενούμε όμως φίλοι (Μου ήρθε να κλάψω… Πώς με καταδεχότανε για φίλο εμένα ένας τέτοιος άνθρωπος; Η Σίικα ήταν έτοιμη να ζηλέψει που έπαιρνα την αγάπη της για τη δώσω αλλουνού. Μα μπροστά σε τέτοιον άνθρωπο!) Λοιπόν, φιλαράκια… για να γενούμε καλοί φίλοι -συνεχίζει ο Λουκάς- πρώτα το μεταλλίκι!
Άλλος παράξενος και τούτος ο Λουκάς. Ενώ ήτανε πιο πλούσιος κι απ΄ τους βασιλιάδες της γιαγιάς καταδεχότανε να γυρεύει δεκάρες «Μήστητί μου Κύριε!» όπως έλεγε και η γιαγιά.
-Μπρος! Λάβετε θέσεις! φώναζε ο Λουκάς. Και ξερόβηξε. Αρχίζω: Εδώ, Λουκάς Παπαπαναγιωτακόπουλος, κοσμογυριστής παρισιάζει τον όλο κόσμο με μια δραχμή και φχαριστάει την καρδιά σας. Να το πείτε και σ΄ αλνούς. Μπαίνουμε. Αλόν!
Πατάει ένα κουμπί. Και τι ‘ταν εκείνο; Μια πολιτεία χρυσαφένια, πιο σπουδαία κι από παραμυθένια, ξεφανερώθηκε μπροστά στα μάτια μας. Ο Λουκάς μας «παρισιάζει»:
-Εδώ κύριοι βλέπετε η Βγένα…μεγάλη πολιτεία. Βαποράκια στα στενά. Στον κόρφο της κύριοι, γλυκιά θάλασσα…πάτος πουθενά. Χιόνια κυλάνε. Μουζικές, χοροί, και άλλα. Βγένα είπαμε, κύριοι τ΄ όνομά της, πολιτεία της Αούστριας, ο βασιλιάς Φραγκίσκος Ιησούς τ΄ όνομά του. Έ φ υ γ ε.
-Εδώ κύριοι βλέπετε η Παρισίους…θαύμα πολιτεία με παλάτια υπέροχα μπουλεβάρδα τ΄ όνομά τους. Βλέπετε γυναίκες με σπουδαίες φορεσιές –οι καλύτερες. Καρότσες, τραμβάλια… Γλιστράνε με σαπούνι. Πύργος αψηλός για να βλέπουνε τους κλέφτες ότι πολλοί εις Παρισίους. Έ φ υ γ ε.
-Εδώ κύριοι βλέπετε, Τοτόκιο Ισπανία τον βασιλέον. Βουνό που βγάζει πίσσες και άλλα. Κερασιές μπόλικες –δεν κάνουνε κεράσια. Μετάξια, κουδουνίστρες, φαναράκια με χαρτί. Αμίλητοι. Τρώνε στα γόνατα. Πολλοί θρήσκοι –σκίζουνε τις κοιλιές τους. Θεός γδυμνός. Βγάζει απ΄ το στόμα καπνούς και άλλα. Έ φ υ γ ε.
-Εδώ κύριοι βλέπετε Ρώμη. Πολλά περιστέρια μες στα πόδια σου. Τα ταΐζεις στο χέρι –πολύ ήμερα. Τα κεραμίδια τους γιομάτα κουτσουλιές. Θέατρο, που θερία φοβερά τρώνε το χριστιανό ότι πολύ άγρια. Ο βασιλεύς του μια απιθαμή Βίχθωρ Εμμανουήλ. Τούρκος ο αρχηγός τους Μουσουλίμ τ΄ όνομά του… Ψοφάνε για μακαρόνια. Έ φ υ γ ε.
-Εδώ κύριοι βλέπετε η Μαρσίλια, πόλις με λιμάνια, φασαρίες και άλλα. Ψηλή γέφυρα στη θάλασσα για να βλέπουνε την πολιτεία –ότι πολύ ωραία. Γάντζοι καταραμένοι σηκώνουνε παμπόρια. Μόλος για πατινάδα, ψαρική και άλλα. Άνθρωποι εις φαγοποτία. Χασομεράνε –πολύ ψεύτες. Έ φ υ γ ε.
-Εδώ κύριοι βλέπετε η Βενετία πόλις για χουζούρι. Κολυμπάει στο νερό. Καρότσες, δρόμοι και τέτοια τα πήρε το ποτάμι. Βάρκες ωραίες με μύτες γυριστές. Τις φοράνε για παπούτσια. Άνθρωποι γουστόζοι με σουγιάδες, καντάδες, λαγούτα και άλλα –τραγουδάνε πολύ. Είπαμε κύριοι εδώ Βενετία, πόλις με βελόνι. Έ φ υ γ ε.
-Εδώ κύριοι βλέπετε η Πετρόπολη του Μόσκοβου. Κρατάνε τις μύτες τους για να μην πέσουνε –πολύ κρύο. Τα ποτάμια δεμένα. Απάνου τους γλιστράνε καρότσια και άλλα. Γούνες, αρκούδια, μπαλαλούκες. Πετρόπολη. Ο βασιλιάς έχασε το κεφάλι του –ότι πολύ άπονος. Τώρα κουμαντάρει Μπορσοβίκος άντρας με θηλυκό όνομα –Ε λ έ ν ι ν τ΄ όνομά του. Αργάτες-ξαργάτες όλοι οι γύφτοι μια γενιά. Έ φ υ γ ε.
-Εδώ κύριοι βλέπετε, Αθήνα μας, πόλις Αρχαία Ελλάς. Οι άνθρωποι πονηροί. Κολόνες μάρμαρα, πολύ μακριά… Τρέχουνε να τα δούνε. Ακρόπολη με βασιλιάδες, κορίτσια, και άλλα. Παλικάρια όπως σε γεννάει η μάνα σου –δεν είχανε ντροπή. Περικλής, Σωκράτης, Δημοσθένης, Δημιστοκλής, -όλοι αρχαίοι. Θησείον, Ρολόι με ήλιο –τώρα δε δουλεύει. Καβοκολόνες, Ελυμπείον, Κεραμεικός –θάβανε τους πεθαμένους. Αέρηδες. Άγιος Πάγος, Φανάρι του Διγενή –πολύ αστείος. Έ φ υ γ ε.
(Εδώ ο Λουκάς ανέβασε ψηλά ψηλά τη φωνή του)
-Τελευταίο και καλό! Εδώ κύριοι βλέπετε οι ωραίοι Γαργαλιάνοι. Πόλις σπουδαία, με πλατεία, δέντρα και άλλα. Καφενείο «η Ωραία Ελλάς». Κουρείον, ημιγυμνάσιον… δ ύ ο φαρμακεία! Δεξιά οικία διώροφος Μαστροδημητρουλακόπουλου. Παραπλεύρως οικία με τζαμικιανίνια Σάκη Κανελακόπουλου –επίτροπος Ιερού Ναού Γεωργίου του θαυματουργού- την χάριν του. Είδατε κύριοι είπαμε ωραίοι Γαργαλιάνοι, πατρίς Λουκά Παπαπαπαναγιωτακόπουλου. Δούλος σας. Ευχαριστώ. Τ έ λ ο ς.
................................................................

2.
…Τώρα σταμάτησε και κείνη η μουσική με τα φυσερά που την είχανε κρυμμένη. Τα κουβαδάκια απόμειναν κρεμασμένα. Τ’ αλόγατα κόπηκαν εκεί που τρέχανε. Ο άνθρωπος που έτρωγε το μαλλί έβγαλε το καπέλο του με τα χρυσά σιρίτια κι ακούμπησε σ’ έναν τοίχο να σφουγγίσει τον ιδρώτα του και να πιει κι ένα τσιγάρο. Κουρασμένος και άκεφος που ήταν… Όλοι ήταν άκεφοι και κουρασμένοι. Ο Λουκάς έβγαλε απ’ το κασόνι του ένα κομμάτι τυρί και μια φραντζόλα και μπούκωνε το στόμα του σαν λύκος. Ορίστε!... Κοίτα που πήγε να βάλει το ψωμοτύρι του! Ο κακούργος! Τώρα οι πολιτείες θα βρομούνε τυρί!! Φονιά!!
Κι εμείς τις αγαπήσαμε τόσο…
Να, τώρα πάμε άκρη άκρη στο ποτάμι κι όλο αυτές βλέπουμε…
Πολιτείες χρυσοκέντητες να κολυμπάνε στα νερά. Να, και τα ψηλά παλάτια, «μπουλεβάρδα τ΄ όνομά τους». Ου πύργοι, οι γέφυρες, οι κερασιές… και τι κερασιές! Απ’ αυτές που κάνουνε κεράσια. Όχι σαν του Λουκά.
Πάμε σύρριζα στο ποτάμι… Οι πολιτείες πλέουνε ολοκάθαρες μέσα. «Εδώ Σίικα βλέπεις ένα παιδί που δίνει μια του φεγγαριού και κάνει ‘γκολ’ στα βουνά».
-Μη νομίσεις πως δεν μπορώ, Σίικα! Αυτό είναι το λιγότερο. Για το τρένο, σου είπα; Βλέπεις ένα τρένο κι έρχεται για να σε δαγκώσει… Πας και κάθεσαι καταμεσής στο δρόμο. «Ψτ! πίσω! του λες. Γλήγορα πίσω στη φωλιά σου!» του λες άγρια άγρια. Και κείνο δεν ξέρει από πού να πρωτοφύγει. Θα ‘χω και μια σφυρίχτρα με αλυσιδίτσα, όποτε θέλω κάτι, θα σφυρώ: «Να ‘ρτει εδώ η μεγάλη πολιτεία Βγένα! Τι κατάσταση είν’ αυτή! Να πάψουν οι μουζικές και άλλα! Διατάζω εγώ!» Ύστερα έρχεται άλλη πολιτεία φοβητσάρα…
-Τι ‘σαι συ;
-Τοτόκιο… «Ισπανία τον βασιλέον».
-Σήκω απάνω! Τι φωτιές είν’ αυτές; Να σταματήσει το βουνό να βγάζει φωτιές και άλλα. Να βγάζει ζαχαράτα! Εγώ διατάζω… Οι ωραίοι Γαργαλιάνοι είσαι συ; Η οικία Παπαπαναγιατακόπουλου περικαλώ να τραβηχτεί στην άκρη. Κι ο Λουκάς με τις πολιτείες είν’ ένας ψεύταρος… Και τώρα κύριοι τελευταίο και καλό: Εδώ κύριοι βλέπετε φάμπρικα. Ωραία τούβλα για σπίτια και άλλα. Αλώνι, φούρνος για ψήσιμο, γυφτάκι στην άκρη μόνο –ότι πολύ άσκημο. Δεξιά Κρίστας πολύ «εφκαριστημένος», αρραβωνιάζεται…
Δυο χέρια φέρανε όλη την καταστροφή. Το ένα άδραξε τη Σίικα, τ’ άλλο απλώθηκε κατά μένα.
Όλο το φανταχτερό όνειρό μας ζουλήχτηκε μέσα στα χοντρόχερα της στρίγγλας. Όλος ο κόσμος που γύριζε απ’ το Κιουπρί σταμάτησε να δει τη συνέχεια… Εδώ κύριοι βλέπετε πώς η στρίγγλα τρώει δυο παιδιά… Πώς ξεπουπουλιάζει με τα νύχια της τη χαρά τους… πώς τσαλαπατάει τα όνειρά τους πάνω στις λάσπες… και φτύνει απάνω στα χρυσάφια τους… Εδώ κύριοι ντροπή… Εδώ κύριοι μη γελάτε, είναι πολύ σκληρό… Έτσι… Ευχαριστώ. Εδώ κύριοι τ έ λ ο ς.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, Συννεφιάζει

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Motto

Η μόνη μας ελπίδα είναι οι απελπισμένοι.
Έχεις περάσει το ίδιο ποτάμι
δύο φορές κι ήταν το λάθος ποτάμι.
Τα νιάτα στ’ άρπαξε ο άνεμος του Αναξιμένη.

Μην πέφτεις σε περισυλλογή.
Τα ποτάμια και τα χρόνια άσ’ τα να κυλάνε.
Κι ό, τι βγει.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΤΟΚΟΣ

Καλή εβδομάδα

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Ηχώ και Νάρκισσος


Η Ηχώ ήταν μια νύμφη που με την ακατάσχετη φλυαρία της αποσπούσε την προσοχή της θεάς Ήρας, προκειμένου άλλες νύμφες, οι οποίες ερωτοτροπούσαν με τον άντρα της, τον Δία, να έχουν το χρόνο να ξεφύγουν. Όταν η Ήρα κατάλαβε το κόλπο, τιμώρησε την Ηχώ στερώντας της την ικανότητα να λέει οτιδήποτε άλλο πέρα από το να επαναλαμβάνει τις τελευταίες λέξεις που της έλεγαν.

Μια μέρα η Ηχώ συνάντησε έναν όμορφο νεαρό που περιπλανιόταν μόνος στα δάση. Ήταν ο Νάρκισσος, γιος του ποταμού-θεού Κηφισού και της νύμφης Λειριώπης. Η Ηχώ, όπως πολλές άλλες, τον ερωτεύτηκε τρελά. Ο Νάρκισσος όμως δεν ενέδιδε ποτέ στις χάρες καμίας, και μάλιστα φερόταν στις θαυμάστριές του ψυχρά και περιφρονητικά –τόσο που κάποια απ’ αυτές, άγνωστο ποια, προσευχήθηκε στους θεούς να ερωτευτεί τρελά ο Νάρκισσος τον εαυτό του και να μην μπορέσει ποτέ να ικανοποιήσει τον πόθο του.

Ο Νάρκισσος, πιστός στις αρχές του, απέρριψε επανειλημμένα τις προτάσεις της Ηχώς. Η άμοιρη ερωτοχτυπημένη νύμφη αδυνάτιζε όλο και πιο πολύ, μέχρι που χάθηκε εντελώς απ’ το μαράζι του χωρίς ανταπόκριση έρωτά της και το μόνο που απέμεινε απ’ αυτή ήταν η φωνή της, που ακούγεται ακόμα στα δάση και τους λόφους σαν αντίλαλος.

Ο Νάρκισσος μια μέρα βρήκε μια λίμνη με κρυστάλλινο νερό που λαμπύριζε στο φως. Ξάπλωσε δίπλα στη λίμνη και, σκύβοντας να πιει, αντίκρισε το ομορφότερο πρόσωπο που είχε δει ποτέ. Γοητευμένος, συνέχισε να το κοιτάζει εκστατικά. Μη συνειδητοποιώντας ότι αυτό που έβλεπε ήταν το είδωλό του, προσπάθησε επανειλημμένα να αγγίξει το πρόσωπο που νόμιζε ότι βρισκόταν κάτω απ’ το νερό. Έμεινε πλάι στη λίμνη και στο είδωλό του μερόνυχτα ολόκληρα χωρίς να τρώει και να πίνει τίποτε, μέχρι που τελικά μαράζωσε και χάθηκε κι αυτός. Εκεί που είχε γείρει το σώμα του, τώρα υπήρχε ένα πανέμορφο λουλούδι με λευκά πέταλα γύρω από ένα κίτρινο πυρήνα –ο νάρκισσος.

Η ιστορία της Ηχώς και του Νάρκισσου είναι από τους δημοφιλέστερους αρχαίους μύθους στη μετακλασική τέχνη και λογοτεχνία. Το συχνά εμφανιζόμενο θέμα του Νάρκισσου που κοιτά θαμπωμένος το είδωλό του προσφέρεται για ενδιαφέρουσες, πολύπλοκες και περίτεχνες συνθέσεις. Η Ηχώ μερικές φορές απεικονίζεται –αφού, καλλιτεχνική αδεία, πρέπει να έχει υλικό σώμα- να κάθεται παρεκεί και να κοιτά τον αγαπημένο της, που μπορεί να είναι αποκοιμισμένος, καθώς σβήνει. Την εικόνα συμπληρώνουν συμβολικά ένα λουλούδι νάρκισσος ή μερικοί ασφόδελοι, που ανήκουν στην ίδια οικογένεια φυτών.



Ο Άγγλος ζωγράφος Γουίλιαμ Γουότερχάουζ, επηρεασμένος από τους Προ-Ραφαηλίτες, εξακολουθεί να αρέσει χάρη στο ονειρικό, ρομαντικό του στιλ, που ακολουθεί με μεγάλη επιτυχία σε αναπαραστάσεις ελληνικών, ρωμαικών και αγγλικών θρύλων. Εδώ, η Ηχώ κοιτάζει με λαχτάρα τον Νάρκισσο, που ερωτεύεται μέχρι θανάτου το ίδιο του το είδωλο.



MARCUS LODWICK, Οδηγός για τους μεγάλους πίνακες ζωγραφικής, εκδόσεις Κοχλίας.



Λαχνίσματα 2

1.Άστρα νταμ
πίκι πίκι ραμ
το ψωμί το λένε νταμ
και τη γάτα Καρολίνα
και τον ποντικό σωλήνα,
που πηγαίνει στην κουζίνα
και ψοφάει από την πείνα.

2.-Είσαι κινεζάκι,
τρως πολύ ρυζάκι
και πόσες κουταλίτσες;
-Πέντε.
-Μία, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε!

3.Άκατα μάκατα σκούκουτουμπε
άμπελ φάντελ ντομινέ.
Άκατα μάκατα σούκουτουμπε
άμπελ φάντελ βγε!

4.Τζένη Καρέζη
Κώστας Κακαβάς
Αλίκη Βουγιουκλάκη
εσύ θα τα φυλάς!

5.Η κυρία Αφροδίτη,
που παντρεύτηκε στην Κρήτη,
πήρε άντρα Κρητικό
με κολάρο στο λαιμό,
πατέρα Γιώργο και βγήκα εγώ!

Λαχνίσματα, εκδόσεις Καστανιώτη



Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Άλφρεντ Νόμπελ: μια προσωπικότητα γεμάτη αντιφάσεις-Τα βραβεία Νόμπελ

Όταν ανοίχτηκε η διαθήκη του Άλφρεντ Νόμπελ, η έκπληξη και η απογοήτευση των ενδιαφερόμενων υπήρξε μεγάλη: ο ζάμπλουτος χημικός, εφευρέτης, ιδιοκτήτης ενεννήντα εργοστασίων που παρήγαγαν εκρηκτικά και πυρομαχικά, ο marchand de la mort, «ο έμπορος του θανάτου», όπως τον είχε αποκαλέσει μια γαλλική εφημερίδα, άφηνε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του για τη δημιουργία ενός ιδρύματος που θα απένεμε βραβεία, μεταξύ των οποίων και βραβείο ειρήνης!
[…]
Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος που καθιέρωσε το διασημότερο και παγκόσμιου κύρους βραβείο; Ο Άλφρεντ Νόμπελ γεννήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1833 στη Στοκχόλμη της Σουηδίας. Ήταν το τρίτο από τα τέσσερα επιζήσαντα παιδιά του Ιμανουέλ και της Καρολίν Νόμπελ. Ο πατέρας του ήταν εφευρέτης και μηχανικός. Η οικογένεια απέκτησε οκτώ παιδιά, από τα οποία όμως μόνο τα τέσσερα έφτασαν σε ώριμη ηλικία.
Ο Ιμανουέλ Νόμπελ ήταν κατασκευαστή γεφυρών και κτιρίων και πειραματιζόταν με τρόπους ανατίναξης βράχων για τις ανάγκες των κατασκευών. Ωστόσο οι επιχειρήσεις του στη Σουηδία δεν είχαν επιτυχία και το 1837, τη χρονιά που γεννήθηκε ο Άλφρεντ, έφυγε για να δοκιμάσει την τύχη του στη Ρωσία. Η σύζυγός του έμεινε πίσω και άνοιξε ένα παντοπωλείο για να συντηρεί την οικογένεια με το μέτριο εισόδημά της.
Στην Αγία Πετρούπολη, όπου εγκαταστάθηκε, ο Ιμανουέλ άνοιξε ένα μηχανουργείο για την παραγωγή στρατιωτικών εξοπλισμών. Ταυτόχρονα έπεισε τον Τσάρο να χρησιμοποιήσει θαλάσσιες νάρκες για την προστασία του λιμανιού της Αγ. Πετρούπολης. Η επιχείρηση ευδοκίμησε και το 1842 ο Ιμανουέλ έφερε την οικογένειά του στην Αγ. Πετρούπολη, όπου είχε πλέον την οικονομική δυνατότητα να προσφέρει στα παιδιά του καλή μόρφωση με ιδιωτικούς δασκάλους. Ο Άλφρεντ ήδη στα 17 του μιλούσε σουηδικά, ρωσικά, γαλλικά, αγγλικά και γερμανικά και ήταν ένας ικανός χημικός.
Ο Άλφρεντ έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία, τη χημεία και τη φυσική. Ο πατέρας του, που δεν ενέκρινε τις λογοτεχνικές του τάσεις, τον έστειλε το 1850 στη Γαλλία να σπουδάσει χημεία. Σπούδασε στο Παρίσι για ένα χρόνο και εκεί συνάντησε τον νεαρό χημικό Ασκάνιο Σομπρέρο, ο οποίος είχε εφεύρει νωρίτερα τη νιτρογλυκερίνη, ένα εξαιρετικά εκρηκτικό υγρό, που όμως ήταν εντελώς ασταθές και επικίνδυνο στη χρήση, γι’ αυτό και δεν παρουσίαζε πρακτικό ενδιαφέρον. Μετά το Παρίσι ο Άλφρεντ εργάστηκε στις ΗΠΑ για τέσσερα χρόνια στην κατασκευή θωρηκτών. Όταν επέστρεψε στη Ρωσία, δούλεψε μαζί με τον πατέρα του πάνω στην ασφαλή χρήση της νιτρογλυκερίνης στις κατασκευαστικές εργασίες.
Μετά το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου η επιχείρηση Νόμπελ παράκμασε, χρεοκόπησε το 1859 και η οικογένεια επέστρεψε στη Σουηδία. Οι μεγαλύτεροι αδερφοί του Άλφρεντ, ο Ρόμπερτ και ο Λούντβιχ, παρέμειναν στη Ρωσία και ασχολήθηκαν με την εξόρυξη πετρελαίου, με μεγάλη επιτυχία.
Πίσω στη Στοκχόλμη ο Άλφρεντ συνέχισε να πειραματίζεται με τη νιτρογλυκερίνη. Το 1862 δημιούργησε ένα εργαστήριο για την παρασκευή του νέου εκρηκτικού υλικού και άρχισε να ερευνά τρόπους ελέγχου της έκρηξης. Το 1863 δημιούργησε ένα μικρό εργοστάσιο παραγωγής νιτρογλυκερίνης και το 1863 εφεύρε τον πρώτο του ασφαλή πυροκροτητή και συνέχισε με βελτιωμένες εκδοχές του. Τον ίδιο χρόνο το εργοστάσιο του Άλφρεντ ανατινάχτηκε, σκοτώνοντας αρκετά άτομα, μεταξύ των οποίων και το νεότερο αδερφό του Εμίλ. Απτόητος ο Άλφρεντ συνέχισε τις έρευνες και το 1866 επινόησε ένα νέο και ασφαλές εκρηκτικό αναμειγνύοντας τη νιτρογλυκερίνη με ένα είδος λεπτής άμμου. Το ονόμασε δυναμίτη. Σύντομα ο δυναμίτης απέκτησε ευρύτατη χρήση σε κάθε είδους κατασκευαστικά έργα, όπως ορυχεία, δρόμοι κτλ.
Στις δεκαετίες 1870 και 1880 ο Νόμπελ δημιούργησε ένα δίκτυο 90 εργοστασίων δυναμίτη σε όλη την Ευρώπη και εταιρειών εμπορίας δυναμίτη. Ταυτόχρονα συνέχισε τις έρευνες και εφεύρε την εκρηκτική ζελατίνη και αργότερα τον βαλιστίτη, εκρηκτικά πολύ ισχυρά και ασφαλή.
Στο μεταξύ οι αδερφοί του Λούντβιχ και Ρόμπερτ είχαν εκμεταλλευτεί νέες πετρελαιοπηγές στο Μπακού, κατά μήκος της Κασπίας θάλασσας, και είχαν γίνει πάμπλουτοι.
Τα έσοδα από τις εφευρέσεις του Άλφρεντ, καθώς και οι μετοχές που κατείχε στις πετρελαϊκές επιχειρήσεις των αδερφών του, του εξασφάλισαν μια μεγάλη περιουσία. Αργότερα ασχολήθηκε με την πολεμική βιομηχανία της Σουηδίας και με τη μεταλλουργία. Ασχολήθηκε επίσης και με άλλες εφευρέσεις, όπως το τεχνητό μετάξι και δέρμα και ήταν κάτοχος περισσότερων από 350 ευρεσιτεχνιών.
Παρά τον πλούτο του, ο Άλφρεντ Νόμπελ ζούσε απλή και λιτή, σχεδόν ασκητική ζωή. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Αγαπούσε πολύ τη λογοτεχνία, μάλιστα έγραφε θεατρικά έργα και ποιήματα. Πέθανε στις 10 Δεκεμβρίου 1896 στη βίλα του στο Σαν Ρέμο της Ιταλίας από εγκεφαλική αιμορραγία.
[…]
Η διαθήκη του προσβλήθηκε από τους συγγενείς του και αμφισβητήθηκε από τις κρατικές αρχές σε διάφορες χώρες. Οι εκτελεστές της διαθήκης χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια για να εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση των επιθυμιών του.
Τι ήταν αυτό που ώθησε τον Άλφρεντ Νόμπελ να διαθέσει την περιουσία του με τόσο γενναιόδωρο, όσο και παράδοξο τρόπο ; Είναι προφανές ότι τα βραβεία λογοτεχνίας, χημείας και φυσικής αντιπροσώπευαν τα ενδιαφέροντα που χαρακτήριζαν όλη τη ζωή του. Όσο για το βραβείο ειρήνης, οι μελετητές πιστεύουν ότι καθοριστικό ρόλο έπαιξαν δύο παράγοντες. Πρώτο, ένα περιστατικό που συνέβη το 1888, όταν ο αδερφός του Λούντβιχ πέθανε στις Κάννες. Οι εφημερίδες μπέρδεψαν τότε τον Λούντβιχ με τον Άλφρεντ και μια γαλλική εφημερίδα κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Le marchand de la mort» (Ο έμπορος του θανάτου πέθανε), πράγμα που πρέπει να έβαλε τον Άλφρεντ σε σκέψεις για την υστεροφημία του. Ο δεύτερος παράγων ήταν η γνωριμία και η μακρά φιλία του με την Μπέρθα φον Σούτνερ, η οποία στήριζε δραστήρια το φιλειρηνικό κίνημα και είχε γράψει το βιβλίο Χαμηλώστε τα όπλα.
Τελικά ο Άλφρεντ Νόμπελ ήταν μια μορφή γεμάτη αντιφάσεις: ένας ευφυής, μοναχικός άνθρωπος, πρακτικός και συνάμα ιδεαλιστής, ο άνθρωπος που εφεύρε τα εκρηκτικά που χρησιμοποιούνται στο σύγχρονο πόλεμο και ταυτόχρονα καθιέρωσε το πιο έγκυρο και παγκοσμίως καθιερωμένο βραβείο ειρήνης.


ΤΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΝΟΜΠΕΛ

Οι αποφάσεις για τις βραβεύσεις λαμβάνονται ως εξής:
-Για τα βραβεία φυσικής και χημείας από τη Βασιλική Σουηδική Ακαδημία Επιστημών.
-Για τα βραβεία φυσιολογίας-ιατρικής από το Ινστιτούτο Καρολίνσκα της Στοκχόλμης.
-Για τα βραβεία λογοτεχνίας από τη Σουηδική Ακαδημία.
-Για το βραβείο ειρήνης από πενταμελή επιτροπή του Κοινοβουλίου της Νορβηγίας.
-Για το βραβείο οικονομίας (το οποίο προστέθηκε το 1969) από τη Βασιλική Σουηδική Ακαδημία Επιστημών.
Υποψηφίους για βράβευση μπορούν να προτείνουν κάθε χρόνο, μετά από προσωπική πρόσκληση του Ιδρύματος Νόμπελ, μέλη ακαδημιών, επιστήμονες, καθηγητές πανεπιστημίων και ερευνητικά ιδρύματα από όλο τον κόσμο. Προτάσεις μπορούν επίσης να υποβάλλουν όσοι έχουν ήδη βραβευτεί. Για το βραβείο ειρήνης μπορούν να προτέινουν υποψηφίους οι κυβερνήσεις χωρών, καθώς και τα μέλη του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Λαμβάνεται πρόνοια να εκπροσωπούνται στις υποψηφιότητες όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες.
Οι υποψηφιότητες ερευνώνται διεξοδικά από επιτροπές αξιολόγησης, οι οποίες υποβάλλουν στα σώματα που απονέμουν τα βραβεία τον κατάλογο αυτών που κρίνουν ως βραβεύσιμους. Η τελική απόφαση λαμβάνεται με ψηφοφορία και το αποτέλεσμα αναγγέλλεται αμέσως. Αν κανένας υποψήφιος δεν κριθεί άξιος βράβευσης, το σχετικό βραβείο δεν απονέμεται και το χρηματικό έπαθλο προστίθεται στο κεφάλαιο των βραβείων.
Η απονομή του βραβείου γίνεται σε ειδική τελετή στις 10 Δεκεμβρίου στη Στοκχόλμη. Οι βραβευθέντες παραλαμβάνουν από το βασιλιά το μετάλλιο και το δίπλωμα του βραβείου, καθώς και την επιταγή με το χρηματικό ποσό της βράβευσης. Με αντίστοιχο τρόπο γίνεται η απονομή του βραβείου ειρήνης στο Όσλο. Τον εναρκτήριο λόγο της τελετής εκφωνεί ο πρόεδρος του ιδρύματος Νόμπελ και ακολουθεί ομιλία εκπροσώπου του οργάνου που επέλεξε τον βραβευόμενο και ομιλία του ίδιου του βραβευόμενου. Η τελετή κλείνει με συμπόσιο στο δημαρχείο του Όσλο, στο οποίο συμμετέχουν 1.300 προσκεκλημένοι.
Το κύρος του βραβείου Νόμπελ είναι τεράστιο κ αι το οικονομικό του αντίκρισμα δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο, καθώς ανέρχεται περίπου στο ποσό του 1 εκατομ. δολαρίων. Ωστόσο, το βραβείο Νόμπελ δεν υπήρξε πάντα αναμφισβήτητο και κατά καιρούς η επιλογή των βραβευόμενων δέχτηκε κριτική, όπως για παράδειγμα η βράβευση του Χένρι Κίσινγκερ με το βραβείο ειρήνης μόλις ένα χρόνο μετά την καταδίκη των ΗΠΑ για το βομβαρδισμό του Ανόι ή, παλιότερα, η μη βράβευση με αυτό του Μαχάτμα Γκάντι. Επιπροσθέτως, κάποιοι που επελέγησαν αρνήθηκαν να παραλάβουν το βραβείο, όπως ο Γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος Ζαν Πολ Σαρτρ και ο Ρώσος συγγραφέας Μπόρις Πάστερνακ, οι οποίοι αρνήθηκαν το βραβείο λογοτεχνίας, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας.
Κάποια βραβεία δεν απονεμήθηκαν ή δεν επιδόθηκαν για διάφορους λόγους. Έτσι, στη διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου (1940-43) δεν απονεμήθηκε σχεδόν κανένα βραβείο και όλες οι εκδηλώσεις ανεστάλησαν στο διάστημα 1939-43. Στο ίδιο διάστημα ο Χίτλερ απαγόρευσε στους Γερμανούς βραβευθέντες να παραλάβουν τα βραβεία τους.

Τα Νόμπελ Λογοτεχνίας 1901-2007-104 νομπελίστες, εκδόσεις Μαλλιάρης-Παιδεία.






Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Αλεπούδες

«Η αλεπού δέκα χρονών και τ’ αλεπουδάκι έντεκα»

Μια μέρα η αλεπού βγήκε από τη φωλιά της και καθόταν στον ήλιο. Η φωλιά της ήταν κάτω από το βουνό. Φυσούσε κι ένας αέρας, κρύος χιόνι.
Ύστερα από λίγη ώρα, ήρθαν και τ’ αλεπουδάκια της κι έκατσαν και κείνα κοντά της. Κάτσε, κάτσε, κόντευε το μεσημέρι κι η αλεπού δεν εκουνιόταν από κει.
Ένα αλεπουδάκι της λέει:
-Τι κάνουμε τώρα εδώ, μάνα;
-Ζεσταινόμαστε, να σε χαρώ! του λέει.
-Και που ‘ναι η φωτιά, μάνα;
-Δεν τη βλέπεις; Να την εκεί πάνω στ’ αντικρινό βουνό.
Το αλεπουδάκι δεν είπε τίποτε. Ύστερα από λίγη ώρα έβαλε τις φωνές:
-Μάνα, μάνα! νερό, μάνα!
-Τι έπαθες, παιδάκι μου! Τι το θέλεις το νερό;
-Νερό, μάνα, νερό! κάηκα!
-Πόθεν κάηκες, παιδάκι μου;
-Από μια σπίθα. Πετάχτηκε από τη φωτιά που ανάβει εκεί πάνω που μου έδειξες κι έκαψε τ’ αυτί μου.
-Μπράβο, παιδί μου! του λέει η αλεπού. Τώρα κατάλαβα πως είσαι έξυπνο και μπορείς να ζήσεις μοναχό σου πια.
Καλά το λένε: «Η αλεπού δέκα χρονών και τ’ αλεπουδάκι έντεκα»
(Λαϊκό παραμύθι)


Η αλεπού και τα σύκα


Η αλεπού έλεγε μια φορά:
-Του χρόνου θα γένουν πολλά σύκα!
-Που το ξέρεις;
-Γιατί τ’ αγαπάει η κοιλιά μου, είπε.
(Λαϊκό)



Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Το «γυφτάκι»

Δεν ήταν ολομόναχη η χαβούζα. Κάποιος βρισκόταν λίγο παράμερα. Ένα μαύρο παιδάκι καθισμένο σ΄ ένα κοτρόνι σαν το παραπονεμένο κοτσύφι. Ήταν το γυφτάκι. Στην αρχή φοβήθηκα. Θυμήθηκα τα λόγια κείνου του Πιτσιλομούτρη. Αν κολλούσα μαυρίλα; Μα σαν το σκέφτηκα καλύτερα, δε μου φάνηκε και τόσο φοβερό. Γιατί, στο κάτου κάτου, μαυρίλα ήταν, δεν ήταν ψώρα. Ένα πράγμα όμως ακόμα ήθελα να ξεδιαλύνω για να ησυχάσω για καλά. Η μαυρίλα πια δε με πολυτρόμαζε. Σάματις και το μαύρο πετσί, πετσί δεν ήταν κι αυτό; Άλλο ήταν κείνο που με σκότιζε. Πως τα βλέπει τα έξω πράματα ο αράπης; Αν τα ‘βλεπε μαύρα; Αυτό ήθελα να το ξέρω καθαρά. Αυτό, ναι, με τρόμαζε. Να βλέπεις παντού μαυρίλα, όλο πίσσα. Μαύρα αλεύρια, μαύρα χιόνια, μαύρες Σίικες… Θεέ μου!
Έσκυψα να πιω νερό. Η δίψα μου δεν είχε τελειωμό. Πότισα και τις καραβίδες μου. Μα εκειδά, μια φαρμακερή ιδέα μ΄ έκανε να παγώσω. Κι αν είχε πιει πριν από μένα το γυφτάκι;… Μα τώρα πια ήταν αργά. Ό, τι ήταν για να γίνει έγινε. Κοίταξα τα χέρια μου… Ήταν ακόμα άσπρα. Φαίνεται πως θ΄ αργούσε να ‘ρθει η μαυρίλα…
Κάποιος μικρός σαματάς έγινε πλάι. Το γυφτάκι είχε σηκωθεί ήσυχα ήσυχα και ξαναπήρε το δρόμο.
-Σουκρή!... (Εγώ ήμουνα που το φώναξα; Πως το φώναξα!) Μα τώρα πάει. Φωνή που βγήκε δεν ξανακαταπίνεται.
Το γυφτάκι στράφηκε σαν σπιτικό ζώο που ακούει τα΄ όνομά του. Σκέφτηκα να το καλοπιάσω με κάτι, με μια χειρονομία ή μ΄ ένα κάμωμα απ΄ αυτά που κάνουν στα ζωάκια και τα ημερεύουν. Δε βρήκα όμως τίποτα.
Μονάχα γέλασα… Και –τι θαύμα!- πήρα την ίδια απάντηση. Όμορφη κουβεντούλα…
Ύστερα δεν ξέραμε πώς να συνεχίσουμε κι εξακολουθούσαμε να γελάμε. Μα αυτό κάποτε θα ‘παιρνε ένα τέλος, και τότε τι θα λέγαμε; Το γυφτάκι θα τράβαγε το δρόμο του κι όλα θα τέλειωναν εκεί. Έπρεπε λοιπόν να ‘βρισκα τον τρόπο εγώ. Έπρεπε να ‘βρισκα. Είπα λοιπόν «στάσου!» κι ευτύς σταμάτησα κιόλα. Κι ύστερα… «γιατί φεύγεις;» του είπα αδερφικά και ξανασταμάτησα. Μα το γυφτάκι κατέβασε το μπογαλάκι του και απάντησε με… τίποτα. Δηλαδή γέλασε. Να με τι απάντησε.
-Γιατί φεύγεις Σουκρή; του λέω πιο δυνατά. Γιατί φεύγεις; Είμαι φίλος. Κοίταξε, να, είμαι φίλος… αρκαντάς. Να, σφίγγω το χέρι σου. Έλα, τόκα! (Εκεί ξαφνικά κλείνω τα μάτια. Χέρι μου, χεράκι μου σε χάνω!) Τόκα, Σουκρή! (ας είχα ένα χέρι παράταιρο, δεν πειράζει, σαν θα μεγάλωνα θα φορούσα γάντι).
Το γυφτάκι με λαχτάρα και με φόβο, σαν το σκυλί που του απλώνεις το ψωμί και δεν ξέρει αν κρατάς ψωμί ή πέτρα, έκανε ν’ απλώσει το χέρι και πάλι το τραβούσε. Στο τέλος πήρε τη μεγάλη απόφαση. Έκλεισε κι αυτό τα μάτια του, σκούπισε την απαλάμη του (Θεέ μου! από μέσα ήταν άσπρη!) και:
-Ζντράο! μου κάνει. Και γελάει…
Τα δόντια του είναι κάτασπρα σαν χαλάζι του Μαγιού.
-Πού πας, Σουκρή;
Του άρεσε τ’ όνομα. Ποιος ξέρει; Μπορεί να νομίζει πως Σουκρή θα πει α δ έ ρ φ ι… (και μήπως δε θα πει;)
-Φεύγκει… μου λέει πικρά πικρά και κρεμάει τα χείλια του.
-Πού πας;
Μου δείχνει π α ν τ ο ύ.
-Νε κσιέρει… Να… πάει…
-Έχεις σπίτι;
-Τσ…
-Έχεις μάικω; τάτκο; σέστρα;
- Τσ, τσ, τσ…
-Αχ…
Ένα σύννεφο πέφτει απάνου μας και μας σκεπάζει, ένα σύννεφο από βαριά συλλογή.
Τα φύλλα μας κοιτούσαν σαν πεταλουδάκια που κόλλησαν κι απόμειναν απάνω στα χαμόδεντρα.
Φύσηξα. Το σύννεφο έφυγε απ’ τους ώμους μου.
«Πάμε…»
-Ναι, Σουκρή, εγώ ήμουνα που το είπα… Είπα «πάμε». Πάμε Σουκρή!
Του τραβάω το μικρό του κουρέλι.
Το γυφτάκι σωπαίνει λίγο, ώσπου να φτάσει η φωνή μου στην καρδιά του. Ύστερα σκύβει και σηκώνει το μπογαλάκι του. «Πάμε».
Περπατούσαμε μαζί. Σαν μεγάλοι νοικοκύρηδες που πάμε στα σπίτια μας το μεροδούλι. Εγώ με κρεμασμένη στον ώμο την γκίρνα μου. Το γυφτάκι κρατώντας σε μια βέργα κάτι πράματα, κάτι κουρέλια. Μα πώς τ’ αγαπούσε! Κάθε τόσο και λιγάκι γύριζε πίσω να δει μην έπεσε κανένα ξεφτιδάκι, μην κύλησε καταής…
Τώρα που πηγαίναμε πλάι πλάι είδα πως είχε το ίδιο μπόι με το Σουκρή. Κι είχε και τα ίδια μάτια: μελιά. Μονάχα το πετσί του ήταν λίγο πιο μαύρο, λίγο όμως… Πιάσαμε γερό κουβεντολόι. Πότε με τα γέλια, πότε με τα μισερά του ελληνικά, πότε με τα μισερά μου τα δικά του, τα καταφέρναμε όμορφα.
Τώρα πια μπαίναμε και στις μπιστεμένες κουβέντες. Ώρα λοιπόν να τον ρωτήξω, για τη μεγάλη μου την έγνοια: Θα μαύριζα; Γιατί έτσι μου χε πει, -κι είχε πάρει και όρκο,- κείνος ο Πιτσιλομούτρης. «Τα μαυρίζεις, μπρε!» έτσι μου χε πει. Τον σταματώ λοιπόν κάτω από ένα δέντρο:
-Είν΄ αλήθεια;
-……
-Σ΄ αυτό που σου είπα.
Το γυφτάκι με κοιτούσε σαν κάρβουνο στημένο όρθιο στη μέση της δημοσιάς.
-Σ΄ αυτό που σου είχα πει… Α, ναι. Έχεις δίκιο΄ τίποτα δε σου είπα. (Πώς να στο πω; Μα θα στο πω!) Είν΄ αλήθεια Σουκρή, πως θα… μαυρίσω;
Οι καπνισμένοι του ώμοι κάνουν «ντε κσιέρω».
-Δεν είχες ποτέ, Σουκρή, δεν έτυχε να χεις ποτέ σου ως τώρα φίλο με αλλιώτικο πετσί!... Να, σαν το δικό μου;
-Όκι.
-Γιατί;
Οι ίδιοι καπνισμένοι του ώμοι του «δε φταίω γω» κάνανε.
-Λοιπόν, λες να μη μαυρίσω;
-Ντε κσιέρω….
Και τότε… Μέσα απ΄ το δίχτυ του σγουρού μπερδεμένου μαλλιού, μου ξεκαθαρίζει μια κουβέντα… μα μια κουβέντα! που θα ‘κανε να τα χάσουν ως κι οι ίδιοι οι δάσκαλοι.
-Άμα μαυρίσει εσύ… μου λέει, τότε γκιατί μη ασπρίσει εγκώ;
Να το ! Αυτό ήταν! Χάρηκα! Τρελάθηκα απ΄ τη χαρά μου! Μου ‘ρθε να τρέξω σ΄ ένα πεσμένο δέντρο που ανταμώσαμε, να το σηκώσω και να του το πω, να του το πω για να το ξέρει κι εκείνο!
-Μα…
Πάλι γκρεμίστηκε η χαρά μου. Ένα μικρό καβουράκι που είχα μέσα στην ψυχή μου μου πάτησε μια φοβερή δαγκανιά.
Καλά όλ΄ αυτά, καλά όλα, μα αν ξέβαφε μόνο η δική του μπογιά κι η δική μου όχι;
Κοίταξα το πουκάμισό του. Ήταν μουντζούρικο… Να το. Να το που ξεβάφει! Τώρα; Μα τι τώρα; Τώρα ήταν ανώφελο. Ό, τι έγινε δεν ξεγίνεται. Ως αύριο θα ‘μουνα αράπης. Ε, λοιπόν, να! ας ήμουνα! Για όλα μια απόφαση χρειάζεται. Αράπης, αράπης. Τι είχε να κάνει; Σάματις οι αράπηδες περπατάνε με το κεφάλι κάτου; Να, αυτός ο Σουκρής… Πάρ΄ τον, ασβέστωσ΄ τον και θα χεις ένα ανθρωπάκι, ένα ελληνάκι σαν όλα, και καλύτερο! Αυτό τελείωσε κι ας μην το ξαναμελετάμε.
Μα εκεί πάλι «χρατς!» άλλο καβουράκι, άλλη δαγκανιά. Κι αν οι αράπηδες βλέπουν τον κόσμο μαύρο; Εδώ σ΄ έχω εξυπνούλη! Τι γίνεται τότε;
Τα πόδια μου κόλλησαν στο δρόμο χωρίς να χει ούτε σημαδάκι λάσπη. Απόμεινα σαν να με πήραν και να με λύσσανε και να με πέταξαν κομματάκια καταμεσής στο δρόμο.
Σουκρή… Σούκρη… τι κακό είν΄ αυτό που με βρήκε; Έβγαλα το μαντήλι μου να σταματήσω τα κλάματα… Το γυφτάκι έκλαιγε και κείνο. Μαύρος εγώ και κλαμένος. Κλαμένο και κείνο και μαύρο… Κλαίγαμε… Και δεν ήξερα ποιος απ΄ τους δυο μας ήμουνα εγώ. Το μαντήλι μου είχε γίνει μούσκεμα. Το μαντήλι μου… Σουκρή!!!
-Σουκρή! Κοίταξε αυτό! Ναι, αυτό, είναι το μαντήλι μου. Τι χρώμα έχει, Σουκρή; Τι χρώμα έχει; Πες μου αμέσως! Τώρα!
-Ά σ π ρ ι! κάνει ο Σουκρής. (Α Σουκρή, τι όμορφο, τι κάτασπρο γυφτάκι που είσαι!)
Έκλαιγα σαν το παιδί που έχει χαθεί στο δάσος και βγαίνει ξαφνικά στο ξέφωτο.
-Σ΄ ευχαριστώ… Σουκρή… σ΄ ευχαριστώ. Πολύ….πολύ….πολύ…
Αγκαλιαστήκαμε και πηγαίναμε μαζί, δυο αγαπημένα γυφτάκια.
Τώρα ξεμούδιασε η γλώσσα του. Τώρα το πίστεψε καλά πως βρήκε το φίλο του και μπορούσε να τα πει όλα, χωρίς κομπιάσματα και χωρίς φόβους.
Για τα κακοπαθήματά του τ’ αμέτρητα, για τους κόμπους που του κλείνανε το λαιμό, για το φέρσιμό του εκεί πάνου στο λασπαριό. Να γιατί πήρε τα μελιά του μάτια και φευγάτισε απ΄ το βάλτο. Σε λίγο η καρδιά του θα ‘ταν τόσο μαύρη και τόσο βαριά που δε θα μπορούσε πια να την κουβαλήσει… να την πάρει και να φύγει.
«Γκιούφκα… γκιούφκα…» τον μάτωναν όλη μέρα… Τι να ‘κανε; Πήρε τα κουρέλια του και τα μαύρα του πόδια κι έφυγε.
Που θα ‘βρισκε δουλειά; Α, ο κόσμος όλο λάσπες ήταν –μια λάσπη ήταν ο κόσμος. Λάσπη που τη ζύμωνες ξυπόλητος, και σ’ άφηνε ξυπόλητο.
Βράδιασε…
Ο ήλιος μάζεψε τα δίχτυα του απ΄ όλο τον κάμπο, τα τύλιξε ένα στρογγυλό κουβάρι κι έφυγε απ’ το δρόμο του βουνού. Η πολιτεία ήταν ακόμα μακριά. Μα εμάς τίποτα δε μας έβιαζε. Πηγαίναμε με το κέφι μας, με το κομπάσο μας πλάι πλάι. «Φιτ… φιτ…» τα ξυπόλητα του πόδια θρόιζαν πλάι μου στο δρόμο.
Έπρεπε να βάζω αυτί για να τ ‘ ακούω. Τραβούσαμε αφήνοντας πίσω μας μακριά το φως, και μπαίναμε μες στη νύχτα σαν δυο πουλιά που μπαίνουν σ’ ένα σύννεφο. Τώρα πια το γυφτάκι δεν ξεδιακρινότανε. Έγινε ένα με τη νύχτα. Μαύρη κείνη, μαύρο κι αυτό, σμίξανε…
Τώρα πια δεν άκουγα ούτε την πατησιά του’ το χώμα εδώ ήταν μαλακό.
Για να βεβαιώνουμαι πως ήταν στο πλάι μου άπλωνα κάθε τόσο το χέρι μου να τον αγγίξω.
Κάποια στιγμή, καθώς η φωτισμένη πολιτεία φάνηκε από μακριά –σαν μια πυρκαγιά στο δάσος- αποφάσισα να κάμω τη μεγάλη χειρονομία που σχεδίασα από καιρό σαν ένα μνημόσυνο, σαν ένα κεράκι για το φίλο, το Σουκρή.
Σιγά σιγά και με τρόπο έβγαλα, ξεκόλλησα πες, από πάνου μου το καφετί μου σακάκι και:
-Σουκρή… λέω στο πλάι μου –εκεί που έπρεπε να είναι το γυφτάκι- Σουκρή… πάρ’ το. Ήταν… ήταν (τα μάτια μου μάτωσαν)… ήταν για να στο δώσω τ ό τ ε, μαζί με τα λεφτά για το φέσι, μα δεν πρόφτασα. Πάρ’ το τώρα, Σουκρή, για να με θυμάσαι σαν θα ζεσταίνεσαι.
Ντρεπόταν. Αλλιώς γιατί να μην απλώσει το χέρι του να το πάρει;
-Πάρ’ το, Σουκρή… Σουκρή! (Πασπατεύω με το χέρι μου τον αέρα). Σουκρή! (Τα χέρια μου φουχτιάζουν την άδεια νύχτα). Σουκρή! (Ανατριχιάζω). Σουκρή! Σουκρή! Σουκρή!!!
Τίποτα… Κανείς… Σιγαλιά… Μονάχα η αντικρινή πλαγιά μου ξανάστειλε πίσω ξεφτισμένο το φτωχό όνομα του φίλου μου. Το μαύρο γυφτόπουλο έσβησε, χωνεύτηκε, το κατάπιε ήσυχα η νύχτα… Και χάθηκε, τότε, και για πάντα.
Ποιο ήταν κείνο το γυφτάκι; Μια μικρή τρομαγμένη ψυχή πέρασε απ’ τη ζωή μου, σκεπασμένη με μαύρο πετσί… χωρίς όνομα, χωρίς αγάπη… Ανακάτεψε τον ιδρώτα του στην ίδια λάσπη με μας, ανακάτεψε τη μαυρίλα του, κι απόψε κατέβηκε η νύχτα, το σκέπασε μ’ ένα μαύρο πανί, και το πήρε.
Ποιο ήταν κείνο το γυφτάκι; Ποτέ πια δεν το ξανάδα. Και πουθενά. Μονάχα τις νύχτες, σαν τύχει και περπατώ μόνος, ακούω το θρόισμα των ξυπόλητων ποδιών του (φιτ… φιτ…) και τον ίσκιο του να βαδίζει στο πλάι μου, με το μπόι του πεθαμένου αρκαντάση μου, του Σουκρή… που ποιος ξέρει αν δεν ήταν κι ο ίδιος…

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Συννεφιάζει


Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Πολλά ονόματα

Μπλέκει η Δευτέρα με την Τρίτη
κι η βδομάδα με τη χρονιά:
δεν μπορεί να κοπεί ο καιρός
με τα φαγωμένα σου ψαλίδια
και τα ονόματα της ημέρας, όλα
τα σβήνει της νύχτας το νερό.

Κανείς δεν μπορεί να ονομαστεί Πέδρο,
καμιά δεν είναι η Ρόσα ή η Μαρία,
όλοι μας είμαστε σκόνη ή άμμος,
όλοι μας είμαστε βροχή μες στη βροχή.
Μου έχουν μιλήσει για Βενεζουέλες,
για Παραγουάες και για Χιλές,
δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάτε:
γνωρίζω το πετσί της γης
και ξέρω πως επώνυμο δεν έχει.

Όταν εζούσα με τις ρίζες
αυτές μ’ αρέσαν πιο πολύ κι απ’ τα λουλούδια,
και όταν μιλούσα με μια πέτρα,
αντηχούσε σαν καμπάνα.

Έχει τόσο μάκρος η άνοιξη
που βαστάει όλο το χειμώνα:
ο Χρόνος έχει χάσει τα παπούτσια του:
ένας χρόνος έχει τέσσερους αιώνες.

Τις νύχτες όλες όταν κοιμάμαι,
πώς ονομάζομαι ή πώς δεν ονομάζομαι;
Κι όταν ξυπνάω ποιος είμαι
αν όταν κοιμόμουν δεν ήμουν εγώ;

Αυτό πάει να πει πως μόλις
ξεμπαρκάρουμε στη ζωή,
ότι μόλις γεννηθούμε,
να μη γεμίζουμε το στόμα μας
με τόσα αβέβαια ονόματα,
με τόσες θλιβερές ετικέτες,
με τόσα χτυπητά γράμματα,
με τόσα «δικό σου και δικό μου»,
με τόση υπογραφή πάνω στα χαρτιά.

Εγώ σκέφτομαι ν’ ανακατέψω τα πράγματα.
να τα ενώσω και να τα φρεσκογεννήσω,
να τα μπερδέψω, να τα γδύσω,
ωσότου το φως του κόσμου
να ‘χει την ενότητα του ωκεανού:
μιαν αφειδώλευτη ακεραιότητα,
ένα λάλον μύρο.

Πάβλο Νερούδα (μετάφραση Δανάη Στρατηγοπούλου)


Σάββατο, 18 Μαΐου 2013

Η ξένη

Χτύπησα το κουδούνι στης πόρτα. Ξεφλουδισμένη μπογιά και μια ξινή μυρωδιά από μαγειρεμένο λάχανο. Πιανόμουν από τα μικροπράγματα των ήχων και της όσφρησης να μην το βάλω στα πόδια.
Στ’ αυτιά μου ο ήχος του κουδουνιού ακούστηκε σα συναγερμός. Ύστερα από ενός λεπτού χτυποκάρδι, η πόρτα άνοιξε. Μια γυναίκα γύρω στα εξήντα. Λίπος διπλωμένο στην κοιλιά. Σκόρπια ρόλεϊ στα θαμπά κόκκινα μαλλιά της. Άσπρες ρίζες μέχρι τη μέση. Το τσιγάρο ξεχασμένο στο στραβωμένο της στόμα. Η τσίτινη ρόμπα μισάνοιχτη. Η μητέρα μου.
Χρησιμοποίησα το άλλοθι της στατιστικής υπηρεσίας, όπου δούλευα για λίγες ώρες το καλοκαίρι και πέρασα μέσα.
Κανένα μητρικό ένστικτο, ξεπηδώντας σα χείμαρρος, δεν την πρόετρεψε να μ’ αναγνωρίσει. Καθιστικό μαζί με κουζίνα. Μια παλιά τηλεόραση στη διαπασών –τη χαμήλωσε χωρίς να την κλείσει. Κάθισα στην ξεφτισμένη πολυθρόνα που μου υπέδειξε. Τίποτα δε με είχε προετοιμάσει γι’ αυτό. Ανακάτευε κάτι στην κατσαρόλα και φώναξε από τον πάγκο της κουζίνας αν ήθελα καφέ. «Ναι, ευχαριστώ», ψέλλισα για να κερδίσω χρόνο. Η ίδια δικαιολογήθηκε ότι έπινε πάντα λίγο τζιν πριν το μεσημεριανό, αλλά τα άδεια μπουκάλια του μπέρμπον πάνω στον πάγκο δε συνηγορούσαν σ’ αυτό…
«Οικογενειακή κατάσταση;». Άρχισα τις ερωτήσεις μέσα από τα έντυπα που κρατούσα. Φωνή σταθερή. Χέρια που έτρεμαν κάτω απ’ τα χαρτιά. «Δια-δια-ζευγμένη» είπε τραυλίζοντας. Το ποτήρι γεμάτο στο χέρι. «Τέκνα;», «Τρία», απάντησε μετά από ένα σύντομο δισταγμό και σήκωσε το ποτήρι. «Στα τέκνα… στα τεκνά!...» μου έτεινε το δείκτη. «Να, εκεί πάνω», ρούφηξε με θόρυβο μια γουλιά. Πνίγηκε στο βήχα της. Έστρεψα το βλέμμα στη φωτογραφία που έδειχνε. Πάνω στη σκονισμένη εταζέρα. Τρία άγνωστα παιδικά πρόσωπα χαμογελούσαν στο φακό. Μακαριότητα της πρώτης ηλικία. Την κοίταξα ερωτηματικά φαίνεται, γιατί αμέσως απάντησε θυμωμένα. «Δε λείπει κανείς!» Σχεδόν πίστεψα πως προδόθηκα. Θυμήθηκε το κρεμασμένο τσιγάρο στο στόμα της. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά. Κατάπιε τον καπνό. Για μερικά δευτερόλεπτα νόμισα πως θα σκάσει. Άλλαξε κουβέντα. « Είσαι παντρεμένη;» Στην αρνητική μου απάντηση σχολίασε «Καλύτερα. Ούτε παιδιά να κάνεις. Τα παιδιά είναι μπελάς». Συνέχισα τις τυπικές ερωτήσεις των φυλλαδίων. « Άνεργη», «συντηρείται από την πρόνοια». «Παιδιά εκτός γάμου;»
Η ερώτηση που στριφογύριζε σαν τρελή στο μυαλό μου, επιτέλους, βρήκε το δρόμο της. «Είναι πολύ αδιάκριτοι εκεί στην υπηρεσία». Έκανα είκοσι χρόνια να τη βρω. Δε θα έχανα τώρα την ευκαιρία . Να την κάνω να μιλήσει. Να σπάσει. Να το παραδεχτεί. Μόνο αυτό μ’ ένοιαζε. Όμως, συνεχώς, ξεγλιστρούσε. Ανέβαλλε. Άλλαζε. Μαγική εικόνα.
Το μάτι μου έπεσε σε μία ακόμα φωτογραφία. Στο κουτσό τραπεζάκι δίπλα μου. Την πήρα στα χέρια. Το τραπεζάκι έγειρε. Έτοιμο να πέσει. Η κιτρινισμένη φωτογραφία με τα ξεβαμμένα χρώματα κρατούσε την ισορροπία. «Ποιο είναι αυτό το μωρό στο καρότσι;» είπα δήθεν αδιάφορα. «Εγώ μωρό. Στην παραλία». Κοίταξε λοξά μακριά. Για μια στιγμή την είδα μικρή. Είχα μια ίδια στο δωμάτιό μου. Η ομοιότητα ήταν η απόδειξη. «Δε ζεις αν ζεις σα σκιά ανάμεσα σε άλλες σκιές και κυνηγάς τη σκιά σου…», έλεγε ένα παλιό γαλλικό τραγούδι. Η μητέρα μου ήταν σίγουρα μια σκιά. Μια αναιμική σκιά, μακριά από ό, τι είχα φανταστεί. Καθόταν απέναντί μου στην άκρη της καρέκλας και κοίταζε το πάτωμα. Κατηγορούμενη σε μία δίκη που αγνοούσε. Πολεμούσα να τη λυπηθώ, να τη συγχωρήσω, μα συγκρουόμουν κατά μέτωπο με την ανάγκη μου για δικαιοσύνη. Η τηλεόραση έμεινε ανοιχτή να παίζει. Χωρίς ήχο. Εκείνη κοίταζε χωρίς να βλέπει. Οι ερωτήσεις μου είχαν τελειώσει. Σηκώθηκα να φύγω. Με συνόδεψε ως την πόρτα. Αναπάντεχα γύρισε. Με κοίταξε στα μάτια. Τρόμαξα. Έκανα ένα βήμα πίσω. Χαμογέλασα αμήχανα. «Έχεις με την κόρη μου το ίδιο…», συλλάβισε, «…χαμόγελο», συμπλήρωσα έντρομη, μέσα μου. «Στυλό», είπε και πήρε από το παγωμένο μου χέρι το στυλό να υπογράψει το έντυπο.
Χαιρέτησα. Βγήκα έξω στο ηλιόλουστο μεσημέρι, κατεβαίνοντας τροχάδην τις βρόμικες σκάλες της εργατικής πολυκατοικίας του 17ου τομέα. Κάθισα σ’ ένα παγκάκι στο κοντινό πάρκο κι άναψα τσιγάρο. Τα χέρια μου συνέχισαν να τρέμουν. Δεν ήμουν σίγουρη ότι δε μ΄ αναγνώρισε. Ξαφνικά δε μ’ ένοιαζε πια. Σκέφτηκα άλλη μια φορά ότι, μάνα είναι αυτή που σε μεγαλώνει. Δεν την αναζήτησα ξανά. Μερικά χρόνια αργότερα, έμαθα τυχαία πως είχε πεθάνει από καρκίνο στους πνεύμονες. Δεν ξανακάπνισα ποτέ.

Μάνθος Αγγέλης, περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 51, Αθήνα, Δεκέμβριος 2011.

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Λαχνίσματα

1.Ντιν-νταν
φίλη μου καντάν
καρακάξα πετώ
προσκεφάλι μου
ρεγκό ταγκό
κι ένα κόκκινο αυγό!

2.Άννα μι-λάνα
κι πιτσι-λάνα
κι στην πόλη
σπίτι-λη
σάρτα-φέρτα
μέλε-γρη!

Άννα-μάνα-πόρτο-κάλα
τίνα-μάνα
μπουφ!

3.Ένανα
δίκανα
τρίκακα
σούσουλα
πέγκα
λέμα
σούιδι
μούιδι
τάλια
δέκα.

4.Ανέβηκα σ’ ένα βουνό
και είδα ένα γουρούνι.
Το κοίταξα καλά καλά
και σου ‘μοιαζε στη μούρη.
Γω γω γω
συ συ συ
το γουρούνι είσαι εσύ!

5.Άστρα νταμ
πίκι πίκι ραμ
το ψωμί το λένε νταμ
και τη γάτα Καρολίνα
και τον ποντικό σωλήνα,
που πηγαίνει στην κουζίνα
και ψοφάει από την πείνα.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη


Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Τα δυο αδέρφια

Μια φορά δυο αδέρφια ξεκίνησαν μαζί για να γνωρίσουνε τον κόσμο. Το μεσημέρι ξάπλωσαν να ξεκουραστούνε σ’ ένα δασάκι. Όταν ξύπνησαν, βλέπουν πλάι τους μια πέτρα και πάνω στην πέτρα ήταν γραμμένο κάτι. Άρχισαν να ξεχωρίζουν τα γράμματα και διάβασαν:

Εσύ που θα συναντήσεις στο δρόμο σου αυτή την πέτρα, να προχωρήσεις βαθιά στο δάσος κατά την ανατολή. Θα βρεις ένα ποτάμι. Να διαβείς στην άλλη όχθη του ποταμού. Εκεί θα συναντήσεις μιαν αρκούδα με τ’ αρκουδάκια της. Να πάρεις τ’ αρκουδάκια και να τρέξεις, δίχως να κοιτάξεις μήτε στιγμή πίσω σου, ολόισια στο βουνό. Στην κορυφή του βουνού θα βρεις έναν πύργο. Σ’ αυτό τον πύργο θα βρεις την ευτυχία σου.

Μόλις διάβασαν τα δυο αδέρφια αυτά που ήταν χαραγμένα στην πέτρα, λέει ο πιο μικρός:
-Έλα να πάμε μαζί. Κι όλα είναι γραμμένα πολύ καθαρά. Πρώτο: τίποτα δεν έχουμε να χάσουμε αν δοκιμάσουμε. Δεύτερο: αν δεν πάμε εμείς, κάποιος άλλος θα διαβάσει αυτά τα λόγια, θα βρει την ευτυχία κι εμείς θα μείνουμε στα κρύα του λουτρού. Τρίτο: αν δεν δουλέψεις και δεν κοπιάσεις, τίποτε στον κόσμο δεν σου δίνει χαρά. Τέταρτο: δεν θέλω να πούνε για μένα πως στάθηκα δειλός.
Τότε ο μεγάλος του απάντησε:
-Όποιος γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα. Κι ακόμα: κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει.
Κι ο μικρός του λέει:
-Εγώ πάλι άκουσα μια παροιμία που λέει: όποιος φοβάται τις σπίθες δεν γίνεται ποτέ σιδεράς. Και μια άλλη που λέει: κάτω από την ακίνητη πέτρα δεν κυλάει ποτέ νερό. Νομίζω πως πρέπει να τραβήξουμε μπροστά.
Ο μικρότερος αδερφός προχώρησε, ο μεγαλύτερος έμεινε.
Μόλις προχώρησε λίγο στο δάσος, ο μικρότερος αδερφός βρήκε το ποτάμι, το πέρασε κι εκεί στην άλλη όχθη συνάντησε την αρκούδα. Η αρκούδα κοιμόταν. Άρπαξε τ’ αρκουδάκια κι έτρεξε χωρίς να κοιτάξει πίσω του στο βουνό. Μόλις έφτασε στην κορφή, βγήκε να τον προϋπαντήσει ο λαός. Του φέρανε αμέσως μια άμαξα, τον πήγανε στην πόλη και τον κάνανε βασιλιά.
Βασίλεψε πέντε χρόνια. Τον έκτο χρόνο ξεκίνησε επίθεση εναντίον του ένας άλλος βασιλιάς, πιο δυνατός, τον νίκησε και τον έδιωξε απ’ την πόλη. Τότε ο μικρότερος αδερφός ξεκίνησε πάλι το ταξίδι του στον κόσμο κι έφτασε κάποτε στον μεγαλύτερο αδερφό.
Ο μεγαλύτερος ζούσε στο χωριό. Ούτε πλούσιος ήταν άλλα ούτε και φτωχός. Τα δυο αδέρφια χάρηκαν που ανταμώσανε κι άρχισαν να διηγούνται ο ένας στον άλλο για τη ζωή τους.
Ο μεγαλύτερος αδερφός λέει:
-Να λοιπόν που είχα δίκιο εγώ. Όλα αυτά τα χρόνια έζησα ήσυχα και καλά, ενώ εσύ, κι ας έγινες βασιλιάς, δοκίμασες τόσες πίκρες.
Και ο μικρότερος τότε του απαντά:
-Αδερφέ μου, δεν μετάνιωσα που τράβηξα τότε το δρόμο του δάσους για το ψηλό βουνό. Κι αν τώρα συναντώ δυσκολίες, έχω πολλά να θυμάμαι αναμετρώντας τη ζωή μου. Ενώ εσύ δεν έχεις ούτε στεναχώριες αλλά ούτε και τίποτα να θυμάσαι.

Ένα παραμύθι του Λ.Τολστόι


Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

Ο Ίκαρος

-Τότε… λέει σκεφτικός ο Ίκαρος, αφού μόνο φαρμάκια δίνει, να μη δοξαστώ. Ν’ απαρατήσω την Τέχνη. Ε;
-Για τους θεούς, Ίκαρε! Μη! Ξέρεις τι είναι Τέχνη; Κοίταξες γύρω σου; Αν δεν ουρλιάζουμε, αν δεν βρυχιόμαστε, αν δεν ξεσκιζόμαστε… ξέρεις ποιος βοήθησε σε αυτό; Η Τέχνη. Αυτή είναι που υπόταξε μέσα μας το θηρίο… Και ποιο θηρίο, το πιο αρπαχτικό απ’ όλα, τον άνθρωπο. Ναι, πιο αρπαχτικό, γιατί ήταν οπλισμένο και με νου. Βλέπεις;… Λέω «οπλισμένο», δε λέω «προικισμένο», γιατί στα πολύ παλιά χρόνια –επειδή οι άνθρωποι αλληλοτρώγονταν- όλα τα ‘καναν όπλα. Μα κάποτε ήρθε η Τέχνη. Και γλύκανε το βλέμμα μας. Κι έκανε τον άνθρωπο να ντραπεί –για πρώτη φορά- για τα νύχια του και να τα κρύψει. Να ντραπεί και για την ασκήμια του, και να τη λιγοστέψει. Ε, από τότε άρχισε η ζωή των ανθρώπων.
Ο Ίκαρος κούνησε θλιμμένα το κεφάλι του.
-Άνθρωποι είναι και αυτοί που τάιζαν το Μινώταυρο με ανθρώπινα κρέατα. Άνθρωποι είναι κι αυτοί που μας έκλεισαν εδώ μέσα.
-Όχι. Βλέπεις… Η Τέχνη δεν τέλειωσε το έργο της. Έχει πολλή δουλειά ακόμη μπροστά της. Ο κόσμος είναι ακόμη γεμάτος με θηρία και χρωστά να τα ημερέψει, να τα μεταμορφώσει σε ανθρώπους. Αν είχαν γίνει όλοι άνθρωποι θα σου ΄λεγα: «άφησε την Τέχνη. Διάλεξε κάτι άλλο, πιο εύκολο. Γίνε ζευγίτης ή ψαράς. Θα περάσεις ειρηνικά απ’ τη ζωή και δε θα φύγεις με το φαρμάκι στα χείλη». Μα τώρα έχεις χρέος. Γιατί ακόμη βράζει η αγριότητα γύρω μας. Ο τεχνίτης είναι ο θηριοδαμαστής, που ήρθε για να ξεσκιστεί απ’ τα θηρία, παρά για να δημιουργήσει.
-Κι ως πότε θα γίνεται αυτό, πατέρα; Ώσπου να γεράσω;
-Ώσπου να γεράσουν όλοι σου οι απόγονοι. Και πάλι θα χρειαστούν κι άλλοι. Οι μάρτυρες της Τέχνης δε θα τελειώσουν ποτέ. Μέσα στα στήθη των ανθρώπων παραμονεύει μουδιασμένο ένα τιγράκι, που περιμένει να παραιτηθούμε για να ορμήσει. Θα μας μισήσουν ίσως πολλοί. Μα, εκείνοι που θα μας αγαπήσουν, θα είναι περισσότεροι.
-Και δε θα σταματήσουν ποτέ οι άνθρωποι να ‘χουν ανάγκη από τέχνη;
-Ποτέ.
-Κι ως πότε θα ζουν και θα δημιουργούν οι τεχνίτες;
-Όσο το βλέμμα του ανθρώπου που θα έχει ανάγκη από Ομορφιά.
…………………………………………………………………………………………………………..

-Πατέρα… Αφού ήρθαμε στη ζωή για να πεθάνουμε, γιατί ήρθαμε;
-Όχι για να πεθάνουμε, Ίκαρε. Καθόλου. Ήρθαμε για να χαρούμε το δώρο της ζωής και κατόπι να φύγουμε, για να ‘ρθουν να το χαρούν κι άλλοι. Γι’ αυτό πρέπει να πούμε στη ζωή «ευχαριστώ» για το πολύτιμο δώρο της.
-Μα πως; Με τι τρόπο;
-Κάνοντάς την ομορφότερη. Αυτή είναι η πληρωμή μας. Και το χρέος μας: Να κάνουμε, αυτούς που θα έρθουν, να ζουν με πιο πολλά γέλια παρά με δάκρυα. Να αραδιάζουν πιο πολλά τραγούδια παρά βογκήματα.
……………………………………………………………………………………………………………

…Άμα ανακαλύψεις την ομορφιά και δεν την παρουσιάσεις’ άμα ανακαλύψεις την αλήθεια και τη σκεπάσεις’ άμα ανακαλύψεις το δίκαιο και το κρύψεις… τότε τι άνθρωπος είσαι; Πως την πλήρωσες τη ζωή; Απολαμβάνοντάς την μόνο; Τότε δε γεννήθηκες.
……………………………………………………………………………………………………………

-Θα σου λιγοστέψουμε τον πόνο με την αγάπη μας.
-Αλίμονο… Δε θα μπορέσετε. Την παρηγοριά –αν θα υπάρξει πια για μένα παρηγοριά- μόνο η Τέχνη θα μπορέσει να μου τη δώσει.
……………………………………………………………………………………………………………

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, Ο Ίκαρος, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.




Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Ποιήματα

Υποψήφια ποιήματα
άγνωστες λέξεις
νοήματα που μένουν ακόμα
σε ανεξερεύνητες κατοικίες
ξένα μεταξύ ξένων
ως τη στιγμή που θα συστηθούν
μεταξύ τους,
με την πρώτη κίνηση
με την πρώτη υπόκλιση
που μπορεί να είναι μια καλημέρα
ή μια φαινομενικά αδιάφορη πρόταση’
κι ύστερα για τη συνέχεια
να δώσουν τα χέρια,
να κοιταχτούν στα μάτια
να χαμογελάσουν
και να σφιχταγκαλιαστούν,
κι άμα ταιριάξουν, να μείνουν έτσι
για μια ζωή μαζί
ή έστω για λίγο
όπως συμβαίνει στις ιστορίες των ανθρώπων.

Φανή Αθανασιάδου, Μικρή ανθολόγηση, Πανεπιστήμιο Πατρών, Πάτρα 2005 (από τον ποιητικό διαγωνισμό του συμποσίου Ποίησης)

Καλή εβδομάδα

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Μεγάλη Παρασκευή (Το Μοιρολόι της Παναγίας)

1.
Ημέρα πένθους για όλη τη χριστιανοσύνη αποτελεί η Μεγάλη Παρασκευή. Πολλοί είναι εκείνοι που δεν τρώνε απολύτως τίποτε ή πίνουν ξίδι σε ένδειξη αγάπης για το Χριστό. Στην Κρήτη συνηθίζουν να βράζουν σαλιγκάρια και να πίνουν το ζουμί τους, που είναι σαν χολή. Σχεδόν ολόκληρη η ημέρα αφιερώνεται στην Αποκαθήλωση του Εσταυρωμένου και την Ακολουθία του Επιταφίου. Το μεσημέρι, μετά την Αποκαθήλωση του Κυρίου,νεαρά κορίτσια στολίζουν τον επιτάφιο με ανοιξιάτικα λουλούδια (βιολέτες, τριαντάφυλλα και μενεξέδες) και φτιάχνουν στεφάνια ή γιρλάντες, ενώ ψέλνουν το μοιρολόι της Παναγίας. Μετά το στολισμό του επιταφίου οι πιστοί προσέρχονται στις εκκλησίες για να προσκυνήσουν και, όπως συνηθίζεται, γυναίκες και παιδιά περνάνε από κάτω “για να τους πιάσει η χάρη”.
Μόλις νυχτώσει, αρχίζει η ακολουθία και η περιφορά του επιταφίου. Ο Σταυρός και τα Εξαπτέρυγα ηγούνται της πομπής και ακολουθούν οι ιερείς και οι πιστοί, που κρατούν αναμμένες λαμπάδες. Στις πόλεις προηγούνται μουσικοί, οι οποίοι παίζουν πένθιμα εμβατήρια. Σε πολλές περιοχές, ιδιαίτερα της Ν. Πελοποννήσου, την ώρα της περιφοράς του επιταφίου οι κάτοικοι των χωριών ανάβουν φωτιές έξω από τα σπίτια τους και καίνε θυμιάματα, ενώ σε άλλες καίνε τον Ιούδα. Σε κάποια μέρη της Ελλάδας, όπως για παράδειγμα στη Λέσβο, δεν ανάβουν φωτιές μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή αλλά και τις υπόλοιπες μέρες από τη Μεγάλη Τετάρτη μέχρι το Μεγάλο Σάββατο.

Γιολάντα Τσορώνη, Περιοδικό Παράθυρο στην εκπαίδευση του παιδιού, τεύχος 44, Μάρτιος-Απρίλιος 2007.


2.Ο θρήνος της Θεοτόκου ή το Μοιρολόγι της Παναγίας

Η εβδομάδα των παθών του Κυρίου έχει να προσφέρει πλούσιο λαογραφικό υλικό. Μέσα σ' αυτό περιλαμβάνεται το Μοιρολόγι της Παναγίας που τραγουδιέται από γυναίκες το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης (μετά τα 12 Ευαγγέλια) ή το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής την ώρα που στολίζεται ο επιτάφιος.

Α)Ρίζες και επιρροές
Το μοιρολόγι της Παναγίας παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με ορισμένα βυζαντινά κείμενα όσο και με κείμενα της νεότερης λαϊκής παράδοσης. Το ύφος του εμφανίζει συγγένεια με τον Επιτάφιο θρήνο ή “Εγκώμια” που ψέλνονται το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής στην ακολουθία του Επιταφίου, ενώ οι λεπτομέρειες της αφήγησης παραπέμπουν σε νεότερα δημοτικά τραγούδια. Στα βυζαντινά κείμενα συγκαταλέγεται το Κοντάκιο του Ρωμανού “Είς τόν θρήνον της Θεοτόκου” (αρχές του 6ου αιώνα) που έχει τη μορφή δραματικού διαλόγου μεταξύ της Παναγίας και του Χριστού.
Τα Σταυροθεοτόκια, που αποδίδονται στον αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ' (9ος αιώνας) έχουν ως θέμα τους, επίσης, το θρήνο της Θεοτόκου στο Σταυρό.
Ύστερα από 5-6 αιώνες απαντάται στη δημώδη βυζαντινή ποίηση ο θρήνος της Παναγίας στη δημώδη γλώσσα. Άγνωστος ο συγγραφέας, ωστόσο ο αριθμός των χειρόγραφων που έχει σωθεί μαρτυρεί τη μεγάλη δημοτικότητα και διάδοσή του.
Εκτός από τη δημώδη ποίηση που προαναφέραμε, στη λόγια Βυζαντινή απαντάται η χριστιανική τραγωδία “Χριστός Πάσχων”, κείμενο το οποίο έχει απασχολήσει πολύ τους μελετητές.
Αξίζει να αναφέρουμε ότι στο έργο αυτό, που αποτελείται από 2.600 στίχους οι 1.304 προέρχονται από γνωστές τραγωδίες (του Ευριπίδη, του Αισχύλου, του Λυκόφρονα). Ο συγγραφέας παραβάλλει την Παναγία με την Εκάβη,ενώ η Παναγία όταν θρηνεί χρησιμοποιεί τα λόγια της Μήδειας που θρηνεί για τα παιδιά της. Εκτός από τις επιδράσεις των κλασικών, το κείμενο αυτό έχει δεχτεί την επίδραση από το Κοντάκιο του Ρωμανού και τα Σταυροθετόκια.
Στο “Χριστό Πάσχοντα” εμφανίζεται η έκκληση της Παναγιάς στο Χριστό να φανερώσει τη θεϊκή του φύση, το θέμα της απόγνωσής της και της επιθυμίας της να αυτοκτονήσει, καθώς και το παράπονό της πως θα απομείνει ολομόναχη αν την εγκαταλείψει ο γιος της. Η απελπισία αυτή της Παναγίας παρουσιάζεται ως βασικό μοτίβο σε νεότερα δημοτικά τραγούδια, καθώς επίσης και το ζήτημα της κατάρας της Παναγίας, βασικό μοτίβο στο μοιρολόγι της Παναγίας.
Στον Επιτάφιο θρήνο, που ψάλλεται τη Μεγάλη Παρασκευή,η Παναγία είναι το κεντρικό πρόσωπο, αν και σε λίγα μόνο τμήματα μιλάει η ίδια. Δυνατές εικόνες και συμβολισμοί δίνουν μια χριστιανική αντίληψη για τη σχέση του φωτός με το σκοτάδι, της ζωής και του θανάτου.

“Υπό την εκρύβης, ωσπέρ ήλιος, νυν και νυκτί τη του θανάτου κακαλύψαι, άλλ' ανάτειλον φαιδρότερον, Σωτήρ”

Ο Χριστός ως ήλιος και πρωταρχική πηγή φωτός κατεβαίνει στον Άδη στερώντας από τη γη το φως του.
Η φύση παρακολουθεί την κάθοδο αυτή και συμμετέχει στο θρήνο για τον Πάσχοντα Θεό.

“Ω βουνοί και νάπαι και ανθρώπων πλήθυς, κλαύσατε και πάντα θρηνήσατε συν εμοί τη του Θεού ημών μητρί”

Η επίκληση της Θεοτόκου να συμμετάσχει και η φύση στο θρήνο της, παραπέμπει στην επίκληση της Αφροδίτης, που στον Επιτάφιο του Βίωνα, παρακαλεί τα βουνά, τις κοιλάδες, τα ποτάμια, να θρηνήσουν μαζί της τον Άδωνη.
Από τους μελετητές γίνεται παραλληλισμός του Άδωνη με το Χριστό και πιστεύεται ότι η χαμένη άνοιξη και νιότη ταυτίζονται με το θείο.
Ο Επιτάφιος θρήνος, σε σχέση με το Μοιρολόγι της Παναγιάς, είναι κείμενο με έντονη εικονοποιία, το οποίο επεξεργάζεται ιδιαίτερα τα λυρικά του στοιχεία.
Στο Μοιρολόγι της Παναγίας, παράλληλα με το θρήνο έχουμε και αφήγηση των γεγονότων. Γι' αυτό και το συγκεκριμένο τραγούδι το κατατάσσουμε στις παραλογές και όχι στους θρήνους. Ας σημειωθεί ότι με τον όρο παραλογή αναφερόμαστε σε δημοτικά τραγούδια που, ενώ εμπεριέχουν θρήνο, εξιστορούν κάποια γεγονότα.

Β)Το Μοιρολόγι της Παναγίας

Το Μοιρολόγι της Παναγίας απαντάται με πολλές παραλλαγές. Στις περισσότερες απ' αυτές το Μοιρολόγι ξεκινάει με την περιγραφή του σκοτεινιασμένου ουρανού και της γκρίζας μέρας αφού, αμέσως μετά, εξαγγέλει το λόγο:
Σήμερα μαύρος ουρανός
σήμερα μαύρ' ημέρα
σήμερα εσταυρώσανε
των πάντων βασιλέα.
Η φύση φαίνεται εδώ να συμπάσχει με την Παναγία, η οποία, σε μια παραλλαγή από τη Σκλυβρία της Θράκης, αναγνωρίζει στον ουρανό δυσοίωνα σημάδια, τη μέρα της Σταύρωσης:
Βλέπει τον ουρανό θαμπό
και τ' άστρα φουρκωμένα
και το φεγγάρι το λαμπρό
στο αίμα βουτηγμένο.
-Τι έχεις,ήλιε,κι είσαι θαμπός;
αστρί μου φουρκωμένο;
και συ φεγγάρι μου λαμπρό
στο αίμα βουτηγμένο;
Ο ουρανός με τ' άστρα, το φεγγάρι και ο ήλιος είναι μοτίβο που αναφέρεται σε πολλά δημοτικά μας τραγούδια. Ανάλογο κοινό μοτίβο ως προς τα ακριτικά μας τραγούδια, που φαίνεται ότι δανείστηκε απ' αυτά το Μοιρολόγι της Παναγίας, είναι το μοτίβο της λιποθυμίας. Η Παναγία όταν πληροφορείται τη σύλληψη και το βασανισμό του Μονογενή της χάνει τις αισθήσεις της. Οι γυναίκες προσπαθούν να τη συνεφέρουν ρίχνοντάς της άφθονο νερό. Το μοτίβο αυτό της λιποθυμίας είναι επαναλαμβανόμενο.
Σαν τ' άκουσε η Δέσποινα
πέφτει λιποθυμάει.
Τρία σταμνιά ροδόνερο
τρία σταμνάκια μόσχο
και τρία σταμνιά ανθόνερο
ως να τη συνεφέρει.
Η μετατροπή του νερού σε ανθόνερο και ροδόνερο παραπέμπει στα μύρα που φέρνουν οι μυροφόρες για να ράνουν μ' αυτά το σώμα του Χριστού, στον Επιτάφιο θρήνο:
“Έρραναν τον τάφο, αι μυροφόραι μύρα λίαν πρωί ελθούσαι”.
Στοιχεία από τα εγκώμια δανείζεται αρκετά το Μοιρολόγι της Παναγίας:
Π.χ. Γιόκα μου πού είν' τα κάλλη σου πού είναι η ομορφιά σου;
“Ω γλυκό μου έαρ, γλυκύτατο μου τέκνο πού έδει σου το κάλλος;”
Εντονότατη είναι η παράθεση στοιχείων από τη Χριστιανική παράδοση. Στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, η Παναγία με τον αγαπημένο μαθητή του Χριστού, τον Ιωάννη,βρίσκονται κάτω από το Σταυρό.
Ο Ιησούς, τότε, αναθέτει στον Ιωάννη να φροντίσει τη μητέρα του, ενώ στη Θεοτόκο λέει “γύναι, ιδέ ο υιός σου”. Τα λόγια αυτά περνούν και στο Μοιρολόγι ως διάλογος με τον Ιωάννη:
“Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε
και βαπτιστή του γιού μου
εμένα είναι γιόκας μου
και σένα Δάσκαλός σου”.
Εδώ, ο μαθητής του Χριστού Ιωάννης συγχέεται με τον Ιωάννη το βαπτιστή. Η παράδοση φαίνεται πως συγχέει τα κείμενα λόγω, ίσως, της παρανόησης των κειμένων των Ευαγγελίων.
Η Παναγία διακατέχεται από πόνο και οργή για την άδικη καταδίκη του γιου της γι' αυτό και μέσα στον ολοφυρμό της χρησιμοποιεί την κατάρα. Στη συγκεκριμένη παραλλαγή η Παναγία καταργιέται τον αθίγγανο που φτιάχνει καρφιά, αλλά και την Αγία Καλή, η οποία ως πρόσωπο φαίνεται ότι αποτελεί παράλληλο επιβίωμα της αρχαίας Καλλίστης.
Αξίζει να σταθούμε σ' αυτό το σημείο για να δούμε την επιρροή του μύθου στη λαϊκή μας παράδοση και στο δημοτικό τραγούδι.
Η Αγία Καλή θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ταυτίζεται με την Αρτέμιδα Καλλίστη ή με την Κλα, την αρχόντισσα των νεράιδων ή την Καλή, κόρη ή αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή ακόμα με την Καλή των Ορέων της βυζαντινής παράδοσης, που θεωρείτο προστάτιδα της μαγείας και των πονηρών πνευμάτων.
Στο Μοιρολόγι της Παναγίας, η Αγία Καλή παρατηρεί:
-Ποιος είδε γιο εις το σταυρό
και μάνα στο τραπέζι;
Η παρατήρηση αυτή εξοργίζει την Παναγία γι' αυτό και της ανταπαντά με την κατάρα. Η προτροπή του Χριστού προς τη Μητέρα του να επιστρέψει στο σπίτι και να ετοιμάσει τραπέζι με κρασί και παξιμάδια αποτελεί στοιχείο του εθίμου της παρηγοριά (δείπνο μετά από κηδεία). Το έθιμο αυτό είναι ειδολωλατρικό επιβίωμα που αφομοιώθηκε από τη χριστιανική παράδοση και συνεχίζεται μ' έναν άλλο τρόπο ως τις μέρες μας.

Γ)Το Μοιρολόγι της Παναγίας ως στοιχείο εθίμου

Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, όταν βγει ο Εσταυρωμένος και τελειώσει η ακολουθία των 12 Ευαγγελίων, σε πολλά μέρη μένο0υν στην εκκλησία μαυροφορεμένες γυναίκες και τραγουδούν το Μοιρολόγι της Παναγίας.
Κάνουν ολονυκτία κοντά στο Χριστό, θρηνώντας με μοναδικό τρόπο. Ο πόνος της Παναγίας σμίγει με το δικό τους πόνο.
Σε άλλα μέρη το Μοιρολόγι της Παναγίας συνδυάζεται με το στόλισμα του Επιταφίου το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής. Γυναίκες και κορίτσια μαζεύονται από νωρίς στην εκκλησία για να στολίσουν με λογής λογής λουλούδια τον Επιτάφιο. Προσκυνητές περνούν καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας να προσκυνήσουν, ενώ ο θρήνος των γυναικών συνεχίζεται μέχρι την ώρα που θα χτυπήσουν οι καμπάνες για την ακολουθία του Επιταφίου.

ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Σήμερα μαύρος ουρανός
σήμερα μαύρ' ημέρα
σήμερα εσταυρώσανε
των πάντων βασιλέα.

Οι φθονεροί Αρχιερείς
και γραμματείς οι πρώτοι
χρήματα έταζαν πολλά
για ν' αύρουν τον προδότη.

Ως ήταν πρέπον και τιμή
δώρα να ετοιμάσουν
συβούλιον εποίησαν
αυτόν δια να πιάσουν.

Με δολερόν συμβούλιον
έστησαν την παγίδα
και έπιασαν τον δολερόν
Απόστολον Ιούδαν.

Σημαίνει η γης σημαίν' ο Θεός
σημαίνουν τα ουράνια
σημαίνει κι Αγιά Σοφιά
μι τσ' δικουχτώ καμπάνες.

Β' ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ
Τώρα είν' Αγιά Σαρακοστή
τώρα είν' Άγιες ημέρες
που λειτουργούν οι Εκκλησιές
και ψέλνιν η παπάδις.

Άκου βροντές και αστραπές
και ταραχές μεγάλες
βγαίνει να δει στην πόρτα της
να δη στη γειτονιά της.

Βλέπει, τον ουρανό θαμπό
και τ' άστρα βουρκωμένα
και το φεγγάρι το λαμπρό
στο αίμα βουτηγμένο.

Βλέπει τον Γιάννη κ' έρχεται
δαρμένο και κλαμένος.

-Τι έχεις Γιάννη μου και κλαις
κι είσαι βουρκωμένος;

-Δεν έχω στόμα να σιο πω
μιλιά να στ' ομιλήσω
μήτε καρδιά μου το κρατά
να στο ομολογήσω.
Τον Δάσκαλό μου πιάσανε
οι άνομοι Εβραίοι
οι άνομοι και τα σκυλιά
κι οι τρισκαταραμένοι.

Σαν τ' άκουσε η Δέσποινα
πέφτει λιποθυμάει.

Τρία σταμνιά ροδόνερο
τρία σταμνάκια μόσχο
και τρία σταμνιά ανθόνερο
ως να τη συνεφέρει.

Κι όταν την συνεφέρανε
Αυτόν τον λόγο λέει:

-Ανάθεμά σε ατσίγγανε
εσύ και τα παιδιά σου
εσύ και φαμίλλια σου
κι όλα τα γονικά σου

Ανάθεμά σε ατσίγαννε
χαΐρι να μην κάνεις
ούτε ψωμί στο ράφι σου
ποτέ να αποτάξεις.

Πέρνουν το στρατί στρατί
στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε
μπρος στου Πιλάτ' την πόρτα.

Βλέπουν την πόρτα σφαλιστή
και τα κλειδιά παρμένα
και τ' αψηλά παράθυρα
σφιχτά μανταλωμένα.

Άνοιξε η πόρτα του ληστού
κι η πόρτα του Πιλάτου
κι η πόρτα από το φόβο της
ανοίγει μοναχή της.

Βλέπει δεξά βλέπει ζερβά,
κανέναν δεν γνωρίζει
βλέπει και ξαναδεύτερα
βλέπει τον Άγιο Γιάννη,

-Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε
και βαπτιστή του γιού μου
εμένα είναι γιόκας μου
και σένα Δάσκαλός σου

-Δεν έχω στόμα να στο πω
μιλιά να στ' ομιλήσω
μήτε καρδιά μου το βαστά
να στ' ομολογήσω.
Βλέπεις Εκείνον τον γυμνό
τον παραπονεμένο;
όπου φορεί στην κεφαλή
τ' ακάνθινο στεφάνι;
Εκείνος είν' ο γιόκας σου
και μένα Δάσκαλός μου.

Πάει κοντά η Παναγιά
Και τον επροσκυνάει
-Κατέβα γιε μου χαμηλά,
να σε γλυκοφιλήσω
να βγάλω τη χρυσή ποδιά
το αίμα να σκουπίσω.

-Άντε μάνα στο σπίτι μας
και διάφορο δεν έχεις
και το Μεγάλο Σάββατο
κάτσε να μ' απαντέχεις
Βάλε κρασί στον μαστραπά
κι αφράτο παξιμάδι
να φάν' η μάνες για παιδιά
και τα παιδιά για μάνες
να φάνε κ' η καλόπαντρες
για τους καλούς τους άντρες.

Πήραν το στρατί στρατί
στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε
στης Παναγιάς την πόρτα.

Βάζει κρασί στον μαστραπά
αφράτο παξιμάδι
και φάγαν μάνες για παιδιά
και τα παιδιά για μάνες.

Φάγαν κ' η καλόπαντρες
για τους καλούς τους άντρες.
Περνά κ' η Άγια Καλή
και το χαμογελάει

-Ποιος είδε γιο εις το σταυρό
και μάνα στο τραπέζι;

-Α, να χαθείς, Άγια Καλή
ποτέ να μη γιορτάζεις,
ποτέ να μη βρεθεί κανείς
κεράκι να σ' ανάβει.

Όποιος τ' ακούει σώνεται
κι όποιος το λέει αγιάζει
κι όποιος το
καλοαφουγκράζεται
παράδεισο θα λάβει.

Πόλυ Βασιλάκη, Περιοδικό Παράθυρο στην Εκπαίδευση του παιδιού, τεύχος 20, Μάρτιος-Απρίλιος 2003.




Τετάρτη, 1 Μαΐου 2013

Μεγάλη Πέμπτη

1.
Τη Μεγάλη Πέμπτη κορυφώνεται το δράμα του Θεανθρώπου με τη σταύρωσή του από τους Ρωμαίους. Το πρωί γίνεται η λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και οι πιστοί, σύμφωνα με την παράδοση, λαμβάνουν θεία κοινωνία. Το βράδυ,που είναι αφιερωμένο στο Μυστικό Δείπνο, οι πιστοί ακούνε με κατάνυξη στις εκκλησίες τα Δώδεκα Ευαγγέλια και γίνεται η τελετή σταύρωσης του Ιησού. Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης συνηθίζεται να αγρυπνούν οι γυναίκες στους ναούς και να μοιρολογούν το Χριστό. Τη Μ. Πέμπτη ξεκινούν ουσιαστικά τα έθιμα του Πάσχα. Από το πρωί οι γυναίκες καταγίνονται με το ζύμωμα. Ζυμώνουν τις κουλούρες της Λαμπρής με διάφορα μυρωδικά και τις στολίζουν με ξηρούς καρπούς και με στολίδια από ζυμάρι. Παλαιότερα, ανάλογα με το σχήμα που τους έδιναν, τις ονόμαζαν “κοφίνια”, “καλαθάκια”, “δοξάρια”, “αυγούλες”, “κουτσούνες”, “κουζουνάκια”. Παρόμοιες κουλούρες έφτιαχναν και στα βυζαντινά χρόνια, τις “κολλυρίδες”, που ήταν ειδικά ψωμιά για το Πάσχα, σε διάφορα σχήματα και είχαν στο κέντρο ένα κόκκινο αυγό. Σήμερα, μία από τις κουλούρες αυτές συνηθίζουν να τη φυλάνε στο εικονοστάσι, επειδή θεωρούν ότι προστατεύει τα μέλη της οικογένειας από τα μάγια.
Οι νοικοκυρές ασχολούνται την ημέρα αυτή και με το βάψιμο των αυγών. Γι' αυτό και η Μεγάλη Πέμπτη λέγεται Κόκκινη Πέφτη ή Κοκκινοπέφτη. Ενώ παλαιότερα για τη βαφή των αυγών χρησιμοποιούνταν φυτικές ουσίες, σήμερα υπάρχουν στο εμπόριο ειδικές βαφές κόκκινου χρώματος. Πολλές νοικοκυρές συνηθίζουν να τοποθετούν το πρώτο αυγό στο εικονοστάσι, για να ξορκίζουν το κακό και να σταυρώνουν τα παιδιά. Το αυγό της Παναγίας, καθώς το λένε, αν παραμείνει στα εικονίσματα για τρία χρόνια, γίνεται κρατητήρα, δηλαδή “μια πέτρα που, άμα τη βάλεις σε έγκυα γυναίκα, είτε σε ζώο έγκυο, έχουν την ιδέα ότι κρατεί” (δεν αποβάλλει). Εξαιρετικές ιδιότητες αποδίδει ο λαός και στα ευαγγελισμένα αυγά, εκείνα δηλαδή που στέλνονται στην εκκλησία να λειτουργηθούν. Τα τσόφλια των αυγών αυτών συνηθίζουν πολλοί να βάζουν στις ρίζες των δέντρων για να “πιάσουν όλοι οι καρποί”. Στον ίδιο σκοπό αποβλέπει και το έθιμο των χωρικών της Δ.Μακεδονίας: το αυγό που πρωτοβάφουν το κρατούν και το θάβουν με την έναρξη της σποράς στην πρώτη αυλακιά του χωραφιού, εκεί ακριβώς όπου θα πρωταρχίσει το αλέτρι, για να μεταδώσει στο σπόρο τη ζωτική δύναμη που κρύβει μέσα του.
Σε μερικά μέρη, τη Μεγάλη Πέμπτη ετοιμάζουν και τον Ιούδα. Μαζεύουν παλιά ρούχα και αφού φτιάξουν το ομοίωμά του, το περιφέρουν από σπίτι σε σπίτι ζητώντας “καψίδια”. Κάθε νοικοκυρά δίνει ό, τι της βρίσκεται (κληματόβεργες, λινάτσες κ.α.) ή του ρίχνει πετρέλαιο.

Γιολάντα Τσορώνη, Περιοδικό Παράθυρο στην εκπαίδευση του παιδιού, τεύχος 44, Μάρτιος-Απρίλιος 2007.


2.Κόκκινα πασχαλινά αυγά

Τα έθιμα για το Πάσχα είναι πολλά. Αυτά όμως που ενθουσιάζουν τα παιδιά είναι τα έθιμα με τα αυγά. Το αυγό κρύβει τη ζωή μέσα του, συμβολίζει τη δημιουργία, τη γονιμότητα, την αναγέννηση της φύσης, την Ανάσταση του Χριστού.
Από τη Μεγάλη Δευτέρα ξεκινούσε στη Θράκη το “θάψιμο του αυγού”, που συμβόλιζε την ταφή του Χριστού, όπως μας διέσωσε η Ελπινίκη Σαραντή. Ένα αυγό το γύριζαν σ' όλο το χωριό μοιρολογώντας και μετά το έθαβαν. Το έβγαζαν από το χώμα στη Δεύτερη Ανάσταση και μετά γλεντούσαν με τραγούδια και χορούς την Ανάσταση του Κυρίου.
Τα αυγά, που δεν επιτρέπεται να φαγωθούν όλη τη Μεγάλη Σαρακοστή, τα βάφουν τη Μεγάλη Πέμπτη, η οποία γι' αυτό ονομάζεται Κόκκινη Πέμπτη ή Κοκκινοπέμπτη. Τότε που ουσιαστικά ξεκινούν οι προετοιμασίες για την Ανάσταση και όλοι νιώθουμε τη χαρμολύπη, δηλαδή τη λύπη για τα πάθη και την ταφή του Χριστού που συνοδεύεται όμως από τη χαρά μας για την επικείμενη Ανάστασή Του. Οι νοικοκυρές κρεμούν από το μπαλκόνι ένα κόκκινο πανί κι εκείνη τη μέρα δεν κάνουν καμιά άλλη δουλειά στο σπίτι.
Συχνά οι νοικοκυρές έβαζαν το πρώτο ζυγό που έβαφαν, το αυγό της Παναγίας, στο εικονοστάσι. Από εκεί το έβαζαν για να σταυρώσουν τα παιδιά τους ή το έπιαναν με την πυροστιά όποτε έβρεχε και έριχνε κεραυνούς, για προστασία. Αλλού τα πρώτα αυγά τα στέλνουν στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς. Σε χωριά της Μακεδονίας με τη μπογιά από τα αυγά έβαφαν το κεφάλι και την πλάτη των μικρών αρνιών. Επίσης σε πολλά μέρη βγάζουν τόσα αυγά, όσα τα μέλη της οικογένειας και τα πηγαίνουν στην εκκλησία να τα ευλογήσει ο παπάς και να τα τοποθετήσει κάτω από την Αγία Τράπεζα μέχρι την Ανάσταση.
Γιατί όμως βάφουμε κόκκινα τα αυγά; Μια εκδοχή είναι ότι μια γυναίκα που κρατούσε αυγά έμαθε για την Ανάσταση του Χριστού, δεν το πίστεψε και είπε: “όταν γίνουν κόκκινα τα αυγά που κρατώ, τότε θα αναστηθεί ο Χριστός!”. Μόλις κοίταξε τα αυγά της είχαν γίνει κόκκινα! Άλλη εκδοχή είναι ότι το κόκκινο διώχνει το κακό και συμβολίζει τη χαρά από την Ανάστασή Του, ενώ κάποιοι υποστηρίζουν ότι το κόκκινο μας θυμίζει το αίμα του Χριστού που χύθηκε για τη σωτηρία των ανθρώπων.

3.Ένας οικολογικός τρόπος για να βάψουμε αυγά είναι:

Παίρνουμε τα πιο άσπρα αυγά που θα βρούμε και τα πλένουμε καλά. Σε μια κατσαρόλα βράζουμε τέσσερα μεγάλα παντζάρια που τα έχουμε κόψει στη μέση. Όταν πάρουν μια βράση βάζουμε για λίγα λεπτά και τα αυγά με προσοχή να βράσουν κι αυτά και να βαφτούν. Τα βγάζουμε προσεκτικά, τα αφήνουμε να στεγνώσουν. Πριν κρυώσουν τα γυαλίζουμε με ένα πανάκι στο οποίο έχουμε στάξει λίγο ελαιόλαδο! Όποιοι θέλουν τα αυγά τους να έχουν σχέδια τα τυλίγουν με κρεμμυδόφυλλα. Άλλοι πάλι αφού τα βάψουν, τους κάνουν σχέδια με κερί και φτερά.

Παιδική εφημερίδα “Το φινιστρίνι”, Μάρτιος-Απρίλιος 2006