Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Ο Πανοραματοποιός 1 και 2

1.
…Η Σίικα με τραβούσε απ΄ το σακάκι. «Έλα». Το κατσαμάκι της κόντευε να τελειώσει κι ακόμα τις πολιτείες δεν τις είδαμε. Γι΄ αυτό έπρεπε να τρέξουμε πριν σωθούνε. «Λουκάς Παπαπαναγιωτακόπουλος, Πανοραματοποιός», έλεγε το κασόνι στολισμένο με κορδέλες, με καθρέφτες, με καρποστάλια και λογιώ λογιώ άλλα μπιχλιμπίδια.
Ο νοικοκύρης της κασόνας ήτανε ο πιο σοφός άνθρωπος που είχαμε δει στη ζωή μας. Και ο πιο γραμματισμένος. Κι ο πιο περήφανος. Και με το δίκιο του ο άνθρωπος. Εγώ –για να πούμε την αλήθεια- περίμενα να τον βρω τρελό. Πώς άντεχαν τα μυαλά του σε τέτοια πράματα και δεν ξέστριβαν, ήταν απ΄ τα παράξενα!
-Ήρτατε για την Ευρώπη; μας λέει σαν φτάνουμε. Για να γενούμε όμως φίλοι (Μου ήρθε να κλάψω… Πώς με καταδεχότανε για φίλο εμένα ένας τέτοιος άνθρωπος; Η Σίικα ήταν έτοιμη να ζηλέψει που έπαιρνα την αγάπη της για τη δώσω αλλουνού. Μα μπροστά σε τέτοιον άνθρωπο!) Λοιπόν, φιλαράκια… για να γενούμε καλοί φίλοι -συνεχίζει ο Λουκάς- πρώτα το μεταλλίκι!
Άλλος παράξενος και τούτος ο Λουκάς. Ενώ ήτανε πιο πλούσιος κι απ΄ τους βασιλιάδες της γιαγιάς καταδεχότανε να γυρεύει δεκάρες «Μήστητί μου Κύριε!» όπως έλεγε και η γιαγιά.
-Μπρος! Λάβετε θέσεις! φώναζε ο Λουκάς. Και ξερόβηξε. Αρχίζω: Εδώ, Λουκάς Παπαπαναγιωτακόπουλος, κοσμογυριστής παρισιάζει τον όλο κόσμο με μια δραχμή και φχαριστάει την καρδιά σας. Να το πείτε και σ΄ αλνούς. Μπαίνουμε. Αλόν!
Πατάει ένα κουμπί. Και τι ‘ταν εκείνο; Μια πολιτεία χρυσαφένια, πιο σπουδαία κι από παραμυθένια, ξεφανερώθηκε μπροστά στα μάτια μας. Ο Λουκάς μας «παρισιάζει»:
-Εδώ κύριοι βλέπετε η Βγένα…μεγάλη πολιτεία. Βαποράκια στα στενά. Στον κόρφο της κύριοι, γλυκιά θάλασσα…πάτος πουθενά. Χιόνια κυλάνε. Μουζικές, χοροί, και άλλα. Βγένα είπαμε, κύριοι τ΄ όνομά της, πολιτεία της Αούστριας, ο βασιλιάς Φραγκίσκος Ιησούς τ΄ όνομά του. Έ φ υ γ ε.
-Εδώ κύριοι βλέπετε η Παρισίους…θαύμα πολιτεία με παλάτια υπέροχα μπουλεβάρδα τ΄ όνομά τους. Βλέπετε γυναίκες με σπουδαίες φορεσιές –οι καλύτερες. Καρότσες, τραμβάλια… Γλιστράνε με σαπούνι. Πύργος αψηλός για να βλέπουνε τους κλέφτες ότι πολλοί εις Παρισίους. Έ φ υ γ ε.
-Εδώ κύριοι βλέπετε, Τοτόκιο Ισπανία τον βασιλέον. Βουνό που βγάζει πίσσες και άλλα. Κερασιές μπόλικες –δεν κάνουνε κεράσια. Μετάξια, κουδουνίστρες, φαναράκια με χαρτί. Αμίλητοι. Τρώνε στα γόνατα. Πολλοί θρήσκοι –σκίζουνε τις κοιλιές τους. Θεός γδυμνός. Βγάζει απ΄ το στόμα καπνούς και άλλα. Έ φ υ γ ε.
-Εδώ κύριοι βλέπετε Ρώμη. Πολλά περιστέρια μες στα πόδια σου. Τα ταΐζεις στο χέρι –πολύ ήμερα. Τα κεραμίδια τους γιομάτα κουτσουλιές. Θέατρο, που θερία φοβερά τρώνε το χριστιανό ότι πολύ άγρια. Ο βασιλεύς του μια απιθαμή Βίχθωρ Εμμανουήλ. Τούρκος ο αρχηγός τους Μουσουλίμ τ΄ όνομά του… Ψοφάνε για μακαρόνια. Έ φ υ γ ε.
-Εδώ κύριοι βλέπετε η Μαρσίλια, πόλις με λιμάνια, φασαρίες και άλλα. Ψηλή γέφυρα στη θάλασσα για να βλέπουνε την πολιτεία –ότι πολύ ωραία. Γάντζοι καταραμένοι σηκώνουνε παμπόρια. Μόλος για πατινάδα, ψαρική και άλλα. Άνθρωποι εις φαγοποτία. Χασομεράνε –πολύ ψεύτες. Έ φ υ γ ε.
-Εδώ κύριοι βλέπετε η Βενετία πόλις για χουζούρι. Κολυμπάει στο νερό. Καρότσες, δρόμοι και τέτοια τα πήρε το ποτάμι. Βάρκες ωραίες με μύτες γυριστές. Τις φοράνε για παπούτσια. Άνθρωποι γουστόζοι με σουγιάδες, καντάδες, λαγούτα και άλλα –τραγουδάνε πολύ. Είπαμε κύριοι εδώ Βενετία, πόλις με βελόνι. Έ φ υ γ ε.
-Εδώ κύριοι βλέπετε η Πετρόπολη του Μόσκοβου. Κρατάνε τις μύτες τους για να μην πέσουνε –πολύ κρύο. Τα ποτάμια δεμένα. Απάνου τους γλιστράνε καρότσια και άλλα. Γούνες, αρκούδια, μπαλαλούκες. Πετρόπολη. Ο βασιλιάς έχασε το κεφάλι του –ότι πολύ άπονος. Τώρα κουμαντάρει Μπορσοβίκος άντρας με θηλυκό όνομα –Ε λ έ ν ι ν τ΄ όνομά του. Αργάτες-ξαργάτες όλοι οι γύφτοι μια γενιά. Έ φ υ γ ε.
-Εδώ κύριοι βλέπετε, Αθήνα μας, πόλις Αρχαία Ελλάς. Οι άνθρωποι πονηροί. Κολόνες μάρμαρα, πολύ μακριά… Τρέχουνε να τα δούνε. Ακρόπολη με βασιλιάδες, κορίτσια, και άλλα. Παλικάρια όπως σε γεννάει η μάνα σου –δεν είχανε ντροπή. Περικλής, Σωκράτης, Δημοσθένης, Δημιστοκλής, -όλοι αρχαίοι. Θησείον, Ρολόι με ήλιο –τώρα δε δουλεύει. Καβοκολόνες, Ελυμπείον, Κεραμεικός –θάβανε τους πεθαμένους. Αέρηδες. Άγιος Πάγος, Φανάρι του Διγενή –πολύ αστείος. Έ φ υ γ ε.
(Εδώ ο Λουκάς ανέβασε ψηλά ψηλά τη φωνή του)
-Τελευταίο και καλό! Εδώ κύριοι βλέπετε οι ωραίοι Γαργαλιάνοι. Πόλις σπουδαία, με πλατεία, δέντρα και άλλα. Καφενείο «η Ωραία Ελλάς». Κουρείον, ημιγυμνάσιον… δ ύ ο φαρμακεία! Δεξιά οικία διώροφος Μαστροδημητρουλακόπουλου. Παραπλεύρως οικία με τζαμικιανίνια Σάκη Κανελακόπουλου –επίτροπος Ιερού Ναού Γεωργίου του θαυματουργού- την χάριν του. Είδατε κύριοι είπαμε ωραίοι Γαργαλιάνοι, πατρίς Λουκά Παπαπαπαναγιωτακόπουλου. Δούλος σας. Ευχαριστώ. Τ έ λ ο ς.
................................................................

2.
…Τώρα σταμάτησε και κείνη η μουσική με τα φυσερά που την είχανε κρυμμένη. Τα κουβαδάκια απόμειναν κρεμασμένα. Τ’ αλόγατα κόπηκαν εκεί που τρέχανε. Ο άνθρωπος που έτρωγε το μαλλί έβγαλε το καπέλο του με τα χρυσά σιρίτια κι ακούμπησε σ’ έναν τοίχο να σφουγγίσει τον ιδρώτα του και να πιει κι ένα τσιγάρο. Κουρασμένος και άκεφος που ήταν… Όλοι ήταν άκεφοι και κουρασμένοι. Ο Λουκάς έβγαλε απ’ το κασόνι του ένα κομμάτι τυρί και μια φραντζόλα και μπούκωνε το στόμα του σαν λύκος. Ορίστε!... Κοίτα που πήγε να βάλει το ψωμοτύρι του! Ο κακούργος! Τώρα οι πολιτείες θα βρομούνε τυρί!! Φονιά!!
Κι εμείς τις αγαπήσαμε τόσο…
Να, τώρα πάμε άκρη άκρη στο ποτάμι κι όλο αυτές βλέπουμε…
Πολιτείες χρυσοκέντητες να κολυμπάνε στα νερά. Να, και τα ψηλά παλάτια, «μπουλεβάρδα τ΄ όνομά τους». Ου πύργοι, οι γέφυρες, οι κερασιές… και τι κερασιές! Απ’ αυτές που κάνουνε κεράσια. Όχι σαν του Λουκά.
Πάμε σύρριζα στο ποτάμι… Οι πολιτείες πλέουνε ολοκάθαρες μέσα. «Εδώ Σίικα βλέπεις ένα παιδί που δίνει μια του φεγγαριού και κάνει ‘γκολ’ στα βουνά».
-Μη νομίσεις πως δεν μπορώ, Σίικα! Αυτό είναι το λιγότερο. Για το τρένο, σου είπα; Βλέπεις ένα τρένο κι έρχεται για να σε δαγκώσει… Πας και κάθεσαι καταμεσής στο δρόμο. «Ψτ! πίσω! του λες. Γλήγορα πίσω στη φωλιά σου!» του λες άγρια άγρια. Και κείνο δεν ξέρει από πού να πρωτοφύγει. Θα ‘χω και μια σφυρίχτρα με αλυσιδίτσα, όποτε θέλω κάτι, θα σφυρώ: «Να ‘ρτει εδώ η μεγάλη πολιτεία Βγένα! Τι κατάσταση είν’ αυτή! Να πάψουν οι μουζικές και άλλα! Διατάζω εγώ!» Ύστερα έρχεται άλλη πολιτεία φοβητσάρα…
-Τι ‘σαι συ;
-Τοτόκιο… «Ισπανία τον βασιλέον».
-Σήκω απάνω! Τι φωτιές είν’ αυτές; Να σταματήσει το βουνό να βγάζει φωτιές και άλλα. Να βγάζει ζαχαράτα! Εγώ διατάζω… Οι ωραίοι Γαργαλιάνοι είσαι συ; Η οικία Παπαπαναγιατακόπουλου περικαλώ να τραβηχτεί στην άκρη. Κι ο Λουκάς με τις πολιτείες είν’ ένας ψεύταρος… Και τώρα κύριοι τελευταίο και καλό: Εδώ κύριοι βλέπετε φάμπρικα. Ωραία τούβλα για σπίτια και άλλα. Αλώνι, φούρνος για ψήσιμο, γυφτάκι στην άκρη μόνο –ότι πολύ άσκημο. Δεξιά Κρίστας πολύ «εφκαριστημένος», αρραβωνιάζεται…
Δυο χέρια φέρανε όλη την καταστροφή. Το ένα άδραξε τη Σίικα, τ’ άλλο απλώθηκε κατά μένα.
Όλο το φανταχτερό όνειρό μας ζουλήχτηκε μέσα στα χοντρόχερα της στρίγγλας. Όλος ο κόσμος που γύριζε απ’ το Κιουπρί σταμάτησε να δει τη συνέχεια… Εδώ κύριοι βλέπετε πώς η στρίγγλα τρώει δυο παιδιά… Πώς ξεπουπουλιάζει με τα νύχια της τη χαρά τους… πώς τσαλαπατάει τα όνειρά τους πάνω στις λάσπες… και φτύνει απάνω στα χρυσάφια τους… Εδώ κύριοι ντροπή… Εδώ κύριοι μη γελάτε, είναι πολύ σκληρό… Έτσι… Ευχαριστώ. Εδώ κύριοι τ έ λ ο ς.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ, Συννεφιάζει

Δεν υπάρχουν σχόλια: