Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Η δουλειά του Θεού και τα τρένα

-Θεια…
-Α;
-Κάτι ακόμα θέλω να σε ρωτήσω.
-Αρώτα με. Μα αγλήγορας για θα κλείσω.
-Πάει καιρός που το σκέφτουμαι: Τι δουλειά κάνει ο Θεός;
Εδώ η θεια ζεματίστηκε:
-Δουλειά;
-Ναι, Τι;… δεν κάνει καμιά;
Με κοίταξε σαν σβολάκι.
-Καμιά λέει; Κάνει και παρακάνει. Ακούς εκεί!
-Και ποια;
-Να… Κουμανταίρνει την τάξη του ντουνιά.
Η Κατερινιώ σφούγγισε τον ιδρώτα της.
-Και δε μου λες θεια.
-Κι άλλο;
-Ναι. Για τα τρένα ήθελα να σε ρωτήσω. Και τα τρένα τα ‘χει στην τάξη του;
-Αμ τι, όξου θα τ’ άφηνε μαθές;
-Ε, τότες δεν είναι εντάξει!
-Τι;;
Η θεια Κατερινιώ τινάχτηκε σαν σούστα του βεζενέ. Κοίταξε τον ουρανό.
-Θε μου, λέει, μεγαλοδύναμε… μην το ξεσυνερίζεσαι το απολωλό. Κούτσικο είναι, άγουρο… Σχώρνα το.
Κι ύστερα γυρνώντας κατά μένα:
-Και γιατί, μαρέ θεοσκοτωμένο;
-Γιατί; Να γιατί: Αφήνει τον κυρ Αυγερινό που είναι τόσο κόκκινος και χοντρός και για μισή ώρα δρόμο καβαλάει στο τρένο. Κι ο γερο-Απόστολος, ο ξυλάς, να παγαίνει φορτωμένος ίιιιι! ως τη Νιάουσα με πόδια.
Η μανάβισσα με κοίταξε σαν γριά γάτα που αναποδογύρισε το μαγέρεμα.
-Επιμένεις λοιπον, θεια, πως τα ‘χει και τα τρένα μες στην τάξη του;
-Ε… όχι… γιε μ’, λέει μαλακά. Όχι. Για τα τρένα δεν επιμένω…
Κι έγινε όλη κείνη την ημέρα πολύ λυπημένη. Πολύ. Πιο πολύ κι από μένα.
………………………………………………………………………………..

Είχα φτάσει πια στα μισά του δρόμου. Από κει αρχίζει κι ο πολύς ανήφορος. Γι’ αυτό κι ο Θεός του νερού λυπήθηκε τους κουρασμένους και το φύτεξε μες στα πόδια του το νερό, να, εκειδά στον όχτο, για να τους δροσίζει. Η στέρνα ήταν γάργατη και το νερό ήταν άσπρο, κάτασπρο –ας ήπιε κάποτες ένα μαύρο παιδί. Κι εγώ –τώρα που το θυμήθηκα-κι εγώ να, ορίστε, που κι εγώ έμεινα άσπρος- (ψεύταρος που ήταν ο Πιτσιλομούτρης!)
Έβρεξα ένα κομμάτι ψωμί και κάθισα παράμερα στην πετρίτσα να φάω. Ήταν η ίδια πετρίτσα που είχε καθίσει τότες το γυφτάκι. Κάθισα και το ‘τρωγα γλυκά γλυκά κι έγλειφα και τα δάχτυλά μου.
Σαν τ’ απόσωσα, ήπια άλλη μια φορά και ξεκίνησα να φύγω. Μα κείνη την ώρα ένα κακομούτσουνο κοτσύφι σίμωσε στην πέτρα κι άρχισε να μαζεύει τα ψίχουλα… «Ποιος ξέρει τι νηστείες να σου κάνει εκεί πάνω ο ξένος Θεός… φάει αρκαντάς…»
Το κοτσύφι ταίστηκε, πήγε, ήπιε νερό, και πέταξε, έφυγε. Ώρα καλή!
-Πες για τα τρένα στο Θεό, Σουκρή… πες κι ας μην ξέρεις τη γλώσσα του. Δώσ’ του να καταλάβει για τα τρένα –δεν αντέχουνε άλλο οι φτωχοί. Πες του να τα βάλει και κείνα στην τάξη του.

ΣΥΝΝΕΦΙΑΖΕΙ...



Δεν υπάρχουν σχόλια: