Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

Ο μπαρμπα-Ανέστης και τα γράμματα

…-Απάνω έχουμε… έχουμε ένα φτωχοπαίδι. Ένανε…
-Μπα! Καλώς μας κόπιασε. Έκανες ετοιμασίες;
-Στάσου, ντε…
-Τι να σταθώ;
-Δε σου είπα ποιος είναι.
-Όποιος να ‘ναι, καλός είναι. Χτύπησε πριν μπει;
-Χτύπησε.
-Ε, καλός είναι. Την πόρτα κακοί δεν τη χτυπούν.
-Άκου, πρώτα, ντε…
-Λέγε.
-Αγοράκι είναι. Χτύπησε την πόρτα και γύρεψε κάμαρη. Τη θέλει με νοίκι, λέει, γιατί θα πάει στο σκολειό.
-Τι σόι παιδί είναι;
-Στερεμένο φαίνεται. Δεν το ψιλορώτησα. Έχει κι ένα σακούλι με τις αλλαξιές του.
-Στο Υμνάσιο φαίνεται, θα θέλει να πάει.
-Έτσι φαίνεται.
-Ε, τι του αποκρίθηκες;
-Του είπα: «κάτσε, κειδά, στο σακούλι σου, ώσπου να ‘ρθει ο άντρας μου». Καλά έκανα; Ξέρω γω…
-Καλά έκανες…
-Περνάει τη νύχτα του… και αύριο κοπιάζει στο καλό.
-Μη βιάζεσαι… Για να χτυπήσει την πόρτα μας, θα πει ότι δεν έχει δικούς του εδώ.
-Αυτό λέει κι ο δικός μου ο νους.
-Λοιπόν… Άσε και βλέπουμε.
-Τι; Θα το κρατήσεις;
-Είπα: Άσε και βλέπουμε. Να δούμε και τι πράμα είναι. Λοιπόν; Τι άλλο… Α, τι μαγείρεψες απόψα;
-Πήγα να βρω κάνα ζαρζαβατικό… τίποτα. Είχα κι εγώ μια μαγεριά γυφτοφάσουλα και τα ‘ριξα στο τσουκάλι.
-Είναι έτοιμα;
-Την τελευταία βράση τους παίρνουνε. Πάμε;
-Πάμε, πάμε. Μόνο… αν είχες λίγο ζεστό νερό…
-Ανέβα, σ’ τα ‘χω όλα έτοιμα.
Ακούστηκαν τα πόδια τους να βροντούν στις σκάλες. Ο Μέλιος σηκώθηκε απ’ το πάτωμα και ξανακάθισε στα ρούχα του. Καλός ήταν ο μπάρμπας… Η φωνή του έβγαινε ολόισα απ’ την καρδιά. Όσο την άκουε, τόσο και λύνονταν οι κόμποι που ‘χε μέσα του. Ζεστάθηκε. Το ντρίλι του άρχισε να τον καίει σα γούνα. Πάνω στην ώρα πήραν να κενώσουν και το φαί, κι ο αχνός του γέμισε το σπίτι. Αχ, ζεστό φαγάκι μαγειρευτό… κι ένα σπίτι να στο φιλεύει. Και νάναι το σπίτι ζεστό, σαν κόρφος μάνας. Ναι. Μα θα τον καλέσουν; Θα του πουν το « κόπιασε»; Ή θα τον αφήσουν να χορτάσει μόνο απ’ τον αχνό; Σώπα, Κρηφ, μην απελπίζεσαι. Τώρα δα, όπου να ‘ναι… Να, βήματα δεν είν’ αυτά; Στην πόρτα σου δε σταμάτησαν; Ναι, ναι, έτσι είναι.
-Αγόρι…
Μάλιστα. Είναι η φωνή του νοικοκύρη. Το αγόρι σαλεύει.
-Κοιμάσαι, παιδί. Σήκω, σήκω. Έλα να δειπνήσουμε. Να γνωριστούμε κιόλα. Μπα! μπα!... Έτσι μοναχός κάθεσαι στο σκοτάδι; Θα χάσεις τα μάτια σου.
Ο Μέλιος σηκώθηκε, ψευτοσυγυρίστηκε λίγο και βγήκε.
-Μπρε! κάνει ο γέρος, σα βρεθήκανε στο φως. Αμ, εσύ είσαι παλικαράκι. Πώς είπες ότι σε λένε;
-Μέλιο…
-Να, όνομα! Να το χαίρεσαι, φως μου. Εγώ, είμαι ο μπάρμπας σου ο Ανέστης. Από δω, είναι η θειά σου η Αρετή. Κάτσε. Εδώ, εδώ, στο σοφρά. Έτσι. Ωχ! έτσι ντροπιάρης είσαι; Αμ, θα πεθάνεις της πείνας! Γυναίκα, κουτάλι στο Μέλιο. Άντε, καλωσόρισες. Πνίξ’ το βαθιά, να πιάσεις και φασούλες. Έτσι, μπράβο. Άαα… νοικοκερά! Έκανες ένα φαί για βεζύρηδες!...
Σε λίγο ακουόντανε μοναχά τα κουτάλια που δούλευαν αντρειωμένα.
Ο γέρος ξαναγύρεψε κι άλλο.
-Το κρύο μ’ άνοιξε την όρεξη… δικαιολογήθηκε. Θέλεις κι εσύ, παλικαρά μου; Όχι; Καλά. Χατίρι εγώ δε χαλνώ.
Σαν τελειώσανε, ο γέρος ρεύτηκε και πήγε και ακούμπησε στο παραγώνι.
-Έλα, τώρα, εδώ, κοντά μου. Εγώ θα στρίψω ένα τσιγάρο κι εσύ θα μου πεις το συναξάρι σου. Για το Υμνάσιο δεν ήρτες; Το κατάλαβα. Είδες που σ’ το ‘λεγα γριά… Λοιπόν;
-Θα δώσω εξετάσεις… είπε το παιδί. Όλο το καλοκαίρι δούλευα, και το χειμώνα… Και τώρα ήρτα για τις εξετάσεις.
-Αχ, αχ, αχ…
-Έβαλα στην άκρη λίγα για τα βιβλία μου, και για το νοίκι. Θα τρώω λίγο, μια φορά τη μέρα.
-Πολύ ακριβά, μικρό μου, τ’ αγοράζεις τα γράμματα. Και τι έχεις σκοπό να τα κάνεις;
Ο Μέλιος εδώ τα ‘χασε. Τι να τα κάνει; Ρωτάς; Να… Τα ήθελε! Δεν μπορούσε να κάνει χωρίς αυτά. Να, τα λαχταρούσε, έτσι… σαν το ψωμί, πώς το λένε;
-Τα θέλω… για… να διαβάζω βιβλία, είπε μόνο.
-Ε, καλά, έμαθες να διαβάζεις. Ύστερα! Τι κέρδος θα έχεις;
-Θέλω να φύγω απ’ τα γελάδια. Να μπορώ να φορώ παστρικά ρούχα. Να γράφω και γράμματα, στρογγυλά σαν του δάσκαλου. Και να μπορώ να μιλώ καλά. Να μη με περιγελάνε… Ύστερα θέλω να μάθω και κάτι μυστικά που έχουνε τα βιβλία για να μπορώ να τα λέω και στους άλλους.
-Γι΄ αυτό μοναχά τα θέλεις;
-Λένε πως… άμα δεν ξέρεις γράμματα είσαι στραβός.
-Ε, εσύ είσαι;
-Δεν ξέρω. Μπορεί και να είμαι…
-Δεν τα βλέπεις όλα όσα είναι μπροστά σου;
-Τα βλέπω. Μα μπορεί να είναι κι άλλα και να μην τα βλέπω. Και να τα δω μεθαύριο, που θα μάθω γράμματα.
-Σε μεγάλα βάσανα, νωρίς νωρίς, μπήκες, γιέ μου. Μη. Άσε. Είσαι άγουρο ακόμη για τέτοια πονοκεφαλιάσματα.
-Οι άλλοι πάνε στο σκολειό. Εγώ δεν μπόρεσα. Έπρεπε να μαζέψω λεφτά. Δεν έχω κανέναν άλλο στον κόσμο.
-Τι; Για ξαναπές το αυτό! Σ’ την ξεριζώνω τη γλώσσα! Δεν έχεις κανέναν, λέει! Κι εγώ, τι είμαι; Ε;… Δεν είμαι μπάρμπας σου; Τι είπαμε τα πολληώρα; Το ξέχασες κιόλα;
-Θα… θα… με κρατήσετε;
Ο Ανέστης έκανε έναν ψεύτικο θυμό.
-Αρετή! Για ξεκρέμασε από κει τον πλάστη, να τον καταχερίσω! Ακούς θα τον κρατήσουμε; Να πας αύριο πρωί πρωί να γραφτείς. Κι άμα σου κάνουνε τίποτις ζόρια, «θα τα πω στον μπάρμπα μου», να τους πεις. Να πας, παιδί μου, στο σκολειό, να πας. Μην ακούς τι έλεγα πρωτύτερα. Έτσι απ’ τη χαζομάρα μου το έλεγα. Να πας, μη μπας κι ανοίξεις και τα δικά μου τα μάτια, γιατί στραβός απόμεινα στον απάνου κόσμο. Και τώρα τράβα για ύπνο. Του ‘στρωσες Αρετή; Άντε, καλό ξημέρωμα. Εγώ θα φύγω με το χάραμα. Άμα θέλεις το πρωί τίποτα, να το γυρέψεις απ’ τη θειά σου. Άιντε, φως μου, και να σε δω γιομάτο προκοπή.
Ο Μέλιος έφυγε χωρίς να βγάλει άχνα. Ήθελε να πει ένα σωρό λόγια, μα δεν μπορούσε να σαλέψει το στόμα του. Μα και να το κατάφερνε, πάλι δε θα ‘βγαινε τίποτα, γιατί δεν είχε φωνή. Αλλόκοτα καμώματα έκανε, σα βρέθηκε μοναχός στο καμαράκι του. Γδύθηκε να πέσει και ξέχασε να βγάλει τα παπούτσια του. Τα χέρια του έτρεμαν. Ύστερα του ήρθε να μπήξει τα γέλια. Στο τέλος αποκοιμήθηκε με τα μάτια βρεγμένα. Είδε στ’ όνειρό του ένα σπίτι χρυσό, χτισμένο σε μια κορφή με γύρω γύρω κάγκελα. Χρόνια το ‘φερνε βόλτα και δεν μπορούσε να μπει. Στο τέλος, πήδηξε τα κάγκελα και βρέθηκε μέσα!


ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΗΣ-Ένα παιδί μετράει τ' άστρα




Δεν υπάρχουν σχόλια: