Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

Το τελευταίο παραμύθι της γιαγιάς

-Καλή μας γιαγιά, πες μας ακόμα ένα παραμύθι, παρακαλούν τα εγγονάκια.
Μα η γιαγιά κουνάει το κεφάλι.
-Αρκετά είπαμε σήμερα. Άλλη φορά, τους λέει.
-Αχ, χρυσή μας γιαγιακούλα, ένα μόνο, ένα μικρούτσικο πες μας!
-Θα σας πω ένα, μα δε θα ζητήσετε άλλο.
Και η καλή γιαγιά ξαναρχίζει:
-Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας τσοπάνος κι έβοσκε το κοπάδι του σ’ ένα ωραίο καταπράσινο λιβάδι. Είχε χίλια πρόβατα, τα πρόβατα έφαγαν γρήγορα το χορτάρι κι έπρεπε να βρει μιαν άλλη βοσκή.
Μάζεψε λοιπόν το κοπάδι ο καλός βοσκός και ξεκίνησε. Αυτός μπροστά με τη φλογέρα και πίσω του τα πρόβατα στη σειρά: Ένα άσπρο, ένα μαύρο, ένα άσπρο, ένα μαύρο, όλο έτσι. Τελευταίος πήγαινε ο σκύλος ο Μαλλιαρός, που ήταν κατάμαυρος.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και φτάσανε σ’ ένα ποτάμι. Πάνω στο ποτάμι ήταν ένα γεφύρι τόσο στενό που δε χωρούσε να περάσουν δυο πρόβατα μαζί. Πέρασε λοιπόν το γεφύρι πρώτος ο τσοπάνος. Πρώτα ένα άσπρο πρόβατο, ύστερα ένα μαύρο, έπειτα ένα άσπρο και πίσω του πάλι ένα μαύρο, ύστερα…
-Κι ύστερα γιαγιά;
-Ύστερα πάλι ένα άσπρο πρόβατο και πίσω ένα μαύρο και πάλι…
-Ως πότε γιαγιά;
-Τι να σας κάμω; Πρέπει να περιμένετε ώσπου να περάσουν απ’ το γεφύρι πρώτα όλα τα πρόβατα και τελευταίος ο σκύλος ο Μαλλιαρός με το κατάμαυρο μαλλί.
-Γιαγιάκα, λέει ο μικρούλης ο Κωστάκης, ώσπου να περάσουν όλα τα πρόβατα μπορείς να μας πεις ακόμα ένα παραμύθι.
-Εσύ είσαι πολύ πονηρός, λέει η γιαγιά. Ας είναι, δε θα σου χαλάσω το χατίρι. Όμως να ξέρετε, αυτό θα είναι το τελευταίο παραμύθι και να μη γυρεύετε άλλο.
Και η γιαγιά ξαναρχίζει:
-Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μεγάλο δάσος. Και μέσα στο δάσος ζούσε ένας κυνηγός. Πάνε πολλά χρόνια από τότε.
Ο κυνηγός είχε δυο σκυλιά. Το ένα σκυλί το ‘λεγαν Μ ή ν τ ο λ ε ς και το άλλο το ‘λεγαν Π έ σ τ ο. Παράξενα αλήθεια ονόματα. Και να τα θυμάστε γιατί εγώ τα ξεχνάω.
Τα σκυλιά ήταν γρήγορα και κυνηγούσαν πολύ καλά. Βγήκαν λοιπόν στο κυνήγι. Μπροστά πήγαινε το πρώτο σκυλί… πως το ‘λεγαν είπαμε;
-Μην-το-λες! φώναξαν τα παιδιά.
-Ε, αφού δεν θέλετε να το πω κι εγώ δεν το λέω, είπε κι η γιαγιά.
Τα παιδιά σκέφτονται λίγο και ύστερα φωνάζουν:
-Α, γιαγιάκα μας γέλασες. Σε παρακαλούμε πέστο! «Πέστο» το ‘λεγαν το πρώτο σκυλί.
-Ψέματα, λέει η γιαγιά. Το ‘λεγαν «Μήντολες» και μήντολες θα μείνει.

(Ισπανικό Παραμύθι)

Ο μεγάλος μάγος, εκδοτικός οίκος Αστήρ







Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Κι όμως τη νύχτα κοιμούνται οι ποντικοί

Το κούφιο παράθυρο στον μοναχικό τοίχο έχασκε μενεξεδένιο, γεμάτο από τον πρώιμο απογευματινό ήλιο. Σύννεφα σκόνης άστραφταν ανάμεσα στα υψωμένα απομεινάρια των καπνοδόχων. Η έρημος των ερειπίων λαγοκοιμόταν.
Είχε τα μάτια κλειστά. Μεμιάς σκοτείνιασε ακόμα πιο πολύ. Κατάλαβε ότι κάποιος είχε έρθει και στεκόταν τώρα μπροστά του σκοτεινός, σιωπηλός. Τώρα με τσάκωσαν, σκέφτηκε. Αλλά παίζοντας λίγο τα βλέφαρα είδε μονάχα δυο πόδια ντυμένα μ’ ένα παντελόνι κάπως φτωχικό. Έτσι στραβά που στεκόταν μπροστά του, μπορούσε να δει ανάμεσά τους.
Τόλμησε να ρίξει μια ματιά από τα μπατζάκια προς τα πάνω και διέκρινε έναν ηλικιωμένο άντρα. Είχε ένα μαχαίρι κι ένα καλάθι στο χέρι. Και λίγο χώμα στην άκρη των δαχτύλων.
-Κοιμάσ’ εδώ, ε; ρώτησε ο άντρας και κοίταξε από πάνω το κεφάλι με τα πυκνά μαλλιά. Ο Γύργκεν, ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρα, είδε τον ήλιο ανάμεσα απ’ τα πόδια του άντρα και είπε: «Όχι, δεν κοιμάμαι. Πρέπει να φυλάω εδώ πέρα».
Ο άντρας κούνησε το κεφάλι.
-Α, γι’ αυτό έχεις λοιπόν αυτό το μεγάλο ξύλο;
-Ναι, απάντησε ο Γύργκεν θαρραλέα και κράτησε σφιχτά το ξύλο.
-Και τι φυλάς;
-Δεν μπορώ να το πω. Τα χέρια του έσφιγγαν το ξύλο.
-Τίποτα λεφτά μήπως; Ο άντρας άφησε κάτω το καλάθι και σκούπισε το μαχαίρι εδώ κι εκεί στο παντελόνι του.
-Όχι, λεφτά πάντως όχι, είπε ο Γύργκεν με περιφρόνηση. Κάτι εντελώς διαφορετικό.
-Ε, τι λοιπόν;
-Δεν μπορώ να το πω. Κάτι άλλο τελοσπάντων.
-Καλά, όχι λοιπόν. Τότε κι εγώ βέβαια δεν θα σου πω τι έχω μέσα στο καλάθι. Ο άντρας χτύπησε με το πόδι το καλάθι κι έκλεισε τα μαχαίρι.
-Μμ, το φαντάζομαι τι έχει το καλάθι, είπε ο Γύργκεν υποτιμητικά. Τροφή για κουνέλια.
-Ναι, που να πάρει! είπε ο άντρας έκπληκτος, είσαι και ξύπνιος. Και πόσων χρονών είσαι;
-Εννιά.
-Μπα, για δες, εννιά λοιπόν. Τότε βέβαια θα ξέρεις κιόλας πόσα μας κάνουν τρία επί εννιά, ε;
-Σίγουρα, είπε ο Γύργκεν και για να κερδίσει χρόνο συνέχισε: «Είναι πολύ εύκολο». Και κοίταξε μέσα απ’ τα πόδια του άντρα. «Τρία επί εννιά, ε;» ξαναρώτησε. «Είκοσι εφτά. Το ήξερα απ’ την αρχή».
-Σωστά, είπε ο άντρας, ακριβώς τόσα κουνέλια έχω.
Ο Γύργκεν έμεινε μ’ ανοιχτό το στόμα. «Είκοσι εφτά;»
-Μπορείς να τα δεις. Πολλά είν’ ακόμα πάρα πολύ μικρά. Θέλεις;
-Δεν μπορώ όμως. Αφού πρέπει να φυλάω, είπε ο Γύργκεν αβέβαια.
-Συνέχεια; ρώτησε ο άντρας, ακόμα και τη νύχτα;
-Ακόμα και τη νύχτα. Συνέχεια. Πάντα. Ο Γύργκεν κοίταξε ψηλά πάνω απ’ τα στραβά πόδια. Ήδη απ’ το Σάββατο, ψιθύρισε.
-Και δεν πηγαίνεις δηλαδή καθόλου στο σπίτι; Πρέπει να τρως κιόλας.
Ο Γύργκεν σήκωσε μια πέτρα. Από κάτω είχε μισό ψωμί. Και μια ταμπακέρα.
-Καπνίζεις; ρώτησε ο άντρας, έχεις και πίπα;
Ο Γύργκεν έπιασε με δύναμη το ξύλο του κι είπε διστακτικά: «Εγώ στρίβω. Η πίπα δεν μ’ αρέσει».
-Κρίμα! ο άντρας έσκυψε προς το καλάθι του, τα κουνέλια θα μπορούσες άνετα να τα δεις μια φορά. Ειδικά τα μικρά. Μπορεί να διάλεγες και κανένα. Αλλά εσύ δεν μπορείς να φύγεις από δω.
-Όχι, είπε ο Γύργκεν λυπημένα, όχι, όχι.
Ο άντρας πήρε το καλάθι και σηκώθηκε. «Καλά λοιπόν, αν πρέπει να μείνεις εδώ, κρίμα». Και γύρισε να φύγει. «Αν δεν μαρτυρήσεις», είπε τότε βιαστικά ο Γύργκεν, «εξαιτίας των ποντικών».
Τα στραβά πόδια έκαναν ένα βήμα προς τα πίσω. «Εξαιτίας των ποντικών;»
-Ναι, τρώνε τους πεθαμένους. Τους ανθρώπους. Απ’ αυτό ζούνε.
-Ποιος το λέει αυτό;
-Ο δάσκαλός μας.
-Κι εσύ φυλάς τους ποντικούς; ρώτησε ο άντρας.
-Όχι αυτούς βέβαια. Και μετά είπε σιγά σιγά: «Ο αδερφός μου, είν’ εκεί κάτω. Εκεί». Ο Γύργκεν έδειξε με το ξύλο τους γκρεμισμένους τοίχους. «Το σπίτι μας δέχτηκε μια βόμβα. Μεμιάς χάθηκε το φως απ’ το υπόγειο. Κι αυτός χάθηκε. Φωνάξαμε κιόλας. Ήταν πολύ μικρότερος από μένα. Μόλις τεσσάρων. Πρέπει να είναι δω ακόμα. Είναι πολύ μικρότερος από μένα».
Ο άντρας κοίταζε από πάνω το κεφάλι με τα πυκνά μαλλιά. Αλλά μετά είπε ξαφνικά: «Ναι, αλλά δεν σας είπε ο δάσκαλός σας ότι τη νύχτα οι ποντικοί κοιμούνται;»
-Όχι, ψιθύρισε ο Γύργκεν και φάνηκε αμέσως πάρα πολύ κουρασμένος’ αυτό δεν το είπε.
-Ορίστε, είπε ο άντρας, τι δάσκαλος είναι, αν δεν ξέρει ούτε καν αυτό. Κι όμως, τη νύχτα κοιμούνται οι ποντικοί. Τη νύχτα μπορείς να πηγαίνεις ήσυχα στο σπίτι. Τη νύχτα κοιμούνται πάντα. Απ’ την ώρα που βραδιάζει κιόλας.
Ο Γύργκεν έφτιαχνε με το ξύλο μικρούς λάκκους στα συντρίμμια.
Πολλά μικρά ζωάκια, σκεφτόταν, όλο μικρά ζωάκια. Τότε είπε ο άντρας (και τα στραβά του πόδια ήταν πολύ ανήσυχα καθώς μιλούσε): «Ξέρεις τι θα γίνει; Τώρα θα ταΐσω γρήγορα γρήγορα τα κουνέλια μου κι όταν νυχτώσει, θα σε πάρω. Μπορεί να φέρω κι ένα μαζί μου. Ένα μικρό. Τι λες;»
Ο Γύργκεν έσκαβε μικρούς λάκκους στα συντρίμμια. Πολλά μικρά κουνέλια, άσπρα, γκρίζα, ασπρόγκριζα. «Δεν ξέρω», είπε σιγανά και κοίταξε τα στραβά πόδια, «αν στ’ αλήθεια κοιμούνται τη νύχτα».
Ο άντρας σκαρφάλωσε πάνω απ’ τα ερείπια του τοίχου και βγήκε στο δρόμο. «Φυσικά», είπε από κει, «ο δάσκαλός σας πρέπει να τα μαζεύει, αν δεν ξέρει ούτ’ αυτό».
Τότε ο Γύργκεν σηκώθηκε πάνω και ρώτησε: «Μπορώ μήπως να πάρω ένα; Μήπως ένα μικρό;»
-Θα προσπαθήσω, φώναξε ο άντρας φεύγοντας, αλλά πρέπει να περιμένεις εδώ, μέχρι τότε. Μετά θα ‘ρθω μαζί σου στο σπίτι, εντάξει; Πρέπει να πω στον πατέρα σου πώς φτιάχνεται ένα κλουβί για κουνέλια. Γιατί αυτό μια φορά πρέπει να το ξέρετε.
-Ναι, φώναξε ο Γύργκεν. Θα περιμένω. Πρέπει, άλλωστε να φυλάω μέχρι να νυχτώσει. Θα περιμένω οπωσδήποτε. Και φώναξε: «Έχουμε ακόμα σανίδες στο σπίτι. Σανίδες από κιβώτια».
Αλλ’ αυτός ο άντρας δεν τ’ άκουγε πια. Προχωρούσε με τα στραβά του πόδια προς την κατεύθυνση του ήλιου. Ήταν αυτός ο κόκκινος απογευματινός ήλιος κι ο Γύργκεν μπορούσε να τον δει να λάμπει μέσ’ απ’ τα πόδια, τόσο στραβά ήταν. Και το καλάθι έγερνε ανήσυχα από δω κι από κει. Είχε τροφή για κουνέλια εκεί μέσα. Πράσινη τροφή για κουνέλια που είχε γίνει λίγο γκρίζα απ’ τη σκόνη.

WOLFANG BORCHERT

«… Ευαίσθητο και διεισδυτικό πορτρέτο της μεταπολεμικής φρίκης, το διήγημα του Μπόρχερτ εστιάζεται στην εικόνα ενός παιδιού, που δεν εγκαταλείπει τα ερείπια του βομβαρδισμένου σπιτιού του, προσπαθώντας να προφυλάξει το καταπλακωμένο πτώμα του μικρού του αδερφού από τους πεινασμένους ποντικούς. Η τραυματισμένη ευαισθησία του εξαντλημένου παιδιού, που αναδύεται μέσω του λιτού και συναισθηματικά αποφορτισμένου λόγου, λειτουργεί ως σύμβολο μιας εμπειρίας τόσο φρικτής που δεν θα μπορούσε να περιγραφεί ευθέως. Ταυτοχρόνως, η διακριτική προσπάθεια του ηλικιωμένου άντρα να επαναστρέψει το ενδιαφέρον και την τρυφερότητα του παιδιού προς τον κόσμο των ζωντανών δηλώνει την επιβίωση της στοιχειώδους ανθρωπιάς στον άγριο κόσμο των ερειπίων. Η απουσία σχολιασμού και η ανάπτυξη της αφήγησης από την οπτική γωνία του παιδιού επιτρέπουν στο διήγημα να μεταφέρει το βίωμα τν επιζώντων της μεταπολεμικής ερήμου με την τραγική του καθαρότητα, χωρίς ίχνος μελοδραματικής αλλοίωσης…»



Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Ο μπαρμπα-Ανέστης και τα γράμματα

…-Απάνω έχουμε… έχουμε ένα φτωχοπαίδι. Ένανε…
-Μπα! Καλώς μας κόπιασε. Έκανες ετοιμασίες;
-Στάσου, ντε…
-Τι να σταθώ;
-Δε σου είπα ποιος είναι.
-Όποιος να ‘ναι, καλός είναι. Χτύπησε πριν μπει;
-Χτύπησε.
-Ε, καλός είναι. Την πόρτα κακοί δεν τη χτυπούν.
-Άκου, πρώτα, ντε…
-Λέγε.
-Αγοράκι είναι. Χτύπησε την πόρτα και γύρεψε κάμαρη. Τη θέλει με νοίκι, λέει, γιατί θα πάει στο σκολειό.
-Τι σόι παιδί είναι;
-Στερεμένο φαίνεται. Δεν το ψιλορώτησα. Έχει κι ένα σακούλι με τις αλλαξιές του.
-Στο Υμνάσιο φαίνεται, θα θέλει να πάει.
-Έτσι φαίνεται.
-Ε, τι του αποκρίθηκες;
-Του είπα: «κάτσε, κειδά, στο σακούλι σου, ώσπου να ‘ρθει ο άντρας μου». Καλά έκανα; Ξέρω γω…
-Καλά έκανες…
-Περνάει τη νύχτα του… και αύριο κοπιάζει στο καλό.
-Μη βιάζεσαι… Για να χτυπήσει την πόρτα μας, θα πει ότι δεν έχει δικούς του εδώ.
-Αυτό λέει κι ο δικός μου ο νους.
-Λοιπόν… Άσε και βλέπουμε.
-Τι; Θα το κρατήσεις;
-Είπα: Άσε και βλέπουμε. Να δούμε και τι πράμα είναι. Λοιπόν; Τι άλλο… Α, τι μαγείρεψες απόψα;
-Πήγα να βρω κάνα ζαρζαβατικό… τίποτα. Είχα κι εγώ μια μαγεριά γυφτοφάσουλα και τα ‘ριξα στο τσουκάλι.
-Είναι έτοιμα;
-Την τελευταία βράση τους παίρνουνε. Πάμε;
-Πάμε, πάμε. Μόνο… αν είχες λίγο ζεστό νερό…
-Ανέβα, σ’ τα ‘χω όλα έτοιμα.
Ακούστηκαν τα πόδια τους να βροντούν στις σκάλες. Ο Μέλιος σηκώθηκε απ’ το πάτωμα και ξανακάθισε στα ρούχα του. Καλός ήταν ο μπάρμπας… Η φωνή του έβγαινε ολόισα απ’ την καρδιά. Όσο την άκουε, τόσο και λύνονταν οι κόμποι που ‘χε μέσα του. Ζεστάθηκε. Το ντρίλι του άρχισε να τον καίει σα γούνα. Πάνω στην ώρα πήραν να κενώσουν και το φαί, κι ο αχνός του γέμισε το σπίτι. Αχ, ζεστό φαγάκι μαγειρευτό… κι ένα σπίτι να στο φιλεύει. Και νάναι το σπίτι ζεστό, σαν κόρφος μάνας. Ναι. Μα θα τον καλέσουν; Θα του πουν το « κόπιασε»; Ή θα τον αφήσουν να χορτάσει μόνο απ’ τον αχνό; Σώπα, Κρηφ, μην απελπίζεσαι. Τώρα δα, όπου να ‘ναι… Να, βήματα δεν είν’ αυτά; Στην πόρτα σου δε σταμάτησαν; Ναι, ναι, έτσι είναι.
-Αγόρι…
Μάλιστα. Είναι η φωνή του νοικοκύρη. Το αγόρι σαλεύει.
-Κοιμάσαι, παιδί. Σήκω, σήκω. Έλα να δειπνήσουμε. Να γνωριστούμε κιόλα. Μπα! μπα!... Έτσι μοναχός κάθεσαι στο σκοτάδι; Θα χάσεις τα μάτια σου.
Ο Μέλιος σηκώθηκε, ψευτοσυγυρίστηκε λίγο και βγήκε.
-Μπρε! κάνει ο γέρος, σα βρεθήκανε στο φως. Αμ, εσύ είσαι παλικαράκι. Πώς είπες ότι σε λένε;
-Μέλιο…
-Να, όνομα! Να το χαίρεσαι, φως μου. Εγώ, είμαι ο μπάρμπας σου ο Ανέστης. Από δω, είναι η θειά σου η Αρετή. Κάτσε. Εδώ, εδώ, στο σοφρά. Έτσι. Ωχ! έτσι ντροπιάρης είσαι; Αμ, θα πεθάνεις της πείνας! Γυναίκα, κουτάλι στο Μέλιο. Άντε, καλωσόρισες. Πνίξ’ το βαθιά, να πιάσεις και φασούλες. Έτσι, μπράβο. Άαα… νοικοκερά! Έκανες ένα φαί για βεζύρηδες!...
Σε λίγο ακουόντανε μοναχά τα κουτάλια που δούλευαν αντρειωμένα.
Ο γέρος ξαναγύρεψε κι άλλο.
-Το κρύο μ’ άνοιξε την όρεξη… δικαιολογήθηκε. Θέλεις κι εσύ, παλικαρά μου; Όχι; Καλά. Χατίρι εγώ δε χαλνώ.
Σαν τελειώσανε, ο γέρος ρεύτηκε και πήγε και ακούμπησε στο παραγώνι.
-Έλα, τώρα, εδώ, κοντά μου. Εγώ θα στρίψω ένα τσιγάρο κι εσύ θα μου πεις το συναξάρι σου. Για το Υμνάσιο δεν ήρτες; Το κατάλαβα. Είδες που σ’ το ‘λεγα γριά… Λοιπόν;
-Θα δώσω εξετάσεις… είπε το παιδί. Όλο το καλοκαίρι δούλευα, και το χειμώνα… Και τώρα ήρτα για τις εξετάσεις.
-Αχ, αχ, αχ…
-Έβαλα στην άκρη λίγα για τα βιβλία μου, και για το νοίκι. Θα τρώω λίγο, μια φορά τη μέρα.
-Πολύ ακριβά, μικρό μου, τ’ αγοράζεις τα γράμματα. Και τι έχεις σκοπό να τα κάνεις;
Ο Μέλιος εδώ τα ‘χασε. Τι να τα κάνει; Ρωτάς; Να… Τα ήθελε! Δεν μπορούσε να κάνει χωρίς αυτά. Να, τα λαχταρούσε, έτσι… σαν το ψωμί, πώς το λένε;
-Τα θέλω… για… να διαβάζω βιβλία, είπε μόνο.
-Ε, καλά, έμαθες να διαβάζεις. Ύστερα! Τι κέρδος θα έχεις;
-Θέλω να φύγω απ’ τα γελάδια. Να μπορώ να φορώ παστρικά ρούχα. Να γράφω και γράμματα, στρογγυλά σαν του δάσκαλου. Και να μπορώ να μιλώ καλά. Να μη με περιγελάνε… Ύστερα θέλω να μάθω και κάτι μυστικά που έχουνε τα βιβλία για να μπορώ να τα λέω και στους άλλους.
-Γι΄ αυτό μοναχά τα θέλεις;
-Λένε πως… άμα δεν ξέρεις γράμματα είσαι στραβός.
-Ε, εσύ είσαι;
-Δεν ξέρω. Μπορεί και να είμαι…
-Δεν τα βλέπεις όλα όσα είναι μπροστά σου;
-Τα βλέπω. Μα μπορεί να είναι κι άλλα και να μην τα βλέπω. Και να τα δω μεθαύριο, που θα μάθω γράμματα.
-Σε μεγάλα βάσανα, νωρίς νωρίς, μπήκες, γιέ μου. Μη. Άσε. Είσαι άγουρο ακόμη για τέτοια πονοκεφαλιάσματα.
-Οι άλλοι πάνε στο σκολειό. Εγώ δεν μπόρεσα. Έπρεπε να μαζέψω λεφτά. Δεν έχω κανέναν άλλο στον κόσμο.
-Τι; Για ξαναπές το αυτό! Σ’ την ξεριζώνω τη γλώσσα! Δεν έχεις κανέναν, λέει! Κι εγώ, τι είμαι; Ε;… Δεν είμαι μπάρμπας σου; Τι είπαμε τα πολληώρα; Το ξέχασες κιόλα;
-Θα… θα… με κρατήσετε;
Ο Ανέστης έκανε έναν ψεύτικο θυμό.
-Αρετή! Για ξεκρέμασε από κει τον πλάστη, να τον καταχερίσω! Ακούς θα τον κρατήσουμε; Να πας αύριο πρωί πρωί να γραφτείς. Κι άμα σου κάνουνε τίποτις ζόρια, «θα τα πω στον μπάρμπα μου», να τους πεις. Να πας, παιδί μου, στο σκολειό, να πας. Μην ακούς τι έλεγα πρωτύτερα. Έτσι απ’ τη χαζομάρα μου το έλεγα. Να πας, μη μπας κι ανοίξεις και τα δικά μου τα μάτια, γιατί στραβός απόμεινα στον απάνου κόσμο. Και τώρα τράβα για ύπνο. Του ‘στρωσες Αρετή; Άντε, καλό ξημέρωμα. Εγώ θα φύγω με το χάραμα. Άμα θέλεις το πρωί τίποτα, να το γυρέψεις απ’ τη θειά σου. Άιντε, φως μου, και να σε δω γιομάτο προκοπή.
Ο Μέλιος έφυγε χωρίς να βγάλει άχνα. Ήθελε να πει ένα σωρό λόγια, μα δεν μπορούσε να σαλέψει το στόμα του. Μα και να το κατάφερνε, πάλι δε θα ‘βγαινε τίποτα, γιατί δεν είχε φωνή. Αλλόκοτα καμώματα έκανε, σα βρέθηκε μοναχός στο καμαράκι του. Γδύθηκε να πέσει και ξέχασε να βγάλει τα παπούτσια του. Τα χέρια του έτρεμαν. Ύστερα του ήρθε να μπήξει τα γέλια. Στο τέλος αποκοιμήθηκε με τα μάτια βρεγμένα. Είδε στ’ όνειρό του ένα σπίτι χρυσό, χτισμένο σε μια κορφή με γύρω γύρω κάγκελα. Χρόνια το ‘φερνε βόλτα και δεν μπορούσε να μπει. Στο τέλος, πήδηξε τα κάγκελα και βρέθηκε μέσα!


ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΗΣ-Ένα παιδί μετράει τ' άστρα




Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Η Αναθρεφτή

«Με την Ανθρεφτή έχω μια όμορφη ανάμνηση.
Ένα βράδυ του 1915, πριν από το σχίσμα, μερικοί λόγιοι και καλλιτέχνες προσκαλεστήκαμε από το φίλο μας Καλομοίρη στο σπίτι του, σε φιλολογική βεγγέρα που θα την τιμούσε κι ο Βενιζέλος.
Ήταν εκεί κι ο Αλέξανδρος Πάλλης, μεγάλος θαυμαστής του Αντωνάκη του Κιτραμή. Κι όταν στο τέλος ήρθε η σειρά μου να διαβάσω κατιτί, μου φώναξε:
-Την Αναθρεφτή!... Ο κ. Πρόεδρος θα τη γουστάρει.
-Μα είναι μεγάλη…
-Ένα κεφάλαιο μονάχα.
Ο Καλομοίρης μου έφερε απ’ τη βιβλιοθήκη του το βιβλίο –έχει όλη τη Λογοτεχνία μας ο μουσικός αυτός- διάβασα το πρώτο κεφάλαιο της Αναθρεφτής και στάθηκα.
-Παρακάτω; έκαμε ο Βενιζέλος. Εμπρός!
-Μα είναι πολύ ακόμα κ. Πρόεδρε, και για σας ίσως είναι αργά…
-Μα βέβαια, είπε κι ο Δαμβέργης, συνοδός και φύλακας εκείνο το βράδυ. Κύριε Πρόεδρε, είναι ώρα να κοιμηθείτε.
-Όχι, Γιάννη μου, του αποκρίθηκε ο Βενιζέλος με το χαμόγελό του. Αυτή τη φορά δε θα σ’ ακούσω, γιατί η Αναθρεφτή μ’ ενδιαφέρει πολύ. Ο κ. Ξενόπουλος θα ‘χει την καλοσύνη να εξακολουθήσει και να τελειώσει!
Εξακολούθησα και τελείωσα. Έτσι, για ν’ ακούσει ολάκερη την ιστορία του Αντωνάκη του Κιτραμή και της Αναθρεφτής του, ο Βενιζέλος θυσίασε μια ώρα ύπνου. Κι αν ένας Βενιζέλος δε βρήκε τη θυσία μεγάλη, στοχάζομαι πως καθένας μας, κι αντιβενιζελικός ακόμα, μπορεί να διαβάσει μ΄ εμπιστοσύνη αυτό το βιβλιαράκι»
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ

(Από τους πιο αγαπημένους λογοτεχνικούς ήρωες: η πονόψυχη και καταφερτζού Άντζολα, αλλά περισσότερο ο ψευτογκρινιάρης Αντωνάκης, που –όσο κι αν μουρμουράει- κάνει πάντα ό, τι του πει η γυναίκα του, δηλαδή το Καλό…)


Η σιορ’ Αντωνάκαινα η Κιτραμίνα –Άντζολα τ’ ‘ονομά της- με μια σκουτέλα στο χέρι όπου έδερνε τ’ αβγό για τη σούπα, άλλαξε λίγα λόγια βιαστικά μ’ ένα θεληματάρικο παιδί, στο κεφαλόσκαλο, κι από κει χαρούμενη, καλοκαρδισμένη, τράβηξε ίσα στην κρεβατοκάμαρα.
Ο σιορ Αντωνάκης ο Κιτραμής που ό, τι είχε γυρίσει από το μαγαζί, άλλαξε για να καθίσει στην τάβλα.
-Τα συχαρίκια μου, Αντωνάκη! του φώναξε από την πόρτα.
-Τι είναι πάλι; Μη σου ξεχάραξε, μάτια μου, η καναβουράτη πουλακίδα;
-Ε, κάτι καλύτερο…
-Όπου είναι;
-Μα πες ένα λόγο!
-Λέγε το λοιπόν, και μη με γκαστρώνεις!
-Έλα, η ώρα η καλή: Ελευθερώθηκε η Κρουσταλλένια…
-Όρσε τα συχαρίκια σου! είπε ο σιορ Αντωνάκης, με μια μικρούλα, πολύ φιλική μούτζα από δυο μόνο δάχτυλα.
Κι έπειτα, με πιο σπουδαίο τάχα τρόπο, περιπαιχικό, σαν να ντρεπότανε να δείξει την παραμικρή έγνοια, ρώτησε:
-Και τι παιδί μας έκαμε, μάτια μου;
Η σιορ-Αντωνάκαινα έδερνε τα’ αβγό της με νάζι, και δέρνοντας ολοένα, πρόφερε γελαστά:
-Θηλυκό.
-Όρσε και τα ρέστα! φώναξε θυμωμένος ο σιορ Αντωνάκης, ανοίγοντας τώρα ολοστρόγγυλα και τα πέντε του δάχτυλα.
Η Κιτραμίνα ξίνισε τα μούτρα της. Λίγες στιγμές έγινε σιωπή. Ο Κιτραμής περνούσε τη λινή γιακετόνα του σπιτιού και το κίνημά του, πλατύ και ζωηρό, συνόδευε το ρυθμικό και κάπως φουρκισμένο δάρσιμο της Κιτραμίνας.
-Ε, και τώρα τι κάθεσαι; είπε στο τέλος ο άντρας. Δεν πας ν’ αβγοκόψεις ; να φάμε στο ύστερο, που έχω και μια πείνα αβάσταχτη; Από τη χαρά, γλέπεις! ναίσκε, μάτια μου!
-Πάω, γιέ μου, πάω… Μα δώσ’ μου κανένα τάλαρο να τση στείλω για το καλό… -τση καημένης τση λεχώνας…
-Τι έκαμε, λέει;! προσπάθησε ν’ αντισκόψει ο σιορ Αντωνάκης.
-… Και κανένα τριπένι, ξακολούθησε θαρρετά η γυναίκα, να δώσω του παιδιού που μου ‘φερε το μαντάτο.
-Δεν έχω και να μη με σκοτίζεις! είπε ο Κιτράμης με τον πιο πεισματικό κι απότομο τρόπο.
Μα η Κιτραμίνα, από πείρα μακρινή, ήξερε πως ο τρόπος αυτός ίσα ίσα προμηνούσε μια γρήγορη υποχώρηση. Κι είπε σαν βαριεστημένη:
-Έλα τώρα, κακόρκε, μη με χασομεράς!... Περιμένει και το παιδί στη σκάλα.
-Μπά! μπα; Και πώς δεν το έμπαζες, μάτια μου, στο σαλότο; Και πώς δεν το κάλεσες να μας κάμει το ονόρε να φάμε μαζί; Γιατί όχι; να το ταβλοκαθίσουμε κιόλας το θεληματάρικο. Αμή πώς;

[Τελικά ο Αντωνάκης δίνει στο παιδί και στη λεχώνα, πολύ περισσότερα μάλιστα απ’ όσα του ζήτησε η γυναίκα του, η οποία δεν αρκείται σ’ αυτό, αλλά θέλει να βαφτίσει εκείνος το νεογέννητο. Παρά τις έντονες αντιρρήσεις του, αγοράζει το ίδιο βράδυ τον πανάκριβο σταυρό και τα βαπτιστικά και σύντομα γίνεται νονός της μικρής. Τα χρόνια περνούν, ο Αντωνάκης κάνει όλα τα χατίρια της γυναίκας του σε σχέση με την βαπτιστήρα του, αλλά η Άντζολακαι πάλι δεν είναι ευχαριστημένη… Αυτή τη φορά ζητάει να στείλουν σχολείο το κορίτσι!]

… η σιορ’ Αντωνάκαινα θάρρεψε κάποτε να ρίξει δυο λόγια για ένα ζήτημα, που τώρα-ύστερα τη βασάνιζε φοβερά: για το μέλλο της Αντζολίνας. Τι θα την έκαναν τη βαφτιστικιά τους; Έτσι θα την άφηναν, μες στην πλάνη και την κακία του κόσμου, ανήξερη, αγράμματη, θεόστραβη, μπαίγνιο, να πάρει τον κακό δρόμο και να χαθεί; Δε θα την έβαζαν για λίγο στο σκολειό; δε θα της έπαιρναν τουλάχιστο κανένα δάσκαλο στο σπίτι –το γερο-Βορρέ, παραδείγματος χάρη, το γείτονα, που είχε το καλύτερο όνομα- να μάθει δυο γραμματάκια, να ξεστραβωθεί το κακόμοιρο, να μπορεί καν να διαβάζει τι Σύνεψη και το Βαγγέλιο;
Μα πού να τ’ ακούσει τέτοιο πράμα ο σιορ Αντωνάκης! Παράξενος ήταν πάντα του, μα τώρα-ύστερα, λέει, παραγίνηκε. Πού ο πρώτος Αντωνάκης, που μπορούσες να του μιλάς ελεύθερα, με τα γέλια μάλιστα και με τις μπαρτζολέτες, για το καθετί! Τώρα έπρεπε να τον πιτυχαίνεις στην ώρα του, στον έστρο του, να του το φέρνεις με τρόπο, και… και… Όσο πήγαιναν οι δουλειές του καλύτερα, όσο μάζωνε τάλαρα και τάλαρα, τόσο περισσότερο λες και πονούσε, τόσο λυπόταν να ξοδέψει παραπανιστό ακόμα και το φαρδίνι.
-Μα με δαύτα θα μας θάψουνε, χριστιανέ μου; μουρμούρισε μια μέρα η Αντωνάκαινα, που την εσταύρωσε ως να της δώσει το πασκάτικο του παπά. Η ιδέα του για την Αντζολίνα ήταν κι αυτουνού πως έπρεπε βέβαια «να γένει καλή» μα για την ώρα, έφτανε να την προσέχουν και, αργότερα, άμα γινόταν δέκα δώδεκα χρονώ, μπορούσαν να την κρατήσουν πια στο σπίτι, «να βοηθάει στσι δουλειές», και να διώξουν την Παρασκευή, που σιγουραμέντε θα έβγαινε κακή. Η Αντωνάκαινα έσκιζε τα ρούχα της.
-Μ’ αλήθεια, στο Χριστό σου, του κλαιγότανε, λογαριάζεις να κάνεις τη φιότσα σου μαμούρα;
-Και γιατί όχι; Μηγαρίς μαμούρα δεν ήτανε κι η μάνα τση;
-Ναίσκε’ μα η μάνα τση δεν είχε πατέρα δουλευτή, ούτε νουνό μεγαλέμπορα!
-Βέβαια! αντηχούσε τότε η περιπαίχτρα φωνή του σιορ Αντωνάκη’ άλλα τα μάτια, βλέπεις, του λαγού… Καλέ, δε με ξεφορτώνεσαι με τις ιδέες σου, που θέλεις να κάμεις ούλο τον κόσμο αφεντάδες και κυράδες;! Ακούς εκεί που θα τη στείλω στο σκολειό! Και πού, μάτια μου; Μην ορίζεις και στση Ντακουρούς, που πάνε οι αρχοντοπούλες; να πιάσει φιλίες με τσι κοντεσσίνες, να θέλει να ντένεται σαν και δαύτες και ναν τη βλέπεις εσύ ν’ ανοίγει η καρδία σου σαν τριαντάφυλλο; Και να πηγαίνω να την ασκολιάζω εγώ, να σου την φέρνω κάθε κοντόβραδο, ναν τη γλυκοφιλείς και ναν τση λες πως μοσκοβολάει σαν τα μπουγαρίνια; -ω, ω! βωδίες!... Και να μας καλούνε στσι ζάμινες το Θεριστή, και να βάνεις εσύ το άμπιτό σου κι εγώ με τι μιγρέα μου, με τέτοια κάψα, και να πηγαίνουμε ν’ ακούμε τα τραγούδια τση φιότσας μας;… Άφησέ με, χριστιανή!

[Κι όμως, η Αντζολίνα πήγε στο καλύτερο σχολείο. Μα η χαρά της δε βάσταξε πολύ, καθώς μερικά χρόνια μετά πέθανε η μητέρα της. Ε, η σιορ’ Αντωνάκαινα απαίτησε να μείνει στο σπίτι τους πια η «αναθρεφτή» τους. Πάλι διαφωνίες, πάλι αντιρρήσεις από τον άντρα της, που τελικά τα δέχτηκε όλα. Και μετά από λίγο καιρό, όταν το κορίτσι μεγάλωσε, την προίκισε και την πάντρεψε με τον νέο που την «ξελόγιασε», πάλι παρά τη θέλησή του. Έπειτα από πέντε –θλιβερά- χρόνια , αφού ο γαμπρός δεν βγήκε καλός, η Αντζολίνα χώρισε. Και πού βρήκε πάλι καταφύγιο; Μα φυσικά στο νονό της!..]

…-Την εβάφτισα αρχοντικά, ναι ή όχι; Την εσπούδασα βασιλικά, ναι ή όχι; Την ανάθρεψα στο σπίτι μου σαν πρώτη νοικοκυροπούλα, ναι ή όχι; Τση συμμάζωξα από τσι ρούγες τον πατέρα τση, για να ‘χει κάνε μια σοφίτα να πέφτει να ξεμεθάει, ναι ή όχι; Την προίκισα με πέντε χιλιάδες κολονάτα μετρητά, με τρία κομό και με μια αρμαράδα ρούχα, ναι ή όχι; Τση έδωκα με την ευχή μου εκείνονε που ήθελε, ναι ή όχι; Ε, σώνει τώρα! Δε θέλω να ξέρω τίποτα1 Τση τα ‘φαγε; Την άφησε κι έφυγε; Λογαριασμός δικός τση! Ας πάει τώρα να γένει…
Κι όμως, την ίδια μέρα, το ίδιο βράδυ, η Αντζολίνα ξαναγύρισε στο σπίτι του νουνού της’ κι ο ίδιος ο νουνός της πήγε και την έφερε…
Πολλές ημέρες ήταν κλεισμένη στην κάμαρά της, κι έκλαιγε τη χαμένη της ευτυχία… Σιγά σιγά όμως τα δάκρυα της στέγνωσαν, και μια μέρα πρόβαλε στο παράθυρο με τη φρεσκάδα… Μια Κυριακή πήγε και στην εκκλησιά με τη νουνά της, μιαν άλλη βγήκε περίπατο με το νουνό της… Άρχισε πάλι η πρώτη, η ίδια ζωή, σαν να μη στάθηκε τίποτα. Ο Γαρζός χαμένος, Ούτε έγραφε ούτε ακουγόταν. Κι η Αντζολίνα, που τον μισούσε από τα βάθη της ψυχής της, προσπαθούσε τώρα να τον θυμάται χωρίς να θυμώνει αληθινά, και σιγά σιγά το κατάφερε. Νέα ακόμα, κι όμορφη, ίσως πιο όμορφη κι από πρώτα, μπορούσε να την αγαπήσει κανένας άλλος καλύτερος. Δόξα σοι ο Θεός, κι ο νουνός της είχε ακόμα λεφτά κι όλη την καλή διάθεση να εξακολουθήσει τα ψυχικά του… Ποίος ξέρει το γραφτό του ανθρώπου!
Δεν πρόφθασε όμως ο δυστυχισμένος γέρος να δει παρόμοια μέρα ευτυχίας για την πολυαγαπημένη του. Αρρώστησε, έπεσε στο κρεβάτι, και οι ντετόροι, οι καλύτεροι της χώρας, τον απελπίσανε…
-Αντωνάκη μου, χρυσέ μου, πρέπει μα κάμεις τη διάτα σου, να σε χαρώ! του είπε η Αντωνάκαινα. Αλλιώτικα θα έρθουνε τ’ ανιψίδια σου, εκείνοι οι παλιανθρώποι, και θα μας πετάξουνε στη ρούγα. Δε με νοιάζει για μένα, παρά για την Αντζολίνα, το κακόμοιρο.
Ο σιορ Αντωνάκης θύμωσε φοβερά. Κοκκίνισε, ανασηκώθηκε με κόπο και φώναξε:
-Μωρέ, μπράβο! Για θάνατο, παναπεί, μ΄ έχεις εσύ; Καλά το λοιπόν, να έρθει ο νοδάρος, και σου δείχνω εγώ. Ό, τι έχω θαν το κάμω στ’ ανιψίδια μου. Κι ας είναι παλιανθρώποι, και ας έχουνε περισσότερα από μένανε. Έλα, σκάσε, γιατί δεν μπορώ και να μιλώ!
Αυτό ήταν το τελευταίο του κάζο.
Ήρθε ο νοδάρος και του υπαγόρεψε ο σιορ Αντωνάκης τη διαθήκη του, αφήνοντας όλο του το «είναι» στην Αντζολίνα Ιερωνύμου Λαδά, ποτέ Δημητρίου, γυναίκα Διονύσιου Γάρζου, ποτέ Ιωάννου.
Ύστερ’ από δέκα μέρες, ο άγιος άνθρωπος έκλεισε τ’ αγριωπά μάτια και το πικρόλογο στόμα.
……………………………………………………………..
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, Η Αναθρεφτή, εκδόσεις Αδελφοί Βλάσση


Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Γιατί τα σκυλιά κυνηγάνε τις γάτες και οι γάτες τους ποντικούς

Οι σκύλοι με τις γάτες κι οι γάτες πάλι με τους ποντικούς ήτανε πρώτα φίλοι, όπως είναι όλα τα ζώα μεταξύ τους. Μα κάποτε τσακώθηκαν, κι από τότε κρατάει το μίσος τους από γενιά σε γενιά, κι όλοι μας σήμερα ξέρουμε πόσο εχθρεύονται οι σκύλοι τις γάτες κι οι γάτες τα ποντίκια.
Και να πώς έγιναν τα πράγματα.
Μια φορά κι έναν καιρό, πάνε χρόνια από τότε, τα σκυλιά μπλέχτηκαν δίχως να το θέλουν σε μια δίκη. Τα καημένα όμως, σαν σκυλιά που ήταν, δεν ήξεραν από δίκες και τα είχανε χαμένα. Έτρεχαν από δω, έτρεχαν από κει… Με τα πολλά, κάποιος τους ορμήνεψε να πάνε σ’ ένα δικηγόρο, μα κι ο δικηγόρος σ’ άλλες σκοτούρες τους έβαλε. Να βρούνε μάρτυρες, να βρούνε λεφτά, να υπογράψουν χαρτιά. Θεέ μου, πόσα χαρτιά!
Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, μια μέρα ο δικηγόρος τους παρέδωσε με μεγάλη επισημότητα ένα σωρό χαρτιά και τους είπε να τα φυλάξουν με προσοχή, γιατί από αυτά τα χαρτιά εξαρτιόταν η τύχη της δίκης. Τα σκυλιά ντράπηκαν, δεν είπαν λέξη στο δικηγόρο και πήραν τα πολύτιμα χαρτιά κι έφυγαν… Μα άντε πάλι, άλλη σκοτούρα κι αυτή. Πού να κρύψουν τα χαρτιά, ποιος να τα φυλάει; Ανάστατο ολόκληρο το σκυλολόι.
Ο πιο γέρικος σκύλος, αυτός που όλοι σέβονταν κι όλοι λογάριαζαν πως θα βρει μια σοφή λύση, έβαλε την ουρά στα σκέλια του και μουρμούρισε κακόθυμα:
-Είμαστε μεις για τέτοια; Όλη μέρα γυρίζουμε στους δρόμους να βρούμε κανένα κόκαλο, κι αυτός ο χριστιανός μας διατάζει: «το νου σας στα χαρτιά», σαν να μην ξέρει από σκυλιά!
Κείνη την ώρα, να και μια γάτα. Άσπρη άσπρη και καθαρή, μ΄ έναν κόκκινο μεταξωτό φιόγκο στο λαιμό της και μια γαλάζια χάντρα να μην την πιάνει μάτι, καλοταϊσμένη, καλοζωισμένη, κατέβαινε από της κυράς της το σπίτι, να κάνει βόλτα στη λιακάδα. Τη βλέπουν τα καημένα τα σκυλιά σαν σωτηρία μέσα στην απελπισία τους και της λένε:
-Ε, κυρά-γάτα, δεν παίρνεις εσύ να μας φυλάξεις τούτα τα πολύτιμα χαρτιά, που ‘σαι νοικοκυρά κι έχεις και σπίτι δικό σου;
Η γάτα γύρισε και κοίταξε τους σκύλους ένα γύρο, τους είδε αναστατωμένους, αναμαλλιασμένους, ταραγμένους, κατάλαβε πως αυτά τα χαρτιά θα ήταν πολύτιμα και σκέφτηκε να μην αναλάβει μόνη της τόσο μεγάλη ευθύνη.
-Μμ, τι να σας πω; τους αποκρίθηκε, ας φωνάξουμε εδώ όλο το σόι μου, κι αν συμφωνήσει, εγώ δέχομαι μετά χαράς να σας κάνω αυτή τη χάρη.
Αμέσως τα σκυλιά χύθηκαν στους δρόμους να μαζέψουν τις γάτες, κι ύστερα από λίγο μια μια ψιψίνα άρχισε να ξεπροβάλει από τα στενά.
Όταν μαζεύτηκε ολόκληρο το γατόσογο, τους είπαν οι σκύλοι τι χάρη ζητούσαν. Οι γάτες σκέφτηκαν κάμποσο κι αποφάσισαν να δεχτούν να βοηθήσουν τα σκυλιά, μια κι αυτό που ήθελαν δεν ήτανε τίποτα σπουδαίο γι’ αυτές, κι από την άλλη μεριά θα κέρδιζαν έτσι την παντοτινή ευγνωμοσύνη του σκυλόσογου, που μια μέρα μπορούσε να τους σταθεί χρήσιμο.
Οι σκύλοι παρέδωσαν μ΄ ανακούφιση τα πολύτιμα χαρτιά στις γάτες και σκόρπισαν ευθύς στους δρόμους να χώσουν τη μουσούδα τους σε κανένα σκουπιδοντενεκέ. Οι γάτε πάλι παρέλαβαν με την επισημότητα που ταίριαζε τα χαρτιά και πήδηξαν από ένα παράθυρο σ’ ένα γειτονικό σπίτι. Στο πρώτο δωμάτιο βρήκαν το τραπέζι των ανθρώπων στρωμένο και το φαγητό στα πιάτα.
-Να μην τ’ αφήσουμε εδώ τα χαρτιά, νιαούρισε μια γάτα, μπορεί να τα πάρουν οι άνθρωποι και να τα σκίσουν, πάμε πιο μέσα.
Όλες οι γάτες βρήκαν τα λόγια της σοφά και ευθύς τρύπωσαν στο δεύτερο δωμάτιο.
Ένα μικρό αγόρι καθόταν χάμω στο πάτωμα και έπαιζε μ’ ένα σωρό παιχνίδια.
-Πά, πά, πά, ψιθύρισε μια άλλη γάτα, από τούτο το μικρό τίποτε δε θα γλιτώσει, πάμε, πάμε.
Αφού γύρισαν έτσι ευσυνείδητα –το σωστό πρέπει να το πούμε- όλο το σπίτι, στο τέλος συμφώνησαν πως το πιο κατάλληλο μέρος για να κρύψουν τα πολύτιμα χαρτιά ήταν το κελάρι.
-Ακούστε και μένα που είμαι του σπιτιού, είπε η γάτα με την κόκκινη κορδελίτσα, εδώ να τα κρύψουμε, η νοικοκυρά μπαίνει αραιά και πού να πάρει κάτι, κι ύστερα εδώ μέσα είναι τόσο σκοτεινά, που και να μπει, δε θα τα δει.
Πήδηξε τότε η πιο σβέλτη γάτα πάνω σ’ ένα τενεκέ με λάδι κι από κει τοποθέτησε ωραία ωραία τα χαρτιά στο ψηλό ράφι. Ύστερα έκλεισαν με προσοχή την πόρτα του κελαριού και βγήκαν έξω. Όμως οι καημενούλες οι γάτες δεν είχαν λογαριάσει καλά:
Σ’ εκείνο το κελάρι πραγματικά η νοικοκυρά του σπιτιού έμπαινε αραιά και πού, αλλά… αλλά έμενε μια ολόκληρη οικογένεια ποντικών. Μόλις έκλεισε η πόρτα και ξανάγινε στο κελάρι σκοτάδι, το πιο μικρό ποντικάκι βγήκε από την τρύπα του και πήγε να δει τι ήταν τάχα το καινούριο δέμα. Αμέσως άρχισαν τα δοντάκια του να δουλεύουν σαν πριόνι και κρούτς κρούτς σκιζόταν λίγο λίγο το χαρτί.
Τ’ αδέρφια του, που άκουσαν το θόρυβο, έτρεξαν περίεργα, και σα να μην έφταναν τα ποντικάκια, να σου σε λίγο και η ποντικομανα και ο ποντικοπατέρας. Έτσι ολόκληρη η φαμίλια ρίχτηκε με κέφι στα πολύτιμα χαρτιά. Κρούτς κρούτς.
Πέρασε καιρός, και μια μέρα ο μεγάλος δικηγόρος ζήτησε από τα σκυλιά να του φέρουν τα χαρτιά. Τα σκυλιά έτρεξαν στις γάτες, κι οι γάτες ανύποπτες στο κελάρι. Μα τι ήταν αυτό που αντίκρισαν τα μάτια τους; Τα πολύτιμα χαρτιά είχαν γίνει κόσκινο. Αμέσως κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Απελπισμένες χύθηκαν στο δρόμο τραβώντας τα μουστάκια τους. Τις βλέπουν στη στιγμή οι σκύλοι, τις ρωτούν τι έγιναν τα χαρτιά, και μόλις μαθαίνουν την αλήθεια, ρίχνονται απάνω τους και αρχίζουν να τις κυνηγούν. Οι γάτες πάλι, σαν λυσσασμένες από το κακό τους, τρέχουν, ξετρυπώνουν τα ποντίκια και τα παίρνουν το κατόπι. Τότε έγινε μεγάλο κακό. Γέμισαν οι δρόμοι ποντίκια, γάτες, σκυλιά. Μπρος τα ποντίκια τρέχανε δώθε κείθε ζαλισμένα, πίσω τους οι γάτες με σηκωμένες τις τρίχες της γούνας τους και από πίσω τα σκυλιά. Νιαουρίσματα, γαβγίσματα, μεγάλος σαματάς. Και τρέχανε, τρέχανε, κυνηγιόνταν, ώσπου απόκαμε το ποντικολόι, το γατολόι, το σκυλολόι.
Τότε κοίταξε ο καθείς να κρυφτεί, όπως μπορεί, για να σωθεί’ τα ποντίκια απ’ τις γάτες κι γάτες από τα σκυλιά.
Έτσι, από κείνη την ημέρα γεννήθηκε η έχθρα, κι όπου πια συνάντηση σκύλος γάτα την παίρνει στο κυνηγητό, το ίδιο κι η γάτα με τον ποντικό…

ΦΑΝΗ ΠΑΠΑΛΟΥΚΑ



Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Τα αγάλματα

Στο φως οι λέξεις
δεν αντέχουν
γίνονται αγάλματα

Μεγαλώσαμε μαζί τους
δεν μάθαμε ν’ ακούμε
τη σιωπή τους

Μαρία Ρέγκου

Καλή εβδομάδα



Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Καθυστερημένη άνθιση

Ένας κάκτος είχε φυτρώσει στη μέση της ερήμου, στη μέση του πουθενά. Δεν ήταν ευχαριστημένος απ’ τη ζωή του: «Στέκομαι εδώ χωρίς να κάνω τίποτα, άσχημος, αγκαθωτός και άχρηστος. Κανένα ζώο δε με πλησιάζει, κανένα πουλί δε στέκεται στα κλαδιά μου –ποια κλαδιά δηλαδή…» είπε ρίχνοντας μια ματιά στα παχιά, αγκαθερά φύλλα του.
Ο καιρός περνούσε. Κάθε μέρα μεγάλωνε και πιο πολύ ο κάκτος, κάθε μέρα πίστευε ότι γινόταν πιο άσχημος και πιο άχρηστος.
«Γιατί να μην είμαι κι εγώ χρήσιμος σε κάτι;» αναρωτιόταν. «Γιατί να μην έχω κι εγώ κάτι όμορφο να προσελκύει τα πουλιά και τα έντομα, παρά στέκομαι εδώ μόνος κι έρημος, μια ζωή χωρίς κανένα σκοπό;»
«Δεν έχεις άδικο που νιώθεις άσχημα», συμφώνησε μια μικρή σαύρα που περνούσε από εκεί. «Τα πουλιά πετούν στον αέρα και γυρίζουν σ’ όλο τον κόσμο, τα λουλούδια ομορφαίνουν τη φύση, ακόμα κι εγώ, μια μικρή σαύρα, νιώθω ότι στολίζω την άμμο με τη γραμμωτή πλάτη μου. Εσύ κάθε μέρα γίνεσαι και πιο άσχημος».
Δεν ήθελε και πολύ να νιώσει ακόμα χειρότερα ο κάκτος. Έτσι συνέχισαν να περνούν οι μέρες του, ένιωθε να γερνάει και πως του έμενε λίγος καιρός ακόμα.
«Τι χρειαζόταν να υπάρχω;» αναρωτιόταν. «Πέρασα μια ολόκληρη ζωή και δεν έκανα τίποτα σπουδαίο. Τώρα είναι πια πολύ αργά, ακόμα κι αν έβρισκα τι θα μπορούσα να κάνω».
Ξαφνικά μια μέρα ένιωσε ένα ρίγος σε ένα από τα πλατιά φύλλα του. Δεν ήξερε τι συνέβαινε, αλλά μια απέραντη χαρά τον κυρίευσε. Στην άκρη του φύλλου πετάχτηκε το πιο όμορφο λουλούδι που δει ποτέ η έρημος. Όλη η περιοχή ευωδίασε από το άρωμά του και τα πουλιά και τα έντομα ξεκινούσαν από την άλλη άκρη να έρθουν να μυρίσουν, να θαυμάσουν το πανέμορφο λουλούδι και να συγχαρούν τον κάκτο. Οι πεταλούδες δεν ήθελαν να ξεκολλήσουν από πάνω του, και τη νύχτα, ακόμα και το φεγγάρι, που πάντα ήταν σκυθρωπό, φαινόταν τώρα να χαμογελά στον κάκτο.
«Ποτέ δεν είναι αργά να δώσεις κάτι», είπε εκείνος στον εαυτό του. «Και μερικές φορές, όσο πιο καλό είναι αυτό, τόσο πιο πολύ αργείς να το ετοιμάσεις».

(μια ιστορία από το Μεξικό)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΓΓΟΥΤΑΣ, Η σοφία των λαών, εκδόσεις φαντασία.






Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι

«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι» ρώτησε τον κ. Κ. η μικρή κόρη της σπιτονοικοκυράς του «θα φέρονταν τότε καλύτερα στα μικρά ψάρια;» «Σίγουρα» απάντησε αυτός. «Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έφτιαχναν στη θάλασσα για τα μικρά ψάρια τεράστιες κασέλες με διάφορες τροφές μέσα, τόσο φυτά όσο και ζώα. Θα φρόντιζαν να έχουν οι κασέλες πάντα φρέσκο νερό και θα έπαιρναν εν γένει διάφορα υγειονομικά μέτρα. Όταν, παραδείγματος χάριν, ένα ψαράκι τραυμάτιζε το πτερύγιό του, τότε οι καρχαρίες θα του έβαζαν αμέσως έναν επίδεσμο, για να μην τους πεθάνει πριν την ώρα του. Για να μην είναι τα ψαράκια μελαγχολικά, θα διοργανώνονταν πού και πού μεγάλες γιορτές στο νερό’ γιατί τα χαρούμενα ψαράκια έχουν καλύτερη γεύση από τα μελαγχολικά. Θα υπήρχαν φυσικά και σχολεία σ’ αυτές τις μεγάλες κασέλες. Στα σχολεία αυτά τα ψαράκια θα μάθαιναν πώς να κολυμπάνε στο στόμα των καρχαριών. Θα χρειάζονταν, παραδείγματος χάριν, τη γεωγραφία, για να μπορούν να βρίσκουν τους μεγάλους καρχαρίες, που θα βρίσκονται κάπου τεμπελιάζοντας. Το σπουδαιότερο θα ήταν φυσικά η ηθική διαπαιδαγώγηση των μικρών ψαριών. Θα διδάσκονταν ότι το υψηλότερο και ωραιότερο ιδεώδες είναι να θυσιάζεται ένα ψαράκι πρόθυμα και ότι όλα έπρεπε να πιστεύουν στους καρχαρίες, προπαντός όταν τους έλεγαν ότι θα μεριμνούσαν για ένα καλύτερο μέλλον. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι το μέλλον αυτό τότε μόνο είναι εξασφαλισμένο, όταν μάθαιναν υπακοή. Τα ψαράκια θα έπρεπε να φυλάγονται απ’ όλες τις ταπεινές, υλιστικές, εγωιστικές και μαρξιστικές διαθέσεις και να αναφέρουν αμέσως στους καρχαρίες, όταν κανέναν απ’ αυτά έδειχνε τέτοιες διαθέσεις. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα έκαναν φυσικά και πολέμους αναμεταξύ τους, για να κυριέψουν ξένες ψαροκασέλες και ξένα ψαράκια. Τους πολέμους θα έβαζαν να τους κάνουν τα δικά τους ψαράκια. Θα δίδασκαν στα ψαράκια ότι ανάμεσα σ’ αυτά και τα ψαράκια των άλλων καρχαριών υπάρχει τεράστια διαφορά. Τα ψαράκια, θα διακήρυσσαν, είναι, ως γνωστόν, βουβά, αλλά σωπαίνουν σ’ εντελώς διαφορετικές γλώσσες και γι’ αυτό δεν μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο. Σε κάθε ψαράκι που θα σκότωνε στον πόλεμο μερικά άλλα ψαράκια εχθρικά, που σωπαίνουν σε άλλα γλώσσα, θ’ απένειμαν ένα μικρό παράσημο από θαλασσινά φύκια και τον τίτλο του ήρωα. Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, θα υπήρχε φυσικά σ’ αυτούς και τέχνη. Θα υπήρχαν ωραίοι πίνακες, στους οποίους θα παριστάνονταν τα δόντια των καρχαριών με υπέροχα χρώματα, τα στόματά τους σαν αληθινά πάρκα αναψυχής, όπου θα μπορούσε να κάνει κανείς έναν υπέροχο περίπατο. Τα θέατρα στο βυθό της θάλασσας θα έδειχναν πως ηρωικά ψαράκια κολυμπάνε ενθουσιασμένα στα στόματα των καρχαριών και η μουσική θα ήταν τόσο ωραία, ώστε τα ψαράκια θα ορμούσαν, κάτω από τους ήχους της, με την μπάντα μπροστά, σαν σε ένα όνειρο και με το νανούρισμα των πιο ευχάριστων σκέψεων, στα στόματα των καρχαριών. Θα υπήρχε βέβαια και μια θρησκεία, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι. Θα δίδασκε ότι για τα ψαράκια στην κοιλιά των καρχαριών θ’ άρχιζε η αληθινή ζωή. Εξάλλου, αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι, τα ψαράκια θα έπαυαν επίσης να είναι ίσα, όπως συμβαίνει τώρα. Μερικά απ’ αυτά θα έπαιρναν αξιώματα και θα τα τοποθετούσαν πάνω από τ’ άλλα. Στα κάπως μεγαλύτερα θα επιτρεπόταν μάλιστα να τρώνε τα μικρότερα. Αυτό δε θα ήταν για τους καρχαρίες παρά ευχάριστο, αφού οι ίδιοι θα είχαν έπειτα να τρώνε, συχνά, μεγαλύτερες μπουκιές. Και τα μεγαλύτερα ψαράκια, που θα είχαν ένα πόστο, θα φρόντιζαν για την τάξη ανάμεσα στα ψαράκια και θα γίνονταν δάσκαλοι, αξιωματικοί, μηχανικοί για την κατασκευή κασελών κτλ. Με λίγα λόγια, πολιτισμός θα υπήρχε και στη θάλασσα, μόνο αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι».

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

«… Το Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι ανατρέχει στον τύπο της παραβολικής ιστορίας με ζώα για να υπονομεύσει, από μαρξιστική οπτική γωνία, τους θεσμούς που συνθέτουν τον καπιταλιστικό πολιτισμό (εκπαίδευση, τέχνη, περίθαλψη, εκκλησία, στρατός, κοινωνική πρόνοια) και τις αξίες που αυτοί προάγουν (φιλανθρωπία, ηρωισμός, αυτοθυσία, εθνικισμός, κοινωνική αναρρίχηση κ.α.). Προβάλλοντας την πολιτική και ιδεολογική δομή του αστικού συστήματος στον κόσμο των ψαριών, ο Μπρεχτ δημιουργεί μια σατιρική δυστοπία, στην οποία ο αναγνώστης αναγνωρίζει αυτομάτως τον κόσμο του και τον ρόλο που ο κόσμος αυτός επιφυλάσσει για τον ίδιο. Η ειρωνική –και χιουμοριστική- προσέγγιση της κοινωνικής αγριότητας και ο αριστοτεχνικός χειρισμός του συνοπτικού παραλληλισμού (που εκτελείται απνευστί, σαν προφορική μονοκοντυλιά) απομακρύνουν τον κίνδυνο του ανιαρού διδακτισμού και επιτρέπουν στη σύντομη ιστορία να λειτουργήσει ως παιγνιώδες ερέθισμα για πολιτική σκέψη.»


Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα…

…Το ξυπόλυτο αγόρι έφτασε τώρα στο γεφύρι όπου αντάμωναν ο δρόμος με τον ποταμό και κάνανε σταυρό. Από δω θα περάσει, να χωθεί στους σκούρους μαχαλάδες. Απ' αυτό το παλιό γεφύρι που τα θεμέλια του τρέμουνε απ' το βιαστικό νερό. Αυτό το ποτάμι από αύριο θα μπει στη μικρή του ζωή.
Γιατί, πιο κάτου, πάει και ποτίζει τις μικρές λεύκες, που ζώνουνε τον αυλόγυρο του σκολειού. Κυλά και φέρνει γύρω το κάτασπρο χτίριο και το τυλίγει σαν νερογάλαζη φασκιά. Από δω φαίνεται καλά η κόκκινη σκεπή του, οι δυο κολόνες που στέκονται ολόρθες μπροστά στην πόρτα του, τα φαρδιά του παράθυρα. Όμορφα που θα είναι εκεί μέσα από αύριο... Τα παιδιά θα μπορούν να 'χουνε από ένα κασκέτο με κουκουβάγια στο κεφάλι και να μιλούν μεγαλίστικα.
Το σκολειό αυτό ήταν ολόιδιο με το ‘νειρό του. Έτσι άσπριζαν οι τοίχοι του κι έτσι έφεγγαν τα παράθυρα του τις νύχτες της μοναξιάς. Έτσι φαίνονταν απ' το χορταρένιο στρώμα του...
Ποιο ήταν αυτό το αγόρι; Μα ποιο άλλο; Ο Κρηφ. Είχε ακόμα στη γλώσσα του τη στιφάδα της μοναξιάς. ... Ο Κρηφ είναι τώρα μεγάλος. Σε λίγο θα γιομίσουν τα μαγουλά του χνούδι. Τρία σωστά χρόνια πέρασαν από τότε. Και το παιδί ψήλωσε, ψήλωσε και χλώμιανε κι άλλο, μα δε βάρυνε. Βασανίστηκε κι άλλο, μα δε γλυκάθηκε. Όλα αυτά τα χρόνια ψαχούλεψε να βρει λίγη ζεστασιά. Πλήρωσε για το ψωμί του άγουρο ιδρό που ακόμα μύριζε γάλα. Να ποιο ήταν το αγόρι. Ο Κρηφ του παλιού βιβλίου που δε βρήκε το χωριό με τα χαρούμενα παιδιά γιατί τα σύννεφα που κυνηγούσε ήταν λυτά και φεύγανε.
Τι έκανε λοιπόν όλα τούτα τα χρόνια; Τίποτα. Μάζευε γνώση και φαρμάκι. Ήθελε να είναι καλός και δεν ήξερε. Ήθελε να γυρέψει το Μάικωβο μα τον γέλασαν οι δρόμοι. Τι λοιπόν να κάνει; Μια μέρα κάθισε και παίδεψε το κεφάλι του. Το 'βαλε κάτω και το παίδεψε, το 'πλεξε όπως είδε να κάνουν οι γύφτοι με το καλάθι. Στο τέλος το βρήκε: Θα 'πιανε φιλία με τα βιβλία. Θα γύρευε να μάθει αποκεί, αυτά που του 'κρυβαν οι μεγάλοι πίσω απ' τα μουστάκια τους. Θα ΄πιανε αγάπες με τις ζουγραφιές, με τα παραμύθια που λέγανε αυτοί οι μικροί χάρτινοι «παππούδες» που κάθονται στα γόνατα σου και σου λένε τις ιστορίες τους χωρίς καμώματα και παρακάλια.
Μα στο χωριό, που δούλευε παραπαίδι, δεν είχε χαρτοπουλειά. Έπρεπε, λοιπόν, να παρακαλέσει κανένα μπάρμπα απ' αυτούς που κατεβαίνανε στην πολιτεία και πουλούσανε το καλαμπόκι τους να του φέρει ένα. Και μια μέρα αυτό έγινε. Έπιασε έναν τέτοιο γερούλη, του 'βαλε στη χούφτα καναδυό μεταλλίκια και, «σε παρακαλώ», του λέει, «αν βρεις, εκεί που πας, κανένα βιβλίο που να λέει καλές ιστορίες, πάρτο μου. Ε; Πολύ θα σε περικαλέσω, όμως...».
Έβαλε ο παππούς τα μεταλλίκια στην απαλάμη του, τα πασπάτεψε με το δάχτυλο, αναποδογύρισε ένα, για να δει τι έχει από κάτω... έστρωσε με το δάχτυλο τα μουστάκια του... και του τα 'δωσε πίσω. «Πάρτα, του λέει. Αν τα χαρτιά λένε καλά παραμύθια… μου τα λες και μένα και ξεχρεώνουμε. Αν, πάλι, δε λένε, θα σου πάρω ένα αυτί. Ε;...» Το παιδί τρόμαξε. Ο γέρος τότε έβαλε τα γέλια... «Άιντε, άιντε... Σύχασε... είπε. Δε σου παίρνω αυτί, σου παίρνω ένα μεταλλίκι. Σύμφωνοι;»
Σε τρεις μέρες του 'φερε ένα χαρτί, λίγο πιο χοντρό, απ' το βαγγέλιο, και του το 'δωσε. «Το πασπάτεψα από παντού, λέει στο παιδί. Δε βγαίνει τίποτα. Για πάρτο σύ, μην πά’ και σε γνωρίζει και συνεννοηθείτε.»
Το παιδί τ' άνοιξε τρέμοντας. Ήταν σα μικρό σπιτάκι. «Ιστορία Σεβάχ του Θαλασσινού» έλεγε το ξωφυλλό του. Αυτό ήταν! Το παιδί έπεσε πάνου στο βιβλίο με τα μούτρα. Και το διάβαζε, το διάβαζε ολόκληρο το χειμώνα. Το διάβαζε και ξανά το διάβαζε και πάλι το ξαναδιάβαζε, και το 'μαθε νεράκι. Κείνος ο μπάρμπας, που του το 'χε φέρει, τ' άκουε και τρέμανε τα μουστάκια του. Όμορφο βιβλίο. Μόνο που είχε μια παραξενιά. Έλεγε την ιστορία του μονάχα σ' όποιον ήθελε.
Ώσπου να κλείσει κείνη η χρονιά, είχε καταπιεί κι άλλα καμιά δεκαριά βιβλία. Τότε πήρε να γίνεται λόγος για κείνο το παραπαίδι, σ' όλα τα σπίτια. Το ‘μάθε κι ο δάσκαλος, και μια μέρα του παράγγειλε να πάει να τον δει. Βάζει, λοιπόν, ένα παστρικό πουκάμισο και πάει.
- Α, έλα δω... του κάνει ο δάσκαλος. Εσύ είσαι που λες τα παραμύθια;
- Δε φταίω γω... έκανε το παιδί.
- Και ποιος σου είπε ότι φταις; Καλά καμωμένα είν’ αυτά που κάνεις. Μα γιατί δεν έρχεσαι να σε γράψουμε να μάθεις και γράμματα του σκολειού; Ε; Δεν τ' αγαπάς;
Γράμματα του σκολειού! Αν τ' αγαπούσε! Μα υπήρχαν πιο γλυκά γράμματα! Πώς όμως να τα μάθει; Αυτός μάθαινε γράμματα του ποδαριού, γράμματα της τρεχάλας, μιαν αράδα εδώ και μιαν εκεί. Μαζί με τα δαμάλια. Να βοσκάνε κείνα γρασίδι κι αυτός βιβλίο. Αν τ' αγαπούσε λέει! Τι λόγια είν’ αυτά που λες, κυρ-δάσκαλε! Μα πόσα κομμάτια θα γίνει ένα τόσο δα ανθρωπάκι; Βλέπεις, τα σκολειά σ' αυτό τον κόσμο είναι όλα σκολειά της μέρας. Ανοίγουνε τις πόρτες τους μαζί με τα μαντριά. Πού να πάει; Εδώ ή εκεί;
Πάει λοιπόν με το κοπάδι. Και παίρνει λίγο χρήμα, που είναι πηχτός ιδρός. Το μαζεύει λίγο λίγο, όπως το μερμηγκάκι το σπόρο. Έχει κάτι σχέδια... Σκοπεύει, σα μαζέψει κάμποσα, να πάει σ' ένα δάσκαλο και να του πει «να, πάρε, και δως μου γράμματα, γράμματα καλά όμως, του σκολειού...» Έχει την ελπίδα ότι έτσι δε θα τον διώξουν. Έχει ακουστά για τους δασκάλους ότι είναι καταδεχτικοί άνθρωποι και δε θα τον αποπάρουνε.
Και, τώρα, να ο δάσκαλος ήρθε μοναχός του. Η καλή του τύχη τον έφερε μπροστά του. Και τι;... Δάσκαλος αληθινός, με γυαλιά! Και τον καλάει και στο σπίτι του. Ώρα ήταν λοιπόν. Πιάνει κι αυτός το σακάκι του και το κουνάει.
- Τ' είν’ αυτό; ρωτάει ο δάσκαλος.
- Χρήματα.
- Πού τα 'βρες;
- Τα κέρδισα.
- Και γιατί τα κουνάς;
- Είναι για γράμματα. Μα δεν είναι πολλά. Άμα τα κάνω μπόλικα, θα τα φέρω εδώ να μου μάθεις. Μπορεί να γίνει αυτό κυρ-δάσκαλε;
- Αν μπορεί;...
Ο δάσκαλος έβαλε τη γροθιά του στο μάτι για να διώξει ένα σκουπίδι. Ύστερα κοίταξε το παιδί βαθιά στα μάτια.
- Λοιπόν... πήγε να του πει.
Η φωνή του ήταν κάπως αλλιώτικη, έτσι λιγάκι σαν βραχνή.
- Άστα... Άστα εκεί είπε, και πήγαινε... Αύριο, που θα παχνίσεις τα δαμάλια σου, έλα... του λέει.
- Να πάρω πλακοκόντυλο, δάσκαλε; Να πάρω χαρτιά, μολύβια;
- Όχι, όχι, καλό μου παιδί... πώς είναι τ' όνομα σου;
- Μέλιος.
- Όχι, Μέλιο. Και πάλι ήταν αλλαγμένη η φωνή του, πιο πολύ αλλαγμένη και πιο βραχνή.
Το παιδί στάθηκε λίγο. Ύστερα άδειασε την τσέπη του στο τραπέζι κι έφυγε. Ο δάσκαλος ούτε γύρισε να το δει. Αφανίστηκε να κοιτά έξω απ' το παράθυρο, σαν να ξεφύτρωσε ξαφνικά εκεί έξω κάνας καινούργιος κόσμος και πάσκιζε να τον μάθει.
.................................................................
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


ΤΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΑΝΩ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΣΑΣ…;

Τι να τους κάνω τους στίχους σας;
Τραγούδια γεννημένα σε άνετα διαμερίσματα
Ή και σε λόχμες που τις περιφρονεί ο ήλιος
Μεγαλωμένα με ασφάλεια σε μέρες τρόμου
Πλάι σε φυλακές όπου στενάζουν τιμωρημένοι
Ποιητές γιατί ανέπνεαν πλατιά.

Τι να τους κάνω τους στίχους σας;
Το άγχος σας δε με εξαπατά
Η μαθητεία σας στον περσοναλισμό
Δε με γελάνε τα χαμόγελά σας στη θεία ελπίδα
Σαν τη μοιράζουν τα μικρόφωνα της Κυριακής,
Ο πανικός σας μπροστά στο δικό σας θάνατο
Η αδιαφορία μπροστά στο θάνατο των άλλων.

Τι να τους κάνω τους στίχους σας;
Δε μπορώ να παίζω μ΄ εύθραυστα παιχνίδια
Με χάρτινα λουλούδια να στολίζομαι
Μισώ τα γλυκερά τα χρώματα κι ανοίγω
Τα μπράτσα μου να χαιρετίσω τις κατεβασιές
Μου παίρνουν με ιαχές τους προαιώνιους δρόμους
Ντυμένες μπλούζες με το χρώμα της αυγής.

Τι να τους κάνω τους στίχους σας;
Προσμένω να ιδώ φεγγάρια να πέφτουνε στα βάραθρα
Κόσμο σακάτη ν΄ αρματώνεται μ΄ αχτίνες
Περιμένω την εποχή ν΄ αλλάξει φόρεμα
Περιμένω έναν κατακλυσμό να ξεδιψάσω
Τις σάλπιγγες που δεν ανέχεται η ακοή σας.

Τι να τους κάνω τους στίχους σας;
Φορώ γιακά την άσπρη σφαγή και με πνίγει
Έχω στην καρδιά μου την έκρηξη της Χιροσίμα
Έχω στα μάτια μου την έρημο της Νεβάδα
Νιώθω το κρύο εκατομμυρίων αστέγων
Έχω την περηφάνια των παιδιών που προτίμησαν το μαρτύριο
Και της συκοφαντίας σας τη μαχαιριά στις πλάτες.
Τι να τους κάνω τους στίχους σας;
……………………………………………………………………….
ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΠΑΣ

Καλή εβδομάδα



Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Η δουλειά του Θεού και τα τρένα

-Θεια…
-Α;
-Κάτι ακόμα θέλω να σε ρωτήσω.
-Αρώτα με. Μα αγλήγορας για θα κλείσω.
-Πάει καιρός που το σκέφτουμαι: Τι δουλειά κάνει ο Θεός;
Εδώ η θεια ζεματίστηκε:
-Δουλειά;
-Ναι, Τι;… δεν κάνει καμιά;
Με κοίταξε σαν σβολάκι.
-Καμιά λέει; Κάνει και παρακάνει. Ακούς εκεί!
-Και ποια;
-Να… Κουμανταίρνει την τάξη του ντουνιά.
Η Κατερινιώ σφούγγισε τον ιδρώτα της.
-Και δε μου λες θεια.
-Κι άλλο;
-Ναι. Για τα τρένα ήθελα να σε ρωτήσω. Και τα τρένα τα ‘χει στην τάξη του;
-Αμ τι, όξου θα τ’ άφηνε μαθές;
-Ε, τότες δεν είναι εντάξει!
-Τι;;
Η θεια Κατερινιώ τινάχτηκε σαν σούστα του βεζενέ. Κοίταξε τον ουρανό.
-Θε μου, λέει, μεγαλοδύναμε… μην το ξεσυνερίζεσαι το απολωλό. Κούτσικο είναι, άγουρο… Σχώρνα το.
Κι ύστερα γυρνώντας κατά μένα:
-Και γιατί, μαρέ θεοσκοτωμένο;
-Γιατί; Να γιατί: Αφήνει τον κυρ Αυγερινό που είναι τόσο κόκκινος και χοντρός και για μισή ώρα δρόμο καβαλάει στο τρένο. Κι ο γερο-Απόστολος, ο ξυλάς, να παγαίνει φορτωμένος ίιιιι! ως τη Νιάουσα με πόδια.
Η μανάβισσα με κοίταξε σαν γριά γάτα που αναποδογύρισε το μαγέρεμα.
-Επιμένεις λοιπον, θεια, πως τα ‘χει και τα τρένα μες στην τάξη του;
-Ε… όχι… γιε μ’, λέει μαλακά. Όχι. Για τα τρένα δεν επιμένω…
Κι έγινε όλη κείνη την ημέρα πολύ λυπημένη. Πολύ. Πιο πολύ κι από μένα.
………………………………………………………………………………..

Είχα φτάσει πια στα μισά του δρόμου. Από κει αρχίζει κι ο πολύς ανήφορος. Γι’ αυτό κι ο Θεός του νερού λυπήθηκε τους κουρασμένους και το φύτεξε μες στα πόδια του το νερό, να, εκειδά στον όχτο, για να τους δροσίζει. Η στέρνα ήταν γάργατη και το νερό ήταν άσπρο, κάτασπρο –ας ήπιε κάποτες ένα μαύρο παιδί. Κι εγώ –τώρα που το θυμήθηκα-κι εγώ να, ορίστε, που κι εγώ έμεινα άσπρος- (ψεύταρος που ήταν ο Πιτσιλομούτρης!)
Έβρεξα ένα κομμάτι ψωμί και κάθισα παράμερα στην πετρίτσα να φάω. Ήταν η ίδια πετρίτσα που είχε καθίσει τότες το γυφτάκι. Κάθισα και το ‘τρωγα γλυκά γλυκά κι έγλειφα και τα δάχτυλά μου.
Σαν τ’ απόσωσα, ήπια άλλη μια φορά και ξεκίνησα να φύγω. Μα κείνη την ώρα ένα κακομούτσουνο κοτσύφι σίμωσε στην πέτρα κι άρχισε να μαζεύει τα ψίχουλα… «Ποιος ξέρει τι νηστείες να σου κάνει εκεί πάνω ο ξένος Θεός… φάει αρκαντάς…»
Το κοτσύφι ταίστηκε, πήγε, ήπιε νερό, και πέταξε, έφυγε. Ώρα καλή!
-Πες για τα τρένα στο Θεό, Σουκρή… πες κι ας μην ξέρεις τη γλώσσα του. Δώσ’ του να καταλάβει για τα τρένα –δεν αντέχουνε άλλο οι φτωχοί. Πες του να τα βάλει και κείνα στην τάξη του.

ΣΥΝΝΕΦΙΑΖΕΙ...



Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Ταχταρίσματα

1.Τίλι, τίλι, τιλιλάκια
και κλωστές και κουβαράκια
στης κορούλας μου τ΄ αυτάκια.

2.Το παιδί μας τούτο δα
πότ’ εγίνη τόσο δα
και φωνάζει και γελά
και χορεύει και πηδά
και τον κόσμο τον χαλά;

3.Τα-ρι-ρα και ταα-ρι-ρο
χάδια θέλει το μωρό.

4.Τάχτι-τάχτι-τάχτι του
κι όλοι τραγουδάτε το,
του παιδάκι μου το γάμο
δεν τον κάνω το χειμώνα,
γιατί είν’ λάσπες κι είναι χιόνια
κι λερών’ τα παντελόνια.

5.Τάχ-ντι-ρντι, τάχ-ντι-ρντι,
το δικό μου το παιδί
τάχ-ντι-ρντι το λέγανε
και μου το παντρεύανε.
Το δικό μου το παιδί
είναι μάλαμα φλουρί
και του κόσμου τα παιδιά
είναι κάλπικα φλουριά.

Ταχταρίσματα, εκδόσεις Καστανιώτη

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Έρωτας και ψυχή


Ο Έρωτας ήταν ο κλασικός θεός της σεξουαλικής έλξης’ στους Ρωμαίους ονομαζόταν Cupido («Επιθυμία») ή Amor («Αγάπη»). Ο Έρωτας θεωρούνταν γενικά ότι ήταν ο κατεργάρης γιός της Αφροδίτης, της θεάς του έρωτα, και του Άρη, του θεού του πολέμου. Οπλισμένος με τα χρυσά βέλη της επιθυμίας και τα μολυβένια βέλη της αποστροφής, ο Έρωτας έγινε μόνιμος ακόλουθος της Αφροδίτης πυρπολώντας τις καρδιές θεών και θνητών.
Και ο ίδιος ο Έρωτας όμως δεν ήταν άτρωτος από την επιθυμία’ ερωτεύτηκε την Ψυχή, μια βασιλοπούλα, που ήταν η ομορφότερη κοπέλα στον κόσμο. Ο Έρωτας κανόνισε να μεταφερθεί η Ψυχή στην κορυφή ενός βουνού για να παντρευτεί ένα «πονηρό πνεύμα», που το έτρεμαν ακόμα κι οι θεοί. Ο άνεμος πήρε απαλά την Ψυχή και την έφερε σε μια δασωμένη κοιλάδα όπου υπήρχε ένα μεγαλόπρεπο κάστρο. Εκεί περνούσε μόνη τις μέρες της στη ραστώνη και τις νύχτες της στην αγκαλιά του μυστηριώδους εραστή της, που απαιτούσε να μένει πάντα αθέατος. Ένα βράδυ όμως, επηρεασμένη από τις ζηλόφθονες αδελφές της, η Ψυχή ενέδωσε στην περιέργειά της, άναψε ένα λυχνάρι και κοίταξε το πρόσωπο του ίδιου του Έρωτα. Μια σταγόνα καυτό λάδι έπεσε πάνω στον θεό, που ξύπνησε και πέταξε μακριά από την Ψυχή.
Η Ψυχή μάταια έψαξε όλο τον κόσμο να βρει τον Έρωτα, ενώ η Αφροδίτη της ανέθεσε να κάνει πράγματα σχεδόν αδύνατα για να την τιμωρήσει που ντρόπιασε το γιό της. Ωστόσο, ο Δίας, συγκινημένος από τα παρακάλια του Έρωτα, που έλιωνε από αγάπη για την Ψυχή, έκανε τη νέα αθάνατη και το ζευγάρι ενώθηκε με μια λαμπρή τελετή στους ουρανούς.
Δεδομένου του ονόματος της Ψυχής, η ιστορία αυτή μπορεί να ήταν συμβολική για τους κλασικούς φιλοσόφους, όπως ήταν σίγουρα για τους μεταγενέστερους χριστιανούς σχολιαστές και καλλιτέχνες: συμβόλιζε τον αγώνα της ψυχής, που τελικά κερδίζει τη θέση στον ουρανό και την αθανασία μέσω της αγάπης.
Οι καλλιτέχνες της Αναγέννησης γενικά απεικόνιζαν τον Έρωτα ως νεαρό αγόρι, όπως εμφανίζεται και στην αρχαία ελληνική τέχνη, αλλά οι καλλιτέχνες του μπαρόκ και του ροκοκό ακολούθησαν τους Ρωμαίους και τον παρουσίαζαν ως τροφαντό παιδάκι με φτερά. Όλοι τους αρέσκονταν να απεικονίζουν διάφορα περιστατικά, συχνά διασκεδαστικά, από τη νιότη του Έρωτα, όπως είναι οι σκηνές στις οποίες ο Έρωτας εκπαιδεύεται από την Αφροδίτη και τον Ερμή, ακονίζει τα βέλη του, έχει δεμένα τα μάτια και τιμωρείται για τις σκανταλιές του. Πολλά από τα επεισόδια αυτά έχουν συμβολισμούς σχετικούς με το σεξ και την ηθική. Σε πολλές σκηνές ευτυχίας και ευχαρίστησης, ο Έρωτας πολλαπλασιάζεται σε πολλούς έρωτες, γνωστούς με τον ιταλικό όρο putti.

Ο γεννημένος στην Ιταλία Γάλλος ζωγράφος Ζεράρ, μαθητής του Ζακ Λουί Νταβίντ, απεικονίζει τον Έρωτα να δίνει στην ερωμένη του, την Ψυχή, ένα τρυφερό, απελευθερωτικό φιλί. Η πεταλούδα που φτερουγίζει πάνω από το κεφάλι της ήταν το ρωμαικό σύμβολο της ψυχής.

MARCUS LODWICK, Οδηγός για τους μεγάλους πίνακες ζωγραφικής, εκδόσεις Κοχλίας
.









Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Το βασιλόπουλο και τ’ οψάρι

Ένας βασιλιάς αρρώστησε και έστειλε το παιδί του στο γιατρό. Και επήγε το παιδί και δεν ηύρεν γιατρό. Ο βασιλέας ήκουσεν, στην θάλασσα μέσα είναι ένα οψάρι για να τον γιατρέψει. Έστειλεν το παιδί του να πιάσει τ’ οψάρι και να το φέρει. Επήγε το παιδί, έριξε το δίχτυ κι έπιασεν τ’ οψάρι. Είδεν ένα έμορφον οψάρι, και το άφηκεν. Το ήκουσεν ο βασιλέας και στεναχωρέθηκε και έδιωξε το παιδί του. Επήγε το βασιλόπουλο σ’ έναν κόσμο και πήρε ένα δούλο κι εκεί μένανε. Αγόραζαν φαγιά και έτρωγαν, και τ’ άλλα τ’ άφηνε στον δούλο να τα δώσει στους φτωχούς. Επήγε ο δούλος του τα επούλησεν, και το βασιλόπουλο έδιωξε τον δούλο εκείνον. Επήγε σ’ άλλον κόσμο κι εκεί επήρε έναν άλλο δούλο, κι εκείνος το ίδιο έκανε. Έδιωξε κι εκείνον.
Καθώς επάγαινε στη στράτα, στης θάλασσας την άκρα είδε έναν άνθρωπο φτωχό, και ο φτωχός είπεν: «Εμένα πάρε δούλο». Και το βασιλόπουλο τον επήρε δούλο.
Επήγαν, έκατσαν σ’ έναν οντά, και εστειλεν τον δούλο του ν’ αγοράσει ψωμί. Έφερε ψωμιά και έφαγαν. Τ’ άλλα, έστειλεν τον δούλο του να τα δώσει στους φτωχούς. Κι αυτός επήγε και τα έδωκεν στους φτωχούς. Τότε το παιδί του βασιλέα είπεν: «Αυτός είναι ο δικός μου ο δούλος».
Καθώς επάγαιναν στην στράτα, εβράδιασεν. Επήγαν σ’ ένα χάνι και στο χάνι μέσα ηύραν ένα κουτί φλωριά και τα πήραν. Εσκώθηκαν, επήγαν στον βασιλέα του τόπου, και τους έκαμε δούλους. Ο δούλος του βασιλέα είπεν στο βασιλέα πως ο σύντροφός του ήταν βασιλόπουλο.
Ο βασιλέας είχε ένα κορίτσι, και σ’ όποιον κι αν το έδινε, το παιδί επέθαινε. Σκέφθηκε να δώσει στο βασιλόπουλο το κορίτσι του, και το έδωκεν. Το βράδυ που θα ξαπλώνανε αντάμα, τους έβαλε σ’ έναν οντά και ο δούλος του παιδιού εμπήκε αντάμα τους. Καθώς έτρωγαν και έπιναν, βγήκε απ’ του κοριτσιού το στόμα ένας σκορπιός. Ο δούλος εχτύπησε, εσκότωσε τον σκορπιό. Καθώς έτρωγαν και έπιναν, βγήκε άλλος ένας. Εχτύπησε κι εκείνον και τον εσκότωσε. Ακριβώς εννέα σκορπιούς εσκότωσε. Και έπειτα σαράντα μέρες έκαμαν γάμο, κι απ’ ολίγα χρόνια ύστερα επήγαν πάλι στον κόσμο τους. Και καθώς επάγαιναν στης θάλασσας την άκρα, ο δούλος έγινε οψάρι και μπήκε μέσα στη θάλασσα. Ήταν εκείνο που έπιασε και άφησε.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ, Ελληνικά λαϊκά παραμύθια (βιβλίο πρώτο), εκδόσεις ποταμός.


Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Ο κύκνος

Στο πάρκο ήτανε μια λίμνη. Στη λίμνη ζούσε ένας κύκνος. Το μεγαλύτερο αξιοθέατο του πάρκου. Μια μέρα εξαφανίστηκε ο κύκνος. Τον κλέψανε κάτι αλήτες.
Ο Οργανισμός Δημοσίων Κήπων αγόρασε καινούριο κύκνο. Δημιουργήθηκε ειδική θέση φύλακα για να προστατεύει τον κύκνο, να μην έχει την τύχη του προκατόχου του.
Η θέση αυτή ανατέθηκε σ’ ένα γεράκο που ζούσε μονάχος κι έρημος χρόνια ολόκληρα. Όταν ανέλαβε αυτή τη δουλειά, είχε αρχίσει να κάνει ψύχρα τα βράδια. Το πάρκο ήταν έρημο. Ενόσω περιπολούσε στη λίμνη, ο γέρος έριχνε μια ματιά στον κύκνο, αλλά μερικές φορές αφηνόταν να κοιτάζει τ’ αστέρια. Κρύωνε. Θα ήταν όμορφα, σκέφτηκε, να ρίξει μια ματιά στο μικρό εστιατόριο που είναι κοντά στο πάρκο. Άρχισε να βαδίζει προς τα κει αλλά θυμήθηκε τον κύκνο. Μπορεί να τον κλέβανε όσο θα έλειπε. Θα ‘χανε τη δουλειά του. Έπρεπε να το ξεχάσει λοιπόν.
Αλλά το κρύο συνέχισε να τον περονιάζει, μεγαλώνοντας τη μοναξιά του. Στο τέλος αποφάσισε να πάει στο εστιατόριο για να πάρει μαζί του τον κύκνο. Ακόμα κι αν ερχόταν κανείς στο πάρκο, όσο θα λείπανε, για ν’ αναπνεύσει τον καθαρό αέρα στην ομορφιά της φύσης, δε θα πρόσεχε αμέσως την απουσία του κύκνου. Η νύχτα ήταν γεμάτη αστέρια βέβαια, αλλά δεν είχε φεγγάρι. Και, το πιο σπουδαίο, θα γυρίζανε γρήγορα.
Στο εστιατόριο τους υποδέχτηκε ένα ανακουφιστικό κύμα ζεστού αέρα γεμάτο με γαργαλιστικές μυρωδιές από το μαγείρεμα των φαγητών. Ο γέρος έβαλε τον κύκνο να καθίσει απέναντί του στο τραπέζι και κάθισε κι αυτός. Έτσι μπορούσε να παρακολουθεί τον κύκνο, ενώ θα έτρωγε το φαγητό του. Για να ζεσταθεί, παράγγειλε ένα ποτηράκι βότκα.
Ενόσω έτρωγε μια μερίδα αρνίσιο κρέας, και το χαιρόταν μάλιστα πολύ, παρατήρησε ότι ο κύκνος τον κοίταζε με δυστυχισμένο ύφος. Ο γέρος λυπήθηκε το φτωχούλη κύκνο. Νιώθοντας την επιτιμητική ματιά του του κόπηκε κάθε όρεξη για φαί. Έπειτα του ήρθε μια ιδέα. Φώναξε το σερβιτόρο και παράγγειλε ένα ψωμάκι και λίγη ζεστή μπίρα με ζάχαρη. Βούτηξε το ψωμάκι στη μπίρα και το ‘δωσε στον κύκνο, που γρήγορα ξαναβρήκε τα κέφια του. Μετά το φαγητό, ικανοποιημένοι και ξανανιωμένοι, ξαναγύρισαν στο πόστο τους.
Το άλλο βράδυ έκανε περισσότερο κρύο. Τ’ αστέρια φαίνονταν ασυνήθιστα λαμπερά και ο γερο-φύλακας ένιωθε το κάθε αστέρι σαν παγωμένο καρφί μπηγμένο στη ζεστή αλλά μοναχική καρδιά του. Ωστόσο, αντιστάθηκε στον πειρασμό να ξαναπάει, γι’ άλλη μια φορά, στο εστιατόριο.
Στο κέντρο της λίμνης φάνηκε ο κύκνος’ τ’ άσπρα φτερά του άστραφταν κάτω απ’ το φως των αστεριών.
Η σκέψη ενός ζωντανού πλάσματος μέσα στο νερό, μια τέτοια παγωμένη νύχτα, έκανε το γέρο ν’ ανατριχιάσει.
Ο φτωχούλης κύκνος άξιζε καλύτερη τύχη. Ο γερο-φύλακας ήταν σίγουρος ότι ο κύκνος θα καλοδεχόταν λίγη ζεστασιά και κάμποσο φαγητό.
Τον πήρε λοιπόν στην αγκαλιά του και τον κουβάλησε μαζί του στο εστιατόριο.
Άλλη μια νύχτα γεμάτη παγωνιά, κι ο γέρος να βασανίζεται απ’ τη θλίψη. Τούτη τη φορά το ‘χε πάρει απόφαση να μην πάει στο εστιατόριο γιατί, την προηγούμενη νύχτα, αφότου γύρισαν, ο κύκνος χόρευε και τραγουδούσε πολύ παράξενα.
Κάθισε λοιπόν στην άκρη της λίμνης, στο άδειο παγωμένο πάρκο, και κοίταζε τον ουρανό. Ξαφνικά, ένιωσε να του τραβάνε το παντελόνι. Ήταν ο κύκνος που κάτι του ζητούσε. Πήγανε λοιπόν.
Ένα μήνα αργότερα, τόσο ο φύλακας όσο και ο κύκνος απολύθηκαν από τη δουλειά τους. Ο κύκνος: τον είδανε να κολυμπάει περίεργα στο νερό, ακόμα και τη μέρα. Μια μητέρα που είχε φέρει τα παιδάκια της στο πάρκο για να δουν τον κύκνο, παραπονέθηκε στις αρχές, από καθαρό ενδιαφέρον, βέβαια, για τη νεολαία.
Ακόμη και στην κατώτερη θέση, ο κάτοχός της, πρέπει να έχει κάποιες ηθικές αρχές.

Slavomir Mrozek

«Το σατιρικό διήγημα του Slavomir Mrozek παρουσιάζει τη μετατροπή του παραδοσιακού συμβόλου της αγνότητας, της ευγένειας και της μορφικής τελειότητας σε δημόσιο έκθεμα και, στη συνέχεια, σε μεθύστακα, που αποβάλλεται από τον Δημόσιο Κήπο λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς. Στρέφοντας τον αφηγηματικό τρόπο του παραμυθιού προς την κατεύθυνση του χιουμοριστικού ανέκδοτου ή και της γελοιογραφίας, ο Mrozek μετατρέπει ένα παραδοσιακό θέμα των ηθοπλαστικών διηγήσεων (τη συγκινητική επικοινωνία του ανθρώπου με το ζώο) σε μέσο υπονόμευσης της υποκριτικής ευπρέπειας που χαρακτηρίζει τις αντιλήψεις της μικροαστικής κοινωνίας. Ο φύλακας και ο κύκνος, υποχρεωμένοι να συνυπάρχουν τη νύχτα προκειμένου να εξυπηρετούν την ημερήσια ψυχαγωγία του κοινωνικού συνόλου, αλληλωθούνται στην εκτροπή από τις συμβάσεις που καθορίζουν τον ρόλο τους, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα την απόλυσή τους. Όπως συχνά συμβαίνει στα ανέκδοτα, η σύντομη ιστορία φανερώνει περισσότερα για τον αθέατο περίγυρο παρά για τους ορατούς πρωταγωνιστές της…»



Η Σίικα και «το σιρομάχ»

Αχ! να ‘χα κι ένα άλογο να πάγαινα καβαλάρης! Ένα μικρό σταχτί, σβέλτο άλογο με φουντωτή χαίτη. Με φουντωτή χαίτη και με σέλα από τσαπράζια! Και να ‘χα κι ένα καμουτσί να το σπάθιζα πάνω στ’ αφτί του, να το κάνω να τρέχει καμαρωτό ανάμεσα στα κορίτσια… Και το πιο όμορφο, και το πιο ξανθό απ’ όλα να καυχιέται και να λέει: «Δικός μου είναι αυτός ο καβαλάρης! Τον βλέπετε;… είναι δικός μου!»
Και πήγα στο χωριό Τσερκόβιανη, και είδα τα κορίτσια, και το πιο ξανθό, και το πιο όμορφο (αχ που να μην έσωνα να πάω, και να μην έσωνε να μου πει τα όσα μου είπε το πιο ξανθό και το πιο όμορφο!)
Το χοροστάσι ήταν πήχτρα. Γυναίκες ζωσμένες στο φλουρί. Γεροντάκια που ξεχάσανε στο παραγώνι τα κομπολόγια και τα χρόνια τους… παλικάρια έξω φτώχεια… παιδόπουλα γιομάτα άψη.
Η μάνα της Σίικας που βαριόταν να καλησπερίσει άνθρωπο, έκανε σαν το κατσίκι στο γρασίδι. Άστραφτε και μοσκοβολούσε όλο το χωριό. Ένα καμάρι ήταν όλα. Μια ξεγνοιασιά.
Οι μαστραπάδες με το κρασί πηγαινοέρχονταν, σαν σαΐτες στον αργαλειό.
-Σαράπ!
-Σαράπ
-Σαράπ! φωνάζαν όλοι. Κάποιανου του ‘κανε το κέφι να ονοματίσει το κρασί έτσι: «σαράπ» (τούρκικα), και πήρε σβάρνα από στόμα σε στόμα.
Σε μια θεόρατη αλώνα, που την είχαν ισιώσει επιταυτού, ήταν στημένος ο χορός. Τρία καγγέλια. Ποτές δε μου πέρασ’ απ’ το νου πως οι φρόνιμοι Βοδενιώτες κι οι Τσερκοβιανοί θα ‘ταν τόσο χορευταράδες. Ο πρώτος ήταν κι αν ήταν! Πηδούσε, σάλτερνε, τινάζονταν σαν το τσελίκι… στριφογυρνούσε σαν σβούρα… Τίναζε μπροστά το στήθος του με λιονταρίσιο καμάρι. Σ’ αυτά τα καμώματα όλη η αρμαθιά των χορευταράδων μουρλαινόταν. Όσο για τους παιχνιδιατόρους, μπαΐλντιζαν απ’ τη γλύκα του ίδιου τους του τραγουδιού και κάνανε κι αυτοί του κόσμου τα τσαλίμια.
-Ίιιιιι!! γιαχ-γιαχ-γιαχ-γιαχ-γιαχ!... έκαν’ ο ταμπουρλιέρης και σκιζότανε πάνω στο τουμπερλέκι του.
Ο γύφτος με την πίπιζά του έστελνε το τραγούδι του κατά τον ήλιο όπως ο κότσυφας τη μύτη του. Τη μεγάλη ψιλοδουλειά την έκανε ο γκαινταντζής. Αντίς να παίζει ο ίδιος έπαιρνε στην αγκαλιά του ένα φουσκωμένο αρνί και το ‘βαζε να παίζει κείνο. Τι θάμα ήταν αυτό το αρνί του γκαινταντζή! Αντίς να βγάζει τη φωνή απ’ το στόμα… την έβγαζε από τα ποδάρια. Είχε ο καλός σου ο γκαινταντζής αγκαλιασμένο το αρνί του, το ‘βαζε να βελάζει, και κείνος κει καθότανε να καμαρώνει το χορό. Βολές βολές, σαν αδυνάτιζε η φωνή, έσκυβε και το δάγκανε στο καρύδι κι εκείνο να σου και ξανάβγαζε πιο δυνατά ξεφωνητά.
Άλλο θάμα πάλι το γυναικίσιο καγγέλι. Σα να ξερίζωσες μιαν αυλακιά μαγιάτικο κάμπο με τα λουλούδια και τα σπαρτά του και να τον έριξες να βεργολυγάει στ’ αλώνι. Όλο τσάκισμα ο χορός τους, όλο λύγισμα και ντροπαλότητα. Έβγαινε η πρώτη με το ζερβί της χέρι πιασμένο στην αρμαθιά και το δεξί ακουμπισμένο –μ’ ένα μαντίλι στα δάχτυλα,- στη μέση. Ευτύς τ’ αδέρφι, ή ο γονιός, ή ο γείτονας, τρέχαν στον γκαινταντζή και του σκεπάζανε με τάλαρα τα μούτρα.
Λίγο παράμερα το χοροστάσι των παιδιών. Κι η Σίικα; Αφού δεν ήταν στ’ άλλα δυο, πού αλλού μπορούσε να ήταν;
Ναι, δεν είχα γελαστεί. Ναι, να τη! Χορεύει πιο πολύ, και πιο καλά απ’ όλες. Κι απ’ όλες η πιο στολισμένη είναι κι απ’ όλες η πιο στραφτερή.
Ανάμεσα στ’ αγόρια ξεχωρίζει ο Δροσιάδης, το πλουσιόπαιδο του μαχαλά. Δεν ξέρει πώς να δείξει τα πλούτια του και τα δείχνει με την ακαταδεξιά του. Κείνος δε χορεύει, κείνος δεν τραβάει τις πλεξούδες των κοριτσιών, κείνος δεν πετροβολάει με πλατανόμηλα. Δεν κάνει τίποτις, μα όλοι ε κ ε ί ν ο ν β λ έ π ο υ ν.
Τώρα η Σίικα περνάει πρώτη. Οι πλεξούδες της χοροπηδάνε σαν ανθισμένα κλωνιά στο πρώτο αγεράκι της άνοιξης. Τώρα θα με δει (να, να) και (χόπλα) θα χοροπηδήξει ως τα ουράνια. Τώρα θα με δει (αχ, όπου να ‘ναι) και θα ριχτεί στον κόρφο μου. Μα δε βλέπει. Έχει το νου της στο χορό. Κοιτάει μην και μπερδέψει τα πατήματα, μην και την ξεπεράσει καμιά άλλη.
-Μπράβο, Σίικα! φωνάζουν όλοι.
Εχ, να! Και τότες παίρνω την απόφαση. Τι ψυχή είχε μια δραχμή;
Τη βγάζω μπροστά σ’ όλους καμαρώνοντας. Μην και κανένας κάνει λάθος πως εγώ είμαι που τη βγάζω. Την κρατάω στα δυο μου δάχτυλα και πάω και την πετάω σαν ακατάδεχτα (έτσι είδα να κάνουν οι μεγάλοι) μπρος στα πόδια του γκαινταντζή. Γελάσανε τα μάγουλά του, το ίδιο και του ταμπουρλιέρη… μα εγώ λίγο τους πρόσεξα. Ο νους μου εμένα στη χορευταρού! Όλοι το πήραν μυρουδιά. Κι ευτύς ο χορός σκόρπισε. Τα κορίτσια πειραγμένα μαζεύτηκαν ένα γύρω, έτσι που να μου ‘χουν γυρισμένη τη ράχη τους.
Και τότες έγινα ένα πράμα… Ο Δροσιάδης, ο άρχοντας της γειτονιάς μας- που ότι καταδεχότανε να τον φωτάει ο ήλιος, τραβάει μια δυο, ίσια στον γκαινταντζή, που παίρνει πίσω τη δραχμίτσα μου, και του κολλάει στο κούτελο (φατ!φατ!) δυο τάλαρα της ώρας! Και τώρα (να σου τον) που μου πετάει τη δραχμούλα μου στα πόδια. Παγώνω. Ψάχνω να γυρέψω θάρρος απ’ τα μάτια της Σίικας… και σκοντάβω πα’ στη γυρισμένη της ράχη. Φ ύ γ ε… Σκύβω και πιάνω τη δραχμούλα μου, τη σφίγγω, τη χώνω βαθιά βαθιά στη ζεστασιά της τσέπης μου. Μην παραπονεθεί. Μη μου κρυώσει. Ναι, ναι. Έβγαλε ψύχρα. Μαζεύουμαι σε ένα κοτρόνι. Σκύβω, κουρνιάζω σαν μαυροπούλι το χειμώνα, σ’ ένα καμένο δέντρο, στην ερημιά του κάμπου. Τι κρύο που ‘βγαλε μονομιάς… Κι ο ήλιος; Θαμπός, θαμπός. Κι η γκάιντα πάλι, κείνο το αρνί –πώς άλλαξε; Σαν αρνάκι που το σφάζουν. Ένα βέλασμα μακρινό. Δεν είπα τίποτα. Σίικα. Όχι, όχι. Έτσι. Έτσι… πέρναγα από δω και κάθισα σε τούτο το κοτρόνι να ξαποστάσω μια σταλιά. Αλήθεια, τίποτ’ άλλο. Κι είχα στην τσέπη ένα δαχτυλιδάκι. Το πήρα απ’ το παζάρι… μ’ ένα πετραδάκι θαλασσί, σαν τα μάτια σου. Όχι για σένα. Έτσι το πήρα. Να, το πατάω χάμου. Το κάνω γούστο… με το πετραδάκι του, που είναι σαν βγαλμένο ματάκι πουλιού.
Τι θέλει τούτο το κορίτσι που σιμώνει; Εγώ; Ναι, ο Κριφ. Τι λένε; Τι τους έκανα εγώ; Τι τα ‘χουνε μαζί μου; Να τος και τούτος που μου πέταξε τη δραχμούλα μου. Τι λέει; Κάτι ρωτάει;
-Ποιο είναι αυτό το σιρομάχ; (κουρελής).
Με δείχνει. Κι η Σίικα;
-Αυτό… αυτό είναι ένα κριφ. Να, ένα κρίβα-πάτσε στο μαχαλά μας… που το λυπάω… και το δίνω ζαχαράτα.
Κάτι κρυφομιλάνε στο μπουλούκι. Ένα λιανό κορίτσι κινάει κι έρχεται καταπάνου μου.
-Ψστ… κρίβα, κάνει με σιχασιά. Μο το είπε το Σίικα να σι πω α πάινε σι πέρα. Α φύγκε. Κι άμα γκίνει το βράντυ τα σο ντώσει ζαχαράτα. Α, πάινε!...
Τι με φαρμάκωναν τώρα με τα ζαχαράτα τους; Εγώ είχα θέρμη, θέρμη, κι έπρεπε να πάω να πέσω.
Νυχτώθηκα στο δρόμο με τον ήλιο ψηλά. Η γκάιντα και το τουμπερλέκι κακάριζαν πίσω μου:
-«Ποιο είναι αυτό το σιρομάχ;»
-«Ποιο είναι;»
Α, ένα προσφυγάκι με μια «σιρομάχ» ψυχή… μ’ ένα «σιρομάχ» μεταλλίκι στην τσέπη του…
Η Τσερκόβιανη είναι μια κουτσουλισμένη φωλιά που την περιγελάνε οι καρακάξες οι πίπιζες.
Κι η Έδεσσα μια στρίγκλα. Τίποτ’ άλλο.
-Πσιτ! Που πάει; με ρωτάνε τα πλατάνια.
Κάθουμαι μια ώρα στον όχτο για να το σκεφτώ.
-Πσιτ! Τι κάτεσαι; με ξαναρωτάει.
Κάθουμαι άλλη μια ώρα για να το σκεφτώ και αυτό.
-Από πού είσαι;
Και ψάχνω στον αέρα, ψάχνω στη σκόνη να το βρω.
-Φέλει τίποτα;
-Ναι.
-Τι;
-Τίποτα…
Ένα κατσίκι ολομόναχο, λίγο παράμερα, βοσκάει σκαρφαλωμένο στην γκορτσιά. Σαν με παίρνει το μάτι του, σταματάει το μάσημα και κάθεται να με κοιτάξει. Κουνάει το καμπανάκι του που του ‘χουν κρεμασμένο στο λαιμό.
-Ντιγκ, ντιγκ, ντιγκ. «Πάιντος».
Θα κλείσουμε. Βραδιάζει, περάστε όξω!
Μα ξάφνου βλέπω να, το κατσίκι δεν είναι μόνο. Έχει παρέα κι ένα προβατάκι. Μασουλάνε και τα δυο και με κοιτάζουν. Το πρόβατο έχει και το παπλωματάκι του μαζί ριγμένο στην πλάτη.
Είναι καταδεχτικά. Ούτε «σιρομάχ» ούτε «κρίβα». Για να με καλοπιάσουνε μου χτυπάνε την κουδουνίστρα τους.
-Ντίγκιρ, ντίγκιρ, ντίγκιρ! κείνα μου μιλάνε με το κουδουνάκι τους.
Η Άγια-Παπαντή κοιτάει ολόγυρα αμίλητη. Μα η καμπάνα ψηλά στο κρεμαστάρι της σκύβει ν’ ακούσει το κουδουνάκι όπως η προβατίνα το βέλασμα του μωρού της.
-Ντίγκιλ, ντίγκιλ, ντίγκιλ… κάνει πάλι το μικρό.
-Γκρουμ… γκρουμ… γκρουμ… βελάζει δυνατά η μεγάλη και το μαυλίζει.
Τα πλατανόφυλλα της Τσερκόβιανης χτυπήσανε παλαμάκια.
Βράδιαζε. Το λιβάνι του βραδιού πλημμύρισε τον αέρα. Όλα το ‘λεγαν πως βράδιασε.
Το κατσικάκι πήρε την παρέα του και φύγανε. Πάνε στο κονάκι τους. Μπρος πάει το γίδι με το κουδουνάκι του και ξοπίσω τ’ αρνάκι, σαν να το σέρνει απ’ το ακοινί. Κοντοστάθηκαν λίγο, για να δουν αν θα πήγαινα μαζί τους κι ύστερα ξαναπήρανε πάλι τη στράτα.
Νύχτωνε. Ώρα για ύπνο, Τσερκόβιανη.
Πάμε κι εμείς, Κριφ;
Νύχτωσε. Ώρα για ύπνο, Παπαντή.
Το μεταλλίκι κουρνιάζει λουφαγμένο στην τσέπη μου. Το δαχτυλιδάκι με το βγαλμένο μάτι απόμεινε μαζί με τις πετρίτσες εκεί πάνου στ’ αλώνι.
Τα πλατάνια με κοιτάνε.
-Πού πάει;
Η φωνή τους κρέμεται μουσκεμένη απ’ τα φύλλα. («Δεν ξέρει, δεν ξέρει» λένε και κοιτάζονται).
-Πού πάει; ξαναρωτάνε.
Πουθενά. (Α… «πουθενά» λένε και σκουντιούνται).
-Τι είσαι; τι είσαι;
-Τ ί π ο τ α…
Ο αέρας κόλλησε απάνου στις πέτρες. Δε φυσάει ούτε ανάσα πουλιού.
Απάνω ακούγεται σιγανή πνοή.
Τα φύλλα αποκοιμήθηκαν.
-Τ ί π ο τ α…

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ-Συννεφιάζει




Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

Αν μπορείς…

Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι
τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,
στον εαυτό σου αν μπορείς να 'χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν
μα κι αδιάφορος να 'σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,
αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν' αποστάσεις ποτέ καρτερώντας,
ή μπλεγμένος με ψεύτες, μακριά να σταθείς, αν μπορείς απ' το ψέμα
κι αν γενείς μισητός, να μη δείξεις στρατί στο δικό σου το μίσος,
κι ούτε τόσο καλός να φανείς κι ούτε τόσο σοφά να μιλήσεις,

αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,
αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,
αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,
να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους,
αν μπορείς να υποφέρεις ν' ακούς την αλήθεια που ο ίδιος σου είπες,
στρεβλωμένη από αχρείους, να γενεί μια παγίδα για ηλίθιους ανθρώπους,
ή αν τα όσα η ζωή σού έχει δώσει αντικρίσεις συντρίμμια μπροστά σου,
κι αφού σκύψεις, ν' αρχίσεις ξανά να τα χτίζεις με σκάρτα εργαλεία,

αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ' αγαθά και τα κέρδη σου όλα,
κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις
και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ' την πρώτη σου αρχή να κινήσεις,
και να μην ψιθυρίσεις ποτές ούτε λέξη για τα όσα έχεις χάσει,
κι αν μπορείς ν' αναγκάσεις με βία, την καρδιά σου, τα νεύρα, το νου σου,
να δουλέψουν για σέναν ακόμα κι αφού τσακιστούνε στο μόχθο,
και ν' αντέξεις σ' αυτό σταθερά όταν τίποτε εντός σου δεν θα 'χεις
άλλο εξόν απ' τη θέληση που όρθια θα κράζει σε τούτα «Κρατάτε»,

αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,
ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,
κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,
τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ' άλλον,
αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας
στην αξία των εξήντα μοιραίων δευτερόλεφτων της διαδρομής του,
τότε θα 'ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,
και —περισσότερο ακόμα— θε να 'σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου.

Rudyard Kipling

Καλή εβδομάδα