Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Τα δυο αδέρφια

Μια φορά δυο αδέρφια ξεκίνησαν μαζί για να γνωρίσουνε τον κόσμο. Το μεσημέρι ξάπλωσαν να ξεκουραστούνε σ’ ένα δασάκι. Όταν ξύπνησαν, βλέπουν πλάι τους μια πέτρα και πάνω στην πέτρα ήταν γραμμένο κάτι. Άρχισαν να ξεχωρίζουν τα γράμματα και διάβασαν:

Εσύ που θα συναντήσεις στο δρόμο σου αυτή την πέτρα, να προχωρήσεις βαθιά στο δάσος κατά την ανατολή. Θα βρεις ένα ποτάμι. Να διαβείς στην άλλη όχθη του ποταμού. Εκεί θα συναντήσεις μιαν αρκούδα με τ’ αρκουδάκια της. Να πάρεις τ’ αρκουδάκια και να τρέξεις, δίχως να κοιτάξεις μήτε στιγμή πίσω σου, ολόισια στο βουνό. Στην κορυφή του βουνού θα βρεις έναν πύργο. Σ’ αυτό τον πύργο θα βρεις την ευτυχία σου.

Μόλις διάβασαν τα δυο αδέρφια αυτά που ήταν χαραγμένα στην πέτρα, λέει ο πιο μικρός:
-Έλα να πάμε μαζί. Κι όλα είναι γραμμένα πολύ καθαρά. Πρώτο: τίποτα δεν έχουμε να χάσουμε αν δοκιμάσουμε. Δεύτερο: αν δεν πάμε εμείς, κάποιος άλλος θα διαβάσει αυτά τα λόγια, θα βρει την ευτυχία κι εμείς θα μείνουμε στα κρύα του λουτρού. Τρίτο: αν δεν δουλέψεις και δεν κοπιάσεις, τίποτε στον κόσμο δεν σου δίνει χαρά. Τέταρτο: δεν θέλω να πούνε για μένα πως στάθηκα δειλός.
Τότε ο μεγάλος του απάντησε:
-Όποιος γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα. Κι ακόμα: κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει.
Κι ο μικρός του λέει:
-Εγώ πάλι άκουσα μια παροιμία που λέει: όποιος φοβάται τις σπίθες δεν γίνεται ποτέ σιδεράς. Και μια άλλη που λέει: κάτω από την ακίνητη πέτρα δεν κυλάει ποτέ νερό. Νομίζω πως πρέπει να τραβήξουμε μπροστά.
Ο μικρότερος αδερφός προχώρησε, ο μεγαλύτερος έμεινε.
Μόλις προχώρησε λίγο στο δάσος, ο μικρότερος αδερφός βρήκε το ποτάμι, το πέρασε κι εκεί στην άλλη όχθη συνάντησε την αρκούδα. Η αρκούδα κοιμόταν. Άρπαξε τ’ αρκουδάκια κι έτρεξε χωρίς να κοιτάξει πίσω του στο βουνό. Μόλις έφτασε στην κορφή, βγήκε να τον προϋπαντήσει ο λαός. Του φέρανε αμέσως μια άμαξα, τον πήγανε στην πόλη και τον κάνανε βασιλιά.
Βασίλεψε πέντε χρόνια. Τον έκτο χρόνο ξεκίνησε επίθεση εναντίον του ένας άλλος βασιλιάς, πιο δυνατός, τον νίκησε και τον έδιωξε απ’ την πόλη. Τότε ο μικρότερος αδερφός ξεκίνησε πάλι το ταξίδι του στον κόσμο κι έφτασε κάποτε στον μεγαλύτερο αδερφό.
Ο μεγαλύτερος ζούσε στο χωριό. Ούτε πλούσιος ήταν άλλα ούτε και φτωχός. Τα δυο αδέρφια χάρηκαν που ανταμώσανε κι άρχισαν να διηγούνται ο ένας στον άλλο για τη ζωή τους.
Ο μεγαλύτερος αδερφός λέει:
-Να λοιπόν που είχα δίκιο εγώ. Όλα αυτά τα χρόνια έζησα ήσυχα και καλά, ενώ εσύ, κι ας έγινες βασιλιάς, δοκίμασες τόσες πίκρες.
Και ο μικρότερος τότε του απαντά:
-Αδερφέ μου, δεν μετάνιωσα που τράβηξα τότε το δρόμο του δάσους για το ψηλό βουνό. Κι αν τώρα συναντώ δυσκολίες, έχω πολλά να θυμάμαι αναμετρώντας τη ζωή μου. Ενώ εσύ δεν έχεις ούτε στεναχώριες αλλά ούτε και τίποτα να θυμάσαι.

Ένα παραμύθι του Λ.Τολστόι


Δεν υπάρχουν σχόλια: