Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Το «γυφτάκι»

Δεν ήταν ολομόναχη η χαβούζα. Κάποιος βρισκόταν λίγο παράμερα. Ένα μαύρο παιδάκι καθισμένο σ΄ ένα κοτρόνι σαν το παραπονεμένο κοτσύφι. Ήταν το γυφτάκι. Στην αρχή φοβήθηκα. Θυμήθηκα τα λόγια κείνου του Πιτσιλομούτρη. Αν κολλούσα μαυρίλα; Μα σαν το σκέφτηκα καλύτερα, δε μου φάνηκε και τόσο φοβερό. Γιατί, στο κάτου κάτου, μαυρίλα ήταν, δεν ήταν ψώρα. Ένα πράγμα όμως ακόμα ήθελα να ξεδιαλύνω για να ησυχάσω για καλά. Η μαυρίλα πια δε με πολυτρόμαζε. Σάματις και το μαύρο πετσί, πετσί δεν ήταν κι αυτό; Άλλο ήταν κείνο που με σκότιζε. Πως τα βλέπει τα έξω πράματα ο αράπης; Αν τα ‘βλεπε μαύρα; Αυτό ήθελα να το ξέρω καθαρά. Αυτό, ναι, με τρόμαζε. Να βλέπεις παντού μαυρίλα, όλο πίσσα. Μαύρα αλεύρια, μαύρα χιόνια, μαύρες Σίικες… Θεέ μου!
Έσκυψα να πιω νερό. Η δίψα μου δεν είχε τελειωμό. Πότισα και τις καραβίδες μου. Μα εκειδά, μια φαρμακερή ιδέα μ΄ έκανε να παγώσω. Κι αν είχε πιει πριν από μένα το γυφτάκι;… Μα τώρα πια ήταν αργά. Ό, τι ήταν για να γίνει έγινε. Κοίταξα τα χέρια μου… Ήταν ακόμα άσπρα. Φαίνεται πως θ΄ αργούσε να ‘ρθει η μαυρίλα…
Κάποιος μικρός σαματάς έγινε πλάι. Το γυφτάκι είχε σηκωθεί ήσυχα ήσυχα και ξαναπήρε το δρόμο.
-Σουκρή!... (Εγώ ήμουνα που το φώναξα; Πως το φώναξα!) Μα τώρα πάει. Φωνή που βγήκε δεν ξανακαταπίνεται.
Το γυφτάκι στράφηκε σαν σπιτικό ζώο που ακούει τα΄ όνομά του. Σκέφτηκα να το καλοπιάσω με κάτι, με μια χειρονομία ή μ΄ ένα κάμωμα απ΄ αυτά που κάνουν στα ζωάκια και τα ημερεύουν. Δε βρήκα όμως τίποτα.
Μονάχα γέλασα… Και –τι θαύμα!- πήρα την ίδια απάντηση. Όμορφη κουβεντούλα…
Ύστερα δεν ξέραμε πώς να συνεχίσουμε κι εξακολουθούσαμε να γελάμε. Μα αυτό κάποτε θα ‘παιρνε ένα τέλος, και τότε τι θα λέγαμε; Το γυφτάκι θα τράβαγε το δρόμο του κι όλα θα τέλειωναν εκεί. Έπρεπε λοιπόν να ‘βρισκα τον τρόπο εγώ. Έπρεπε να ‘βρισκα. Είπα λοιπόν «στάσου!» κι ευτύς σταμάτησα κιόλα. Κι ύστερα… «γιατί φεύγεις;» του είπα αδερφικά και ξανασταμάτησα. Μα το γυφτάκι κατέβασε το μπογαλάκι του και απάντησε με… τίποτα. Δηλαδή γέλασε. Να με τι απάντησε.
-Γιατί φεύγεις Σουκρή; του λέω πιο δυνατά. Γιατί φεύγεις; Είμαι φίλος. Κοίταξε, να, είμαι φίλος… αρκαντάς. Να, σφίγγω το χέρι σου. Έλα, τόκα! (Εκεί ξαφνικά κλείνω τα μάτια. Χέρι μου, χεράκι μου σε χάνω!) Τόκα, Σουκρή! (ας είχα ένα χέρι παράταιρο, δεν πειράζει, σαν θα μεγάλωνα θα φορούσα γάντι).
Το γυφτάκι με λαχτάρα και με φόβο, σαν το σκυλί που του απλώνεις το ψωμί και δεν ξέρει αν κρατάς ψωμί ή πέτρα, έκανε ν’ απλώσει το χέρι και πάλι το τραβούσε. Στο τέλος πήρε τη μεγάλη απόφαση. Έκλεισε κι αυτό τα μάτια του, σκούπισε την απαλάμη του (Θεέ μου! από μέσα ήταν άσπρη!) και:
-Ζντράο! μου κάνει. Και γελάει…
Τα δόντια του είναι κάτασπρα σαν χαλάζι του Μαγιού.
-Πού πας, Σουκρή;
Του άρεσε τ’ όνομα. Ποιος ξέρει; Μπορεί να νομίζει πως Σουκρή θα πει α δ έ ρ φ ι… (και μήπως δε θα πει;)
-Φεύγκει… μου λέει πικρά πικρά και κρεμάει τα χείλια του.
-Πού πας;
Μου δείχνει π α ν τ ο ύ.
-Νε κσιέρει… Να… πάει…
-Έχεις σπίτι;
-Τσ…
-Έχεις μάικω; τάτκο; σέστρα;
- Τσ, τσ, τσ…
-Αχ…
Ένα σύννεφο πέφτει απάνου μας και μας σκεπάζει, ένα σύννεφο από βαριά συλλογή.
Τα φύλλα μας κοιτούσαν σαν πεταλουδάκια που κόλλησαν κι απόμειναν απάνω στα χαμόδεντρα.
Φύσηξα. Το σύννεφο έφυγε απ’ τους ώμους μου.
«Πάμε…»
-Ναι, Σουκρή, εγώ ήμουνα που το είπα… Είπα «πάμε». Πάμε Σουκρή!
Του τραβάω το μικρό του κουρέλι.
Το γυφτάκι σωπαίνει λίγο, ώσπου να φτάσει η φωνή μου στην καρδιά του. Ύστερα σκύβει και σηκώνει το μπογαλάκι του. «Πάμε».
Περπατούσαμε μαζί. Σαν μεγάλοι νοικοκύρηδες που πάμε στα σπίτια μας το μεροδούλι. Εγώ με κρεμασμένη στον ώμο την γκίρνα μου. Το γυφτάκι κρατώντας σε μια βέργα κάτι πράματα, κάτι κουρέλια. Μα πώς τ’ αγαπούσε! Κάθε τόσο και λιγάκι γύριζε πίσω να δει μην έπεσε κανένα ξεφτιδάκι, μην κύλησε καταής…
Τώρα που πηγαίναμε πλάι πλάι είδα πως είχε το ίδιο μπόι με το Σουκρή. Κι είχε και τα ίδια μάτια: μελιά. Μονάχα το πετσί του ήταν λίγο πιο μαύρο, λίγο όμως… Πιάσαμε γερό κουβεντολόι. Πότε με τα γέλια, πότε με τα μισερά του ελληνικά, πότε με τα μισερά μου τα δικά του, τα καταφέρναμε όμορφα.
Τώρα πια μπαίναμε και στις μπιστεμένες κουβέντες. Ώρα λοιπόν να τον ρωτήξω, για τη μεγάλη μου την έγνοια: Θα μαύριζα; Γιατί έτσι μου χε πει, -κι είχε πάρει και όρκο,- κείνος ο Πιτσιλομούτρης. «Τα μαυρίζεις, μπρε!» έτσι μου χε πει. Τον σταματώ λοιπόν κάτω από ένα δέντρο:
-Είν΄ αλήθεια;
-……
-Σ΄ αυτό που σου είπα.
Το γυφτάκι με κοιτούσε σαν κάρβουνο στημένο όρθιο στη μέση της δημοσιάς.
-Σ΄ αυτό που σου είχα πει… Α, ναι. Έχεις δίκιο΄ τίποτα δε σου είπα. (Πώς να στο πω; Μα θα στο πω!) Είν΄ αλήθεια Σουκρή, πως θα… μαυρίσω;
Οι καπνισμένοι του ώμοι κάνουν «ντε κσιέρω».
-Δεν είχες ποτέ, Σουκρή, δεν έτυχε να χεις ποτέ σου ως τώρα φίλο με αλλιώτικο πετσί!... Να, σαν το δικό μου;
-Όκι.
-Γιατί;
Οι ίδιοι καπνισμένοι του ώμοι του «δε φταίω γω» κάνανε.
-Λοιπόν, λες να μη μαυρίσω;
-Ντε κσιέρω….
Και τότε… Μέσα απ΄ το δίχτυ του σγουρού μπερδεμένου μαλλιού, μου ξεκαθαρίζει μια κουβέντα… μα μια κουβέντα! που θα ‘κανε να τα χάσουν ως κι οι ίδιοι οι δάσκαλοι.
-Άμα μαυρίσει εσύ… μου λέει, τότε γκιατί μη ασπρίσει εγκώ;
Να το ! Αυτό ήταν! Χάρηκα! Τρελάθηκα απ΄ τη χαρά μου! Μου ‘ρθε να τρέξω σ΄ ένα πεσμένο δέντρο που ανταμώσαμε, να το σηκώσω και να του το πω, να του το πω για να το ξέρει κι εκείνο!
-Μα…
Πάλι γκρεμίστηκε η χαρά μου. Ένα μικρό καβουράκι που είχα μέσα στην ψυχή μου μου πάτησε μια φοβερή δαγκανιά.
Καλά όλ΄ αυτά, καλά όλα, μα αν ξέβαφε μόνο η δική του μπογιά κι η δική μου όχι;
Κοίταξα το πουκάμισό του. Ήταν μουντζούρικο… Να το. Να το που ξεβάφει! Τώρα; Μα τι τώρα; Τώρα ήταν ανώφελο. Ό, τι έγινε δεν ξεγίνεται. Ως αύριο θα ‘μουνα αράπης. Ε, λοιπόν, να! ας ήμουνα! Για όλα μια απόφαση χρειάζεται. Αράπης, αράπης. Τι είχε να κάνει; Σάματις οι αράπηδες περπατάνε με το κεφάλι κάτου; Να, αυτός ο Σουκρής… Πάρ΄ τον, ασβέστωσ΄ τον και θα χεις ένα ανθρωπάκι, ένα ελληνάκι σαν όλα, και καλύτερο! Αυτό τελείωσε κι ας μην το ξαναμελετάμε.
Μα εκεί πάλι «χρατς!» άλλο καβουράκι, άλλη δαγκανιά. Κι αν οι αράπηδες βλέπουν τον κόσμο μαύρο; Εδώ σ΄ έχω εξυπνούλη! Τι γίνεται τότε;
Τα πόδια μου κόλλησαν στο δρόμο χωρίς να χει ούτε σημαδάκι λάσπη. Απόμεινα σαν να με πήραν και να με λύσσανε και να με πέταξαν κομματάκια καταμεσής στο δρόμο.
Σουκρή… Σούκρη… τι κακό είν΄ αυτό που με βρήκε; Έβγαλα το μαντήλι μου να σταματήσω τα κλάματα… Το γυφτάκι έκλαιγε και κείνο. Μαύρος εγώ και κλαμένος. Κλαμένο και κείνο και μαύρο… Κλαίγαμε… Και δεν ήξερα ποιος απ΄ τους δυο μας ήμουνα εγώ. Το μαντήλι μου είχε γίνει μούσκεμα. Το μαντήλι μου… Σουκρή!!!
-Σουκρή! Κοίταξε αυτό! Ναι, αυτό, είναι το μαντήλι μου. Τι χρώμα έχει, Σουκρή; Τι χρώμα έχει; Πες μου αμέσως! Τώρα!
-Ά σ π ρ ι! κάνει ο Σουκρής. (Α Σουκρή, τι όμορφο, τι κάτασπρο γυφτάκι που είσαι!)
Έκλαιγα σαν το παιδί που έχει χαθεί στο δάσος και βγαίνει ξαφνικά στο ξέφωτο.
-Σ΄ ευχαριστώ… Σουκρή… σ΄ ευχαριστώ. Πολύ….πολύ….πολύ…
Αγκαλιαστήκαμε και πηγαίναμε μαζί, δυο αγαπημένα γυφτάκια.
Τώρα ξεμούδιασε η γλώσσα του. Τώρα το πίστεψε καλά πως βρήκε το φίλο του και μπορούσε να τα πει όλα, χωρίς κομπιάσματα και χωρίς φόβους.
Για τα κακοπαθήματά του τ’ αμέτρητα, για τους κόμπους που του κλείνανε το λαιμό, για το φέρσιμό του εκεί πάνου στο λασπαριό. Να γιατί πήρε τα μελιά του μάτια και φευγάτισε απ΄ το βάλτο. Σε λίγο η καρδιά του θα ‘ταν τόσο μαύρη και τόσο βαριά που δε θα μπορούσε πια να την κουβαλήσει… να την πάρει και να φύγει.
«Γκιούφκα… γκιούφκα…» τον μάτωναν όλη μέρα… Τι να ‘κανε; Πήρε τα κουρέλια του και τα μαύρα του πόδια κι έφυγε.
Που θα ‘βρισκε δουλειά; Α, ο κόσμος όλο λάσπες ήταν –μια λάσπη ήταν ο κόσμος. Λάσπη που τη ζύμωνες ξυπόλητος, και σ’ άφηνε ξυπόλητο.
Βράδιασε…
Ο ήλιος μάζεψε τα δίχτυα του απ΄ όλο τον κάμπο, τα τύλιξε ένα στρογγυλό κουβάρι κι έφυγε απ’ το δρόμο του βουνού. Η πολιτεία ήταν ακόμα μακριά. Μα εμάς τίποτα δε μας έβιαζε. Πηγαίναμε με το κέφι μας, με το κομπάσο μας πλάι πλάι. «Φιτ… φιτ…» τα ξυπόλητα του πόδια θρόιζαν πλάι μου στο δρόμο.
Έπρεπε να βάζω αυτί για να τ ‘ ακούω. Τραβούσαμε αφήνοντας πίσω μας μακριά το φως, και μπαίναμε μες στη νύχτα σαν δυο πουλιά που μπαίνουν σ’ ένα σύννεφο. Τώρα πια το γυφτάκι δεν ξεδιακρινότανε. Έγινε ένα με τη νύχτα. Μαύρη κείνη, μαύρο κι αυτό, σμίξανε…
Τώρα πια δεν άκουγα ούτε την πατησιά του’ το χώμα εδώ ήταν μαλακό.
Για να βεβαιώνουμαι πως ήταν στο πλάι μου άπλωνα κάθε τόσο το χέρι μου να τον αγγίξω.
Κάποια στιγμή, καθώς η φωτισμένη πολιτεία φάνηκε από μακριά –σαν μια πυρκαγιά στο δάσος- αποφάσισα να κάμω τη μεγάλη χειρονομία που σχεδίασα από καιρό σαν ένα μνημόσυνο, σαν ένα κεράκι για το φίλο, το Σουκρή.
Σιγά σιγά και με τρόπο έβγαλα, ξεκόλλησα πες, από πάνου μου το καφετί μου σακάκι και:
-Σουκρή… λέω στο πλάι μου –εκεί που έπρεπε να είναι το γυφτάκι- Σουκρή… πάρ’ το. Ήταν… ήταν (τα μάτια μου μάτωσαν)… ήταν για να στο δώσω τ ό τ ε, μαζί με τα λεφτά για το φέσι, μα δεν πρόφτασα. Πάρ’ το τώρα, Σουκρή, για να με θυμάσαι σαν θα ζεσταίνεσαι.
Ντρεπόταν. Αλλιώς γιατί να μην απλώσει το χέρι του να το πάρει;
-Πάρ’ το, Σουκρή… Σουκρή! (Πασπατεύω με το χέρι μου τον αέρα). Σουκρή! (Τα χέρια μου φουχτιάζουν την άδεια νύχτα). Σουκρή! (Ανατριχιάζω). Σουκρή! Σουκρή! Σουκρή!!!
Τίποτα… Κανείς… Σιγαλιά… Μονάχα η αντικρινή πλαγιά μου ξανάστειλε πίσω ξεφτισμένο το φτωχό όνομα του φίλου μου. Το μαύρο γυφτόπουλο έσβησε, χωνεύτηκε, το κατάπιε ήσυχα η νύχτα… Και χάθηκε, τότε, και για πάντα.
Ποιο ήταν κείνο το γυφτάκι; Μια μικρή τρομαγμένη ψυχή πέρασε απ’ τη ζωή μου, σκεπασμένη με μαύρο πετσί… χωρίς όνομα, χωρίς αγάπη… Ανακάτεψε τον ιδρώτα του στην ίδια λάσπη με μας, ανακάτεψε τη μαυρίλα του, κι απόψε κατέβηκε η νύχτα, το σκέπασε μ’ ένα μαύρο πανί, και το πήρε.
Ποιο ήταν κείνο το γυφτάκι; Ποτέ πια δεν το ξανάδα. Και πουθενά. Μονάχα τις νύχτες, σαν τύχει και περπατώ μόνος, ακούω το θρόισμα των ξυπόλητων ποδιών του (φιτ… φιτ…) και τον ίσκιο του να βαδίζει στο πλάι μου, με το μπόι του πεθαμένου αρκαντάση μου, του Σουκρή… που ποιος ξέρει αν δεν ήταν κι ο ίδιος…

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Συννεφιάζει


Δεν υπάρχουν σχόλια: